21 Ιουν 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/blog-post_24.html

Στο δωμάτιο

ΔΥΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Αν όχι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πιθανότητα πάντως την οποία δεν μπορώ με σιγουριά να αποκλείσω, δεδομένου ότι είμαι σε θέση να εντοπίσω κάποιες αμυδρές έστω σχετικές ενδείξεις στη μνήμη μου, σίγουρα όμως από την εποχή που πρωτοδιάβασα τις Περιπέτειες του Τομ Σόγερ, γεγονός που συνέβη εξάλλου αρκετά νωρίς στην παιδική μου ηλικία, έχω τη συνήθεια, που ώρες – ώρες μετατρέπεται σε ψυχαναγκαστική νεύρωση – χωρίς ωστόσο να με ενοχλεί ιδιαίτερα ή να δυσκολεύει τη ζωή μου – να επιλέγω και, πολύ συχνά, να καταγράφω κιόλας αντικείμενα, τα οποία θα ήθελα μαζί μου σε περίπτωση αναχώρησής μου για κάποιο χρονικό διάστημα από τον μόνιμο τόπο διαμονής μου, όπως πράγματι συνέβη ορισμένες φορές στη ζωή μου ως τώρα.

Ο ευφυής κύριος Μαρκ Τουέιν (Mark twain! – δύο οργιές! – φώναζαν οι ναύτες στα ατμόπλοια βυθομετρώντας τον Μισισιπή και ο κατά κόσμον Σάμιουελ Κλέμενς έσπευσε να το υιοθετήσει ως ψευδώνυμο), συγγραφέας του προαναφερθέντος Τομ Σόγερ, καθώς και του διάσημου Χάκλμπερυ Φιν, βιβλίο περισσότερο κατάλληλο για αλήτες παρά για ευφυείς, ευσεβείς ανθρώπους, σύμφωνα με εκτιμήσεις εφημερίδων της εποχής του, συγγραφέας επίσης και άλλων ενδιαφερουσών αφηγήσεων, στις οποίες κατά καιρούς με ευχαρίστηση προστρέχω, περιγράφει σχολαστικά, σε αυτό που υπήρξε για πάρα πολλά χρόνια το πιο αγαπημένο μου βιβλίο και που υπάρχει ακόμη και σήμερα στη βιβλιοθήκη μου σε τουλάχιστον πέντε διαφορετικές εκδόσεις και δύο γλώσσες, τα αντικείμενα, μικρούς θησαυρούς για την ακρίβεια, που περιείχαν οι απύθμενες τσέπες των ηρώων του, του Τομ Σόγερ κυρίως, καθώς και τα εφόδια και τις προμήθειες που έφεραν μαζί τους, όταν το έσκασαν από τα σπίτια τους και, για λίγες μέρες (φευ!), έζησαν σε ένα κοντινό νησί μες στον απέραντο Μισισιπή, τρία αγόρια μόνα σ’ ένα μικρό παράδεισο, σε μια Νέα Ιερουσαλήμ, σε μια μικρή Ικαρία.

Στην ίδια προοπτική κι εγώ, της φυγής και της αναζήτησης ενός προσωπικού μου παραδείσου, από την ηλικία των δέκα ετών τουλάχιστον (εάν όχι κι από νωρίτερα), είχα πάντοτε έτοιμη στο δωμάτιό μου κι επιμελώς κρυμμένη μια τσάντα με ορισμένα απαραίτητα, σύμφωνα με την παιδική μου φαντασία και νοημοσύνη, εφόδια. Ένα μαχαιράκι, που δεν έκοβε σχεδόν τίποτα, σπίρτα κι ένα μικρό κερί τυλιγμένα σε αδιάβροχο σακουλάκι, λίγα μέτρα σπάγκος, ένας φακός, δυο-τρία αγκίστρια με πετονιά, ένα μολύβι κι ένα μικρό σημειωματάριο και βέβαια ένα αντίτυπο του αγαπημένου μου βιβλίου ήταν όλα όσα έκρινε η νεογέννητη λογική μου ότι χρειαζόμουν για ν’ αντιμετωπίσω τον έξω κόσμο μόνος (ή με παρέα), αλλά με στοιχειώδη ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Κι ομολογουμένως δεν χρειαζόμουν πολύ περισσότερα εκείνη την εποχή για να ζήσω.

Έκτοτε, και προτού περάσει πολύς καιρός, πολλά πράγματα άλλαξαν (ήταν εξάλλου η εποχή που ανέβηκε στην εξουσία ο Ανδρέας Παπανδρέου, χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να επηρεάσει σε οποιονδήποτε βαθμό τις βασικές κατευθύνσεις της σκέψης μου), πολλά λοιπόν πράγματα άλλαξαν, μα τα βασικά παρέμειναν ως είχαν, όπως δηλαδή συμβαίνει πάντα με τον άνθρωπο, που διαρκώς νομίζει ότι άλλαξε (ή, συχνότερα, ότι θ’ αλλάξει) και πάντα μένει ο ίδιος – να στέκεται άεργος μπροστά σε έναν ποταμό, που μπορεί να είναι ο ανώνυμος ποταμός τού Ηράκλειτου ή του Εμπειρίκου ο Αμούρ ή κι ο Μισισιπής ίσως του Μαρκ Τουέιν – και παρατηρεί τα νερά που διαρκώς αλλάζουν και παρατηρεί το ποτάμι που πάντα μένει το ίδιο. Μπορεί να μην κουβαλάω πια μαζί μου, όταν δεν βρίσκομαι στο σπίτι, κεράκια και αγκίστρια (με τα οποία εξάλλου ποτέ δεν κατόρθωσα να πιάσω έστω ένα ψαράκι), μα ένα σημειωματάριο κι ένα στυλό, κάποιο βιβλίο κι ένας φακός ακόμα (χρησιμότατο εργαλείο, όταν βρίσκομαι στην υποφωτισμένη νυχτερινή Ικαρία) πολύ συχνά, σχεδόν πάντα, βρίσκονται στις τσέπες μου ή στο πράσινο σακίδιο που μονίμως αναπαύεται στον δεξιό μου ώμο. Μόνο που δεν πρόκειται πια για τις Περιπέτειες του Τομ Σόγερ ή για τον Ροβινσόνα, αλλά για τη μικρή μου Ιλιάδα με το σκληρό εξώφυλλο, για ν’ αντέχει στις κακουχίες, και για τα ποιήματα του Καρούζου ή του Σολωμού και του Εγγονόπουλου, για την Κόλαση του Δάντη και γι’ αυτό που ήταν η κόλαση του Malcolm Lowry στη δική του τριλογία, το Κάτω από το ηφαίστειο.

Αυτά και ορισμένα ακόμη είναι όσα δεν λείπουν ποτέ από δίπλα μου για περισσότερες από δέκα ημέρες, μα υπάρχουν και πολλά ακόμη που συνοδεύουν τους περιπάτους ή τα σύντομα ταξίδια που κατά καιρούς επιχειρώ. Για πολύ καιρό ήταν ο Πανηγυρικός του Ντεμπόρ μόνιμος συνοδός μου μέσα στην πόλη (ποτέ όμως όταν απομακρυνόμουν από αυτήν), όπως για πολλούς μήνες στη σειρά είχα διαρκώς ένα οποιοδήποτε βιβλίο του Ροζάνη μαζί μου – και την αστήρικτη πεποίθηση ότι κάπου θα τον συναντήσω. Κάποια ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα (με σκληρό εξώφυλλο, επίσης) του Χέμινγκουεϊ στάθμευσαν επί πολύ στα τραπεζάκια των καφενείων όπου σύχναζα, καθώς και οι αφορισμοί ή κι άλλα μεγαλύτερα κείμενα του Σιοράν κρίθηκαν κάποτε κατάλληλα για τα παγκάκια όπου μ’ αρέσει να κάθομαι και να χαζεύω τον κόσμο που περνάει. Υπάρχει όμως και ένα βιβλίο που βρέθηκε να έχει εισχωρήσει στην τσέπη μου χωρίς να το έχω συνειδητά επιλέξει γι’ αυτό τον σκοπό. Πρόκειται για την Ενδοχώρα του Εμπειρίκου κι ήταν σ’ ένα όνειρο, στα τέλη του Απριλίου, που ξύπνησα και το θυμόμουνα σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να το καταγράψω.

Βρίσκομαι σε κάποιο νησί κοντινό στην Αθήνα, μάλλον στην Αίγινα, και πληροφορούμαι ότι ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο οποίος βρίσκεται επίσης στο ίδιο νησί, συνελήφθη από τους Γερμανούς (άρα είναι η περίοδος της Κατοχής) και κρατείται φυλακισμένος. Πηγαίνω αμέσως στην Αθήνα με σκοπό να συναντήσω τον Οδυσσέα Ελύτη και να τον ενημερώσω για το γεγονός. Περνάω μια μισοκατεστραμμένη γέφυρα πάνω από ένα ποτάμι που πια δεν έχει νερό και φτάνω στο καφενείο όπου θα με περίμενε ο Ελύτης. Είμαστε κάπου στα Πατήσια. Μπαίνω στο σκοτεινό καφενείο, που έχει καμιά δεκαριά όλα κι όλα τραπέζια με καρέκλες γύρω τους και έξι-εφτά ανθρώπους καθισμένους σ’ αυτές. Αναγνωρίζω τον Ελύτη και κάθομαι απέναντί του στο τραπέζι του. Τον ρωτάω αν με περίμενε πολλή ώρα και αν βαρέθηκε και, ταυτόχρονα, παρατηρώντας πως δεν υπάρχει κανένα βιβλίο στο τραπέζι ή στα χέρια του, τον ρωτάω πώς και δεν έχει μαζί του κάτι για να διαβάζει. Πριν ακόμη μου απαντήσει, ετοιμάζομαι να βγάλω από την τσέπη μου το βιβλίο που εγώ κρατάω μαζί μου και να του το δείξω, μα έντρομος σταματάω την κίνηση του χεριού μου, γιατί συνειδητοποιώ ότι η Ενδοχώρα του Εμπειρίκου που έχω στην τσέπη μου δεν πρόκειται να κυκλοφορήσει προτού περάσουν μερικά χρόνια ακόμα! Ευτυχώς ο Ελύτης δεν κατάλαβε τον δισταγμό μου και, αφού παραγγείλει φωναχτά ένα ρυζόγαλο για τον ίδιο και μια σοκολάτα για μένα, μου λέει κάποιο αστείο για τους μαγαζάτορες, που είναι από τη Μασσαλία.

Παρόλη ωστόσο τη φροντίδα που, ακόμη και στον ύπνο μου, δείχνω, προκειμένου να είμαι σωστά εφοδιασμένος με έντυπο υλικό όποτε βγαίνω από το σπίτι μου και παρόλες τις φορές που έχω συλλάβει τον εαυτό μου να στέκει μπροστά στα ράφια της βιβλιοθήκης μου και να επιλέγει ποια από τα βιβλία εκείνων των ραφιών θα ήθελα μαζί μου για τον δρόμο, εάν επρόκειτο εκείνη τη στιγμή αιφνιδίως να φύγω, παρόλα αυτά λοιπόν έχω βρεθεί αμέτρητες φορές στην ίδια δυσάρεστη (ή, τουλάχιστον, ενοχλητική) θέση με τον Ηλία Πετρόπουλο, όταν το 1983 πηγαίνοντας στο Βερολίνο έγραφε στο ποιητικό του σημειωματάριο:

Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να πάρω μαζί μου
την όμορφη έκδοση των Memoires του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα τον Walden του Thoreau
και την Ιλιάδα
τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.

Έτσι ακριβώς! Με τη μόνη διαφορά ίσως πως στη θέση των Memoires (που δεν τα έχω διαβάσει καθόλου) εγώ θα έβαζα τον Μεγάλο Ανατολικό του Εμπειρίκου (έναν τόμο, έστω, όπως έχω ξαναπεί) και αντί για το Walden (που το εκτιμώ εντούτοις) θα προτιμούσα μάλλον τα Αξιώματα του La Rochefoucauld. Όσο για την Ιλιάδα, αυτή τουλάχιστον δεν λείπει σχεδόν ποτέ από τη βαλίτσα μου.

Με αυτά στο νου μου, καθώς ετοιμάζω την τσάντα μου για να φύγω για μια σύντομη αναγνωριστική βόλτα λίγων ημερών στην Πύλο, δεν μπορώ παρά να προσθέσω στα δυο-τρία ρούχα που παίρνω μαζί μου και άλλα τόσα βιβλία κι ας είναι σχεδόν σίγουρο σε αυτή τη φάση πως δεν θα τα ανοίξω καθόλου – πόσο μάλλον που μεσολαβεί και η Κυριακή με τις ογκώδεις εφημερίδες της και πόσο μάλλον που έχω ήδη μέσα στο αυτοκίνητο αδιάβαστο και το τελευταίο τεύχος του Ποπ και Ροκ. Από τη μία, λοιπόν, το cd των Sex Pistols που συνοδεύει το περιοδικό και από την άλλη εκείνο το διαρκώς επανερχόμενο στη ζωή μου λεττριστικό κύμα κι η εξαίσια εργασία του Αρνητικού που επιτέλεσαν εκείνοι οι όμορφοι νεαροί στα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα, που μ’ έχει για άλλη μια φορά συνεπάρει, με οδηγούν χωρίς κανένα δισταγμό να τοποθετήσω ανάμεσα στα πράγματά μου το Lipstick Traces του Greil Marcus, στη σελίδα 173 του οποίου διαβάζω: Ο καθένας κάποια στιγμή θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον τελικό εχθρό, την υπάρχουσα τάξη. Η πρώτη μάχη «ήταν να επιτεθούμε στον εχθρό στη βάση του, δηλαδή μέσα μας». Είναι ο Αλεξάντερ Τρόκκι που μιλάει και την εγκυρότητα των λόγων του δεν σκοπεύω ούτε τώρα ούτε και στο κοντινό μέλλον τουλάχιστον να την αμφισβητήσω, και αφού λοιπόν γίνεται λόγος για μάχες και για εχθρούς, δια παν ενδεχόμενο τοποθετώ, προτού ξεκινήσω, μέσα στο ταξιδιωτικό μου σακίδιο και ένα τόμο από τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, που όλο και κάτι γνώριζε από μάχες και από εχθρούς – και μάλιστα στις ελληνικές θάλασσες, στη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Με αυτά και μ’ αυτά, μπορώ πια να ξεκινήσω, καλό μου ταξίδι!

ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΟΥ ΚΙ ΕΞΗΣ

Θα περιγράψω πρώτα τον εαυτό μου
αρχίζοντας απ’ το κεφάλι μου
ή καλύτερα απ’ τα πόδια μου
ή απ’ το χέρι μου
απ’ το μικρό δάχτυλο του αριστερού μου χεριού

το μικρό μου δάχτυλο
είναι ζεστό
ελαφρά κυρτωμένο προς τα μέσα
τελειώνει σ’ ένα νύχι
είναι καμωμένο από τρία κομμάτια
ξεκινάει κατ’ ευθείαν απ’ την παλάμη μου
αν θα ήταν μόνο του
θα έμοιαζε ένα μεγαλόσωμο σκουλήκι

Όπως κι ο Ζβίγκνιεφ Χέρμπερτ, του οποίου αντιγράφω μεταφρασμένη την αρχή ενός ποιήματος, έλεγα κι εγώ να αποπειραθώ μιαν εκ του φυσικού περιγραφή του εαυτού μου, μήπως και διακρίνω έτσι καλύτερα πού βρίσκομαι σήμερα και πού πατώ, ύστερα από τόσα κύματα που πέρασα κι από τόσες όμορφες συναντήσεις με ανθρώπους, τόπους και βιβλία. Μα όταν κι ένας μεγάλος ποιητής στην προσπάθεια μιας τέτοιας περιγραφής αναγκάζεται πολύ σύντομα να παρομοιάσει το μικρό του δαχτυλάκι μ’ ένα μεγαλόσωμο σκουλήκι, γίνεται πια φανερό πως η μέθοδος δεν είναι η πιο κατάλληλη για το προς περιγραφή υποκείμενο. Εγκαίρως λοιπόν αλλάζω κι εγώ μέθοδο κι αφήνοντας γι’ άλλη ώρα πιο κατάλληλη το υποκείμενο, πιάνω να περιγράψω τουλάχιστον τα αντικείμενα που το περιβάλλουν.

Στην άκρη των δαχτύλων μου είναι τα μαύρα πλήκτρα του υπολογιστή κι απέναντι ακριβώς απ’ τα μάτια μου η υπόλευκη οθόνη του, όπου μπορώ να διαβάσω, μα δεν θα το κάνω ακόμα γιατί δεν είναι και πολλά, όσα έγραψα ως τώρα. Και ο υπολογιστής και τα χέρια μου, από τους αγκώνες και κάτω, καθώς και ολόκληρο τούτο το κείμενο, έχουν ως βάση στήριξης ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο τόσο γεμάτο από χαρτιά και άλλα αντικείμενα, που με δυσκολία διακρίνεται το χρώμα και το υλικό του, οπότε δικαίως υποθέτω το αφήνω ασχολίαστο. Στα δεξιά μου ένας εκτυπωτής με καμιά εικοσαριά φύλλα μεγέθους Α4 να περιμένουν δια παν ενδεχόμενο και κολλημένο επάνω του ένα μικρό κίτρινο χαρτάκι στο οποίο με μαύρο μελάνι μπορεί ο αδιάκριτος επισκέπτης να διαβάσει τις εξής κωδικοποιημένες εγγραφές: manguel, Α.Γ., marcus, ΒΔ πέρασμα, Συντέλεια, Νικολαΐδης, που όλες τους αναφέρονται σε βιβλία ή περιοδικά, όπου για κάποιο λόγο σκοπεύω να ανατρέξω κι είναι κιόλας σ’ εκείνη τη θέση για περισσότερο από ένα μήνα κι έχει αρχίσει να ξεκολλάει από τη μια πλευρά και να μπατάρει επικίνδυνα, όπως εξάλλου και το συγγραφικό μου σχέδιο για το οποίο θα μου ήταν χρήσιμα αυτά τα έντυπα.

Στην ίδια κατάσταση δημιουργικής αναμονής βρίσκονται και τα τρία βιβλία ποίησης που καταλαμβάνουν τον χώρο στο δεξί μέρος του γραφείου που αφήνει ακάλυπτο ο εκτυπωτής, επάνω ακριβώς από τα συρτάρια. Κάτω-κάτω τα Ποιήματα του Μαγιακόβσκη (τα βουλεβάρτα, οι κήποι, τα προάστια μ’ έχουν καταβροχθίσει! Πέστε μου πού βρίσκεται ένα παλαιοπωλείο; Αγοράζω ένα μαχαίρι. Είναι όμορφο να νιώθεις πως η εκδίκηση πλησιάζει) σε απόδοση του Γιάννη Ρίτσου, με τη συνδρομή και του Άρη Αλεξάνδρου. Πάνω στο βιβλίο τού ρώσου φουτουριστή (αν ζούσατε, τον ακούω αυτάρεσκα να μου λέει, στο ΛΕΦ συνδιευθυντή μου σίγουρα θα σας είχα βάλει) αναπαύεται Μετά είκοσι έτη ο Μάριος Μαρκίδης, ο οποίος, μέχρι το 1978 τουλάχιστον, δεν είχε ξεχάσει κι ετούτος τον Άρη Αλ. (όπως και τώρα που σου γράφω μού ήρθε να μπήξω τις φωνές, μα όπως πάντα, άμα πρέπει να φωνάξω, δεν εφώναξα) κι από πάνω ο Γιώργος Μπλάνας διαλέγεται με παράφορα πνεύματα, σ’ ένα του βιβλίο αφιερωμένο (πώς η τύχη δένει λοιπόν τα πράγματα!) στον Μάριο Μαρκίδη, απ’ όπου εγώ διαλέγω σήμερα για συνομιλητή μου εκείνον τον έντιμο γραφέα Νέτφαλ, που, βλέπεις, λάτρεψε κάποτε κι αυτός μια γυναίκα και κάπως έπρεπε να το αποσιωπήσει.

Ψηλότερα από το ύψος του γραφείου και δεξιά μου βρίσκεται το παράθυρο δια του οποίου το βλέμμα περνώντας επάνω από τα κεραμίδια της πόλης φτάνει στη θάλασσα όπου και σταματάει, για να συλλογιστώ μία στιγμή την αρχή από τον Διάλογο του Σολωμού (τι σου αρέσει περσότερο, η ησυχία της θάλασσας ή η ταραχή;) κι ολόκληρο τον Κρητικό. Για να συλλογιστώ τους Πέρσες του Αισχύλου (είναι μαθημένοι μες στην πλατειά τη θάλασσα, που οργισμένος άνεμος την κάνει να ασπρίζει, να αντικρίζουνε με σιγουριά το δάσος των κυμάτων), τον Εμπειρίκο (ένα παράθυρο μυστήριον που ανοίγει σαν αυλαία / σ’ αιγιαλόν όπου το κύμα βοά ή ψιθυρίζει / και φέρνει με ανοικτοπέλαγους ρυθμούς / τα μυστικά της θάλασσας / και του βυθού / τα πιο πολύτιμα και πιο κρυφά κογχύλια), τον Μόμπι Ντικ (όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα· όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει· όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ· και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου – τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ).

Με διάθεση λίγο-πολύ εφάμιλλη κι εγώ του Ισμαήλ και έξω Νοέμβριο υγρό που όλο ψιλοβρέχει και από προδιάθεση ευεπίφορος στη συγγραφική μελαγχολία (ο Leonard Cohen σιγοντάρει από τα ηχεία του υπολογιστή μου), ρίχνω τριγύρω μια ματιά και συνεχίζω την καταγραφή αντικειμένων, παραπομπών και συνειρμών που εκπορεύονται από το γραφείο μου, το οποίο βλέπει προς τη δύση του ηλίου· είναι η μέθοδός μου σήμερα για να ξεγελάσω τη συγγραφική δυστοκία που αδικαιολόγητα με ρίχνει ώρες-ώρες κάτω. Άλλοτε παίρνω τους δρόμους δίχως εμφανή προορισμό, άλλοτε παίρνω τηλέφωνο τη Μαρία ή τη Ρεβέκκα πίνοντας απανωτά κονιάκ, άλλοτε ανακατεύω τους αγαπημένους μου συγγραφείς και αποθαυμάζω το αποτέλεσμα ή διαβάζω τα ρήματα του Εκκλησιαστού (να τον σκέφτεσαι πριν κοπεί η ασημένια αλυσίδα και πριν σπάσει η κούπα η χρυσή· πριν η στάμνα γίνει κομμάτια στην πηγή, και πριν ο τροχός του μαγκανιού πέσει μες στο πηγάδι) και ακούω Σαββόπουλο. Σήμερα βάζω να παίζει το cd του Cohen από την αρχή και στρέφω το βλέμμα μου, για λίγο, προς τα αριστερά.

Πάνω-πάνω σε μια στοίβα από χαρτιά μπορώ να δω φωτοτυπημένο το μεγάλο ποίημα του Kenneth Koch Η τέχνη της ποίησης και μάλιστα όχι στην πρώτη από τις δεκαοκτώ σελίδες που καταλαμβάνει αλλά στη δέκατη, όπου και οι καθησυχαστικοί στίχοι ο φόβος του χαμένου ταλέντου είναι ένα φυσικό μέρος της ύπαρξης του ποιητή. Ώστε προετοιμάσου γι’ αυτόν και μην αφήνεσαι να σε καταβάλλει – εμένα μου λες; σχολιάζω και συνεχίζω. Από κάτω υπάρχουν διάφορα χαρτιά, πρόχειρες σημειώσεις, φωτοτυπίες, ένας τιμοκατάλογος των ένδοξων εκδόσεων Αναγνωστίδη (Η αγία οικογένεια – κριτική της κριτικής Κριτικής, Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, Σκέψεις πάνω στη βία, Τι είναι ιδιοκτησία, Η φιλοσοφία της ιστορίας κλπ, κλπ), μερικές σελίδες από το κόμιξ του Αρκά Μετά την καταστροφή, τρεις σελίδες από το δεύτερο τεύχος (νέα σειρά) της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Littérature, όπου περιέχεται το εξαίσιο κείμενο του Μπρετόν Lâchez tout (παρατήστε τα όλα, πάρτε τους δρόμους), ένας πράσινος φάκελος κλειστός, μια λευκή κόλλα χαρτί.

Ως βοήθημα για την ανάγνωση του κειμένου του Μπρετόν υπάρχει παραδίπλα το Τέλειον γαλλοελληνικόν λεξικόν του Arnold Mandeson, που είχα αγοράσει, μαζί με το συμπληρωματικό του, εξίσου τέλειον και ευρισκόμενο τώρα στη βιβλιοθήκη πίσω από την πλάτη μου, ελληνογαλλικόν, γύρω στο 1984, αφού δηλαδή βεβαιώθηκα ότι οι ζοφερές προβλέψεις του Όργουελ περί Νέας Ομιλίας δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθούν, τουλάχιστον μέχρι το 2050, οπότε θα μπορούσα έως τότε να παραμείνω παλαιόσκεπτος και πολύγλωσσος (άλλο αν τελικά δεν τα κατάφερα όσο θα ήθελα σε αυτό το τελευταίο). Πιο κει ωστόσο, ως μερική διάψευση, εμφανίζεται αυτού ακριβώς του Γεωργίου Όργουελ το κείμενο Why I write στα αγγλικά, όπου ομολογεί πως από την ηλικία των πέντε ή έξι του χρόνων ήξερε πως θα γινόταν συγγραφέας. Εμένα μου πήρε κάτι παραπάνω μέχρι να το συνειδητοποιήσω, χρειάστηκε να φτάσω τα δεκαπέντε περίπου, να διαβάσω Καζαντζάκη και Νίτσε, τον Φάουστ και την Οδύσσεια κι ακόμη δεν είμαι σίγουρος αν είναι σωστή η κρίση μου.

Και πάρα πολλά αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών ή και ολόκληρα ένθετα που περιμένουνε να διαβαστούν ή να αρχειοθετηθούν (που λέει ο λόγος), όπως Η θεωρία των αναγκών της ουγγαρέζας φιλοσόφου Άγκνες Χέλερ, Λέξεις πριν απ’ το τέλος – οι έσχατες λέξεις διάσημων προσώπων (το θνήσκειν είναι μια τέχνη, όπως τα πάντα – Σύλβια Πλαθ, πάει τόσος καιρός από τότε που ήπια σαμπάνια – Άντον Τσέχοφ, ήπια δεκαοκτώ ουίσκι· νομίζω πως έκανα ρεκόρ – Ντύλαν Τόμας, αν και αυτός συνέχισε στην πραγματικότητα να μιλάει και μετά από αυτό του το ρεκόρ, όχι για πολύ όμως), Ματαντόρ (αφιέρωμα στον Χοσέ Τομάς, τον μεγαλύτερο ταυρομάχο της εποχής μας), ένα άρθρο του Κωστή Παπαγιώργη από τον Επενδυτή της δωδεκάτης Οκτωβρίου με τίτλο Η διεσπαρμένη εξουσία (δεν αρκεί η «επανάσταση» να προτείνεται ως λύση, θα πρέπει συνάμα να μη διασώζει τίποτα από τους καταδικαστέους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που την προκάλεσαν). Κάτω απ’ όλα αυτά μία μαύρη δισκέτα για τον υπολογιστή, στην ετικέτα της οποίας είναι σημειωμένη η φράση, δηλωτική κάποιων ακόμη ημιτελών αυτοβιογραφικών σημειώσεων, Έφερα τη ζωή μου ως εδώ.

Ως πού άραγε, αναρωτιέμαι. Ως πού άραγε έφτασα με τη ζωή μου και πού τελειώνουνε αυτές οι σημειώσεις; Στην Ικαρία μήπως να τοποθετήσω το τέλος τους, στο κατάστρωμα ενός πλοίου διαβάζοντας τον Δον Κιχώτη, στο Πανελλήνιον όπου συχνάζουνε οι σκακιστές και συνάντησα κι εγώ πρώτη φορά τον Ίκαρο Μπαμπασάκη ή, μήπως, εδώ στην Πύλο, σε τούτο το γραφείο από ξύλο καρυδιάς με το μαύρο φωτιστικό, που και αυτό έχει σπάσει στη βάση του και το έχω κολλήσει από μέσα με άσπρη μονωτική ταινία που διακρίνεται λίγο μέσα από τη ραγισματιά. Ακόμα και τώρα υπάρχει δίπλα του το κατσαβίδι, με την πορτοκαλιά λαβή, που χρησιμοποίησα για να το ξεβιδώσω και μαζί με το σκούρο καφέ φλιτζάνι του καφέ μου και το μικρό πράσινο πιάτο με τα φλούδια από τα μανταρίνια που έτρωγα νωρίτερα αποτελούν ένα πολύ όμορφο σύνολο επάνω στο γραφείο, όμορφο σαν την αναπάντεχη συνάντηση μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας επάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας.

Έχοντας από παλιά τη συνήθεια, που για πολλά χρόνια την είχα εγκαταλείψει, μα την ξανάπιασα από πρόπερσι, να σημειώνω στην πρώτη σελίδα των βιβλίων που αγοράζω (ή με άλλον τρόπο αποκτώ) την ημερομηνία ή και όποιο άλλο στοιχείο θεωρώ αξιομνημόνευτο, μπορώ σε κάποιο βαθμό να παρακολουθήσω την επαφή μου με τον κόμητα του Λοτρεαμόν (αλλιώς: Ιζιντόρ Ντυκάς). Στον γυρισμό μιας σύντομης εκδρομής στην Τήνο που είχα κάνει με τον αδελφό μου, στις τριάντα Ιουλίου του έτους 1987, προτού καταλήξουμε στο Πεδίο του Άρεως για να πάρουμε το λεωφορείο που θα μας πήγαινε πάλι στον Ωρωπό, τον τόπο καλοκαιρινής διαμονής μας, περάσαμε από ένα βιβλιοπωλείο (την παλιά Πρωτοπορία μάλλον), απ’ όπου εγώ, μεταξύ άλλων, αγόρασα και τη Δεύτερη Γραφή του Ελύτη. Ήταν η εποχή που πρωτοάρχιζα να διαβάζω Ελύτη και σχεδόν κάθε εβδομάδα αγόραζα κι ένα άλλο βιβλίο του. Είχα αρχίσει δανειζόμενος τα ποιήματά του από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη του δήμου Αμαρουσίου και το πρώτο δικό του που αγόρασα ήταν, βέβαια, Το Άξιον Εστί, στις 9/6.

Μέσα από τη Δεύτερη Γραφή πολύ σύντομα διαβάσαμε και εγώ και ο αδελφός μου Τα άσματα του Μαλντορόρ και θυμάμαι έντονα τις ατελείωτες συζητήσεις που κάναμε και για τον Λοτρεαμόν και για τους υπόλοιπους ποιητές που πρωτογνωρίσαμε μέσω του Ελύτη ενώ περπατούσαμε πλάι στη θάλασσα του Ωρωπού ή, λίγο αργότερα, στους δρόμους του Αμαρουσίου και της Αθήνας – ζούσαμε τα δικά μας χρόνια του ’30, ο αδελφός μου και εγώ, όπως περίπου και ο Εγγονόπουλος, ο οποίος στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου “του ‘30” ξεκίνησε νεότατος παρέα με τον Ανδρέα Εμπειρίκο να δημιουργήσει και να ζήσει. Έτσι μιλάει παρομοιάζοντας τον εαυτό του με τον Βελισάριο ο Νίκος Εγγονόπουλος Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, την οποία απέκτησα στις οχτώ Σεπτεμβρίου της επόμενης χρονιάς, το 1988, κι ήταν αυτή η δεύτερη και καθοριστική επαφή μου με το έργο του Λοτρεαμόν (γιατί και ο Εγγονόπουλος έχει μεταφράσει αποσπάσματα από το βασικό έργο του ποιητή αυτού του τόσο αγαπητού στους υπερρεαλιστές). Πέντε μόλις μέρες αργότερα αγόρασα Τα άσματα του Μαλντορόρ στην ελλιπή μετάφραση της Έλλης Νεζερίτη και φυσικά τα καταβρόχθισα τάχιστα. Πολύ σύντομα έφερα στο γραφείο μου και τις Δύο μελέτες για τον Λοτρεαμόν των Βανεγκέμ – Καραντέκ και κάπου εκεί κοντά και τα Ποιήματα (σε μετάφραση Γιάννη Ιωαννίδη), τα οποία, αφού την πρώτη φορά τα έχασα, τα ξαναγόρασα στις δύο Μαΐου του 2000 και, τέλος, μια νέα, ολοκληρωμένη αυτή τη φορά, μετάφραση των Ασμάτων από τον Γιάννη Ευαγγελίδη με ημερομηνία σημειωμένη στην πρώτη σελίδα, επάνω δεξιά, 4/4/89.

Είναι κάπου τότε, αν δεν κάνω λάθος, που η Μαρία από το Λονδίνο μού ταχυδρόμησε άλλη μια βαρυσήμαντη επιστολή με μέσα μεταξύ άλλων τούς στίχους του Leonard Cohen: Suzanne takes you down / to her place near the river / you can hear the boats go by / you can spend the night beside her / and you know that she ‘s half crazy / but that’s why you want to be there. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι τα λόγια αυτά και όσα ακολουθούσαν ήταν τότε πέρα για πέρα αυτοβιογραφικά τής πιο καλής μου φίλης, όπως και ό,τι άλλο μου έστελνε εκείνα τα ένδοξα χρόνια, κι η πεποίθησή μου αυτή επιβεβαιώθηκε λίγους μήνες αργότερα, όταν η Μαρία ήρθε για λίγο από το Λονδίνο και μου τραγούδησε το τραγούδι καθισμένη αρχικά μπροστά στο πιάνο της και μετά συνοδεύοντας τη φωνή της με την κιθάρα της. Ένα cd λοιπόν με τραγούδια ακριβώς αυτού του Καναδού τραγουδοποιού και ποιητή, μεταξύ των οποίων βέβαια και το Suzanne, βρίσκεται αυτή την ώρα στο γραφείο μου, δίπλα στο αριστερό μου χέρι, ενώ ταυτόχρονα ακούγεται από το μηχάνημα ένα τραγούδι από αυτό το άλμπουμ, όχι πια το προμνημονευθέν, αλλά το εξίσου αγαπημένο μου So long, Marianne. Ας προσθέσω, προτού προχωρήσω παρακάτω, πως στο εξώφυλλο του δίσκου, για τον οποίο σας μιλώ, υπάρχει μια φωτογραφία taken, μας λέει ο δημιουργός των τραγουδιών, in a mirror of a hotel in Milan by Gino – I rarely ever look this good, or bad, depending on your politics, ενώ στο εσωτερικό εμφανίζεται άλλη μια φωτογραφία, πραγματικά πολύ καλή, όπου ο Λεονάρδος Κοχένιος καθισμένος σ’ ένα κρεβάτι καπνίζει το τσιγάρο του κάνοντας δακτυλίδια με τον καπνό που βγαίνει από το στόμα του.

Δεν είναι αταίριαστο να προσθέσω σ’ αυτό το σημείο, κι έτσι να λάβουν τέλος επιτέλους τούτα της αργίας τα γραφόμενα, δυο-τρία πράγματα ακόμη, όπως, για παράδειγμα, τα κουτιά από δύο κασέτες που μπορώ να διακρίνω πίσω από την οθόνη του υπολογιστή μου, που όμως δεν γράφουν επάνω τίποτε διαφωτιστικό, κι αφού βέβαια δεν σκοπεύω να σταματήσω τον Cohen που ακούγεται χαμηλοφώνως αυτή την ώρα, δεν θα μάθουμε προς το παρόν κάτι για το περιεχόμενό τους. Passons. Λίγο αριστερότερα της πτυσσόμενης οθόνης βρίσκεται ένα κατασκεύασμα, την ονομασία του οποίου αγνοώ, προορισμένο πάντως για την τοποθέτηση σε αυτό χαρτιών ποικίλου μεγέθους και περιεχομένου, όπως, ας πούμε, μια φωτογραφία του Μπρετόν, που την είχα ζητήσει και λάβει πέρσι από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Πλέθρον, όταν είχα πάει να αγοράσω την ποιητική συλλογή που προ αμνημονεύτων χρόνων είχε εκδώσει εκεί η Γλυκερία Μπασδέκη. Από πίσω διακρίνεται μια άλλη ασπρόμαυρη φωτογραφία, του Μπέκετ αυτή, που τον δείχνει να βαδίζει με μια τσάντα κρεμασμένη λοξά στον ώμο του (η λήψη έχει γίνει από πίσω του, καθώς αυτός απομακρύνεται, οπότε βλέπουμε την πλάτη του). Και τις δύο αυτές φωτογραφίες, μεταξύ άλλων, τις είχα κολλήσει στον τοίχο που βρισκόταν δεξιά του γραφείου μου, όταν βρισκόμουνα στην Ικαρία – άλλο γραφείο τότε, άλλος υπολογιστής, άλλος τοίχος, ίδια εν τούτοις τα μυαλά.

Και άλλα χαρτάκια υπάρχουν πίσω από τις δύο αυτές φωτογραφίες, και άλλοι συνειρμοί γεννιούνται στο μυαλό μου και άλλες αναμνήσεις ξυπνάνε μέσα στον νου μου στη θέα όλων αυτών, ακόμη και ο πειρασμός, à la manière de George Perec, να στρέψω την προσοχή μου προς την οθόνη του υπολογιστή και να αντιγράψω ολόκληρο το κείμενό που ως τώρα έγραψα άλλη μια φορά και ξανά και ξανά, γεμίζοντας σελίδες in perpetuum. Θα συγκρατηθώ ωστόσο, θα τοποθετήσω πάλι στα ράφια τα βιβλία που με αφορμή το γραφείο μου κατέβασα από εκεί και ηδονικώς όσο και επωφελώς ξεφύλλισα (τα έργα του Λοτρεαμόν, το Άξιον Εστί και τη Δεύτερη Γραφή, την Κοιλάδα με τους Ροδώνες, τους Πέρσες του Αισχύλου και τον Μόμπι Ντικ, τον Εμπειρίκο) και θα πιάσω τον δεύτερο τόμο των Ποιημάτων του Έκτορα Κακναβάτου, για να διαβάσω, μια και το ‘φερε η κουβέντα, άλλη μια φορά το αγαπημένο μου In perpetuum:

Ω λογισμέ διαστροφή μου
φιλήδονε ηνίοχε ευθειοβάτη Από
τις ερωμένες σου η μόνη που σου έμεινε
πιστή είναι η χλομάδα σου



4 ΩΡΕΣ


Η τροπή που έχει το τελευταίο διάστημα πάρει η ζωή μου (και ήδη τείνει να παγιωθεί ως μόνιμη κατάσταση ή, έστω, μακράς διάρκειας μεταβολή) έχει ως αποτέλεσμα να στερηθώ (για να κερδίσω πολλά άλλα) εκείνο το χαρακτηριστικό τού έως τώρα βίου μου που ανέκαθεν θεωρούσα, μεταξύ των άλλων, ως το πιο σημαντικό. Μιλάω για τη μοναξιά και εννοώ την ηθελημένη απομάκρυνση, για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, από τους ανθρώπους που μου είναι οικείοι και γνωστοί και ανάμεσα στους οποίους συνήθως περνάνε οι μέρες και τα βράδια μου. Δεν κάνω λόγο – ας το ξεκαθαρίσω σε αυτό το σημείο – για την απομόνωση του ερημίτη ή του αποσυνάγωγου, αλλά για μια μοναξιά μέσα στο πλήθος, αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση απαλλαγμένη από το κοινωνιολογικό και υπαρξιακό της φορτίο, ή για τη μοναξιά που γνωρίζω, ήδη από την πρώτη εφηβική μου ηλικία, μες στο δωμάτιό μου, όταν για λίγη ώρα κλείνομαι και βρίσκομαι, με τη διαμεσολάβηση του τυπωμένου ή του λευκού χαρτιού, ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό μου, με τη ζωή μου και με τον κόσμο ολόκληρο (άλλοτε με τη συνοδεία πλαγιαύλου ή άλλης μουσικής και άλλοτε μέσα στην πιο βαθιά σιγή).

Τίποτε λογικότερο, λοιπόν, αφού έτσι έχουν τα πράγματα, από το να εκμεταλλεύομαι κάθε ευκαιρία που μου παρουσιάζεται (σπανίως, αλίμονο!), για να αποτραβηχτώ προσωρινά από την περικλείουσα κοινότητα και να οδηγήσω τα βήματά μου (ή το αυτοκίνητό μου) μπροστά στη θάλασσα, εκεί όπου το κύμα έρχεται και ξανάρχεται με επιμονή αιώνων (και όμως, από κάποιους αυτή η τάση μου, η τόσο ανθρώπινη εντούτοις, συχνά παρεξηγείται – ευτυχώς όχι από εκείνους των οποίων η γνώμη είναι σημαντική για μένα· όσο για τους υπόλοιπους, προσπερνάω και τους αφήνω στην τρωκτική κριτική των ποντικιών). Με αυτή τη διάθεση λοιπόν για άλλη μια φορά και εφοδιασμένος με τον πρώτο τόμο της Γερμανικής Ιδεολογίας, καθώς και με ένα σύντομο δοκίμιο (σε φωτοτυπίες) τού Châtelet περί Χέγκελ, οδήγησα ως λίγο έξω από τη χαριτωμένη παραθαλάσσια πολίχνη που εδώ και πέντε μήνες με φιλοξενεί και σταμάτησα κάτω από τα πεύκα στην άκρη ενός δρόμου ερημικού, για να κοιτάξω δεξιά μου προς τη θάλασσα, όπου ένα πλοίο φορτηγό με χαιρέτησε βγάζοντας από το φουγάρο του μερικές τολύπες μαύρου καπνού. Αγνοώντας τον κώδικα που έπρεπε να χρησιμοποιήσω, άναψα κι εγώ ένα τσιγάρο και φύσηξα δυο-τρεις φορές τον καπνό έξω από το παράθυρό μου, που όμως γρήγορα λόγω του ψύχους που επικρατούσε αυτή την πρωινή ώρα το έκλεισα διακόπτοντας εσπευσμένα την επικοινωνία με την ένδοξη ναυτοσύνη του τόπου μας.

Έμεινα λίγη ώρα να κοιτάζω τα κύματα που χτύπαγαν αγριεμένα πάνω στα βράχια της ακτής. Κι όπως συμβαίνει πάντοτε όταν βρίσκομαι μπροστά στην ταραχή της θάλασσας, ήρθε στον νου μου ο Σολωμός, που εξεχαζότανε με τον κρότο και την ανακάτωση του πελάγου, κι ήρθαν στον νου μου εκείνα τα δύο άλογα από έναν πίνακα του Giorgio de Chirico που στέκονται μπροστά στη θάλασσα, για τα οποία έγραψε κι ο Εμπειρίκος ένα ποίημα. Κι ήρθαν στον νου μου ύστερα δυο άλλα άλογα από έναν πίνακα του Giorgio de Chirico πάλι, για τα οποία έγραψε ένα ποίημα κι ο Άγγελος Σικελιανός (κι έχουν να λένε πως είχε δει στον ύπνο του αυτά τα δύο άλογα κι έμεινε έκπληκτος όταν αργότερα τα είδε ζωγραφισμένα από τον μεγάλο εκ Βόλου ιταλό ζωγράφο). Τέτοια σκεφτόμουνα και άλλα, που είναι της ζωής μου τα ασήμαντα και τα σημαντικά, κι όπως το ένα έφερνε το άλλο, έμενα εγώ να στοχάζομαι και να ρεμβάζω και έμεναν αδιάβαστες στα χέρια μου οι σελίδες του Χέγκελ, που εξάλλου Να σκεφτούμε τη ζωή, αυτό είναι το έργο, έλεγε σε κάποιο σημείο όπου τυχαία έπεσε το μάτι μου – κι αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ με την προσοχή μου στραμμένη πότε στα έξω τεκταινόμενα και πότε στις ένδον εξελίξεις.

Θέλησα ν’ αλλάξω θέα (δίχως ωστόσο να απομακρυνθώ από τη θάλασσα ή να κινδυνεύσω να διαταραχθεί η ηρεμία μου από κάποια ανθρώπινη παρουσία) και οδήγησα παραλιακά καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα, ακούγοντας δυνατά Brian Ferry από το κασετόφωνο, ώσπου έφτασα σε ερημική αμμουδιά απομακρυσμένη αρκετά κι από το τελευταίο σπίτι και εκτεινόμενη σε μήκος τουλάχιστον δύο χιλιάδων μέτρων. Το καλοκαίρι τα πλήθη των λουομένων με τις φωνές, τις μουσικές και τα σταθμευμένα τροχοφόρα τους θα με έσπρωχναν σίγουρα μακριά από εκεί, προς την πλατεία όπου οι σερβιτόροι φέρνουνε καφέδες και παγωμένες μπύρες, διασχίζοντας με ταχύτητα και με κίνδυνο της ζωής τους τον δρόμο. Προς το παρόν πάντως επικρατούσε βαθιά σιγή και, εκτός από δύο μικρά αεροπλάνα που ψηλά στον ουρανό έγραφαν κύκλους και καμπύλες γραμμές, καμία ανθρώπινη παρουσία δεν γινότανε αντιληπτή – μπορούσε κανείς κοιτώντας προς τη θάλασσα να πάρει μια ιδέα για τον κόσμο προτού αναπνεύσει ο πρώτος άνθρωπος έξω από τα νερά. Εκεί λοιπόν σταμάτησα και βγήκα να περπατήσω πάνω στην υγρή άμμο κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα και πετροβολώντας κάθε τόσο τα κύματα που σε αυτό το σημείο της ακτής έφταναν με ολότελα σβησμένη την ορμή τους. Οι πέτρες που έριχνα έσκαγαν πάνω στο παγωμένο αλμυρό νερό και βουτούσαν με φόρα προς τον βυθό, όπως (σκέφτηκα εκείνη την ώρα) οι μέρες μας μέσα στη χοάνη του χρόνου – και χάνονται.

Περπάτησα ώρα πολλή καπνίζοντας και γράφοντας στην άμμο, μ’ ένα καλάμι που μάζεψα από το έδαφος, σχήματα αγεωμέτρητα και γράμματα δίχως νόημα. Χωρίς να το καταλάβω κάθισα σε μια πέτρα μπροστά στα κύματα κι έμεινα εκεί, όπως ο Οδυσσέας, να προσπαθώ να τραβήξω τις μέρες μου από τη λήθη του χρόνου. Πρώτες ήρθανε οι ψυχές των ημερών που πέρασα μπροστά στη θάλασσα, όπως και τώρα, όταν ήμουνα στη Ρόδο το 1994, μακριά απ’ όσους και ό,τι αγαπούσα και μέτραγα τα κύματα που έσκαγαν στα πόδια μου γράφοντας κείμενα αυτοματικά που δεν ήξερα μετά μήτ’ εγώ πώς να τα εξηγήσω· η μικρή ερωτομανής λεμβούχος με όλα τα τρυγόνια της μορφής της ξεσπάθωσε πια την αιχμή του πόθου της κι αψήφησε όσους πηδάν απ’ τα ψηλά παράθυρα με μία κίνηση από βάθους που ‘θεσε τέλος σ’ ένα σωρό αχρηστεμένες εξουσίες κι απαρηγόρητες μοιρολογήτρες του καιρού. Επτά μήνες κράτησε αυτό κι ήταν αρκετός καιρός για να γεμίσω δυο τετράδια με αλλόκοτα γραψίματα και με τόσο γαλάζιο την όραση που έβαψαν για πάντα τα σωθικά μου (όπως γίνεται και στα ποιήματα του Ελύτη, που τόσο αγαπάω).

Το καλάμι στα χέρια μου έγραφε και ξανάγραφε το όνομα της γυναίκας που αγαπώ, όπως ο (λογοτεχνικός) ήρωας της παιδικής μου ηλικίας όταν για λίγες μέρες βρέθηκε σ’ έναν παρόμοιο επίγειο παράδεισο έγραφε το δικό της, και το απαλό κύμα που έφτανε ως τα πόδια μου έσβηνε με το ψυχρό του χάδι τα γραμμένα. Αφού δεν καταφέρνω, όπως επιθυμώ, να συγγράψω αντάξιό της έναν ύμνο δοξαστικό, ας μείνω εδώ όλη μου τη ζωή να χαράζω και να ξαναχαράζω στην άμμο τ’ όνομά της, σκεφτόμουνα και συνέχιζα μ’ επιμονή την εργασία μου. Μα στο μυαλό μου, όπως γίνεται συνήθως, ερχόντουσαν άλλες μέρες και νύχτες που τις πέρασα κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα με άνεργα τα χέρια. Στον Ωρωπό, τα καλοκαίρια που φαινόντουσαν ατέλειωτα όσο κι η παιδική ηλικία, μα ήρθε καιρός που πέρασαν και αυτά· στο Σούνιο, κάτω από τα εξαίσια ερείπια, με το βλέμμα μου χαμένο στο Αιγαίο· στο ίδιο αυτό Αιγαίο, όπου, χρόνια αργότερα και μίλια μακρύτερα, θα βρισκόμουνα σε ένα σπίτι πάνω από το πέλαγος, να κοιτάζω τα βράχια και τη θάλασσα, να βαδίζω στην απαλή άμμο και να οδηγώ σε δρόμους με απότομες στροφές.

Όπως εκείνο το απόγευμα με τη Ρεβέκκα που, αποφασισμένοι να μη μείνουμε στον ίδιο τόπο για πολλή ώρα, περιπλανηθήκαμε περπατώντας σε χωματόδρομους και σε αδιέξοδες ανηφοριές, ανάμεσα στις κουμαριές και στα θυμάρια, για να καταλήξουμε, λίγο προτού πάρει να σκοτεινιάζει, με το αυτοκίνητο πια, να περιμένουμε τη δύση του ηλίου μπροστά στα κύματα της θάλασσας και πλάι σ΄ ένα άσπρο με γαλάζιο τρούλο εκκλησάκι. Είχα ήδη υπόψη μου από τη σχετική βιβλιογραφία πως το αποτέλεσμα θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα κατώτερο των προσδοκιών μας (κι όταν καμιά φορά μάς τύχει να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα και να κοιτάξουμε κανένα ηλιοβασίλεμα το αποτέλεσμα τζίφος, κατά τα λεγόμενα του Καρούζου, ο οποίος κάτι ήξερε από ποιητικές συμπεριφορές), παρόλα αυτά βάλαμε στο ραδιόφωνο Amalia Rodriguez να ακούγεται (όπως γινόταν διαρκώς εκείνο τον χειμώνα), ανάψαμε τσιγάρα και περιμέναμε κουβεντιάζοντας να σημάνει το σιωπητήριο του φωτός. Δεν έχει σημασία να θυμηθώ παρακάτω· ερχόμενοι ο ένας από την Αθήνα κι ο άλλος από τη Σκόπελο συναντηθήκαμε για λίγους μήνες στην Ικαρία για να σκορπίσουμε τον άλλο χρόνο ο ένας κατά τη Πάτμο κι ο άλλος στην Πύλο.

Μου έλειψες, θα σου τηλεφωνήσω το απόγευμα, έστειλα μήνυμα στη Ρεβέκκα (γιατί δεν ήθελα εκείνη την ώρα να μιλήσω στο τηλέφωνο – ποτέ δεν θέλω εξάλλου και όσο γίνεται το αναβάλλω) και συνέχισα να περπατάω πάνω-κάτω στην ακρογιαλιά. Στα χέρια μου βαστούσα ακόμα το καλάμι, μα το ψάρεμα στ’ απόνερα των ημερών μου τελείωνε και μ’ άφηνε με τον νου μου όχι πια στη Ρεβέκκα, μα ολότελα κυριευμένο από εκείνη που είναι πάντοτε κυρίαρχη των λογισμών μου. Την σκεφτόμουνα καθώς περπατούσα καπνίζοντας και έσερνα ξοπίσω μου το άχρηστο καλάμι αφήνοντας μία λεπτή γραμμή ανάμεσα στεριάς και θάλασσας ώσπου πήρε να μεσημεριάζει και πήρα κι εγώ, παίζοντας ανάμεσα στα χείλη μου τους πρώτους στίχους που μπόρεσα να γράψω εδώ και πολύ καιρό, τον δρόμο της επιστροφής προς αυτήν που είναι πάντα όμορφη και ακόμη ομορφότερη μέσα στον νου μου εμφανίζεται:

Όμορφη όταν βαδίζει κατά μήκος του νερού
φορώντας φούστα μακριά
που με τα χέρια της ανάλαφρα μισοανασηκώνει
κι αφήνει, με τα γυμνά της πέλματα,
σημάδια εφήμερα της παρουσίας της
πάνω στην άμμο που πατά

Όμορφη όταν ανοίγει τα παντζούρια το πρωί
και χύνεται επάνω της όλο το φως της μέρας
και ένα φύλλο κάποτε
από του κήπου μας τα εσπεριδοειδή
(λεμονιές, πορτοκαλιές, βρύσες που στάζουνε και νεραντζιές)
πιάνεται στα μαλλιά της

Όμορφη όταν παίρνει από τα χέρια το ποτήρι μου
και πίνει μια γουλιά λευκό κρασί
επίτηδες αφήνοντας τα χείλη της υγρά
για να της τα φιλήσω

Όμορφη ανάμεσα στις άλλες γυναίκες
όταν την βλέπω να γελά, να συζητά μαζί τους
όταν την βλέπω απ’ την απέναντι γωνιά του δωματίου
να με κοιτάζει μια στιγμή
και με τα μάτια της μισόκλειστα να μου χαμογελά

Όμορφη πάντοτε κι ακόμη ομορφότερη
μέσα στον νου μου εμφανίζεται
και με αποκρυπτογραφεί
και με αναγιγνώσκει

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]