20 Ιουλ 2008

"Το Σχήμα του Εφιάλτη που Έρχεται.." - Ν.Ι. Πουλάκος

Το 1975…

Ορμώμενος από τον αρχαίο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης ο Νίκος Νικολαΐδης μεταφέρει την ιστορία όχι τόσο στα σύγχρονα – τότε - πλαίσια αλλά σε μελλοντικούς και ακραιφνώς δυσοίωνους καιρούς για τους οποίους (ίσως...) είχε προβλέψει σωστά. Μια νεαρή γυναίκα εγκλωβισμένη σ’ ένα σπίτι, φοβισμένη, τρομαγμένη αλλά και, κατά διαστήματα, δυναμική και ατίθαση. Ο Ορφέας της είναι εκείνος ο «αόρατος» άνθρωπος που φεύγει και έρχεται συνεχώς στη ζωή της, ο σκοπός του άγνωστος, το αποτέλεσμα αβέβαιο. Οι άνθρωποι πολιορκούν την Ευρυδίκη από το φεγγίτη του σπιτιού ο οποίος είναι το αδύναμο σημείο του οχυρού από το οποίο αδυνατεί να βγει και να δραπετεύσει. Ένα σπίτι κυριευμένο και αποκλεισμένο από τις δυνάμεις καταστολής, εμποτισμένο από την κρατική βία και καλυμμένο από την κεντρική μηχανή που ελέγχει τα πάντα είναι εκείνο που δεν αφήνει να τρέξει η Ευρυδίκη μακριά…Περιμένει να τη μεταφέρουν (το κράτος) κι εκείνοι καθυστερούν τρομακτικά, σχεδόν βασανιστικά. Η Ευρυδίκη φέρνει στο νου της στιγμές μιας γυναίκας που πέθανε και ζούσε στο σπίτι αυτό. Φοβάται για τη δική της μοίρα. Ο Ορφέας είναι ο μυστηριώδης άνδρας που θα της πάρει την ζωή ή θα την παρατείνει. Στο μεταίχμιο της ιστορίας και της κατάληξης όλα είναι αληθινά και τα πάντα επιτρέπονται… Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο Νίκος Νικολαΐδης στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους «βγάζει» τους φόβους που θα τον κατατρέχουν σε όλη τη μεταγενέστερη φιλμογραφία του. Η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, η σύζυγος του αλλά και ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, από την αρχή δίπλα του ενώ ο μετέπειτα γνωστός σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος στη φωτογραφία κάνει θαύματα και η μουσική επένδυση είναι κάτι παραπάνω από μεθυστική. Το όνομα της Ευρυδίκης συμπληρώνεται από τον κωδικό αριθμό «Β.Α. 2037», στην πραγματικότητα οι πινακίδες του αυτοκινήτου του Νικολαΐδη. Τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερη μνεία από τους Ιταλούς κριτικούς σε πρώτο φόντο...

Το 1987…

Κι ας τη φοβόταν ο Νίκος, δεν πειράζει...Κι ας μην έχει τη φήμη των «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» και «Γλυκιά Συμμορία», δεν μας απασχολεί. Κατά τη γνώμη μας είναι η καλύτερη ταινία του Νίκου Νικολαΐδη και «φτιάχτηκε» στην καρδιά της Αθήνας επί ένα χρόνο, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Το τοπίο είναι αγνώριστο κι όμως στην πραγματικότητα είναι η πίσω «βρώμικη» όψη της πλατείας Ομονοίας. Η γυναίκα εμφανίζεται και πάλι. Αυτή τη φορά έχει δραπετεύσει από το σπίτι – φρούριο – φυλακή των δυνάμεων καταστολής και έχει βγει έξω στη νεκρή πόλη. Βλέπει το βομβαρδισμένο τοπίο, συγχύζεται, απορεί, μελαγχολεί, δυσφορεί. Η πόλη κατεστραμμένη, η κρατική πολιτοφυλακή έχει καταλάβει το μέρος, το έχει ξεριζώσει, ερημώσει. Έχει διασπείρει φόβο, τρόμο. Το χάος κυριεύει το πάντα. Ο άνδρας – φύλακας έχει απομείνει μόνος. Βλέπει την περιφερόμενη γυναίκα απορημένη με την κατάσταση που συναντά. Την προσεγγίζει, την πλησιάζει και συμπορεύονται προς τη διαφυγή. Εδώ η διαφυγή είναι η θάλασσα, το νερό – η εξιλέωση και ο εξαγνισμός των αρνητικών συναισθημάτων, η κάθαρση των φόβων και των ανησυχιών. Όμως συνεχώς παρακολουθούνται από τον «Μεγάλο Αδελφό». Τους κυνηγούν. Παράλληλα θυμούνται ή μάλλον προσπαθούν να φέρουν στη μνήμη τους τις όμορφες σκηνές από τις ζωές και τις καλές εποχές του παρελθόντος. Πρέπει όμως να προσέχουν…Γιατί πάντα εκεί, στο μουντό ξημέρωμα, πίσω από τις ξεχαρβαλωμένες μεταλλικές κατασκευές, στις κρίσιμες ρωγμές της ιστορίας καραδοκεί η «Πρωινή Περίπολος»…Ο Γιώργος Χατζηνάσιος ντύνει μουσικά τον τρόμο της ταινίας με μαεστρία. Τα κείμενα της Δάφνης Ντε Μωριέ, του Φίλιπ Ντικ και πολλών άλλων συμπληρώνουν με voice over το αδιέξοδο σενάριο του Νικολαΐδη. Και ανάμεσα σε όλα αυτά τα βραβεία του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ίσως να μη λένε και τίποτα...

Και το 2006...

Η γυναίκα μετά την περιπλάνηση επιστρέφει στο σπίτι – καταφύγιο. Φαίνεται την έχουν κάνει έτσι ώστε να νιώθει ότι ανήκει εκεί. Στο σπίτι – φυλακή (το οποίο στην πραγματικότητα είναι ένας κρατικός οίκος ανοχής) συναντά ακόμη τρεις φοβισμένες γυναίκες, έρμαια της άρχουσας μηχανής καταστολής. Στειρωμένες όλες τους, εκβιασμένες για το απροσδόκητο, εκτελούν εντολές και διακατέχονται από τους εφιάλτες και τους τρόμους που οι «επάνω» τους έχουν εμφυσήσει. Η μία γυναίκα γίνεται τέσσερις, στην ουσία όμως είναι ένα και το αυτό πρόσωπο που προσπαθεί (ή τελικά παραδόθηκε;) να ξεφύγει από τον εφιάλτη ο οποίος δεν έρχεται αλλά βρίσκεται ήδη στο σώμα της, στο μυαλό και στην ψυχή της και την κυριεύει. Εδώ πλέον δεν υπάρχει άνδρας – φύλακας ή σωτήρας όπως στα άλλα στάδια του εφιάλτη. Εκείνος σκοτώθηκε. Είναι μόνη της...Και μόνη της θα φύγει από τούτη τη ζωή που της έλαχε, με τρόπο αξιοπρεπέστατο όπως οι ήρωες του «Γλυκιά Συμμορία». «The Zero Years»...και δεν υπάρχει πλέον έλεος για κανέναν. Ένα χρόνο πριν μας αποχαιρετήσει ο Νίκος Νικολαΐδης παραδίδει το τελευταίο δημιούργημά του, γυρισμένο με ψηφιακή beta και βασισμένο στην «ατίθαση» μουσική του γιου του, του Συμεών Νικολαΐδη. Η πρωταγωνίστρια του «Πρωινή Περίπόλος» Μισέλ Βάλεϋ εδώ ενσαρκώνει ένα μέλος των κρατικών δυνάμεων που καταδυναστεύουν τις γυναίκες τις οποίες – κάποτε - η ίδια αντιπροσώπευε. Βραβεία...κρατικά δεν πήρε ποτέ παρά μόνο πίκρα, ειρωνεία και αντίδραση για αυτό του το δημιούργημα ο Νίκος Νικολαΐδης. Παρόλα αυτά και ότι κι αν λένε όλοι, ότι κι αν βλέπει ο ίδιος από εκεί ψηλά, ο εφιάλτης - όπως σωστά μάντεψε και προέβλεψε - δεν έρχεται...είναι ήδη ανάμεσά μας!

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε για λογαριασμό της στήλης "Μαγική Πόλις" στο ηλεκτρονικό κινηματογραφικό περιοδικό "Movieworld" στις 30/5/2008.