18 Αυγ 2008

"Με το Άρωμα της Εποχής" - Ν.Ι. Πουλάκος

Το κενό µεταξύ παραλίας και νυχτερινής εξόδου καλύπτεται ιδανικά από µια σειρά κινηµατογραφικών επιλογών, βγαλµένες από το αιώνιο καλοκαίρι.

Ενώ τα θερινά σινεµά λειτουργούν αδιάκοπα και σηµαντικές επανεκδόσεις γεµίζουν τις καλοκαιρινές νύχτες µας µε ήρωες του παρελθόντος, όπως ο Τζέηµς Ντην, η Ώντρευ Χέµπορν και η Γκρέις Κέλυ, όπου ταξιδεύουν τη φαντασία µας σε εποχές τής µεταπολεµικής Ιαπωνίας, της «µακαρθικής» Αµερικής, της πολιτικής κουλτούρας ενός Πάκουλα, των στιγµών αγωνίας ενός Χίτσκοκ και των καουµπόικων ανησυχιών ενός Χιούστον ή ενός Αρθούρου Πεν, σ’ αυτό το κλίµα λοιπόν υπάρχουν αξιόλογες κινηµατογραφικές προτάσεις που… µυρίζουν καλοκαίρι. Από τον Μπέργκµαν και το κλασικό «Καλοκαίρι µε τη Μόνικα», στις ιδιόρρυθµες κωµικές ανησυχίες τού Γούντι Άλεν, και από τη νουάρ διάθεση του Σπάικ Λι («Το καλοκαίρι του Σαµ») στη διερευνητική, καθαρά ανθρωποκεντρική και βαθιά φιλοσοφική µατιά τού Κιµ-Κι Ντουκ. Γι’ αυτό, κάντε έναν τόσο δα κόπο και προµηθευτείτε µερικά πακέτα dvd, που θα διασκεδάσουν ορισµένες ώρες σας στο ενδιάµεσο κενό µεταξύ παραλίας και νυχτερινής εξόδου. Δεν θα χάσετε…

«Καλοκαίρι µε τη Μόνικα» (1953)

Ο 19χρονος Χάρυ Λουντ, ο οποίος εργάζεται σκληρά προκειµένου να σπουδάσει, γνωρίζει και ερωτεύεται τη 17χρονη Μόνικα, ένα πανέµορφο και πανέξυπνο «ατίθασο» κορίτσι. Ναυλώνοντας τη βάρκα τού πατέρα του, καταφτάνουν οι δυο τους σ’ ένα νησί όπου ξοδεύουν ανέµελα όλο το καλοκαίρι. Η επιστροφή όµως στη ρουτίνα τού φθινοπώρου, τα ατελείωτα προβλήµατα που προκύπτουν και η διάθεση της Μόνικα για διασκέδαση διαλύουν τα ευχάριστα θερινά συναισθήµατα. Μη έχοντας συµπληρώσει δεκαετία στη σκηνοθετική καρέκλα, το σουηδικό φαινόµενο του Ίνγκµαρ Μπέργκµαν είχε ήδη φανεί. Λίγα χρόνια πριν από την «Έβδοµη Σφραγίδα» και τις «Άγριες Φράουλες» σκηνοθετεί µια αλά νουβέλ βαγκ ερωτική, παιχνιδιάρικη ταινία, η οποία θα µείνει µια για πάντα χαραγµένη στο µυαλό κάθε σινεφίλ τής εποχής που σεβόταν τον εαυτό του. Η Μόνικα, ως εφηβικός έρωτας, αλλά και η καλοκαιρινή της περιπέτεια είναι η ενσάρκωση κάθε ανέµελου καλοκαιριού τής νεότητάς µας.

«10.30 Καλοκαίρι Βράδυ» (1966)

Η Μαρία και ο Πωλ είναι ένα ζευγάρι σε διάλυση. Η ανία και η πλήξη τού ζευγαριού εντείνεται από τον αλκοολισµό τής Μαρίας. Προκειµένου να τονώσουν τη σχέση τους, αποφασίζουν να ταξιδέψουν µαζί µε τη φίλη τους Κλερ και τη µικρή τους κόρη στην Ισπανία, ένα καλοκαίρι που θα τους αλλάξει για πάντα τη µετέπειτα ζωή. Ο αείµνηστος Ζυλ Ντασέν, τον οποίον τιµούµε δεόντως αυτές τις ηµέρες στη χώρα µας µε τις αλλεπάλληλες, ελληνικού ύφους επιτυχίες («Ποτέ την Κυριακή», «Φαίδρα», «Τοπ Καπί») κάνει µια στροφή στην παλιά, αµερικανική αλλά και πρώιµη ευρωπαϊκή νουάρ περίοδό του. Το ταξίδι στην Ισπανία, όπου η πρωταγωνίστρια Μερκούρη γοητεύεται από τον δολοφόνο-φυγά Ισπανό Ροδρίγο Παλέστρα, σχεδιάζοντας τον ερωτικό δεσµό τού συζύγου της (Πήτερ Φιντς) µε τη φίλη τους (Ρόµυ Σνάιντερ), έχει τη νουάρ διάθεση της «Νύχτας και της Πόλης», την ένταση και τον ρυθµό –σκηνές σκηνές–, ενός «Ριφιφί», φέρει όµως τη µεσογειακή κουλτούρα και το υγρό στοιχείο που έχει απορροφήσει κατά κόρον και έχει µεταγράψει στις ελληνικές επιτυχίες του ο Ζυλ Ντασέν. Η σπουδαία Μελίνα Μερκούρη, στον ρόλο τής αλκοολικής συζύγου, δίνει µια εξαιρετική ερµηνεία.

«Μια Καλοκαιρινή Σεξο-κωµωδία» (1982)

Ο εφευρέτης Άντριου Χοµπς και η γυναίκα του Άντριαν διοργανώνουν ένα διήµερο πάρτι στο σπίτι τους στην εξοχή. Καλεσµένοι τους είναι ο γιατρός Μάξγουελ Τζόρνταν µε την ερωµένη του, τη νοσοκόµα Ντάρσυ, και ο καθηγητής φιλοσοφίας Λέοπολντ Στάρτζις µε τη µέλλουσα σύζυγο του Άριελ. Η τελευταία αποδεικνύεται ότι είναι παλιά ερωµένη τού οικοδεσπότη, µε τα γεγονότα να περιπλέκονται όταν τα τρία ζευγάρια µπλέκονται ερωτικά. Μόλις τρία χρόνια από τη µεγάλη του επιτυχία µε το «Μανχάταν», ο Γούντι Άλεν, όντας καθιερωµένος σκηνοθέτης πλέον και έχοντας βάλει τη δική του προσωπική σφραγίδα στο Χόλυγουντ, γυρίζει µια «light» κωµωδία µε σκοπό το γέλιο και την ψυχαγωγία. Τα καταφέρνει εξίσου καλά και τα δύο. Από την άλλη, το σενάριό του βασίζεται στην ταινία «Χαµόγελα Καλοκαιρινής Νύχτας» (1955) του δασκάλου του Ίνγκµαρ Μπέργκµαν, ενώ το score τής ταινίας αποτελεί ελεύθερη διασκευή τού σεξπηρικού «Όνειρο Θερινής Νυκτός» (1935) του Μαξ Ράινχαρντ.

«Το Καλοκαίρι τού Σαµ» (1999)

Το «καυτό» καλοκαίρι τού 1977, η πόλη της Νέας Υόρκης, πέρα από την αφόρητη ζέστη, είχε να αντιµετωπίσει και τον «Γιο τού Σαµ», έναν κατά συρροή δολοφόνο ξανθών γυναικών που είχε κάνει άνω-κάτω, ειδικώς, την ιταλοαµερικανική γειτονιά τού Βόρειου Μπρονξ. Η αναστάτωση που προκάλεσε οδήγησε σε ακραίες συµπεριφορές και διάφορες ταραχές τους Νεοϋορκέζους. Από τις διασηµότερες ταινίες τού έγχρωµου σκηνοθέτη, ο οποίος λατρεύει και υµνεί την πόλη του, τη Νέα Υόρκη, σαν άλλος Μάρτιν Σκορτσέζε. Βασιζόµενος σε αληθινούς φόνους που έγιναν στην περιοχή τη χρονιά εκείνη (πολλοί µάλιστα πιστεύουν ότι ο «Γιος τού Σαµ» είναι ο περίφηµος «Ζόντιακ» – βλ. την οµώνυµη ταινία τού Ν. Φίντσερ) τοποθετεί τη δράση στην ιταλική συνοικία, όπου οι «θερµόαιµοι» µεσογειακοί, µε τις γνωστές συµπεριφορές και εξάρσεις, κάνουν την κατάσταση να εκραγεί. Ο «πιανίστας» Άντριαν Μπρόντυ και οι κουκλάρες Μίρα Σορβίνο και Τζένιφερ Εσπόζιτο είναι το αλατοπίπερο στην… πιο καλοκαιρινή ταινία τού Σπάικ Λι.

«Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειµώνας… και Άνοιξη» (2003)

Σε ένα µικρό πλωτό σπίτι, στη µέση µιας λίµνης της Κορέας, ένας δάσκαλος βουδισµού διδάσκει τα µυστικά του σε ένα νεαρό αγόρι. Όταν χρόνια αργότερα ο δάσκαλος πεθαίνει, παίρνει τη θέση του το αγόρι (που έχει γίνει άντρας πια), κι εκείνο διδάσκει πλέον τα µυστικά τού βουδισµού σε ένα νεαρό κορίτσι. Εκείνοι ερωτεύονται, και η κοπέλα τον πείθει να την ακολουθήσει στην πόλη. Ώσπου ο βουδιστής δάσκαλος απογοητεύεται από τη ζωή εκεί και επιστρέφει στο πλωτό του σπίτι. Ο ιδιόρρυθµος αλλά εξαιρετικός κινηµατογραφιστής Κιµ-Κι Ντουκ, διάσηµος πλέον στον δυτικό κινηµατογράφο, µε τις ταινίες του (παράγει µια κάθε χρόνο) να µελετώνται κατά κόρον από τους σινεφίλ, φθάνει στο απόγειό του το 2003 µε αυτή τη βαθιά ουµανιστική ταινία. Οι ήρεµοι ρυθµοί, η φιλοσοφηµένη προσέγγιση του σύγχρονου τρόπου ζωής, η εναλλακτική πρόταση, το κοινωνικό µήνυµα και η ψυχολογική αναµέτρηση της παράδοσης µε το νέο περιβάλλον βιορυθµού, ήταν εκείνα τα στοιχεία που έδωσαν στην ταινία πάνω από δέκα βραβεία σε φεστιβάλ όλου του κόσµου και έβαλαν τον Κιµ-Κι Ντουκ στο πάνθεον των κορυφαίων ασιατών σκηνοθετών.

«Το Καλοκαίρι τού Έρωτά µου» (2004)

Η Μόνα και η Τάµσιν είναι δυο νεαρές µαθήτριες που θα ζήσουν το πιο έντονο καλοκαίρι τής µέχρι τότε ζωής τους, γεµάτο τρέλες, παιχνίδια, πλάκες αλλά και οµοφυλοφιλικό έρωτα, που θα τις κάνει να ερωτευτούν η µια την άλλη. Κοινό τους σηµείο οι προβληµατικές οικογένειές τους, αν και από διαφορετικά κοινωνικά στρώµατα. Η ταινία–αποκάλυψη του βρετανού κινηµατογραφιστή Πολ Παβλικόφσκι, που είχε εντυπωσιάσει και µε το πρώτο του φιλµ «The Last Resort» (2000). Θυµίζοντας έντονα το «Fucking Anal» τού Σουηδού Λούκας Μούντισον, αλλά στην καλοκαιρινή και πιο ευχάριστη εκδοχή του, η οµοφυλοφιλική σχέση των δυο κοριτσιών µε φόντο το παιχνιδιάρικο καλοκαίρι ιντριγκάρει το κοινό, σοκάρει τις βαθιά συντηρητικές κοινωνίες, από την άλλη, όλη αυτή η πλάκα ή η αναζήτηση µε το νεανικό κορµί, θυµίζει εντόνως γεγονότα από τη δική µας εφηβεία.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό ΓΑΛΕΡΑ (Αύγουστος 2008 - τεύχος 35).