10 Ιουλ 2008

Συνέντευξη του Βασίλη Βαφέα...

«Το επάγγελμα του κινηματογραφιστή στην Ελλάδα είναι...υψηλού κινδύνου»!

Ένας ζεστός άνθρωπος, μια ευγενική παρουσία του κινηματογραφικού χώρου. Τριάντα χρόνια συμπληρωμένα στο σελιλόιντ και με την ίδια πετυχημένη πορεία και στο θεατρικό σανίδι. Ο Βασίλης Βαφέας με υποδέχτηκε με ιδιαίτερη θέρμη και μ’ έναν εύγευστο καφέ φίλτρου στο γραφείο του στη Νέα Σμύρνη. Αφορμή της συνάντησής μας το «Γυναικείες Συνωμοσίες», το τελευταίο του κινηματογραφικό πόνημα το οποίο βγαίνει στις αίθουσες στις 27 του Μάρτη. Στην όγδοη ταινία του ο Βαφέας τοποθετεί στο επίκεντρο έναν άντρα της μέσης ηλικίας σε κρίση και, γύρω του, ένα σωρό γυναίκες να τον τυραννούν. Από τη σύζυγο στην ερωμένη και από την εργοδότρια στη συνάδελφο...Το όνειρο που γίνεται εφιάλτης και τούμπαλιν. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο «άκαυτος» κινηματογραφικά Αλέξανδρος Τσακίρης και πλάι του οι Φαίη Ξυλά, Τζένη Σκαρλάτου, Αλίκη Καμινέλη και Νίκος Πουρσανίδης και σε ρόλο - έκπληξη ο Κώστας Βουτσάς, χρόνια φίλος και συνεργάτης του σκηνοθέτη.

Ο ευρηματικός τίτλος «Γυναικείες Συνωμοσίες» μου φέρνει στο μυαλό Μπουνιουέλ αλλά και αντιπαράθεση με το «Η Διακριτική Γοητεία Των Αρσενικών» της Ολγας Μαλέα. Γιατί αυτοί οι διαχωρισμοί; Τελικά ζούμε σε μια κοινωνία ανδρών και γυναικών;

Βασίλης Βαφέας: Ναι, όντως, αναφέρονται και οι δυο ταινίες στον Μπουνιουέλ. Βλέπουν τα πράγματα με χιουμοριστική διάθεση και υπάρχει μια ταύτιση, κινούνται στα όρια του φανταστικού. Ο σουρεαλισμός που τις διέπει είναι διαφορετικός όμως υπάρχει κοινός παρονομαστής. Τόσο η δική μου ταινία όσο κι εκείνη της Μαλέα έχουν διαφορετικές οπτικές πάνω στο θέμα. Δεν ξέρω αν υπάρχει διαχωρισμός στην κοινωνία, παρόλα αυτά υπάρχει κρίση και πολλοί κρίνουν την καθημερινότητα στις σχέσεις...παροξυσμικά, τα βάζουν δηλαδή με το άλλο φύλλο αναίτια.

Πόσο βιωματικό είναι το σενάριο σας; Ποια είναι η σχέση σας με τις γυναίκες γύρω σας;

Β. Β.: Πάντα τα σενάριά μου είναι βιωματικά. Δεν είναι βέβαια η ζωή μου διότι κάτι τέτοιο δεν θα είχε ενδιαφέρον. Αναφέρονται σε πράγματα που έχουν περάσει ή από τα οποία έχω πληγωθεί και προσπαθώ να τα ξορκίσω με την απόσταση του χρόνου. Πάντα υπάρχει κωμική διάθεση και προσπαθώ να τα τραβάω στα όρια για να έχουν καλλιτεχνικό ενδιαφέρον.

Θεωρείτε ότι τα ζητήματα ή τα μπερδέματα του ήρωα είναι πραγματικά;

Β. Β.: Συμβαίνουν αλλά όχι σε ένα μόνον άνθρωπο. Αν τα συμπυκνώσεις σε έναν άνθρωπο τότε απογειώνονται αλλιώς καταντούν βαρετά. Το μαγείρεμα καταστάσεων μαζί με την ανάλογη τεχνική επάρκεια σε ωθεί να τα βγάλεις από μέσα σου και να τα δείξεις σε άλλους.

Υπάρχει μια επικρατούσα θα έλεγα άποψη ότι χρόνο με το χρόνο οι γυναίκες καταλαμβάνουν καίριες θέσεις μέχρι πρότινος ανδροκρατούμενες. Σε συνδυασμό με τη σεξουαλική απελευθέρωση και τη φεμινιστική αντίληψη το ίδιο πάνω - κάτω συμβαίνει και στις ερωτικές σχέσεις, θέματα που απασχολούν τον ήρωα σας. Σκοπός σας είναι να τονίσετε το φαινόμενο, να περάσετε κάποιο μήνυμα ή να διασκεδάσετε την κατάσταση;

Β. Β.: Είναι σίγουρο ότι η γυναίκα άφησε τον ρόλο της «χειραφετημένης». Βέβαια και τότε ήταν δυνατή αλλά με έναν άλλο τρόπο, περισσότερο υπόγειο θα έλεγα. Το παιχνίδι των φύλων είναι παιχνίδι εξουσίας. Έτσι λοιπόν η γυναίκα βγήκε στην αγορά εργασίας ικανοποιώντας παράλληλα την ανάγκη να υπάρξουν περισσότερα εργατικά χέρια ώστε όλα τα συστήματα, κυρίως ο καπιταλισμός, να ευνοηθούν. Βέβαια αυτό τους δίνει και μια χαρά. Όντας πια τα πράγματα διαφορετικά δημιουργήθηκαν καινούρια φαινόμενα, σχεδόν κωμικοτραγικά, όταν η γυναίκα από τη μια ημέρα στην άλλη, από τη μια δεκαετία στην άλλη, ήρθε σε σύγκρουση με τον άντρα. Τα γεγονότα αυτά έχουν ενδιαφέρον για έναν καλλιτέχνη. Εμπεριέχουν ανατροπή και αναταραχή και μπορούν με διάφορους τρόπους να προσεγγιστούν διασκεδαστικά κι όχι δραματικά. Αν θέλουμε να κρατήσουμε τις ισορροπίες πρέπει το καινούριο μοντέλο να το δούμε με κριτική διάθεση και αγάπη χωρίς φανατισμό όπως ο Στρίντμπεργκ, ο Ίψεν ή ο Μπέργκμαν και σε αντίθεση με τον «δάσκαλο» Μπουνιουέλ, ειδικά στη γαλλική περίοδό του. Ακραία περίπτωση απ’ την άλλη είναι εκείνη του Αλμοδόβαρ.

Η χρήση των σουρεαλιστικών σκηνών στην ταινία ήταν απαραίτητη για να τονιστεί η σύγχυση του κόσμου του κεντρικού χαρακτήρα. Ομως είναι μια κινηματογραφική πρακτική που δύσκολα επιτυγχάνεται... Πιστεύετε ότι καταφέρετε αυτό που είχατε στο μυαλό σας;

Β. Β.: Νομίζω πως ναι...Αυτό το μείγμα πραγματικού και φανταστικού, σοβαρού και γελοίου, κινείται στα όρια και θέλει προσοχή στις αναλογίες. Θέλει αγώνες. Εγώ και οι συνεργάτες μου είμαστε ικανοποιημένοι. Κινηθήκαμε βέβαια στην κόψη του ξυραφιού στο σενάριο, στο γύρισμα και κυρίως στο μοντάζ.

Έχουμε και το παράδειγμα του Παναγιωτόπουλου...

Β. Β.: Εδώ φταίει η κακή διανομή και όχι η ταινία. Ο Παναγιωτόπουλος δεν κατάλαβε ότι η ταινία έχει ένα συγκεκριμένο κοινό, ένα target group το οποίο δεν βλέπει σινεμά στα «Village» αλλά σε συγκεκριμένες αίθουσες. Δεν έκανε ένα μεγάλο θέαμα όπως το «Ελ Γκρέκο» του Σμαραγδή. Δεν υπήρχε δηλαδή επικοινωνία της ταινίας με τους θεατές στους οποίους απευθυνόταν.

Μείνατε ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα;

Β. Β.: Ναι, στην προβολή της ταινίας στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έμεινα ευχαριστημένος από την ανταπόκριση του κοινού. Γέλασαν, πέρασαν ωραία και κυρίως δεν βγήκε κανείς από την αίθουσα.

Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές υπάρχει και ένα προβεβλημένο τηλεοπτικό πρόσωπο, η Φαίη Ξυλά, ένα ακόμα δείγμα δηλαδή ενός φαινομένου που συναντάμε σε πολλές σύγχρονες ελληνικές κωμωδίες. Καταλήξατε σε αυτή την επιλογή μόνο για εμπορικούς λόγους;

Β. Β.: Όχι, λειτούργησα τελείως άσχετα απ’ αυτό. Η Φαίη Ξυλά και ο Κώστας Βουτσάς είναι οι μόνοι «τηλεοπτικοί» σταρ της ταινίας και ήθελα να είναι παρόντες. Την Ξυλά την ήθελα στο ρόλο του Εξολοθρευτή Αγγέλου από την αρχή, δεν είναι ο ρόλος της σαν εκείνο του «Γαμήλιο Πάρτι». Τον είχα δημιουργήσει μετά μανίας και στη συνέχεια με βοήθησε και τον ολοκληρώσαμε μαζί. Από εκεί και πέρα η χρήση τηλεοπτικών προσώπων στο σινεμά είναι ανασφάλεια. Συμβαίνει και στο θέατρο στο οποίο όμως όσο αναγνωρίσιμοι κι αν είναι οι ηθοποιοί αν δεν αξίζει το έργο η αίθουσα θα παραμείνει άδεια. Δυστυχώς οι αστέρες της τηλεόρασης φθείρονται, δεν είναι όπως οι χολιγουντιανοί αστέρες οι οποίοι με έναν ρόλο το χρόνο και πάντα διαφορετικό διατηρούνται αλώβητοι. Στην Ελλάδα η τηλεόραση τρώει τους ηθοποιούς, λειτουργεί ως κρεατομηχανή για τον ταλαντούχο. Με αυτή την υπερκατανάλωση δυσκολεύεται πολύ ο κινηματογραφικός σκηνοθέτης. Υπάρχει βέβαια και το παράδειγμα του Βουτσά που είναι άνθρωπος του σινεμά και δεν καταναλώθηκε από την τηλεόραση...

Όπως και την περίπτωση του νεαρού Πουρσανίδη;

Β. Β.: Ο Νίκος Πουρσανίδης είναι δικό μου παιδί και είμαι πολύ χαρούμενος για την εξέλιξή του. Τον είχα πρωτοδεί σε ταινία της Δέσποινας Τομαδάκη σ’ έναν μικρό ρόλο. Μετά τον έχρισα πρωταγωνιστή στο «Κάθε Σάββατο» παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς μου γιατί ήταν ανήλικος. Παρότι ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής σαν τον αδερφό του τελικά έμεινε στην υποκριτική και πέτυχε. Μετά απλώς τον πήρε ο Αγγελόπουλος (στο «Το Λιβάδι Που Δακρύζει») και εκτοξεύθηκε. Είναι πάρα πολύ καλός ηθοποιός, περίφημος συνεργάτης και θα πάει πολύ μπροστά αφού ξέρει να κάνει συνειδητές επιλογές σε όλους τους χώρους, την τηλεόραση, το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Η ταινία σας προβλήθηκε στο πρόσφατο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Θέλετε να μου εξηγήσετε τους λόγους που καθυστέρησε τόσο η έξοδος της στις αίθουσες;

Β. Β.: Είναι απλό, προσπαθούσα να βρω διανομέα. Πλέον οι αιθουσάρχες είναι και παραγωγοί, βρισκόμαστε όλοι στο έλεος του εμπορίου. Από την άλλη οι κλασικοί διανομείς περνάνε κρίση και είναι λίγοι, το σκέφτονται και το ξανασκέφτονται για μια ταινία σαν τη δική μου. Επίσης τα βραβεία έχουν καταντήσει να είναι δυσφήμηση, ειδικά εκείνα της Θεσσαλονίκης. Αρχικά είχα επαφές με χρηματοδότες στο στάδιο του σεναρίου όμως απέτυχα. Κανείς δεν ρισκάρει σε κάτι που δεν είναι σίγουρος ότι θα του φέρει κέρδη εκτός κι αν το σκεφτεί πολύ. Η πολλή σκέψη όμως ποτέ δεν κάνει καλό, έτσι κι εγώ το έκανα μόνος μου. Τελικά το Filmcenter του Ε.Κ.Κ. μου παραχώρησε δυο αίθουσες, τα «Πτι Παλαί» και «Τριανόν», ύστερα από αγώνα έξι μηνών. Δυστυχώς το επάγγελμα του κινηματογραφιστή στην Ελλάδα είναι...υψηλού κινδύνου!

Θέλετε να μου πείτε τη γνώμη σας για το ελληνικό διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ; Γιατί αντιμετωπίζονται έτσι οι ελληνικές ταινίες μέσα στην ίδια τους τη χώρα;

Β. Β.: Αρχικά δεν συμφωνώ με τους διαγωνισμούς σε εθνικό επίπεδο. Ορισμένες ταινίες έχουν ανάγκη τα βραβεία και την αναγνώριση γιατί τους δίνει γκλαμουριά όπως συμβαίνει με τα Όσκαρ ή το φεστιβάλ Βερολίνου (ας παρατηρήσουμε εδώ με όλο τον σεβασμό στην άποψη του δημιουργού ότι ομαδοποιεί ανόμοια πράγματα καθώς τα όντως glamorous Οσκαρ καμία σχέση δεν έχουν με οποιοδήποτε φεστιβάλ και πιο συγκεκριμένα με τη Berlinale. The accurate editor). Όμως στη μίζερη κινηματογραφική κοινότητα της Ελλάδας όπου κανένα ιδιωτικό κανάλι δεν επιχορηγεί με το ενάμισι τοις εκατό του κόστους που επιβάλλει ο νόμος καμία ταινία δεν υπάρχει κινηματογραφικό ενέχυρο και κίνητρα για χορηγίες. Σε αυτές λοιπόν τις αντίξοες συνθήκες παραγωγής και διανομής τα βραβεία είναι περιττά. Βλέπουμε πενήντα με εκατό ανθρώπους κάθε φορά ν’ αλληλοσφάζονται και να χορηγεί βραβεία μια επιτροπή πενήντα ατόμων, ένας όχλος δηλαδή που δεν αποτελείται και από αριστείς του χώρου! Αυτός ο ανθρωποκτόνος αγώνας κάνει κακό και στους νικητές και στους νικημένους. Εγώ προσωπικά είχα να στείλω δέκα πέντε χρόνια ταινία μου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης...Να σημειώσουμε επίσης ότι το σωματείο των σκηνοθετών διοργανώνει κάθε χρόνο ένα φεστιβάλ στο Λαύριο και δεν χορηγεί βραβεία. Ο θεσμός πρέπει να σταματήσει κι ας παραμείνει μόνον το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου. Κι όλα αυτά σας τα λέω εγώ, ένας ευνοημένος σκηνοθέτης με βραβεία και στην πρώτη («Ανατολική Περιφέρεια», 1979) αλλά και στις επόμενες ταινίες μου όπως το «Ο Έρωτας Του Οδυσσέα».

Τί σχόλια αποκομίσατε από την προβολή της ταινίας σας στο φεστιβάλ;

Β. Β.: Τόσο στο «Ολύμπιον» όσο και στην επαναληπτική στην Αποθήκη το κοινό ήταν ευδιάθετο. Κι αν στην πρώτη αίθουσα υπήρχαν αποκλειστικά άνθρωποι του χώρου στη δεύτερη είδα το χιούμορ μου να έχει ανταπόκριση, να μην είναι αυτιστικό. Και δεν με ενόχλησε που δεν πήρα κανένα βραβείο!

Θεωρείτε ότι ο ελληνικός κινηματογράφος νοσεί όπως διατείνονται πολλοί;

Β. Β.: Μόνον εμπορικά νοσεί...Οι παραγωγοί και οι αιθουσάρχες τα έχουν χαμένα, τα βραβεία είναι αρρώστια κι όλοι στηρίζονται στις ξένες παραγωγές που νομίζουν ότι θα σκίσουν και τις αγοράζουν ακριβά, με ποσά τριπλάσια από τα κανονικά. Όσον αφορά θεματικά και καλλιτεχνικά δε νοσεί καθόλου! Υπάρχει άνθηση, άνθρωποι όλων των ηλικιών ασχολούνται με το σινεμά και το κάνουν καλά. Από τους εφετινούς και η Βούλγαρη και ο Αναστόπουλος και ο Δούβλης έκαναν ενδιαφέρουσες ταινίες. Επίσης η γενιά μου, ο Αγγελόπουλος και ο Παναγιωτόπουλος αλλά ακόμα και ο Σφήκας (ο οποίος αν και ογδοντάρης επανέρχεται ψηφιακά) ή ο Κούνδουρος που επιστρέφει αλλά και οι ομαδικές δουλειές των νέων με το Digital Wave δείχνουν έναν ζωντανό οργανισμό. Βέβαια δεν έπεσε το φως που έπρεπε να πέσει στα ξένα φεστιβάλ, δηλαδή ο ρουμανικός κινηματογράφος δεν έγινε καλός το 2007, απλά τότε ακούστηκε και του έδωσαν σημασία οι Γάλλοι. Πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα ακουστεί κι ο ελληνικός. Απλά μέχρι τότε οι ξένοι δεν θα μπορούν να ασχολούνται με όλο το φάσμα της κάθε εθνικής κινηματογραφίας αλλά θα αρκούνται σ’ έναν Σαχίν στην Αίγυπτο, έναν Κοστουρίτσα στη Σερβία, τους αδελφούς Νταρντέν στο Βέλγιο, τον Αγγελόπουλο στην Ελλάδα, τον Ντανέρ στην Ελβετία, τον Καουρισμάκι στη Φινλανδία κ.λπ.

Ποια είναι προσωπικά η πιο αγαπημένη σας ταινία από τα «Ρεπό», «Ο Έρωτας Του Οδυσσέα», «120 Ντεσιμπέλ» και «Κάθε Σάββατο»;

Β. Β.: Προτιμώ το «120 Ντεσιμπέλ» γιατί είναι μια όχι και τόσο γνωστή δουλειά μου...Είναι πολύ προσεγμένο, κυρίως στο σενάριο που μιλά για τον θάνατο κι έχει ως κεντρικό θέμα τις αναμνήσεις του ήρωα και του περίγυρου του. Στο δρόμο του κατοπινού «Οι Ώρες» που όταν το είδα με γέμισε ικανοποίηση για κάτι που είχα κάνει εγώ είκοσι χρόνια πριν...

Θέατρο ή κινηματογράφος; Ποιο σας κερδίζει περισσότερο;

Β. Β.: Μαζί δεν γίνονται - ή το ένα ή το άλλο...Τώρα δεν σκέφτομαι το θέατρο μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος του «Γυναικείες Συνωμοσίες». Προτιμώ όμως την...«αγρανάπαυση», την απόσταση που σου δίνει τον χρόνο να σκεφτείς αν έχεις να πεις κάτι άλλο από αυτά που έχεις ήδη πει. Δεν είναι καλό να ασχολείσαι συνέχεια, πρέπει να έχεις και μια αίσθηση του περιβάλλοντος σου. Το «εναλλάξ» χρειάζεται για να υπάρχουν καλές δουλειές...

Μια ψύχραιμη, σωστή και υγιώς επαγγελματική προσέγγιση για την οποία κανείς δεν μπορεί να έχει αντίρρηση...

*Η συνέντευξη δόθηκε στον Νέστορα Ι. Πουλάκο και δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό κινηματογραφικό περιοδικό "Movieworld" στις 26/3/2008.