11 Ιουλ 2008

"Αφιέρωμα στον Ζιλ Ντασέν" - Ν.Ι. Πουλάκος

Ζιλ Ντασέν: Ο περισσότερο Ελληνας από τους...αλλοδαπούς σκηνοθέτες!

Προς το τέλος αυτής της χρονιάς ο Ζιλ Ντασέν συμπληρώνει τα ενενήντα επτά του χρόνια και παραμένει ένας αειθαλής, πείσμων καλλιτέχνης και άνθρωπος του πολιτισμού ο οποίος δεν εγκαταλείπει ποτέ το στόχο που κάθε φορά έβαζε στη ζωή του. Παραμένοντας πρόεδρος του Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη που ο ίδιος δημιούργησε λίγο καιρό μετά τον θάνατο της αγαπημένης του συυντρόφου (το 1994) προωθεί την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βοηθώντας παράλληλα με χορηγίες, υποτροφίες και ποικίλες άλλες κινήσεις την καλλιτεχνική άνθηση της «δεύτερης πατρίδας» του που τόσο αγάπησε. Ο Ζιλ Ντασέν γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου το 1911 στο Μιντλτάουν του Κονέκτικατ των Η.Π.Α. Γόνος Ρώσοεβραίου κουρέα ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά μιας οικογένειας που ζούσε υπό δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη όπου ξεκίνησε σαν ηθοποιός στην ARTEF Company (Jewish Socialist Proletarian Theater) το 1936. Σε νεαρή ηλικία κατάλαβε την κλίση του για τον κινηματογράφο παρακολουθώντας το πρώιμο τότε Χόλιγουντ του Γκρίφιθ, του Τσάπλιν, του Κίτον και των αδελφών Μαρξ να μεγαλουργεί. Αρχικά ασχολήθηκε με το θέατρο, ανεβάζοντας την πρώτη του παράσταση στο Μπροντγουέι το 1939 («Medicine Show»), για να μεταπηδήσει ένα χρόνο αργότερα στο Χόλιγουντ, υπογράφοντας συμβόλαιο με την RKO. Στις αρχές του 1940 τον «αρπάζει» η MGM στην οποία παραμένει για έξι χρόνια, κάνοντας εκεί τις πρώτες του ταινίες. Οι επιτυχίες όμως ήρθαν όταν αποφάσισε να συνεργαστεί με τον ανεξάρτητο παραγωγό Μαρκ Χέλινγκερ από το 1946.

Συμπληρώνοντας τα τριάντα του χρόνια ντεμπουτάρει σκηνοθετικά στο «πανί» με τη μικρού μήκους ταινία «Μαρτυριάρα Καρδιά», μια μεταφορά του ομώνυμου διηγήματος του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Την αμέσως επόμενη χρονιά και για την υπόλοιπη δεκαετία του ‘40 θα επιδοθεί σε μια μεγάλη παραγωγή ταινιών μέχρι να τον παρασύρει και αυτόν η εποχή του μακαρθισμού και να τον εξαναγκάσει να φύγει από τις Η.Π.Α. Ο Καναδός σκηνοθέτης Έντουαρντ Ντμίτρικ και ο συνάδελφός του Φρανκ Τουτλ ήταν εκείνοι που τον «έδωσαν» στην επιτροπή αντικομουνισμού και του έκοψαν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα η οποία ήδη ανθούσε με τα φιλμ-νουάρ του να είναι ιδιαίτερα δημοφιλή. Τα «Η Νύχτα Και Η Πόλη» του 1950 (στο οποίο έγινε remake το 1992 από τον Ίρβιν Γουίνκλερ με πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και την Τζέσικα Λανγκ), «Λεωφόρος Των Κλεφτών» του 1949, το διάσημο πλέον «Γυμνή Πόλη» που κέρδισε δυο Όσκαρ και το «Ο Δήμιος Των Κολασμένων» (με τον Μπαρτ Λάνκαστερ) του 1947 που αποτέλεσε την αφορμή της μακαρθικής δίωξης του ήταν οι ταινίες που έχτισαν το θρύλο του στην Αμερική. Πριν από αυτές, όπως κάθε ανερχόμενος σκηνοθέτης της εποχής, γύρισε κωμωδίες («The Affairs Of Martha», «Young Ideas»), δράματα («Nazi Agent», «Two Smart People») και αισθηματικά φιλμ («A Letter For Evie»), μετέφερε στο σινεμά το διήγημα «The Canterville Ghost» του Όσκαρ Ουάιλντ ενώ το «Reunion In France» (1942) ξεχώρισε λόγω των ερμηνειών της Τζόαν Κρόφορντ και του Τζον Γουέιν (πριν γίνει σκληρός καουμπόι).

Η ευρωπαϊκή περίοδος

Το 1952 ο Ντασέν ταξιδεύει για την Ευρώπη κυνηγημένος από τους τιμητές που καθοδηγούσε ο Μακάρθι. Η συνέχεια της καριέρας του αποδείχτηκε πολυεθνική γυρίζοντας ταινίες στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα, ασχολούμενος με το θέατρο (κυρίως) και το μιούζικαλ και κάνοντας ακόμα και...ολίγον τηλεόραση. Οι δεσμοί του με την Αμερική βέβαια δεν κόπηκαν αφού γύριζε συχνά - πυκνά για να ασχοληθεί με όλα τα παραπάνω είδη, με το Μπροντγουέι να τον κερδίζει όλο και περισσότερο αφού ανέβασε εκεί εκεί σπουδαίες παραστάσεις της εποχής («Two’s Company», «Ίλια Ντάρλινγκ», «Συντροφιά Με Τον Μπρεχτ»). Ήδη από το 1932 ήταν παντρεμένος με την Μπέατρις Λόνερ (χώρισαν το 1962) με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον αείμνηστο Τζο (διάσημος ποπ τραγουδιστής στη Γαλλία στη δεκαετία του ‘70), την Ζουλί (ηθοποιός για βραχύ διάστημα) και το δεύτερο γιο του (Ρίκι) ο οποίος επίσης πέθανε σε μικρή ηλικία.

Το 1955 ντεμπουτάρει στην Ευρώπη με το γαλλικής παραγωγής all time classic «Ριφιφί» που κέρδισε τέσσερα βραβεία μεταξύ των οποίων και καλύτερης σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών, ένα Φιλμ νουάρ που περιγράφει μια συμμορία τεσσάρων κακοποιών που σχεδιάζουν το τέλειο έγκλημα. Η ταινία αγαπήθηκε και υμνείται ακόμα. Δυο χρόνια αργότερα θα γυρίσει την ταινία που του σημάδεψε τη ζωή, τη μεταφορά του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη που τον φέρνει για πρώτη φορά σε επαφή με την Ελλάδα και την Μελίνα Μερκούρη η οποία πρωταγωνιστούσε. Μαζί με μια ακόμη τιμητική διάκριση στις Κάννες κέρδισε και την καρδιά της πιο διάσημης Ελληνίδας ηθοποιού της εποχής, ξεκινώντας έτσι έναν θυελλώδη δεσμό που θα καταλήξει σε γάμο (το 1965) και θα του αλλάξει, μια για πάντα, την υπόλοιπη ζωή του.

Τρία χρόνια πριν την καλύτερη ταινία της τόσο ποικίλης φιλμογραφίας του θα σκηνοθετήσει ένα δράμα με την Τζίνα Λολομπρίτζιντα και τον Ιβ Μοντάν το οποίο δεν θα σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία. Το «Ο Νόμος» ήταν μια ιταλική παραγωγή, ένα μείγμα αμερικανικής σαπουνόπερας με ευρωπαϊκό «κουλτουριάρικο» φιλμ και πολύ σεξ που πολυ-διαφημίστηκε αλλά δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Το 1960 ο Ζιλ Ντασέν σκηνοθετεί το «Ποτέ Την Κυριακή» το οποίο έχει χαρακτηριστεί από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Έχοντας πλέον αρχίσει να εγκαθίσταται στη χώρα μας εξαιτίας της Μελίνας Μερκούρη αρχίζει να ασχολείται με το σενάριο του Αμερικανού τουρίστα που προσπαθεί να βάλει στον ίσιο δρόμο μια πόρνη του Πειραιά. Ο μεγάλος σκηνοθέτης πρωταγωνιστεί ο ίδιος δίπλα στη Μελίνα και μας χαρίζουν μια εξαίσια ταινία με την βοήθεια της εκπληκτικής μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι («Τα Παιδιά Του Πειραιά») και τη σημαντική παρουσία Ελλήνων ηθοποιών όπως ο Γιώργος Φούντας, ο Θανάσης Βέγγος, ο Δήμος Σταρένιος και ο Τίτος Βανδής. Η ταινία απέσπασε Όσκαρ μουσικής επένδυσης, δυο υποψηφιότητες για τον Ντασέν, μια για την Μελίνα και μια για Όσκαρ κουστουμιών, υποψηφιότητες βραβείων BAFTA και Χρυσής Σφαίρας αλλά και το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ των Καννών για την Ελληνίδα ηθοποιό. Μάλιστα επτά χρόνια αργότερα ο Ντασέν θα αποσπάσει δυο Βραβεία Tony στην Αμερική, όταν ανέβασε το μιούζικαλ «Ίλια Ντάρλινγκ» στο Μπροντγουέι και κυκλοφόρησε το ανάλογο βιβλίο, αμφότερα βασισμένα σ’ εκείνη τη θρυλική ταινία.
Από εκεί και πέρα το όνομα του Ντασέν συνδέθηκε άρρηκτα με την Ελλάδα και τη Μελίνα Μερκούρη. Ουσιαστικά από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν θα «εγκαταλείψει» ποτέ τη χώρα μας. Το 1962 σκηνοθετεί μια παραλλαγή του μύθου του «Ιππόλυτου» του Ευριπίδη με τον Άντονι Πέρκινς και την Μελίνα. Η «Φαίδρα» είναι ένα ερωτικό δράμα που περιγράφει ένα τρίγωνο ανάμεσα σ’ έναν εφοπλιστή, τη νεαρή ερωμένη του και τον γιο του. Τη μουσική επιμελήθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης και η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ κουστουμιών, βραβεία BAFTA και Χρυσής Σφαίρας. Σε αμιγώς αμερικανική παραγωγή εξελίχθηκε η ταινία «Τοπ Καπί» (1964) που θεωρήθηκε το reamke του γαλλικού «Ριφιφί». Πλάι στην Μελίνα αυτή τη φορά ο σπουδαίος ηθοποιός Πίτερ Ουστίνοφ ο οποίος κέρδισε Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου. Στη μουσική, για ακόμα μια φορά, ο Μάνος Χατζιδάκις. Η επιστροφή του Ντασέν στο νουάρ που τόσο αγάπησε έδειξε τη θέλησή του να γυρίσει σ’ εκείνες τις ταινίες που τον ανέδειξαν τις δεκαετίες του ‘40 και του ’50. Ένα χρόνο πριν πάρει το δρόμο για το γύρο του κόσμου με τη σύζυγό του, εξαιτίας της χούντας στην Ελλάδα, γυρίζει μια αμερικανοϊσπανική παραγωγή, το «10.30 Καλοκαίρι Βράδυ». Ο Πίτερ Φιντς, η Ρόμι Σνάιντερ και φυσικά η Μελίνα Μερκούρη πρωταγωνιστούν σε μια ακόμη ερωτική ιστορία που βασίστηκε σε βιβλίο της γνωστής συγγραφέως Μαργκερίτ Ντιράς («Χιροσίμα Αγάπη Μου», «Ο Εραστής»).

Ζιλ Ντασέν: Ο περισσότερο Ελληνας από τους...αλλοδαπούς σκηνοθέτες! (Αλλά όχι πια μαζί μας δυστυχώς...)

Η χούντα και η τελευταία δημιουργική περίοδος...

Όταν επιβλήθηκε η χούντα ο Ντασέν με την Μελίνα αποθεώνονταν στη Νέα Υόρκη για το μιούζικαλ «Ίλια Ντάρλινγκ». Κατά την διάρκεια της επταετίας μέχρι την επάνοδό τους στην Ελλάδα και την έναρξη της πολιτικής δράσης της ηθοποιού, δίπλα στον Ανδρέα Παπανδρέου, θα γυρίσουν όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις διοργανώνοντας πολιτικές εκδηλώσεις και παραστάσεις. Παράλληλα ο Ντασέν επαναπατρίστηκε κινηματογραφικά στις Η.Π.Α. και επίσημα το 1968, σκηνοθετώντας την πρώτη του ταινία εκεί έπειτα από δέκα οκτώ χρόνια («Η Νύχτα Και Η Πόλη»). Το «Up, Tight!» δημιουργήθηκε με ένα «καθαρά» αμερικανικό επιτελείο, απ’ το σενάριο μέχρι την παραγωγή και τους ηθοποιούς και, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, δεν συμμετείχε η Μελίνα Μερκούρη. Ήταν remake του κλασικού φιλμ «The Informer» του Τζον Φορντ που είχε κερδίσει τέσσερα Όσκαρ το 1935. Πάντως η ταινία υποτιμήθηκε πάρα πολύ από τους κριτικούς της εποχής και αποτελεί ένα σπάνιο διαμάντι της φιλμογραφίας του Ντασέν.

Γαλλικής παραγωγής αλλά με αμερικάνικο «δάκτυλο» το «Πρωινό Ξύπνημα» του 1970. Η Μελίνα επιστρέφει ως πρωταγωνίστρια σ’ ένα φιλόδοξο πλην απογοητευτικό φιλμ το οποίο δυσαρέστησε μεγάλο μέρος του κοινού όταν είδε τα πάντα στην παραγωγή - από το σενάριο μέχρι τη μουσική και από τη στάση της Μελίνας μέχρι τους υπόλοιπους ρόλους - σε κακή φόρμα. Θέλοντας να ξεχάσει γρήγορα αυτό το εγχείρημα και με αφορμή την πτώση της χούντας το 1974 σκηνοθετεί το «Δοκιμή» που δεν βγαίνει ποτέ στις αίθουσες. Πρόκειται για μια «παράξενη» δραματική ταινία που κινείται στα όρια του ντοκιμαντέρ. Εξελίσσεται στη Νέα Υόρκη και έχει ως αφορμή τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στην Αθήνα. Την παραγωγή την ανέλαβε η ίδια η Μερκούρη, τη μουσική ο Μίκης Θεοδωράκης ο οποίος και...πρωταγωνιστεί μαζί με τον Ντασέν ενώ μπροστά από την κάμερα παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ, οι ηθοποιοί Λόρενς Ολιβιέ, Ολυμπία Δουκάκις και Στάθης Γιαλελής και ο σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος.

Στην Ελλάδα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης παγιώνεται η εποχή που η Μελίνα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τόσο την πολιτική/πολιτισμική σκηνή της χώρας και ο Ντασέν επικεντρώνεται στο θέατρο και μοιράζεται μεταξύ Μπροντγουέι και Ελλάδας ανεβάζοντας έργα όπως τα «Το Γλυκό Πουλί Της Νιότης» του Τένεσι Ουίλλιαμς και «η Όπερα της πεντάρας» του Μπρεχτ. Το 1978 ο Ντασέν και η Μερκούρη επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη με μιαν ακόμα μεταφορά έργου του Ευριπίδη. Με βάση το «Μήδεια» ο δημιουργός γυρίζει το «Κραυγή Γυναικών» όπου συμπρωταγωνιστεί η Έλεν Μπέρστιν και κάνουν την εμφάνιση τους σημαντικοί Έλληνες ηθοποιοί όπως ο Κώστας Αρζόγλου, ο Σάββας Αξιώτης, η Δέσπω Διαμαντίδου, ο Μάνος Κατράκης, ο ο Γιάννης Βόγλης, η Μπέτυ Βαλάση αλλά και ο Ανδρέας Βουτσινάς και πολλοί άλλοι. Με διεύθυνση φωτογραφίας από τον Γιώργο Αρβανίτη και μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου η ταινία κερδίζει υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες. Παρόλα αυτά απείχε πολύ από ανάλογες δημιουργίες του Κακογιάννη και αυτό τονίστηκε εντόνως την εποχή εκείνη. Δυο χρόνια αργότερα ο Ζυλ Ντασέν θα φτάσει στο σκηνοθετικό του τέρμα. Στις απαρχές της δεκαετίας 1980 θα γυρίσει το «Circle Of Two», δράμα καναδικής (!) παραγωγής το οποίο αποτέλεσε ένα μεγάλο φιάσκο και με το ζόρι βγήκε στις αίθουσες των Η.Π.Α. το 1982. Περιέγραφε τη σχέση και τον έρωτα ενός εξηντάχρονου καλλιτέχνη (Ρίτσαρντ Μπάρτον) με μια δεκαεξάχρονη καλλονή (Τάτουμ Ο’ Νιλ). Μετά από αυτήν την ταινία ο Ντασέν αποφάσισε να εγκαταλείψει το σινεμά και να στραφεί οριστικά στο θέατρο και στη ζωή του στην Ελλάδα.

Αντί επιλόγου...

Ο Ζιλ Ντασέν - που σε πρώιμες δημιουργίες του υπέγραφε ως «Perlo Vita» - διέγραψε μια σημαντικότατη σκηνοθετική πορεία τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο παγκοσμίως. Στο σινεμά θα λέγαμε ότι κατάφερε να εισάγει ένα δικό του, αναγνωρίσιμο στιλ με τις ταινίες του οι οποίες ελάχιστες είχαν κάποιο κοινό στοιχείο μεταξύ τους. Τη καριέρα του δεν θα μπορούσαμε να τη χωρίσουμε εύκολα σε περιόδους με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια στην Αμερική που θα μπορούσαν να διακριθούν σ’ εκείνα που εκτελούσε παραγωγές της MGM (1941 – ‘6) και στη νουάρ εποχή με τον παραγωγό Χέλινγκερ. Η εγκατάστασή του στην Ευρώπη και κυρίως η σχέση του με την Μελίνα επηρέασε το ύφος του στρέφοντας τον σε ταινίες ποικίλου είδους με προεξέχοντα τα ερωτικά δράματα που είχαν γερή δόση...ελληνικού στοιχείου.

Ο Ντασέν γύρισε είκοσι πέντε ταινίες συνδυάζοντας την παραδοσιακή αφηγηματικότητα του Χόλιγουντ με την ξεχωριστή σκηνοθετική ματιά του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Κέρδισε πέντε βραβεία με κυριότερο βέβαια εκείνο στις Κάννες ενώ είχε και δυο υποψηφιότητες για Όσκαρ. Τιμητικά βραβεία έλαβε στα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1994), Μονάχου (1997) και Νέα Υόρκης (2000). Διετέλεσε μέλος των κριτικών επιτροπών στο φεστιβάλ Καννών (1979) και του Βερολίνου (1984). Η συμβολή του στο θέατρο ήταν το ίδιο αξιοσημείωτη με αυτή στον κινηματογράφο. Το ίδιο όμως και στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας μας συνεχίζοντας το τεράστιο έργο που άφησε η αγαπημένη του μούσα, η Μελίνα. Ο κύκλος της ζωής και της δημιουργίας του έκλεισε ομαλά, το απόγευμα της Δευτέρας 31 Μαρτίου 2008 στο νοσοκομείο «Υγεία». Αφήνοντας μας να τον θυμόμαστε, τόσο για τις ταινίες του όσο και για τη σπάνια αγάπη του για τη χώρα μας αν και δεν είχε γεννηθεί σε αυτήν...

*Το κείμενο για τον αείμνηστο Ζιλ Ντασέν δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό κινηματογραφικό περιοδικό "Movieworld" στις 30/3 και 2/4/2008, για λογαριασμό της μηνιαίας προσωπικής στήλης "Μαγική Πόλις". Το ιδιαίτερο του κειμένου είναι ΟΤΙ ΤΟ Α' ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ -ΕΝΤΕΛΩΣ ΤΥΧΑΙΑ- το ίδιο πρωινό του θανάτου του μεγάλου σκηνοθέτη, με αποτέλεσμα να δημοσιευτεί άμεσα το β' μέρος (που προοριζόταν για τον επόμενο μήνα). Μάλιστα, στο εισαγωγικό σημείωμα του β' μέρους (που δεν δημοσιεύεται εδώ) αναφερόμουν στις αλά "71 τυχαιότητες" του Χάνεκε, που μας συμβαίνουν μερικές φορές στη ζωή...