3 Ιουν 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧVIV. Ροκ Καταστάσεις στην Ελληνική Λογοτεχνία" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Ηταν και παραμένει η ανθοφορία, ο εκθειασμός της φλεγόμενης νιότης, το κέντρισμα που σε ωθεί να βγεις από το σπίτι, να πάρεις τους δρόμους, να ερωτευτείς εσένα, τους άλλους, την ίδια τη ζωή: το ροκ. Κάτι παραπάνω από μουσική, ένας αέναος ξεσηκωμός, μια παρατεταμένη κραυγή που είχε κι έχει τους τρόπους διαρκώς να ανανεώνεται, διαρκώς να εκπλήσσει (ακόμα και δυσάρεστα), διαρκώς να εμπλουτίζεται.
Οι σχέσεις του ροκ με τη λογοτεχνία (τόσο με την ποίηση όσο και με την πεζογραφία) ήσαν ανέκαθεν άρρηκτες και πολύ ενδιαφέρουσες. Ας θυμηθούμε ότι ο Leonard Cohen ήταν ποιητής, αλλά και μυθιστοριογράφος (υπογράφει το συγκλονιστικό μυθιστόρημα Beautiful Losers), ο Nick Cave, όχι μόνο δεν κρύβει την αγάπη του για το συγγραφικό έργο τού Vladimir Nabokov, αλλά γράφει και ο ίδιος ένα μυθιστόρημα (And the ass saw the angel), ο Bob Dylan γράφει και εκδίδει ποίηση και πεζογραφία, μάλιστα φτάνει σε σημείο να προταθεί για Νόμπελ λογοτεχνίας.

Φυσικά, ισχύει και η αντίστροφη σχέση: πολλοί συγγραφείς διατηρούν εκρηκτικές σχέσεις με τη ροκ μουσική και γενικότερα με τη ροκ σκηνή, με το ροκ τρόπο ζωής, και μπολιάζουν το έργο τους με εκκωφαντικά ροκ στοιχεία. Τρανταχτό παράδειγμα, λόγω ηλικιακής διαφοράς, αν μη τι άλλο, παραμένει ο William S. Burroughs, ο παππούς όλων μας, κατά την ιέρεια του πανκ-ροκ, τη μεγάλη Patti Smith. Ο Burroughs γράφει μυθιστορήματα σαν να συνθέτει ροκ εποποιίες, συμμετέχει σε δισκογραφικά εγχειρήματα πολλών ξεχωριστών μορφών της ροκ σκηνής, κάνει παρέα με τον Joe Strammer των Clash, με τον David Bowie, με το μακαρίτη Kurt Cobain των «Νιρβάνα» (με τον οποίο μάλιστα ηχογραφεί και ένα cd με τίτλο «The "Priest" they called him») και θα χαρακτηριστεί «the Elvis of letters», «ο Ελβις των γραμμάτων».

Στην Ελλάδα, τηρουμένων όλων των αναλογιών, δεν είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Βεβαίως, και κυρίως λόγω του συντηρητισμού των εγχώριων κριτικών λογοτεχνίας (εκ των οποίων ορισμένοι δίνουν την αίσθηση ότι δεν έχουν συναισθανθεί κοσμογονικές αλλαγές και ανακατατάξεις σε όλο το καλλιτεχνικό τοπίο), τα λογοτεχνήματα που είχαν στενές σχέσεις με τη ροκ σκηνή παρέμεναν απόλαυση των happy few, των λίγων και εκλεκτών, που ήξεραν να συχνάζουν σε ωραία μέρη, όπως το αλήστου μνήμης βιβλιοπωλείο τού «Pop Eleven», και να αναζητούν κάτι πέρα από τον Τσίρκα, τον Κουμανταρέα και τον Ρίτσο (όσο κι αν αγαπούσαν πολλές πτυχές του έργου τους).

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ορισμένες ροκ ψηφίδες του μεγάλου (και σπουδαίου) μωσαϊκού που είναι η ελληνική λογοτεχνία. Πρώτ' απ' όλα, ο γενάρχης του ελληνικού ροκ, ο Δημήτρης Πουλικάκος, εμφανίζεται ως λογοτέχνης και μεταφραστής σημαντικών λογοτεχνικών κειμένων (Allen Ginsberg, Isidore Ducasse κόμης του Lautreamont), στο θαυμάσιο περιοδικό «Πάλι», παρέα με τον Νάνο Βαλαωρίτη, τον Τάσο Δενέγρη, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Πάνο Κουτρουμπούση και άλλους. Τα τραγούδια που θα συνθέσει αργότερα μπορούν να χαρακτηριστούν μελοποιημένα ροκ ποιήματα, ενώ στις αλησμόνητες ραδιοφωνικές εκπομπές του («Ο θείος Νώντας») δεν παραλείπει, ανάμεσα στα ροκ κομμάτια που παρουσιάζει, να απαγγείλλει και λογοτεχνία, κυρίως Ανδρέα Εμπειρίκο και Νίκο Εγγονόπουλο.

Ολη η πεζογραφία και η ποίηση του Πάνου (Πητ) Κουτρουμπούση μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ροκ. Τα «ταχυδράματα» και οι «συντομοϊστορίες» του εκδίδονται, άλλωστε, από το βραχύβιο εκδοτικό οίκο τού «Pop Eleven», και εν συνεχεία από την «Απόπειρα», έναν εκδοτικό φορέα που διατηρούσε και διατηρεί άψογες σχέσεις με το ροκ ύφος. Τα πεζά του Κουτρουμπούση (Εν Αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros Ταχυδράματα y Historias Περίεργες, 1978, Στον Θάλαμο του Μυθογράφ, 1992) θυμίζουν πολύ το, μπολιασμένο με στοιχεία της δημοτικής μουσικής, ροκ του Διονύση Σαββόπουλου της εποχής του «Μπάλλου» και της «Μαύρης Θάλασσας», ακριβώς γιατί κι αυτά είναι μπολιασμένα με στοιχεία της λαϊκής και περιθωριακής κουλτούρας, της παραλογοτεχνίας και των κόμικς.

Ο Δημήτρης Νόλλας στη Νεράιδα της Αθήνας γράφει ροκ, αναφέρεται στο ροκ, συνθέτει ένα αφήγημα εμπρηστικό, με κοφτούς ρυθμούς και ελεγχόμενα παραληρήματα, ανακατεύει το δοκίμιο, το μανιφέστο και την προκήρυξη στην αφήγησή του και είναι, κατ' ουσίαν, ο πρώτος Ελληνας συγγραφέας που οδηγεί μια γενιά γαλουχημένη με το βινύλιο και το σελιλόιντ στο να αγαπήσει και το τυπωμένο χαρτί.

Ενα κλασικό πια ροκ αφήγημα, που λίγοι το πήραν είδηση, αλλά το αγάπησαν πολύ, είναι το Για μια τσογλαναρία του Κώστα Θεοφιλόπουλου, που δημοσιεύτηκε σε κάποιο τεύχος του περιοδικού «Τραμ», γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '70. Γεμάτο ροκ καταστάσεις, άλλωστε ως μότο είχε έναν στίχο του Lou Reed (αν δεν με απατά η μνήμη μου), γεμάτο πάθος, νιάτα, αλόγιστη και λελογισμένη βία, το «Για μια τσογλαναρία» έγινε σύνθημα και πρότυπο γραφής για τους προειρηθέντες happy few.

Το Αννα να ένα άλλο (εκδόσεις «Ακμων») είναι μια συλλογή πεζογραφημάτων μιας πανίσχυρης ροκ πένας, της Μαρίας Μήτσορα, η οποία μας πρόσφερε ίσως τα καλύτερα ροκ κείμενα της μεταπολιτευτικής εποχής (Η σκόρπια δύναμη, Ο ήλιος δύω). Την ίδια εποχή, τέλη της δεκαετίας του '70, εκδίδεται, επίσης από τον εκδοτικό οίκο «Ακμων» το σύντομο, πυκνό και δυναμικό μυθιστόρημα Διακοπές χωρίς πτώμα της Ερσης Σωτηροπούλου, με εμφανή ροκ στοιχεία, που δεν θα την εγκαταλείψουν στη μετέπειτα αρκετά πλούσια συγγραφική δραστηριότητά της. Καμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα, θα κάνουν την εμφάνισή τους κάποια περίεργα βιβλία, που φιλοξενούν πολύ σύντομα, ακαριαία πεζογραφήματα, σαν σημειώσεις στο πακέτο των τσιγάρων (κατά προτίμησιν Δελφοί ή Sante σκέτο) και είναι πλημμυρισμένα με ροκ στοιχεία, συγκεκριμένες αναφορές σε ροκ συγκροτήματα και μουσικούς, γρήγορα αμάξια, τοπιογραφία των μεγαλουπόλεων, πολύχρωμες εντάσεις, εκρηκτικές συναντήσεις. Υπογράφονται από τη Σώτη Τριανταφύλλου και εκδίδονται από τον «Αιγόκερω» (Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι, 1990) και από το «Δελφίνι» (Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ, 1991, και Αλφαμπετ Σίτι, 1993). Εν συνεχεία, η Τριανταφύλλου θα προτιμήσει τη φόρμα του μυθιστορήματος, χωρίς ποτέ να παραλείψει τις συχνές αναφορές στη ροκ ιστορία και σκηνή.

Ο μακαρίτης φίλος μας, ο σκηνοθέτης (και περιστασιακά ντράμερ) Χρήστος Βακαλόπουλος, κλασικός Κυψελιώτης (και συνεπώς λάτρης των πλέον καλόγουστων στιγμών της ροκ μουσικής), γράφει το μυθιστόρημα Υπόθεση Μπεστ Σέλερ (εκδόσεις «Υπό Σκέψιν»), όπου πρωταγωνιστούν τα τραγούδια των Kinks (αγαπημένου συγκροτήματος και του Peter Handke, όπως και οι θαυμάσιοι Creedence Clearwater Rival), ενώ ο επίσης (ροκ-εντ-ρολ) σκηνοθέτης Νίκος Νικολαΐδης θα μας συγκλονίσει με τον απίθανο Οργισμένο Βαλκάνιο (εκδόσεις «Καστανιώτης»). Κλασικά ροκ στοιχεία διαθέτουν και τα Διόδια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου (εκδόσεις «Κάλβος»), ο οποίος, και πάλι αν δεν απατώμαι, συνεργάστηκε με ένα από τα καλύτερα ελληνικά ροκ σχήματα, τους «Φατμέ», για τους οποίους έγραψε και στίχους.

Στην ποίηση, ακραιφνώς ροκ ποιητής μπορεί να θεωρηθεί ο Τάσος Δενέγρης (Ακαριαία, εκδόσεις «Υψιλον»), αλλά και ο Λευτέρης Πούλιος, η Νατάσα Χατζηδάκη και ο Βασίλης Στεριάδης, ενώ ροκ αναφορές συναντάμε ακόμη και στον Νίκο Καρούζο, ιδίως στα ποιήματα της δεκαετίας του '70.

Δύο βιβλία του υπογράφοντος (Βιβλίο Συμβάντων και Αναφορών, «Ερατώ», 1996, και Aurevoir, «Νεφέλη», 1999) θα μπορούσαν να έχουν το δικό τους σάουντρακ, με κομμάτια των Frank Zappa, Captain Beefheart, Bob Dylan, Tom Waits, Nick Cave, και πάει λέγοντας. Ας σημειώσουμε ότι στο αριστούργημα του Γιώργου Χειμωνά Ο Εχθρός του Ποιητή (εκδόσεις «Κέδρος»), κάνει την εμφάνισή του ο Nick Cave, ίσως ο σημαντικότερος ροκ μουσικός των τελευταίων δύο δεκαετιών.

Τέλος, ας μου επιτραπεί να τονίσω ότι τα κείμενα του Θοδωρή Μανίκα, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '70, ξεφεύγουν κατά πολύ από το να είναι δημοσιογραφικά και αποτελούν λίαν ενδιαφέροντα κομμάτια ροκ γραφής, ευέλικτης, δυναμικής και ρέουσας. Μακάρι, αν διαβάσει ποτέ τούτες τις αράδες, να στρωθεί κάποτε και να μας δώσει ένα σπουδαίο ροκ μυθιστόρημα, μιας που δεν του λείπουν ούτε το ταλέντο ούτε (κυρίως) η πλούσια ροκ ζωή και οι πάμπολλες ροκ εμπειρίες.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 7/6/2002.