22 Ιουλ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧVΙ. Στους Λαβύρινθους της Πολιτικής Σκοπιμότητας" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΣΑΣΑ Η υπόθεση Μόρο ΜΤΦΡ.: ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ«ΠΑΤΑΚΗΣ»

Ξέρουμε, από τη μακρινή εποχή του Αντώνιου, του Οκτάβιου και του Λέπιδου, τι ρόλο παίζει η λεπίδα κάτω από το μανδύα στις συζητήσεις για τη νομή της εξουσίας. Και ξέρουμε, αν και όχι τόσο καλά όσο θα έπρεπε, το ρόλο που διαδραματίζουν η πλαστοποίηση, το θέαμα, το ψέμα, ως αδέλφια του τεχνικού και αστυνομικού ελέγχου, στη διακυβέρνηση των σύγχρονων κρατών. Ξέρουμε, επίσης, ότι η Ιταλία υπήρξε το μεγάλο εργαστήρι του σύγχρονου καπιταλισμού, μετά την εποχή που αυτός δέχτηκε κάποια καίρια πλήγματα (Μάιος 1968) και ήταν αναγκασμένος να ανασυνταχθεί παντοιοτρόπως. Η λεγόμενη «υπόθεση Μόρο» ήταν η τραγικότερη, από πολλές απόψεις, στιγμή μιας διαδικασίας περίπλοκης και σκοτεινής σε μεγάλο μέρος, μιας διαδικασίας που σκοπούσε, όχι στην ανατροπή του καπιταλισμού (όπως την έχουν εμφανίσει), αλλά απεναντίας στη σωτηρία, τη διατήρηση και την πάση θυσία ενδυνάμωσή του.

Ο Λεονάρντο Σάσα (1921-1989), ευρυμαθέστατος και δεινός συγγραφέας, επιχείρησε μία πρώτη σοβαρή αποτίμηση της υπόθεσης, με θαρραλέες νύξεις για τη διαλεύκανση του μυστηρίου της. Η υπόθεση διαδραματίστηκε ανάμεσα στις 16 Μαρτίου του 1978 (ημέρα της «απαγωγής» -και χρησιμοποιούμε τα εισαγωγικά διότι το ίδιο κάνει/προτείνει ο Σάσα- του Αλντο Μόρο) έως τις 9 Μαΐου του ίδιου έτους, οπότε και βρέθηκε νεκρός ο Μόρο σε μια Renault 4 (ακόμη και για το χρώμα της οποίας υπάρχουν δύο εκδοχές!). Ταλάνισε, και εξακολουθεί να ταλανίζει, την πολιτική ζωή της Ιταλίας -και σύνολης της Ευρώπης- με τις συνέπειες και τις πολυποίκιλες προεκτάσεις αυτών των συνεπειών. Ακόμη και σήμερα, δεν έχει πλήρως εξιχνιαστεί το μυστήριο, όχι μονάχα αυτής καθαυτής της υπόθεσης Μόρο, αλλά εν γένει του «φαινομένου της τρομοκρατίας». Η βιβλιογραφία επί του θέματος είναι αχανής, οι εμβριθείς εικασίες εναλλάσσονται με παρανοϊκά σενάρια και ελάχιστες είναι έως σήμερα οι νηφάλιες και συγκροτημένες απόψεις για το ζήτημα.

Ο Σάσα συνθέτει το βιβλίο του μετερχόμενος πολλά τεχνάσματα της μυθιστοριογραφίας, αλλά και τεχνικές του δοκιμίου, της πολιτικής ανάλυσης και του χρονικού, χρησιμοποιώντας ευρέως αποσπάσματα επιστολών του Αλντο Μόρο προς τη σύζυγό του αλλά και προς επιφανή στελέχη της ιταλικής Χριστιανοδημοκρατίας. Καταφέρνει έτσι να υπερβεί το είδος του πολιτικού θρίλερ (εύπεπτο, συνήθως, και προορισμένο απλώς να συναρπάσει και να καθηλώσει τον αναγνώστη) και να προσφέρει ένα πολιτικό έργο, μία ανατομία και, συνάμα, κριτική του κρατικού μηχανισμού, ιδίως μιας δολοπλόκου εξουσιαστικής ομάδας, ανάλγητης και πωρωμένης, στο εσωτερικό του κόμματος που υπηρέτησε πιστά ο Μόρο και που δεν δίστασε να τον προδώσει άσπλαχνα.

Οι καλύτερες στιγμές του Σάσα είναι όταν σχολιάζει τις επιστολές του Μόρο, ενός τραγικού, εκείνη την περίοδο, ανθρώπου, που αρχικά διαισθάνεται και κατόπιν αντιλαμβάνεται με κρυστάλλινη, απεγνωσμένη διαύγεια ότι είναι θύμα ενός μηχανισμού που ο ίδιος εν πολλοίς έστησε, μιας εξουσίας που ο ίδιος εν πολλοίς συντήρησε, ενός τέρατος που ο ίδιος εν πολλοίς εξέθρεψε.

Οι προδοσίες των στενών συνεργατών του ήταν πολλές, με σπαρακτικότερη και απεχθέστερη αυτή καμιά πενηνταριά «φίλων απ' τα παλιά» του Ιταλού πολιτικού, οι οποίοι συνυπέγραψαν και διένειμαν στις εφημερίδες ένα κείμενο όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, διατείνονται πως ο Μόρο δεν είναι πια αυτός που ήταν. «Δεν είναι αυτός ο άνθρωπος που γνωρίζουμε, με το πνευματικό, πολιτικό και δικαστικό του όραμα, το οποίο συνέβαλε και ενέπνευσε το δημοκρατικό μας Σύνταγμα». Και αυτό τη στιγμή που ο Μόρο κάνει μίαν ύστατη, απονενοημένη έκκληση για συνδιαλλαγή του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος με τις λεγόμενες «Ερυθρές Ταξιαρχίες». Ο Σάσα σχολιάζει: το κείμενο είναι τερατώδες, πρόκειται για μια απολίτιστη καταγγελία, για απάρνηση, για «επίθεση κατά του Μόρο επειδή δεν είναι όπως πίστευαν ότι είναι. 'Η καλύτερα, επειδή δεν είναι όπως τους βόλευε να είναι». Στην πλάτη του απαχθέντος θα παιχτούν παιχνίδια εξουσίας, απίστευτα σε όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με το έργο του Σέξπιρ, του Χέγκελ, του Μαρξ. Πιστευτά, απεναντίας, σε όσους ξέρουν πώς συνηθίζει να λειτουργεί η εξουσία όταν βρίσκεται σε κρίση.

Θα μπορούσε να ειπωθεί, και ο Σάσα δεν διστάζει να προχωρήσει ώς εκεί, ότι τα άμεσα θύματα αυτής της ιστορίας είναι κάποιοι αφελείς «Ερυθροταξιαρχίτες» (που δεν έχουν συνείδηση του τι ακριβώς κάνουν και ποια ακριβώς υπόθεση υπηρετούν) και ο ίδιος ο Αλντο Μόρο, ο οποίος θα φτάσει στο σημείο να μιλήσει, στην τελευταία του επιστολή προς τη σύζυγό του, μία επιστολή που οφείλουμε να διαβάσουμε και ως διαθήκη, για «μια σφαγή με ηθικό αυτουργό το κράτος». Σε μία άλλη επιστολή θα γράψει: «Δεν θέλω γύρω μου κανέναν άνθρωπο της εξουσίας», συνειδητοποιώντας περί ποίου ακριβώς μηχανισμού πρόκειται. «Κι επιτέλους», σχολιάζει ο Σάσα, «να η λέξη που γράφεται για πρώτη φορά στην πιο απαίσια γυμνότητά της: η λέξη που πήρε τελικά αποκαλυπτικές διαστάσεις και σημασίες: "εξουσία". "Δεν θέλω γύρω μου κανέναν άνθρωπο της εξουσίας". Στο προηγούμενο γράμμα είχε μιλήσει για τους ιθύνοντες του κράτους, για τα στελέχη του Κόμματος: αλλά τώρα χρησιμοποιεί τη λέξη-κλειδί, το φρικτό όρο εξουσία».

Σήμερα, δυόμισι δεκαετίες μετά την «υπόθεση Μόρο», ολοένα και περισσότερα στοιχεία βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Εχει επισημανθεί ο ρόλος των ΗΠΑ (υποστήριξη της αδιάλλακτης στάσης των χριστιανοδημοκρατών, συναινούντων και των κομμουνιστών βεβαίως, απέναντι στους απαγωγείς του Μόρο), έχουν διατυπωθεί αρκετά πειστικές εικασίες περί ακροδεξιάς συνωμοσίας, σε συνεργασία με τη διαβόητη μασονική στοά Ρ2.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι πολύ καλή η μετάφραση της Σώτης Τριανταφύλλου, συνοδευόμενη από ένα σημείωμά της για το βιβλίο του Σάσα και κάποιες εξελίξεις μετά την έκδοσή του (το 1978), και να μην αντισταθούμε στον πειρασμό να υπενθυμίσουμε την τοποθέτηση του Γκι Ντεμπόρ για την «υπόθεση Μόρο», μια τοποθέτηση που, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο διαυγής, διαλεκτική και, συνεπώς, πειστική φαίνεται.

«Ηταν μια μυθολογική όπερα με μεγαλόπρεπα τεχνάσματα, όπου ήρωες τρομοκράτες μεταμορφώθηκαν σε αλεπούδες για να παγιδέψουν το θύμα τους, σε λιοντάρια για να μη φοβούνται τίποτε από κανέναν όσο καιρό το κρατούσαν, και σε αρνάκια, ώστε να βλάψουν έτσι στο ελάχιστο το καθεστώς που προσποιούνταν ότι προκαλούσαν. Μας λένε ότι ήταν τυχεροί γιατί είχαν να κάνουν με την πιο ανίκανη αστυνομία και επιπλέον είχαν καταφέρει να διεισδύσουν χωρίς κόπο στις ανώτερες βαθμίδες. Αυτή η εξήγηση δεν είναι διόλου διαλεκτική. Μια επαναστατική οργάνωση που θα κατάφερνε να φέρει ορισμένα από τα μέλη της σε επαφή με τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας... θα έπρεπε να έχει υπόψη της την πιθανότητα χειραγώγησης των ίδιων των χειραγωγών. Και επομένως δεν θα είχε αυτή την ολύμπια σιγουριά της ατιμωρησίας που χαρακτηρίζει τον αρχηγό του επιτελείου των "Ερυθρών Ταξιαρχιών". Αλλά το ιταλικό κράτος έκανε κάτι καλύτερο, με την ομόφωνη συναίνεση των υποστηρικτών του. Σκέφτηκε, όπως θα έκανε και κάθε άλλο, να βάλει πράκτορες των ειδικών του υπηρεσιών στα παράνομα τρομοκρατικά δίκτυα, όπου θα μπορούσαν εύκολα στη συνέχεια να εξασφαλίσουν μια γρήγορη εξέλιξη ώς την ηγεσία, εξουδετερώνοντας κατ' αρχάς τους ανωτέρους τους» (Γκι Ντεμπόρ, «Πρόλογος στην τέταρτη ιταλική έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος»).

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 15/11/2002.