19 Ιουν 2008

"Με Φόντο Τα Οδοφράγματα" - Ν.Ι. Πουλάκος

Τρεις σπουδαίοι σκηνοθέτες συµµετείχαν στο έργο της νοσταλγικής κατάθεσης και καταγραφής των ιστορικών γεγονότων.

Περπατώντας τον µακρύ δρόµο τής ιστορίας, διαµέσου των καύσιµων ρωγµών της, επισκοπώντας τα γεγονότα και τα φαινόµενα στο πέρασµα του χρόνου, φτάνουµε στο τέλος τής απογύµνωσής της. Σαράντα χρόνια συµπληρωµένα από τον περιβόητο Μάη τού ’68 του Παρισιού, αλλά και όλου του κόσµου. Ένα κίνηµα νεανικό, αντικοµφορµιστικό, υπαρξιακό απέναντι στη νεκρή τάξη τής µικροαστικής εξουσίας. Η κινηµατογραφική λέσχη του έχει να µας επιδείξει την κληρονοµιά που άφησε στο σελιλόιντ, στο πανί ή µάλλον στις καρδιές των κινηµατογραφιστών που τον έζησαν, τον ένιωσαν, γαλουχήθηκαν από αυτόν. Ταινίες µυθοπλασίας µε φόντο το Παρίσι τού Μάη εκείνου, όχι πολλές, µα σηµαντικές, ιστορικές στο ανάγνωσµά τους. Ο Λουί Μαλ τής «Ζαζί στο µετρό» και του «Ασανσέρ για δολοφόνους», ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι τού «Κοµφορµιστή» και του «Τελευταίου ταγκό στο Παρίσι», ο Φιλίπ Γκαρέλ τού «Μυστικού του παιδιού» και της «Επανάστασης στη νύχτα», είναι τρεις σκηνοθέτες που ανέλαβαν το «βρώµικο» έργο τής νοσταλγικής κατάθεσης των εµπειριών και των καταγγελιών τους για το µετέπειτα, αλλά και το βάρος τής καταγραφής των ιστορικών γεγονότων, που υποσυνείδητα, και µόνο, άλλαξαν τούτον ’δω τον κόσµο.

«Ο Μιλού τον Μάη» του Λουί Μαλ (1989)

«Αποφάσισα να είµαι ευτυχής γιατί κάνει καλό στην υγεία», Βολταίρος.Σ’ ένα αγρόκτηµα στη Νότια Γαλλία, ο Μιλού ζει µε τη µητέρα του και την υπηρέτρια-ερωµένη του. Όταν η πρώτη πεθαίνει, σε προχωρηµένη ηλικία, όλα στη ζωή του αλλά και στο σπίτι του ταράζονται από την πεζή, µικροαστική απληστία. Συγγενείς, αδέλφια, ανίψια και παιδιά συνωστίζονται εκεί τόσο για να οικειοποιηθούν την κληρονοµιά όσο και για να βρίσκονται µακριά από τις ταραχές τού Παρισιού. Ετερόκλητες προσωπικότητες κάθε ηλικίας, φύλου και τάξης καταθέτουν τις δικές τους κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις και προτάσεις για τα τεκταινόµενα της εποχής. Από επαναστάτες νέους, σε αριστερίζοντες δηµοσιογράφους και από υποστηρικτές τού Ποµπιντού και του Ντε Γκωλ, σε βολεµένες νοικοκυρές και ατίθασες λεσβίες γκαλερίστες. Η έξοχη ερµηνεία τού Πικολί, όπως και το σενάριο του Ζαν-Κλωντ Καριέρ, δίνουν απευθείας το µπουνιουελικό στίγµα τής ταινίας, της ειρωνείας τού σπουδαίου Ισπανού δηµιουργού για τους αστούς. Δυο συνεργάτες-φετίχ τού σουρεαλιστή Μπουνιουέλ βάζουν το δικό τους λιθαράκι σε µια ταινία-καταγγελία, για τα αποτυχηµένα µηνύµατα της επανάστασης και την απαισιόδοξη, πικρή αστική εξέλιξη των πραγµάτων, από τον Μαλ. Σαφής, επίσης, και η αναφορά τού τελευταίου στον «δάσκαλο» Ζαν Ρενουάρ και ιδιαίτερα στην ταινία τού 1959 «Πρόγευµα στη χλόη», ένα έπος που προσφέρει µάθηµα αισθησιασµού στους φυσικούς νόµους και απαλλαγής από τις νευρώσεις τού ψευδο-πολιτισµού των πόλεων. Το ήσυχο, γαλήνιο φυσικό τοπίο τού Μιλού, που παραµένει πιστός στα αγνά όνειρά του, διαστρέφεται από τα κακά ζιζάνια της πόλης. Εκεί µπαίνουν και τα γεγονότα τού παρισινού Μάη, που αποτελούν φόβητρο ενός άγνωστου κινδύνου, πολλαπλασιασµένου από την απόσταση έως το Παρίσι.

«Οι Ονειροπόλοι» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (2003)

Στο «παλάτι» τής Cinematheque, της Γαλλικής Ταινιοθήκης τού Παρισιού, τοποθετείται ο χώρος δράσης των νέων τού φλεγόµενου Μάη τού ’68. Η απόλυση του Ανρί Λανγκλουά, του ανθρώπου που έφερε την άνοιξη στο σινεµά τής εποχής, είναι ο πρώτος λίθος που πέφτει κατά τής ελευθεριότητας της εποχής και κατεβάζει στον δρόµο τους φοιτητές. Ο Αµερικανός Μάθιου και τα δίδυµα αδέλφια, Ιζαµπέλ και Τεό, γόνοι αστικής και, οριακά, µποέµικης οικογένειας, δεν χάνουν προβολή για προβολή και «τρώνε» τις ώρες τής νεότητάς τους παρακολουθώντας, αδηφάγα, κάθε ταινία κάθε είδους. Αφού περνά τις εξετάσεις του και αναδεικνύεται σαν ένας από αυτούς, ο Μάθιου θα δεχτεί την πρόσκληση να περάσει έναν µήνα στο σπίτι των δύο νέων και µοναδικών του φίλων, διευρύνοντας κατά πολύ τις απόψεις του πάνω στη συγκατοίκηση και την αδελφική αγάπη, µε µια ενδιαφέρουσα πρόσµιξη στοιχείων πολιτικής, σεξουαλικότητας και κινηµατογραφικού πάθους. Ο Μπερτολούτσι, βασισµένος στο βιβλίο «The Holy Innocents» τού Γκίλµπερτ Αντέρ, καταθέτει τον δικό του Μάη, έτσι όπως τον έζησε εκείνος, όντας µαζί µε τους ηγέτες τής Νουβέλ Βανγκ. Με συνεχείς ντοκιµαντερίστικες αναφορές και πλάνα των γεγονότων, ο Ιταλός δηµιουργός, που εκείνη την περίοδο γύριζε το «Partner» και θεωρείτο µια ενδιαφέρουσα, επαναστατική, φιλµική φωνή τής εποχής, φαίνεται να χτίζει ένα µωσαϊκό περιστατικών άρρηκτα συνδεδεµένων µε φιλµ και ηθοποιούς-σταθµούς τής ιστορίας τού κινηµατογράφου, όπως την Γκρέτα Γκάρµπο και τη «Βασίλισσα Χριστίνα», τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Μπάστερ Κίτον, τον Τζέηµς Ντιν και τον «Επαναστάτη χωρίς αιτία», µε τις γάµπες τής Μάρλεν Ντίτριχ σε πρώτο πλάνο. Σαφής και η αναφορά του στο «Με κοµµένη την ανάσα» τού Γκοντάρ, αναγεννησιακής ταινίας τού γαλλικού νέο-κύµατος, µε υπέροχη την αναβίωση της σκηνής τού τρεξίµατος µέσα στο Λούβρο σε παράλληλο µοντάζ µε το φιλµικό πρότυπο!

«Συνήθεις Εραστές» του Φιλίπ Γκαρέλ (2005)

Ο εικοσάχρονος Φρανσουά και η φοιτητική συντροφιά του, συµµετέχουν στις αναταραχές στους δρόµους τής πρωτεύουσας της Γαλλίας. Ένα γεγονός, που το θεωρούσαν κάτι το εξ ορισµού δεδοµένο, αφού µέσα από το βίαιο επαναστατηµένο µανιφέστο που γράφεται πάνω στις κοχλάζοντες ταραχές που λαβαίνουν χώρα, ελπίζουν να τερµατίσουν τα πλάνα για µια προδιαγεγραµµένη βαρετή ζωή και να αποδράσουν από την ανία τής καθηµερινότητάς τους. Με τον καιρό, όµως, ο Φρανσουά, και µέσα από την γνωριµία του µε την Λίλι που θα ερωτευτεί, θα αντιληφθεί πως οι ανατρεπτικές κινήσεις των συντρόφων του στην επανάσταση του Παρισιού γρήγορα θα ακολουθηθούν από µια τάση εκπλήρωσης προσωπικών τους φιλοδοξιών. Στην κορύφωση της φιλµικής του καριέρας, ο Φιλίπ Γκαρέλ αναπλάθει όλες τους τις αναµνήσεις και εµπειρίες από τον περιλάλητο Μάη τού Παρισιού και, µε νοσταλγικές προθέσεις, αποτυπώνει όσα του έχουν µείνει στον νου. Σαν άλλος Μπερτολούτσι άλλωστε, κάνει συχνές αναφορές στην ταινία «Πριν από την επανάσταση» (1964), ενώ χρησιµοποίησε πολλά από τα κοστούµια και τους κοµπάρσους των «Ονειροπόλων». Ο Γκαρέλ στην ουσία προσπαθεί να καταγράψει τι απόµεινε από την πάλη που ξεκίνησαν οι νέοι τις ανοιξιάτικες µέρες τού ’68. Η εξαιρετική φωτογραφία, που τιµήθηκε µε βραβεία, φέρνει κάτι από την ξεχασµένη ατµόσφαιρα της Νουβέλ Βανγκ, ενώ η λατρεία στο έργο τού Γκοντάρ είναι εµφανής σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ο Αργυρός Λέοντας που έλαβε στο Φεστιβάλ τής Βενετίας τού 2005, ήταν η µικρότερη δυνατή διάκριση που θα µπορούσε να πάρει η καλύτερη γαλλική παραγωγή εκείνης της χρονιάς, η οποία, µε τα ασπρόµαυρα πλάνα και την µπρεσονική σκηνοθετική διάθεση ανάγλυφη στο πανί, χάρισε ζωντανές στιγµές ενός «δονκιχωτικού» παρελθόντος.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 32 του περιοδικού "Γαλέρα" (Μάιος 2008).