1 Ιουλ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧΙΙΙ. Το Σημειωματάριο Ενός Πειραματικού Διαβήματος" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ASGER JORN Περί μορφής ΜΤΦΡ.: ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ & ΣΠΥΡΟΣ ΣΚΟΥΦΟΣ «ΝΗΣΙΔΕΣ»

Πρέπει, από την πρώτη στιγμή, να πούμε ότι πρόκειται για μία σημαντική έκδοση. Από αρκετές απόψεις σημαντική. Κατ' αρχάς, είναι η πρώτη μετάφραση, παγκοσμίως, ενός έργου που επέδρασε καταλυτικά στην ιστορία των πρωτοποριών του δευτέρου ημίσεως του εικοστού αιώνα. Σε καμία άλλη χώρα, σε καμία άλλη γλώσσα, δεν κυκλοφορεί το «Περί μορφής» («Pour la forme»). Δεύτερον, πρόκειται για την πρώτη συστηματική γνωριμία ενός σημαντικού καλλιτέχνη και θεωρητικού με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Τρίτον, οι θέσεις που εκτίθενται στον τόμο αυτό αρχίζουν πάλι να συζητιούνται διεθνώς και να τονίζεται το γεγονός ότι στην πλειονότητά τους παραμένουν, ή γίνονται εκ νέου, επίκαιρες.

Ο Asger Jorn είναι, στην Ελλάδα όπως και σε πολλές χώρες της Ευρώπης, πασίγνωστος σε μία κλειστή ομάδα μυημένων. Κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, κυκλοφορούν σαν προκηρύξεις, χέρι με χέρι, και αναλύονται, σχολιάζονται, ανατέμνονται, κουβεντιάζονται. Το 1977, σε μετάφραση Μ.Τ. και στον τόμο «Guy Debord, Ενάντια στον κινηματογράφο» (εκδόσεις «Ακμων») δημοσιοποιείται η πραγματεία «Ο Guy Debord και το πρόβλημα του καταραμένου». Τα κείμενα «Οι καταστασιακοί και η αυτοματοποίηση» και «Το τέλος της οικονομίας και η πραγμάτωση της τέχνης», μεταφρασμένα από τον ακάματο Γιάννη Δ. Ιωαννίδη, συμπεριλαμβάνονται στον τόμο «Internationale Situationniste: Το Ξεπέρασμα της Τέχνης - Ανθολογία κειμένων της Καταστασιακής Διεθνούς» (εκδ. «ύψιλον», 1985 και 1999). Τα κείμενα «Ομιλία προς τους πιγκουίνους», «Τέχνη χωρίς σύνορα», «Εξοδος», «Η μετεστραμμένη ζωγραφική» και «Κριτική της οικονομικής πολιτικής», μεταφρασμένα από τον Πάνο Τσαχαγέα, υπάρχουν στον τόμο «Το αισθητικό και το πολιτικό: ανθολογία κειμένων από την Cobra στην Καταστασιακή Διεθνή» (εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», 1996). Τέλος, το πόνημα «Αγριότητα, βαρβαρότητα, και πολιτισμός», μεταφρασμένο από τον Γιάννη Δ. Ιωαννίδη, κυκλοφορεί σε αυτόνομη μπροσούρα από τις «Ιστορίες της ενδιάμεσης ζώνης» (έναν απολύτως ανιδιοτελή εκδοτικό οίκο, ο οποίος διευθύνεται από τον Ιωαννίδη και προσφέρει τα προϊόντα του τιμής ένεκεν, σαν ένα είδος potlatch).

Το «Περί μορφής» αποτελεί μίαν ανθολογία κειμένων του Asger Jorn. Τα κείμενα αυτά είναι γραμμένα ανάμεσα στα 1954 και 1957, σε διάφορες γλώσσες, και αποτελούν, όπως σημειώνεται στον πρόλογο (που υπογράφεται από την Καταστασιακή Διεθνή, αλλά είναι γραμμένος από τον Guy Debord), «το σημειωματάριο ενός πειραματικού διαβήματος». Κατ' ουσίαν, πρόκειται για κείμενα που σηματοδοτούν μία πτυχή της ιστορικής μετάβασης από τις ιστορικές πρωτοπορίες (κυρίως το Dada και τον υπερρεαλισμό του Breton) στην οργανωμένη δραστηριότητα της Καταστασιακής Διεθνούς. Οι άλλες πτυχές ήσαν αυτές που προέκυψαν από τη δράση των λετριστών.

Ο Jorn, μολονότι πρωτοπόρος σε πολλούς τομείς της αισθητικής και της θεωρίας, δυσπιστούσε έντονα απέναντι στον όρο πρωτοπορία και προτιμούσε να μιλάει περί πειραματικής διαλεκτικής. Τα κείμενα στο «Περί μορφής» προέρχονται συνήθως ύστερα από στοχασμό πάνω σε μία δράση -τη δημιουργία ενός έργου τέχνης, τη συγκρότηση μιας ομάδας, την αλληλογραφία με ομότεχνους- ναι, σε μία δράση που έχει προηγηθεί. Ετσι, η θεωρία και η πράξη σμίγουν διαλεκτικά, αποτελούν άρρηκτα συνδεδεμένες όψεις του ίδιου παιχνιδιού. Κεντρική αρχή είναι ο αέναος πειραματισμός, η ρευστοποίηση των εννοιών (όπως θα έλεγε ο Hegel), η σθεναρή εναντίωση σε κάθε παγιωμένη θέση, το αδιάκοπο παιχνίδι με τις μορφές, η αναζήτηση του βαθύτερου και ουσιαστικότερου νοήματος της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

«Δημιουργώ, σκέφτομαι και μιλώ», σημειώνει ο Jorn. «Αλλά όλες οι σκέψεις δεν βγαίνουν από το στόμα. Ολόκληρο το σώμα του ανθρώπου σκέφτεται και ολόκληρο το σώμα του μιλάει. Μιλάμε τόσο με τις χειρονομίες όσο και με τη γλώσσα, και, όπως ο χορευτής ή ο μουσικός, έτσι και ο ζωγράφος μιλάει με χειρονομίες που αποτυπώνει σε ένα υλικό ανεξάρτητο από τον εαυτό του. Εικαστική δημιουργία ονομάζουμε ακριβώς αυτή τη μετάδοση της χειρονομίας». Και εδώ θυμίζει πολύ τις θέσεις του Arthur Cravan και ορισμένων ντανταϊστών. Πιο κάτω, και αναφερόμενος στα πειράματα του Διεθνούς Κινήματος για ένα Φαντασιακό Μπάουχαους, ιδρυτής του οποίου ήταν ο ίδιος, ο Jorn επιμένει: «Ο ελεύθερος καλλιτέχνης είναι ένας επαγγελματίας ερασιτέχνης. Το πνεύμα του ερασιτεχνισμού δεν συνεπάγεται πλήρη αυτοδιδακτισμό, αλλά είναι η ικανότητα εκείνου που μπορεί να υπερβαίνει τις γνώσεις και να κατακτά μία νέα αθωότητα, ένα νέο σημείο μηδέν ή ένα αίσθημα πλήρους άγνοιας».

Αντιλαμβανόμαστε εύκολα ότι το διάβημα του Jorn κάθε άλλο παρά τείνει προς την ανόητη ευκολία ορισμένων ημιατάλαντων και αδαών, που αρκούνται σε μία επινόηση ή, ακόμη χειρότερα, στην οικειοποίηση και το εκ νέου «σερβίρισμα» μιας επινόησης που σημειώθηκε στο μακρινό παρελθόν, για να στηρίξουν ολόκληρες ψευτοκαριέρες και να πουλήσουν αντίγραφα επί αντιγράφων σε ένα κοινό που έχει ήδη χάσει κάθε επαφή με την ουσία της τέχνης. Ο Asger Jorn, απεναντίας, δεν έμεινε ποτέ προσκολλημένος στην ευκολία, μήτε καν προσκολλημένος σε ένα και μόνο στιλ ή σε μία δραστηριότητα: δημιούργησε πίνακες, συνήθως συγκλονιστικούς (όπως ο «Dead Drunk Danes» ή το «Τρελό γέλιο του θάρρους»), πειραματίστηκε με την κεραμική, εφάρμοσε στην πράξη τις αρχές της μετεστραμμένης ζωγραφικής, υπήρξε ιδρυτής, συνιδρυτής ή βασικό στέλεχος ορισμένων από τις σημαντικότερες οργανώσεις της μεταπολεμικής εποχής (Cobra, Φαντασιακό Μπάουχαους, Λετριστική και Καταστασιακή Διεθνής, Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού), εξέδωσε βιβλία, συνέθεσε πειραματικά μουσικά έργα, μπόρεσε να συνάψει φιλικές σχέσεις με κορυφαίες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα, ήπιε όσο λίγοι, γέλασε όσο λίγοι, ερωτεύτηκε όσο λίγοι και, κυρίως, χάρη στη γενναιοδωρία του και την απέραντα ανοιχτή «ψυχονοητική ιδιοσυστασία του» (όπως έλεγε και ο Νίκος Καρούζος), κατάφερε να φέρει σε επαφή πρωτοπόρους καλλιτέχνες και επαναστάτες απ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ευρώπης. Κι ακόμη, στον Jorn οφείλουμε την επινόηση μιας νέας μεθόδου, της τριλεκτικής, την οποία, όπως σημειώνει ο Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, «τη συνέλαβε ως ξεπέρασμα τόσο της κλασικής εγελιανής διαλεκτικής όσο και της φαινομενολογίας, προτείνοντάς την ως δίοδο προς έναν ανώτερο πολιτισμό, ολοκληρώνοντας έτσι έναν βαθύτατο φιλοσοφικό αναπροσανατολισμό ...μια προσπάθεια που οφείλουμε να την ξαναμελετήσουμε πάρα πολύ σοβαρά, αν θέλουμε να δώσουμε μια αληθινά σύγχρονη και ουσιαστική απάντηση στα προβλήματα που, πολύ ορατά πλέον, μας θέτουν η "ευρωπαϊκή ολοκλήρωση", η "παγκοσμιοποίηση" και οι εθνικιστικές αντιδράσεις».

Ο Asger Jorn γεννήθηκε το 1914 στο Vejrum της δανέζικης Γιουτλάνδης. Πέθανε, αφού προηγουμένως έζησε κι έδρασε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Δανία κ.τ.λ.), το 1973, στο Αάρχους.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 11/10/2002.