9 Ιουλ 2008

"Νοσταλγία στη Μεγάλη Οθόνη" - Ν.Ι. Πουλάκος

Όντρεϊ Χέµπορν και το Ρίο τής σκληρής εφηβείας είναι οι ξεκάθαρες επιλογές για την έναρξη του κινηµατογραφικού µας καλοκαιριού.

Για χρόνια αρκετά η θερινή περίοδος έχει συνδεθεί µε τους ανοιχτούς κινηµατογράφους και τις παλιές ταινίες, οι οποίες έπαιζαν ρόλο παιδευτικό αλλά αποτελούσαν και ρετρό διασκέδαση που θέτει σε λειτουργία το θυµικό και ανασύρει νοσταλγικές µνήµες τού παρελθόντος µας. Για τον φετινό Ιούνιο η πρότασή µας έρχεται από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60, όταν η Όντρει Χέµπορν µε τις λεπτεπίλεπτες κινήσεις και τις θεσπέσιες γάµπες της προκαλούσε το ανδρικό κοινό τής εποχής, απολαµβάνοντας παράλληλα την είσοδό της στο πάνθεον των γυναικών τού σινεµά που θα παραµείνουν µια για πάντα στο µυαλό όλων µας. Το «Πρόγευµα στο Τίφαννυ’ς» του αείµνηστου Τρούµαν Καπότε και του «Ροζ Πάνθηρα» Μπλέικ Έντουαρντς αποτελεί ίσως την πιο ξεκάθαρη επιλογή στα µέσα Ιουνίου για την έναρξη τού πιο παιχνιδιάρικου καλοκαιριού. Από την άλλη, πέντε χρόνια µετά την «Πόλη του Θεού», οι ίδιοι συντελεστές µεγάλωσαν, ωρίµασαν και µας παραδίδουν ένα «άτυπο» σίκουελ: οι καλοκαιρινές, σχεδόν καυτές, εικόνες του καλοκαιρινού Ρίο ντε Τζανέιρο µέσα από τα µάτια των 16-something αλητών και εγκληµατιών, οι οποίοι µε τη δύναµη των όπλων επιβάλουν τη µικρή οντότητά τους στην κοινωνία των µεγάλων. Η «Πόλη των Ανθρώπων» έρχεται για να µας προβληµατίσει για µια ακόµη φορά, αναφορικά µε την παιδική εγκληµατικότητα και τις ευθύνες µιας κοινωνίας σε κρίση.

«Η Πόλη των Ανθρώπων» (2007)

Στο Ρίο ντε Τζανέιρο ο Θεός σιωπά. Οι φαβέλες σε πρώτο φόντο ζέχνουν βρωµιά και εξαθλίωση. Ο ανελέητος κόσµος των ντίλερ και των ναρκωτικών, των φονιάδων και των ληστών, µα πάνω απ’ όλα ο πόλεµος των συµµοριών, που λυµαίνονται τις περιοχές των φτωχών και αθώων ανθρώπων είναι πραγµατικότητες που δεν τις προσπερνάς µε ευκολία, χωρίς να σε πονά το στοµάχι σου.Δυο παιδικοί φίλοι που ζουν στις επικίνδυνες φτωχογειτονιές τού Ρίο θέλουν να απολαύσουν τη ζωή τους, να διασκεδάσουν, να ερωτευτούν και να «παίξουν» όσο ακόµα τους παίρνει και µπορούν. Δεν αποτελούν µέρος των συµµοριών, δεν µπλέκουν µαζί τους, δεν θέλουν να έχουν σχέση µε ιστορίες βίας και ζόφου. Άθελά τους όµως ζουν ανάµεσά τους και αναγκάζονται να γίνουν «ένα» µε το υπαρκτό πρόβληµα της γειτονιάς τους. Η φιλία τους απειλείται να διαλυθεί για πάντα όταν ένα καταστρεπτικό µυστικό που κουβαλούν χρόνια βγαίνει στην επιφάνεια.Η «Πόλη των Ανθρώπων» είναι η ταινία ενηλικίωσης της πιο πετυχηµένης βραζιλιάνικης ταινίας των τελευταίων δεκαετιών, της «Πόλης του Θεού». Ο σκηνοθέτης Φερνάντο Μειρέγιες κάθεται πλέον στην καρέκλα τού παραγωγού και καθοδηγεί τον φίλο και συνεργάτη του Πάολο Μορέλι πώς θα κατευθύνει και τι γραµµή θα ακολουθήσει για τους µικρούς, ατίθασους ήρωές του. Από την άλλη, η ταινία είναι η άµεση συνέχεια της οµώνυµης βραζιλιάνικης τηλεοπτικής σειράς, εµπνευσµένης από τον Μειρέγιες και τον Μορέλι, η οποία παρέµεινε στον «άερα» για τέσσερις τηλεοπτικούς κύκλους, από το 2002 έως το 2005. Αναπόφευκτα έρχεται το κινηµατογραφικό της επιστέγασµα, ώστε να ολοκληρωθεί (;) αυτός ο κύκλος ρεαλιστικής αποτύπωσης της ζωής και της βίαιης συµπεριφοράς των φτωχών νέων στο Ρίο ντε Τζανέιρο, που ξεκίνησε µε τη µικρού µήκους ταινία «Palace 2» το 2000 από τον Φερνάντο Μειρέγιες (και την Κέιτι Λαντ), για να περάσει στην «Πόλη του Θεού» το 2002.Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους παραµένουν ο Ντάρλαν Κούνκα και ο Ντάγκλας Σίλβα, οι οποίοι ενσαρκώνουν τους νέους τού Ρίο που ατενίζουν απαισιόδοξα το µέλλον τους λόγω της κατάστασης που επικρατεί, έχοντας διανύσει την ίδια διαδροµή από το 2000 και τη µικρού µήκους ταινία µέχρι την κινηµατογραφική βερσιόν της «Πόλης των Ανθρώπων». Προερχόµενες από τις ίδιες ρίζες, οι ταινίες «Η Πόλη του Θεού» και «Η Πόλη των Ανθρώπων» αλληλοσυµπληρώνονται. Σύµφωνα µε τον Φερνάντο Μειρέγιες, οι δύο «Πόλεις» παρουσιάζουν διαφορετικά µέρη τής ίδιας ιστορίας. Η «Πόλη του Θεού» είναι µια ιστορία για το οργανωµένο εµπόριο ναρκωτικών στις φαβέλες τού Ρίο ντε Τζανέιρο. Οι έµποροι ναρκωτικών αποτελούν το κύριο θέµα τής ταινίας, ενώ στο φόντο βλέπουµε το πώς οι κοινότητες αντιµετωπίζουν τη νέα τάξη πραγµάτων. Η «Πόλη των Ανθρώπων» κινείται στην άλλη πλευρά. Ασχολείται µε τις ιδιαιτερότητες της ζωής στις φαβέλες, ενώ θέµατα όπως διαλυµένες οικογένειες και εµπόριο ναρκωτικών βρίσκονται αυτή τη φορά στο φόντο. Και η σειρά και η ταινία «Πόλη των Ανθρώπων» ρίχνουν φως στις διάφορες πλευρές τής καθηµερινής ζωής στις φαβέλες. Εκεί το 90% των κατοίκων δεν έχει καµιά σχέση µε το έγκληµα αλλά πληρώνει έτσι κι αλλιώς το τίµηµα. Δυστυχώς τα ΜΜΕ επικεντρώνονται στα ναρκωτικά χωρίς να προβάλουν και την οµαλή και ήσυχη ζωή των κατοίκων.Ένα χαρακτηριστικό στην κινηµατογραφική µεταφορά τής «Πόλης των Ανθρώπων» είναι πως, µε τους ηθοποιούς να υποδύονται τους χαρακτήρες από την ηλικία των 10 ετών, οι δηµιουργοί τής ταινίας είχαν την ευκαιρία να χρησιµοποιήσουν επιλεγµένες σκηνές από το «Palace 2» αλλά και από τη σειρά. Έτσι µας δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουµε τα αγόρια να µεγαλώνουν, ενώ η φιλία τους γίνεται πιο δυνατή κι από τους δεσµούς τής οικογένειας µε το πέρασµα του χρόνου.
Η «Πόλη των Ανθρώπων» βγαίνει στις αίθουσες στις 29/5 από την Odeon.

«Πρόγευµα στο Τίφαννυ’ς» (1961)

Καταρχάς το «Πρόγευµα στο Τίφαννυ’ς» είναι ένα εξαίρετο µυθιστόρηµα, ένα από εκείνα τα αριστουργήµατα που γράφτηκαν γύρω από µια νεαρή ροµαντική γυναίκα ελαφρών ηθών. Όπως αναφέρει στο εισαγωγικό του σηµείωµα ο µεταφραστής Ανδρέας Αποστολίδης, η Χόλλυ Γκολάιτλυ ήταν µια άλλη εκδοχή τής Σάλλυ Μπόουλς στο «Αντίο, Βερολίνο» του Κρίστοφερ Ίσεργουντ, δηλαδή η µεταπολεµική νεοϋορκέζικη εκδοχή της. Ο Τρούµαν Καπότε έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή µε τον αδόκιµο όρο «µεγάλη λογοτεχνία», χαρίζοντάς µας ένα πραγµατικό διαµάντι τής τέχνης τού γραπτού λόγου.Η Χόλλυ Γκολάιτλυ, ένα ελεύθερο πνεύµα, περιφέρεται στη Νέα Υόρκη, συντηρούµενη από πλούσιους άντρες χάρη στη γοητεία της, ελπίζοντας ότι το πάρτι δεν θα τελειώσει ποτέ. Αφού «ψωνίζει» στο Τίφαννυ’ς, θα γνωρίσει έναν ταλαντούχο συγγραφέα, τον Πολ Βάρτζακ, και µια πλατωνική φιλία θα ξεκινήσει. Θα προσπαθήσει να την προστατεύσει, αλλά δε χρειάζεται ιδιαίτερη βοήθεια από τέτοιους φίλους —το αφεντικό της βρίσκεται στη φυλακή και την πληρώνει να µεταφέρει µηνύµατα. Ο µεταδοτικός τρόπος ζωής της βοηθά τον Πωλ να ξεφύγει από το συγγραφικό του µπλόκο και να δηµιουργήσει. Σύντοµα θα βρεθεί στην πόλη ο Ντοκ Γκολάιτλυ αναζητώντας τη Χόλλυ, και τότε θα αποκαλυφθεί από πού πηγάζει ο τρόπος ζωής της. Τελικώς το βιβλίο πήρε σάρκα και οστά. Ο Καπότε δεν ανακατεύεται στο σενάριο, παρά την προγενέστερη εµπειρία του σε ταινίες τού Βιτόριο Ντε Σίκα («Τελευταίος Σταθµός») και του Τζον Χιούστον («Beat the Devil») αλλά αφήνει τη δουλειά στον έµπειρο Τζορτζ Άξελροντ. Τη σκηνοθεσία την αναλαµβάνει ο «πολύς» Μπλέικ Έντουαρντς, στην πρώτη του µεγάλη επιτυχία πριν ξεκινήσει τις σπουδαίες και ξεκαρδιστικές κωµωδίες µε τον Πήτερ Σέλερς («Ροζ Πάνθηρας», «Το πάρτι»). Η παραγωγή ήταν της Παραµάουντ, η οποία τοποθέτησε στον πρωταγωνιστικό ρόλο την απόλυτη «θεά» τής εποχής Όντρεϊ Χέµπορν, πλαισιωµένη από τους Τζωρτζ Πέπαρντ, Πατρίσια Νιλ και Μπάντι Έµπσεν. Η ταινία κέρδισε δυο Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού και µουσικής επένδυσης από τον Χένρι Μαντσίνι, ενώ η Χέµπορν ήταν υποψήφια για το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου. Η Χόλλυ Γκολάιτλυ της Χέµπορν έγινε ένα χαρακτήρας-σύµβολο του αµερικανικού σινεµά για τον 20ό αιώνα. Ήταν ο πιο «τζαζ ρόλος τής ζωής της», σύµφωνα µε την ίδια τη Χέµπορν.Το «Πρόγευµα στο Τίφαννυ’ς» αποτελεί ταινία-µύθο τού αµερικανικού κινηµατογράφου. Με µια εκπληκτική φωτογραφία αλλά και χαρακτηριστική µουσική επένδυση, που τιµήθηκε δεόντως, έχρισε τη Χέµπορν την απόλυτη στάρλετ του κινηµατογραφικού στερεώµατος, υποσκελίζοντας ακόµα και τη Μέριλυν Μονρόε. Ο Μπλέικ Έντουαρντς έβαλε τη δική του σφραγίδα στη σκηνοθεσία τής ταινίας, σηµείο εµφανές αναλογιζόµενοι και µεταγενέστερες δουλειές του, κυρίως το θρυλικό «Πάρτυ», το οποίο φέρει αρκετές εικαστικές αλλά και δοµικές οµοιότητες µε το «Πρόγευµα στο Τίφαννυ’ς» (κυρίως στη σκηνή τού πάρτι στο σπίτι τής Χόλλυ Γκολάιτλυ). Πλήρως ενταγµένο στο κλίµα τής δεκαετίας του ’60, αν και βασίζεται στο βιβλίο του Καπότε που φέρει πολύ δεκαετία ’50 µέσα του, µας θυµίζει κάτι από την εποχή των λουλουδιών, στους ρυθµούς και την ένταση που όλοι γνωρίζουµε, ενώ το εστέτ στυλ τού Καπότε είναι τρανταχτό στοιχείο στους διαλόγους και στο στήσιµο των χαρακτήρων.
Το «Πρόγευµα στο Τίφαννυ’ς» βγαίνει στις αίθουσες στις 19/6 από τη Seven Films.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 33 του περιοδικού "Γαλέρα" (Ιούνιος 2008).