17 Ιουλ 2008

"H "Tριλογία της Σιωπής" (1984 - 1988) του Θόδωρου Αγγελόπουλου" - Ν.Ι. Πουλάκος

Σύμφωνα με τον αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη οι ταινίες του Θεόδωρου Αγγελόπουλου είναι «ποιητικά ιστορικές». Αυτή η ποίηση δια της ιστορίας, ένα φαινόμενο υπαρκτό και εκστατικά επαναλαμβανόμενο σε κάθε ταινία του (από το «Αναπαράσταση» του 1970 μέχρι το «Το Λιβάδι Που Δακρύζει» του 2003), είναι ένα κύριο στοιχείο της φιλμικής δημιουργίας και της καλλιτεχνικής ύπαρξης του διασημότερου αλλά και – πώς να το κάνουμε; - ποιοτικότερου Έλληνα κινηματογραφιστή του εικοστού αιώνα (η τιμή στον Γεωργιάδη, στον Κούνδουρο, στον Κακογιάννη και στον Βούλγαρη παραμένει φυσικά). Το 1984 ο «Τεό» αποφασίζει να στρέψει αλλού και τους ρόλους αλλά και τα βλέμματα των θεατών. Η «τριλογία της Ιστορίας» («Μέρες Του ’36», «Ο Θίασος», «Κυνηγοί») έκλεισε τον κύκλο της οριστικά μετά και την θεαματική έξοδο στις αίθουσες του «Ο Μεγαλέξανδρος» (1980). Ήρθε λοιπόν η ώρα για σιωπή…

Σιωπά η Ιστορία...

Το «Ταξίδι Στα Κύθηρα» είναι προσωπική ουτοπία του Αγγελόπουλου. Όπως ο ζωγράφος Βατό και ο ποιητής Μποντλέρ έτσι και ο Έλληνας σκηνοθέτης «ανακάλυψε» τα δικά του Κύθηρα, ένα πραγματικό νησί με μυθολογικές και φανταστικές προεκτάσεις, για να μιλήσει για το πώς και γιατί η Ιστορία, την οποία ο ίδιος ύμνησε, έδειξε και δίδαξε από το 1972 μέχρι το 1980 με τέσσερις ταινίες σιώπησε πλέον. Ο Σπύρος από την Τασκένδη, αυτοεξόριστος μετά τον εμφύλιο και πρώην κομουνιστής, επιστρέφει στην πατρίδα του και εργάζεται ως πλανόδιος πωλητής αρωμάτων. Παράλληλα παρατηρεί την πατρίδα του, τη γη του, το χωριό του το οποίο υπερασπίστηκε στον πόλεμο να ξεπουλιέται, να αλλάζει, να αλλοτριώνεται. Εκείνος αντιστέκεται, δεινοπαθεί, εναντιώνεται και στο τέλος απομονώνεται γιατί η Ελλάδα της μεταπολίτευσης, της αντιπαροχής, του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ε.Ο.Κ. αποσαθρώνεται. Πιστή του σύντροφος και συνοδοιπόρος η «πιστή» Πηνελόπη, η σύζυγος του, που του συμπαραστέκεται, τον συμπονά και, πάνω από όλα, τον καταλαβαίνει – γεγονός το οποίο ούτε τα παιδιά του δεν καταλαβαίνουν. Στη ζωή του Σπύρου είναι σφήνα το μισοτελειωμένο όραμά του ενώ ως πνοή στην καθημερινότητά του μπαίνει ένας σκηνοθέτης (αυτοβιογραφικό στοιχείο του Αγγελόπουλου που το συναντάμε έντεκα χρόνια αργότερα και στο «Το Βλέμμα Του Οδυσσέα»), ο Αλέξανδρος (άμεση σύνδεση με το «Ο Μεγαλέξανδρος») ο οποίος κουρασμένος από τις μυθοπλασίες, τα μελό και τα καθιερωμένα του σινεμά ψάχνει κάτι καινούριο…Η περίπτωση, η ιστορία και η ζωή του Σπύρου ιδανική. Η ιστορία ενός λαού, από το 1945 ως τη μεταπολίτευση, μέσα από τα μάτια ενός «κουρασμένου» και καταπονημένου ανθρώπου, ενός από τα χιλιάδες θύματα μιας «μαύρης» εποχής για την Ελλάδα (βλέπε και το «Καλή Πατρίδα Σύντροφε» του Λευτέρη Ξανθόπουλου).

Σιωπά ο έρωτας...

Ο μελισσοκόμος Σπύρος (η συνέχεια της φθοράς του πρώην αριστερού άνδρα στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης) θα κάνει την επανάστασή του, θα πάρει τις κυψέλες του και - όπως έκαναν ο πατέρας και ο παππούς του παλαιότερα - θα ακολουθήσει το δρόμο της άνοιξης, το δρόμο των μελισσών. Πάνω απ’ όλα θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο, αυτόν που ήθελε μια ζωή και επιθυμούσε στα όνειρά του, στις συζητήσεις και κουβέντες που είχε με φίλους, γνωστούς, συνάδελφους, γυναίκες. Ο βολεμένος Σπύρος, πρώην κομουνιστής και στη συνέχεια διορισμένος δάσκαλος σε μικρή επαρχιακή πόλη (τουτέστιν δήλωση μετάνοιας – αποδοχής από τους νικητές του εμφυλίου) που πέρασε όλη του τη ζωή μαζί με την οικογένειά του μετά το γάμο της κόρης του και τη φυγή του γιου του για σπουδές κάνει «μπαμ»! Το δικό του «μπαμ»...Θέλει να φύγει, να φύγει μακριά, να νιώσει. Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι ερμηνεύει εξαιρετικά τον σιωπηλό Σπύρο ο οποίος ποθεί να ζήσει και να ρουφήξει τη ζωή που δεν έζησε. Η Νάντια Μουρούζη είναι ο Μπουνιουελ-ικός «εξολοθρευτής άγγελος» ή καλύτερα ο άγγελος του Παζολίνι που εμφανίζεται, ελκύει τον Σπύρο και μετά εξαφανίζεται...ώσπου να (ξανα)εμφανιστεί. Η συνάντησή τους, η σχέση που δομείται και ξεδιπλώνεται θα ανασύρει μνήμες, θα αναγεννήσει αναμνήσεις και θα ζωντανέψει πάθη στον φυγά δάσκαλο. Το παρελθόν είναι η ζωή του όλη. Για τον άγγελο τα πάντα είναι παρόν και μέλλον και φεύγει...Και έτσι, αφημένος στην επίθεση των ίδιων του των μελισσών, ο Σπύρος αυτοκτονεί, σκοτώνοντας μαζί και τον έρωτα που ήθελε τόσο να βιώσει. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου - με το θέμα που έκανε τις καρδιές των θεατών να ριγήσουν - σε συνδυασμό με το ιταλικό «άγγιγμα» του Μαστρογιάνι έκανε το δημιούργημα του «ποιητή» Αγγελόπουλου ιδιαίτερα δημοφιλές.

Σιωπά ο Θεός...

Ο Πατέρας – Θεός δεν είναι εδώ. Είναι απών...Και τα παιδιά του τον αναζητούν. Ο μικρός Αλέξανδρος (ο δημιουργός επιστρέφει στην παιδική του ηλικία και βλέπουμε τον κόσμο απαισιόδοξα μέσα από τα μάτια του) και η αδελφή του Βούλα κινούνται προς τα σύνορα. Θέλουν να πάνε στη Γερμανία όπου ζει ο πατέρας που δεν γνώρισαν ποτέ και τον οποίον έχουν μεγάλη ανάγκη να δουν, να νιώσουν, να ζήσουν μαζί του. Η πορεία τους ένα ατέρμον ταξίδι. Το όνειρό τους, κρατημένο από το χέρι, γαλουχημένο από φλεγόμενη καρδιά και μ’ ένα παγωμένο βλέμμα στον κόσμο, πρέπει να πραγματοποιηθεί. Ο πατέρας όμως είναι απών. Τους έχει αφήσει στο έλεος των γεγονότων, στο δικό τους χαμό. Ο πατέρας στη Γερμανία ενσαρκώνει τον – τότε – Νεοέλληνα ο οποίος έφευγε από τη «μίζερη» Ελλάδα για μια καλύτερη τύχη και για περισσότερα χρήματα. Η Γερμανία για τις δεκαετίες μετά από αυτή του ‘50 ήταν ότι και η Αμερική για εκείνη του ’20 και οι αδηφάγοι Έλληνες της μεταπολίτευσης έτρεξαν να προλάβουν το «ζεστό» χρήμα και την υπέροχη (!) ζωή (βλέπε και το «Επιστροφή» του Βασίλη Δούβλη). Ο πατέρας στη Γερμανία - υπαρκτό ή μη πρόσωπο...- είναι η ουτοπία αυτών των παιδιών. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Ορέστης καθώς ο Αγγελόπουλος μπερδεύει (με συμπαραστάτες στο σενάριο τον Τονίνο Γκουέρα και τον Θανάση Βαλτινό) το μύθο των Ατρειδών με την ελληνική πραγματικότητα του ‘80 και τη σωτηρία της ψυχής των μικρών ηρώων. Στο ρόλο του Ορέστη ο τότε φέρελπις του Θεάτρου Τέχνης Στράτος Τζώρτζογλου (την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε και στο «Η Φανέλα Με Το 9» του Παντελή Βούλγαρη) ο οποίος από τη στιγμή που συναντά τη Βούλα και τον Αλέξανδρο τους δέχεται σαν αδέλφια του, τους αγαπά και προσπαθεί να τους βοηθήσει να βρουν το δρόμο τους. Εδώ μπαίνει και ταυτόχρονα αποχωρεί οριστικά από τη «κεντρική σκηνή» ο περιπλανώμενος θίασος ο οποίος μετά από ταξίδι δέκα τριών χρόνων κατά τη διάρκεια των οποίων παίζει μόνο τη «Γκόλφω» δείχνει σιγά – σιγά τα σημάδια εξάντλησής και τελικής διάλυσής του. Ο «θίασος» του Αγγελόπουλου (ο οποίος ξεκίνησε την πορεία του από την ομώνυμη ταινία - έπος του 1975) είναι ο ελληνικός λαός και τα βάσανά του, το σύνηθες τέμπο της ζωής και της καθημερινότητάς του, η προσκόλληση στην παράδοση, στα ήθη και στα έθιμα του, η μεταβολή της φυλής του, τα δεινά που πέρασε αλλά και συνεχίζει να περνά και η μάταιη κατάληξή του. Μια κατάληξη που θυμίζει το τραγικό τέλος του «μελισσοκόμου» του προηγούμενου μέρους της τριλογίας...Τα σύμβολα και οι ευθείες αναφορές του Αγγελόπουλου παρόντα φυσικά και εδώ, πάντα εμφανή και ευδιάκριτα: Το μουντό τοπίο, η ομίχλη που σκεπάζει τα πάντα, η απαισιοδοξία των καιρών και των ανθρώπων, η αποσύνθεση των ιδεολογιών, των καθεστώτων, των πολιτικών αλλά και εν γένει των κοινωνικών συμπεριφορών που βρίσκονται πλέον σε πλήρη διάλυση. Παρόλα αυτά ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μετά την «τριλογία της σιωπής» δεν σιώπησε…και έκανε πολύ καλά!

[Το κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του σπουδαίου κριτικού και θεωρητικού του κινηματογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη, συνεργάτη και αδελφικού φίλου του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1934 – 2000).]

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη στήλη "Μαγική Πόλις" του ηλεκτρονικού κινηματογραφικού περιοδικού "Movieworld" στις 3/5/2008.