23 Ιουν 2008

"Σ' έναν ελεύθερο κόσμο... χύνεται αίμα!" - Ν.Ι. Πουλάκος

«Θα χυθεί αίμα» του Πολ Τόμας Άντερσον

Κάτι από το αμερικάνικο σινεμά του Φρανκ Κάπρα, τον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Ουέλς και το «Θησαυρό της Σιέρα Μάδρε» του Τζων Χιούστον, φαίνεται ότι αναμιγνύει ο ταλαντούχος Πολ Τόμας Άντερσον ακολουθώντας την κατεύθυνση των ταινιών εκείνων, που καταβαράθρωσαν το αμερικάνικο όνειρο. Το «Θα χυθεί αίμα», στα 158 λεπτά του, χτίζεται από την προσεκτική σκηνοθεσία του, τις ερμηνείες του Ντέι Λιούις και του Πολ Ντάνο, την εξαίσια μουσική του Τζόνι Γκρίνγουντ των Radiohead και τη φωτογραφία του Ρόμπερτ Ελσγουιτ, τα οποία λειτουργούν καταλυτικά για το χτίσιμο και το ξέφτισμα ενός έπους με ιδεολογικό-πολιτικές προεκτάσεις και ουμανιστικές συνιστώσες. Με μια οπτική εντελώς διαφορετική από τις προηγούμενες δουλειές του («Ξέφρενες νύχτες», «Μανόλια») και μια μανιασμένη φιλοδοξία να κραυγάσει το γεγονός του ανθρώπινου μίσους και της απληστίας του χρήματος και της εξουσίας, ο Άντερσον θα στηριχθεί στο πραγματικό πρόσωπο του μεγιστάνα των πετρελαίων Έντουαρντ Ντόχενυ, που έδρασε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Τα χαρακτηριστικά του Ντόχενυ τοποθέτησε ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ στο χαρακτήρα του Ντάνιελ Πλέινβιου, ήρωα του «Oil!», στο οποίο βασίστηκε ο Άντερσον. Ο οραματιστής Πλέινβιου (ή Ντόχενυ) είναι ο διάβολος που θα χύσει αίμα για να ικανοποιήσει τα όνειρα και οράματά του, σκιαγραφώντας το αληθινό πρόσωπο της Αμερικής της εποχής, όπου οι πλούσιοι μεγιστάνες ήταν οι αληθινοί δολοφόνοι και εγκληματίες, οι εκβιαστές, οι δολοπλόκοι και οι απατεώνες, που χρησιμοποιούσαν την πολιτική, τη θρησκεία και τον ανθρώπινο πόνο για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Στην πολιτεία του Τέξας, ελάχιστα μίλια από τα γυρίσματα της ταινίας του Άντερσον, ένα ακόμη «αιματηρό» αμερικάνικο έπος, που καταδείκνυε τον αποτροπιασμό της ανθρώπινης φυλής, έπαιρνε σάρκα και οστά…

«Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν

Το σύγχρονο γουέστερν, που κινείται στα όρια του νουάρ και του αστυνομικού θρίλερ είναι εδώ και είναι αριστούργημα! Τέσσερα Όσκαρ και βραβευμένο σε δεκάδες, ακόμα, φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ο Ίθαν και ο Τζόελ Κοέν επιστρέφουν στην καλύτερη εποχή τους («Μόνο αίμα», «Το πέρασμα του Μίλερ», «Φάργκο»). Στις ερήμους του Τέξας και του Ρίο Γκράντε, με τις παραπομπές στις ταινίες του Τζων Φορντ εμφανείς, η υποβλητική μουσική του Κάρτελ Μπέργουελ σε τοποθετεί αυτόματα στη βία και την ωμότητα των χαρακτήρων, που συνέθεσε με τόση μαεστρία ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ. Ο σημαντικότατος Αμερικανός συγγραφέας με τα σπουδαία μπεστ-σέλερ, που σε κάνουν να πιάνεις το στομάχι σου εξαιτίας της σκληράδας τους, παραδίδει απλόχερα το μυθιστόρημά του στους αδελφούς Κοέν, βλέποντας τη δεύτερη μεταφορά βιβλίου του («Όλα τα όμορφα άλογα» από τον Μπίλυ Μπομπ Θόρντον το 2000) να αποδίδεται αριστοτεχνικά στο πανί. Ο στίχος «no country for old men» του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς απ’ το ποίημα του «Sailing to Byzantium», ήταν η αφορμή για να ξεδιπλωθεί στο χαρτί ένα απολαυστικό μυθιστόρημα. Από κει και πέρα το σινεμά των Κοέν μπορεί να κάνει θαύματα και το έχει αποδείξει αυτό πολλές φορές στο παρελθόν. Η σκοτεινή, παγωμένη ατμόσφαιρα οφείλεται στη φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς, ο οποίος συντελεί καταλυτικά στην εξαιρετική ερμηνεία του Χαβιέ Μπαρδέμ. Εκείνος σαν άλλος Κληντ Ίστγουντ (στο «Για μια χούφτα δολάρια») παίρνει «αμπάριζα» ότι βρίσκεται στο διάβα του. Στόχος του τόσο τα χρήματα, που τα άρπαξε ένας μικρό-κλέφτης, αλλά κυρίως το αίμα, που τον θρέφει, τον ωθεί και τον κινεί ως ανθρώπινο ον. Σε κάθε νέα προβολή της ταινίας ο θεατής βλέπει όλο και περισσότερες τις αρετές της. Σε κάθε κίνηση του Μπαρδέμ παρατηρεί το ασυνήθιστο και ιδιότυπο χιούμορ ενός ψυχοπαθή δολοφόνου, του οποίου το μίσος και το παιχνίδι (ζωή ή θάνατος, κορώνα ή γράμματα) δίνουν νόημα στην ύπαρξή του. Χαρακτηριστικότερη η σκηνή στο πρατήριο βενζίνης, όταν ο μικροαστός Τεξανός ιδιοκτήτης βλέπει να περνά όλη του η ζωή μέσα από το στρίψιμο μιας δεκάρας. Εκεί δεν είναι όλο το παιχνίδι, άραγε;

«Ένας ελεύθερος κόσμος» του Κεν Λόουτς

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι η κοινωνικό-πολιτική κραυγή διαμαρτυρίας του μεγαλύτερου Βρετανού σκηνοθέτη του σύγχρονου κινηματογράφου της Γηραιάς Αλβιόνας, δε βρήκε ποτέ διανομή στη χώρα της και κυκλοφόρησε κατευθείαν σε dvd. Επίσης δεν είναι τυχαία τα υμνολόγια, που εισπράττει σε όλο τον κόσμο, τα βραβεία και η διάκριση στο Φεστιβάλ της Βενετίας, τα εισιτήρια που κόβει και η καθολική αναγνώρισή της. Ο Κεν Λόουτς, σε εκπληκτική φόρμα, κάνει το βήμα παραπέρα και δεν επαναπαύεται στις δάφνες του περυσινού Χρυσού Φοίνικα με το «Ο άνεμος χορεύει στο κριθάρι». Άλλωστε, δεν μας έχει συνηθίσει σε κάτι τέτοιο όλα αυτά τα σαράντα χρόνια ενεργής παρουσίας στο χώρο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πετυχημένη «Γη και ελευθέρια» και τη σπουδαία συνέχειά του. Το πρόβλημα των μεταναστών καίει πολλές χώρες και τις πολιτικές τους, όπως επίσης καίει πολλούς κοινωνικούς κλάδους και φορείς και τις ενέργειές τους. Το σύγχρονο δουλεμπόριο, κεκαλυμμένο από θεσμικές ρυθμίσεις και «ανθρώπινους» νόμους, σε συνάρτηση με τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα και τις δυσκολίες στις συνθήκες διαβίωσης σε πολλές χώρες του κόσμου, φέρνει τα πράγματα σ’ ένα αδιέξοδο. Ο σεναριογράφος Πωλ Λαβέρτυ, μόνιμος συνεργάτης του Λόουτς χρόνια τώρα, πλέκει μια ιστορία με αριστοτεχνικό τρόπο και ο αειθαλής δημιουργός βάζει τη σκηνοθετική μαεστρία του μπροστά. Εκπληκτική η ερμηνεία της γοητευτικής Κίρστεν Γουέρινγκ, η οποία ερμηνεύει μια σύγχρονη femme fatale, όπου εντός της συγκρούονται οι αδηφάγες φιλοδοξίες της, τα ηθικά της όρια, η αγάπη της για την κοινωνία και την οικογένειά της. Συντρίβεται, συγκρούεται και τελικά σπάει.. Νικήτρια πρέπει να βγει η κοινωνική δικαιοσύνη. Ο ωμός ρεαλισμός, οι βασανιστικοί, γνώριμοι ρυθμοί του Λόουτς, σε κάνουν από θεατή, κοινωνό μιας πικρής πραγματικότητας. Η Αγγλία και το καπιταλιστικό σύστημά της, δεν άντεξε τη θέασή της. Ίσως, αυτοί που εθελοτυφλούν δεν αντέχουν να βλέπουν τι κάνουν. Στο τέλος μπορεί να κερδίσει ο πιο δυνατός.. ίσως και ο πιο καλός όμως..

«Απ’ την άκρη του ουρανού» του Φατίχ Ακίν

Πολλοί λένε ότι, επιτέλους, μετά από καιρό, η Τουρκία βρήκε τη φωνή της. Από τα χρόνια του εξόριστου και «βασανισμένου» Γιλμάζ Γκιουνέι, η γείτονα χώρα είχε χάσει το σινεφίλ χρώμα της διεθνώς. Ο Φατίχ Ακίν, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Γερμανία, στην οποία έκανε τα πρώτα του κινηματογραφικά πειράματα, έγινε ευρύτατα γνωστός με το, προ τετραετίας, «Μαζί Ποτέ», μια ερωτική ιστορία, ένα κοινωνικό δράμα, δυο λαών και πολιτισμών. Από τότε έγινε ο κυρίαρχος εκφραστής του τουρκικού σινεμά και, αυτό το γεγονός, γύρισε τούμπα. Αφού πέρυσι ταξίδεψε όλη την Ευρώπη στη νοσταλγική ζωή της Κωνσταντινούπολης, με το μουσικό ντοκιμαντέρ «Ο ήχος της πόλης», φέτος αποφάσισε να τα «βάλει» και με τις δυο πατρίδες του. Η κοινωνική δικαιοσύνη της Γερμανίας καταδικάζεται, η ανενδοίαστη πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας προβάλλεται. Στο επίκεντρο ο έρωτας, η οικογένεια, η μοναξιά, η γέννηση και ο θάνατος. Γύρω από τις σχέσεις γονιών-παιδιών και τις ερωτικές ιδιαιτερότητές τους, προβάλλεται η πολιτική δράση, η κοινωνική αφύπνιση. Οι μικρές ιστορίες περιπλέκονται, συνδέονται, συζητιούνται. Στον αγώνα της επιβίωσης και της ευμάρειας ο αγώνας για έναν καλύτερο κόσμο. Οι αντιστασιακοί στη Τουρκία καταδικάζονται και τιμωρούνται. Το πολιτικό άσυλο στη Γερμανία, σχεδόν ρατσιστικά δε χορηγείται. Τα αποτελέσματα μοιραία, οι σχέσεις των ανθρώπων σε κρίση. Ο Ακίν, παίρνοντας το ρόλο του Ιναρίτου («21 Γραμμάρια», «Βαβέλ») της Ευρώπης, φτιάχνει μια βαθιά ανθρώπινη ταινία, καταδεικνύοντας τα πολιτικά κακώς κείμενα. Μας κλείνει το μάτι κι εμείς τον ακολουθούμε στο ταξίδι του.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 του περιοδικού Bang (Μάρτιος - Απρίλιος 2008).