17 Ιουν 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧΙ. Το Κενό των Ημερών και ο Καινός Λόγος" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Ενας ανατόμος του εφιάλτη, ένας ερμηνευτής των κακών ονείρων της σύγχρονης ζωής

JEAN BAUDRILLARD Συνθήματα ΜΤΦΡ.: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΟΜΑΝΑΣ «ΝΗΣΙΔΕΣ»

Είναι ίσως ο λιγότερο κοινωνιολόγος των κοινωνιολόγων, ο περισσότερο πειραματικός των πανεπιστημιακών, ξέρει πάντα να ελίσσεται και να εκπλήττει, ακόμη και να προκαλεί μερικά μικρά σκάνδαλα και μερικές μικρές εκρήξεις με τα κείμενά του, που ερωτοτροπούν πότε με το ύφος της μοντέρνας ποίησης, πότε με του μανιφέστου, πότε με της προκήρυξης: ο Jean Baudrillard, γερμανοθρεμμένος, βοηθός του σημαντικού και ανήσυχου Henri Lefebvre, γνώστης της κριτικής που άσκησαν στη σύγχρονη οργάνωση του υπάρχειν οι καταστασιακοί και ο Guy Debord.

Στον παρόντα τόμο των «Νησίδων» (πρώτη έκδοση «Fayard», Παρίσι, 2000), ο Baudrillard επιχειρεί με εξαιρετικά σύντομα κείμενα («ολιγόλεκτα» θα τα έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «ακαριαία» θα τα έλεγε ο Τάσος Δενέγρης) να συνοψίσει το έργο του και, συνάμα, να ασκήσει με καινό λόγο κριτική στο κενό των ημερών. Κάτι που είχε κάνει, όχι τόσο λακωνικά, τόσο συνθηματολογικά, στο «L'Autre par lui meme» («Η έκσταση της επικοινωνίας», μτφρ. Βαγγέλης Αθανασόπουλος, εκδ. «Καρδαμίτσα», Αθήνα, 1991).

Το κενό των ημερών και ο καινός λόγος, ο σαγηνευτικός, ο δελεαστικός και συνεπώς ο πειστικός, μάλλον αυτός που θα σε κάνει να σκεφτείς, ιδού το στοίχημα του Baudrillard. Τα ακραία φαινόμενα, η ταυτότητα της εποχής μας, δελεάζουν τον κοινωνιολόγο, τον «ιντριγκάρουν», τον παρασύρουν ευπρόσδεκτα στο να είναι δηκτικός, προκλητικός, σχεδόν επαναστάτης. Και λέμε «σχεδόν», γιατί αν λείπει κάτι από τα κείμενά του είναι ακριβώς ο πυροκροτητής. Λείπει εκείνη η διάσταση της κριτικής σκέψης που ωθεί στην πράξη, σ' εκείνο το περίφημο project του Walter Benjamin, που ήθελε να γίνει η Πράξη Αδελφή του Ονείρου. Με μία λέξη, αν απουσιάζει κάτι από τη σκέψη του Baudrillard αυτό είναι η διαλεκτική.

Ο Baudrillard είναι μέσα στο λαβύρινθο, δεν μπόρεσε (ή δεν θέλησε) ποτέ να βγει από τον Πύργο, είναι ένας ανατόμος του εφιάλτη, ένας ερμηνευτής των κακών ονείρων της σύγχρονης ζωής, των δεινών, και όχι ο εξεγερμένος. Η σκέψη του στροβιλίζεται γύρω από το κέντρο των δεινών, το οποίο όμως δεν θίγει ποτέ. Και το κέντρο των δεινών, είτε το θέλει ο Baudrillard είτε όχι, παραμένει η υλική βάση της κοινωνικής μας οργάνωσης, ήτοι η παραγωγή, με όλες τις αντιφάσεις της.

Ο Baudrillard επιμένει σε μια σκέψη που «διαχειρίζεται την ψευδαίσθηση με την ψευδαίσθηση», μοιάζει κλεισμένος στην αίθουσα με τους καθρέφτες που πολλαπλασιάζει τα είδωλα προκαλώντας τον ίλιγγο. Οσο κι αν δυσφορεί μέσα σ' αυτήν την αίθουσα, όσο κι αν καμώνεται ότι καταγγέλλει την τερατώδη και απάνθρωπη λειτουργία της, εντέλει αποδέχεται την ύπαρξή του εντός της, γίνεται ένα είδος καινοτόμου σχολιαστή του κενού, γίνεται ο «σπίκερ» της ξέφρενης πορείας προς τον όλεθρο και αρκείται μια χαρά στο ρόλο αυτό -γράφει πολύ έξυπνα, πολύ δελεαστικά, οφείλουμε να ομολογήσουμε. «Η υπόθεσή μου είναι ότι έχουμε ήδη περάσει το σημείο της αντιστρεπτότητας», γράφει ο Baudrillard, «ότι είμαστε ήδη σε μία εκθετική, απεριόριστη μορφή, στην οποία όλα αναπτύσσονται μέσα στο κενό, επ' άπειρον, χωρίς να μπορούν να επανακτηθούν σε μία ανθρώπινη διάσταση, στην οποία [εκθετική, απεριόριστη μορφή] ο άνθρωπος χάνει συγχρόνως τη μνήμη του παρελθόντος, την προβολή του μέλλοντος, τη δυνατότητα να εντάξει τούτο το μέλλον σε μία παρούσα δράση». Τα πάντα, κατά τον Baudrillard, έχουν ήδη γίνει απενσαρκωμένα, ανούσια, ομοιώματα του εαυτού τους, κινούμενα από απλή αδράνεια. Τα πάντα είναι πλαστογραφήσεις πλαστογραφιών, ενώ το πρωτότυπο δεν έχει χαθεί απλώς, όχι, το πρωτότυπο, το αυθεντικό, δεν υπήρξε ποτέ. Κι έτσι, η ιστορία, πάντα κατά τον Baudrillard, δεν έχει πια τέλος, άρα ούτε και τελικότητα. Βεβαίως, ο ίδιος φροντίζει να συμπληρώσει, κριτικά αυτή τη φορά: «Αλλά αν δεν υπάρχει πια τέλος, περατότητα, αν είναι αθάνατο, το υποκείμενο δεν ξέρει πια τι είναι. Κι αυτή ακριβώς η αθανασία είναι το ύστατο φάντασμα [phantasme] των τεχνολογιών μας».

Ωστόσο, απουσιάζει πάντα η διαλεκτική, το σημείο φυγής, η οπτική γωνία του αρνητικού, της «κακής πλευράς». Ο Baudrillard κάνει σαν όλοι να βράζουμε στο ίδιο καζάνι, σαν όλοι να είμαστε συνυπεύθυνοι, σαν όλοι να έχουμε επιλέξει τούτη την ειμαρμένη. Μελετάει τα φαινόμενα, μελετάει το θέαμα, αλλά αφήνει απ' έξω το πιο σημαντικό και ουσιώδες: ότι το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης, ώστε να μετατρέπεται σε εικόνα (Debord). Το εικονικό από κάπου προήλθε, έχει, όπως οι γοητευτικές, μοιραίες γυναίκες, ένα κακό και πλούσιο παρελθόν. Υπάρχει μια συγκεκριμένη ιστορική διάσταση, οι συστατικοί παράγοντες του θεάματος, όπως και του κεφαλαίου, έχουν εξεταστεί «μέσα στην πορεία της κίνησής τους και συνεπώς από την εφήμερη πλευρά τους», ήδη από τον Debord και από τον Marx. Ο Baudrillard παρακάμπτει με επιτηδειότητα την ιστορική διάσταση, συνεπώς παρακάμπτει το πολύ απλό «πώς φτάσαμε έως εδώ», και μιλάει μονάχα για το αποτέλεσμα, αφήνοντας στην άκρη τα αίτια, αυτό που εγκαθιδρύει μια τάξη πραγμάτων, άρα και τη δυνατότητα διάλυσης και υπέρβασής της από μίαν άλλη, ανώτερη τάξη πραγμάτων.

Κεντρικός άξονας της θεωρίας του Baudrillard είναι η προσομοίωση, κάτι που πλησιάζει πολύ, καίτοι αντιστρέφοντάς την και αλλοιώνοντάς την, τη θεωρία του θεάματος όπως την επεξεργάστηκε ο Debord. Ηδη, έχει ασκηθεί εύστοχη κριτική στον Baudrillard, τόσο από τη Sadie Plant (βλ. «The Most Radical Gesture, The Situationist International in a Postmodern Age», εκδ. «Routledge», Λονδίνο, 1992) όσο και από τον Anselm Jappe («Guy Debord», εκδ. «Tracce», «Pescara», 1993, και εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα, Ιούλιος 1998). Ο Jappe συνοψίζει: «Η ανάλυση του Baudrillard αποδέχεται τον ορισμό της υφιστάμενης κοινωνίας ως "θέαμα". Ομως, αποσπά αυτήν την έννοια από τις υλικές της βάσεις και τη μετατρέπει σε ένα σύστημα "αυτοαναφοράς", όπου τα σημεία δεν αποτελούν πλέον μεταμόρφωση της πραγματικότητας, αλλά είναι όντως η πραγματικότητα. Οπότε, χαίρεται που δεν έχει πλέον να ασχολείται με κάποια βαρετή "αλήθεια", αφού αυτή δεν είναι αθέατη, αλλά απλούστατα ανύπαρκτη. Σύμφωνα με τον Baudrillard, η ανταλλαγή των σημείων έχει κυριεύσει όλον τον κοινωνικό χώρο. Αρα, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αντίσταση σ' αυτήν, διότι η υποθετική αυτή αντίσταση θα έπρεπε να αναφέρεται σε έννοιες όπως περιεχόμενο, σημασία ή υποκείμενο που, κατά τη γνώμη του Baudrillard, έχουν γίνει και οι ίδιες σημεία. Είναι πράγματι περίεργος ο τρόπος με τον οποίο ο Baudrillard παίρνει τις έννοιες του Debord και, παριστάνοντας ότι τις ριζοσπαστικοποιεί, στην πραγματικότητα τις αντιστρέφει. Αυτή η δήθεν κριτική θεωρία ονειρεύεται, απλώς, ένα τέλειο θέαμα που έχει απαλλαχτεί από την υλική του βάση -με άλλα λόγια, μια κατανάλωση που έχει απαλλαχτεί από την παραγωγή- και, κατά συνέπεια, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τις αντιφάσεις της δεύτερης».

Σωστά ιδωμένο, σωστά ειπωμένο...

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 19/7/2002.