25 Αυγ 2008

Συνέντευξη του Δημήτρη Πετρόπουλου..

Ένας από τους δηµιουργούς τού ντοκιµαντέρ «Κλωτσιά στη Φτώχεια» µιλάει στη ΓΑΛΕΡΑ για όσα κατέγραψε η κάµερα και η µνήµη.

Η «εξαθλίωσή» τους είναι πολιτικής φύσης. Οι οικονοµικές και οι κοινωνικές συνέπειες είναι αποτέλεσµα των πολιτικών επιλογών µιας ανάλγητης παγκόσµιας ελίτ, που σπουδάζει στα καλύτερα πανεπιστήµια και εφαρµόζει τις χειρότερες πολιτικές.

Καταµεσήµερο, κάπου στα τέλη Ιουνίου στην πόλη τής Ρόδου, παρακολουθήσαµε µε µεγάλη συγκίνηση το ντοκιµαντέρ «Κλωτσιά στη Φτώχεια», µια οπτική και µια έρευνα στον κοινωνικό ρατσισµό που αντιµετωπίζουν οι πρόσφυγες, οι άστεγοι και οι εξαρτηµένοι από τα ναρκωτικά στη χώρα µας. Πίσω από την κάµερα δούλεψε η δηµοσιογραφική οµάδα τής τηλεοπτικής εκποµπής τού Alpha TV «Η Μηχανή τού Χρόνου», η οποία ανέπτυξε το θέµα έχοντας ως κεντρικό άξονα την ουµανιστική πρωτοβουλία τής ΓΑΛΕΡΑΣ να συνθέσει την Εθνική Οµάδα Ποδοσφαίρου Αστέγων (αλλά και προσφύγων & απεξαρτηµένων), η οποία εντέλει ταξίδεψε στο Παγκόσµιο Πρωτάθληµα της Κοπεγχάγης το καλοκαίρι του 2007. Μιλήσαµε µε τον δηµοσιογράφο Δηµήτρη Πετρόπουλο, ο οποίος, µαζί µε τον Χρίστο Βασιλόπουλο και τη Μαργαρίτα Αργυροπούλου, ήταν οι υπεύθυνοι της δηµιουργίας τού ντοκιµαντέρ «Κλωτσιά στη Φτώχεια».

«Κλωτσιά στη φτώχεια»

- Καταρχάς, θα σας ρωτήσω για την απόφασή σας να επιλέξετε και να ερευνήσετε το θέµα τής φτώχειας και κατ’ επέκταση των αστέγων, προσφύγων, εξαρτηµένων από ναρκωτικά ανθρώπων. Ήταν η αιτία η πρωτοβουλία τής ΓΑΛΕΡΑΣ ή απλώς αφορµή, που την ψάχνατε από καιρό;

Καθηµερινά στο ρεπορτάζ, όσα χρόνια εργάζοµαι ως ρεπόρτερ, ασχολούµαστε µε πρόσφυγες, άστεγους και εξαρτηµένους. Αυτή τη φορά όµως ήταν πραγµατικά µια διαφορετική εµπειρία. Έγινε µε συνέχεια, για πολλούς µήνες, και, καθώς αφορµή ήταν το ποδόσφαιρο, υπήρχε φαντασία κι ένας εναλλακτικός τρόπος για το ρεπορτάζ. Ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρον ότι οι πρωταγωνιστές µέσα από τον αθλητισµό αγωνίζονταν να βρούνε µόνοι τους λύσεις, ενώ συνήθως αυτά τα θέµατα έχουν ισχυρή δόση καταγγελίας και µοιρολατρίας. Η πρωτοβουλία τής ΓΑΛΕΡΑΣ ήταν η αφορµή για να κάνουµε κάτι που θέλαµε πολύ. Αυτό ήταν το κάτι παραπάνω από ένα σύντοµο ρεπορτάζ. Ήταν ένα ντοκιµαντέρ.

- Πώς σας φάνηκε το ουµανιστικό εγχείρηµα της ΓΑΛΕΡΑΣ µέσα από έναν αθλητικό θεσµό και πώς αξιολογείτε, εν γένει, το αποτέλεσµα;

Η προσπάθεια της ΓΑΛΕΡΑΣ ήταν αυτό που έχει ανάγκη η δηµοσιογραφία. Να κάνουµε δηλαδή ένα βήµα ακόµη, κάτι παραπάνω από απλή καταγραφή των γεγονότων. Προσωπικά τη ζήλεψα. Αν σε όλα τα µέσα ενηµέρωσης υιοθετούσαµε µε ειλικρίνεια τέτοιες πρωτοβουλίες, θα βγάζαµε από πάνω µας την άδικη ρετσινιά τού «αλήτη, ρουφιάνου δηµοσιογράφου». Στο ραδιόφωνο του Άλφα 9.89 κάναµε κάτι παρόµοιο, συγκεντρώνοντας βιβλία για τις φυλακές ανήλικων Αυλώνα.

- Θεωρείτε ότι βοήθησε αυτούς τους κοινωνικά αποκοµµένους ανθρώπους;

Φυσικά. Δεν ισχυρίζοµαι ότι έλυσε τα προβλήµατά τους, αλλά τους έδειξε ότι δεν είναι µόνοι και η Ελλάδα δεν είναι η γη όπου ανθεί µόνο ο εθνικισµός, ο ρατσισµός και η γραφειοκρατία. Κατά τη διάρκεια της προετοιµασίας διαπίστωσα πως και µόνο το ότι µπορούν να βρίσκονται και να παίζουν µπάλα, γι’ αρκετούς ήταν µια ανέλπιστη ευκαιρία. Αλήθεια, πόσοι έχουµε σκεφτεί ότι οι πρόσφυγες, οι άστεγοι και οι πρώην εξαρτηµένοι έχουν ανάγκη από τον αθλητισµό και δεν µπορούν να αθληθούν εξαιτίας τού φόβου ότι θα συλληφθούν ή ότι δεν θα βρουν συµπαίκτες; Δυστυχώς, τους στερούµε τα σύνθετα αλλά τους αποκόβουµε και από τα απλά πράγµατα της ζωής. Ίσως επειδή κι εµείς, οι Νεοέλληνες, πιο πολύ βλέπουµε µπάλα, παρά παίζουµε.

- Πόσο καιρό ασχοληθήκατε µε το συγκεκριµένο θέµα και πώς βιώσατε την προσπάθεια αυτή όλων των παιδιών και όλων των υπολοίπων συντελεστών;

Ασχοληθήκαµε τρεις δηµοσιογράφοι. Ο Χρίστος Βασιλόπουλος, η Μαργαρίτα Αργυροπούλου κι εγώ. Ο καθένας µε διαφορετικό τρόπο, αλλά σαν οµάδα. Δεν µπορώ να µιλήσω για τα συναισθήµατα των συνάδελφων, αλλά όλοι µας, όσο κι αν φαίνεται µελό, πολλές φορές συγκινηθήκαµε µε τα βιώµατα ορισµένων αθλητών. Ειδικά στο µοντάζ, που βλέπαµε πολλές φορές τις µαρτυρίες χωρίς την ένταση του ρεπορτάζ. Ένας αθλητής, οικονοµικός πρόσφυγας από το Ιράκ, διηγείται στο ντοκιµαντέρ ότι κάθε φορά που ετοιµάζεται να πάει στο αστυνοµικό τµήµα για να ανανεώσει την προσωρινή άδεια παραµονής βρίζει τη φίλη του, εκνευρίζεται και γίνεται χάλια, σκεπτόµενος πόσο άσχηµα θα του φερθούν. Όσες φορές το παρακολούθησα, τόσες φορές ντράπηκα.

- Από τη θέση σας, θεωρείτε ότι η συνέχεια που θα υπάρξει τα επόµενα χρόνια, θα έχει την κρατική συµπαράσταση ή θα εξακολουθεί να στηρίζεται σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες και Μ.Κ.Ο.;

Το κράτος, στην παρούσα µορφή του, δεν πιστεύει στην κοινωνική δράση. Συνήθως τη χρησιµοποιεί ως άλλοθι ή γιατί πρέπει να δείχνει ότι κάτι κάνει. Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες, και κυρίως η τοπική αυτοδιοίκηση είναι µονόδροµος. Αν και η τοπική αυτοδιοίκηση, εκτός λίγων εξαιρέσεων, αποδεικνύεται ότι είναι µόνο για τα φεστιβάλ τού καλοκαιριού.

- Πώς και πήρατε την απόφαση να συµµετάσχετε σε ένα διεθνώς αναγνωρισµένο φεστιβάλ κινηµατογράφου, όπως αυτό του Ecofilms τής Ρόδου;

Αυτός ήταν ο στόχος εξαρχής: τα φεστιβάλ. Περισσότερο για να δοκιµάσουµε κάτι καινούργιο και να βιώσουµε την εµπειρία. Η Ρόδος και το συγκεκριµένο ντοκιµαντέρ για µας ήταν η αρχή και µια πολύτιµη εµπειρία. Είδαµε τα λάθη, τις αδυναµίες µας και την επόµενη φορά θα είµαστε καλύτεροι.

-Τελικώς, η εξαθλίωση αυτών των ανθρώπων, όπως τη ζήσατε ως ρεπόρτερ, είναι περισσότερο οικονοµικής ή κοινωνικής φύσεως; Εντέλει, είναι δυνατός ο κοινωνικός ρατσισµός που φέρνει τη «φτώχεια»;

Η «εξαθλίωσή» τους είναι πολιτικής φύσης. Οι οικονοµικές και οι κοινωνικές συνέπειες είναι αποτέλεσµα των πολιτικών επιλογών µιας ανάλγητης παγκόσµιας ελίτ που σπουδάζει στα καλύτερα πανεπιστήµια και εφαρµόζει τις χειρότερες πολιτικές. Στην πραγµατικότητα, θα έπρεπε να εξετάσουµε προσεκτικά ποιος είναι πιο εξαθλιωµένος: ο πρόσφυγας ή αυτός που τον οδηγεί στην προσφυγιά;

Η «Μηχανή τού Χρόνου»

- Η «Μηχανή τού Χρόνου» ολοκλήρωσε φέτος τον τέταρτο κύκλο εκποµπών της µε την ίδια επιτυχία όπως στο παρελθόν. Τι σχέδια υπάρχουν για το µέλλον;

Συζητάµε συνέχεια µε το Χρίστο Βασιλόπουλο για το µέλλον. Τελικά πάντα καταλήγουµε ότι ο στόχος είναι να γίνεται η εκποµπή καλύτερη. Να µαθαίνουµε από τα λάθη, τα δικά µας και των άλλων, και να µη µένουµε στάσιµοι.

- Ποια η απόφασή σας να ασχοληθείτε φέτος και µε ιστορικά θέµατα, πέραν των κοινωνικών, πολλών δεκαετιών βεβαίως, που κατακλύζουν τη θεµατολογία σας;

Ιστορικά θέµατα κάναµε από την πρώτη χρονιά, αλλά φοβόµασταν ότι δεν ενδιαφέρουν το τηλεοπτικό κοινό, καθώς δεν υπήρχαν και παρόµοιες εκποµπές για να βγάλουµε συµπεράσµατα. Τα νούµερα τηλεθέασης έδειξαν ότι αδίκως είχαµε αµφιβολίες. Έτσι αυξήσαµε τα ιστορικά θέµατα, που είναι και η µεγάλη µας δηµοσιογραφική αγάπη.

- Θεωρείτε ότι η τηλεόραση, ως κοινωνικό αγαθό που δίνεται απλόχερα στον λαό, µπορεί να αντέξει την ωµή αλήθεια και τη σκληρότητα που βγάζουν εκποµπές αλλά και έρευνες σαν τις δικές σας;

Η τηλεόραση αντέχει τα πάντα. Το κοινό υποφέρει, αλλά όχι από την αλήθεια. Υποφέρει κυρίως από τη φλυαρία, το κουτσοµπολιό, τις ανακρίβειες και τη φθήνια. Ο Alpha, όχι µόνο µε τη «Μηχανή τού Χρόνου» αλλά και µε σήριαλ όπως το «10», δείχνει ότι η ποιότητα είναι σηµαντικό κεφάλαιο που ο κόσµος το εκτιµά πολύ γρήγορα.

- Υπάρχει η άποψη ότι οι εκποµπές-έρευνες που αποκαλύπτουν ή ξεδιπλώνουν ζητήµατα, λειτουργούν ως προπαγανδιστικές ή, καλύτερα, ως µοχλοί πίεσης για την αναπροσαρµογή τού ζητήµατος (είτε θετικά είτε αρνητικά). Τι απαντάτε σε αυτό;

Δεν έχω υπόψη µου σε ποιες έρευνες ή εκποµπές αναφέρεστε, αλλά κατά τη γνώµη µου η τηλεόραση, όπως και οι εφηµερίδες, δεν µπορούν ν’ αναπροσαρµόσουν την ιστορία. Μπορούν να κρύψουν την αλήθεια σε ενεστώτα χρόνο, αλλά όχι σε ιστορικό.

- Εντέλει, το τηλεοπτικό κοινό έχει ανάγκη εκποµπές σαν τη «Μηχανή τού Χρόνου» µέσα σε αυτό το γενικώς αλλοτριωµένο κλίµα τής τηλεόρασης;

Είναι προφανές, ότι το ερώτηµα είναι ρητορικό. Ωστόσο, νοµίζω ότι υπάρχει µια παγίδα. Όσο κι αν το κοινό χρειάζεται δηµοσιογραφικές εκποµπές έρευνας, όταν αυτές γίνονται µ’ ευκολία, λίγα χρήµατα και κατά το κοινώς λεγόµενο «άρπα κόλλα», το αποτέλεσµα είναι αντίθετο. Ο τηλεθεατής βαριέται, αλλάζει κανάλι και δηµιουργείται η λανθασµένη εντύπωση ότι δεν «γουστάρει» την έρευνα, ενώ στην πραγµατικότητα αποδοκιµάζει συγκεκριµένες επιπόλαιες προσπάθειες. Η ποιότητα δεν είναι θέµα ταµπέλας, αλλά σκληρής δουλειάς. Η δική µου άποψη είναι ότι όσο και να δείξει τα κάλλη της η Μπεζεντάκου, δεν θα κάνει ποτέ τη ζωή της πιο ενδιαφέρουσα από του Ελευθέριου Βενιζέλου. Αν όµως γίνει ένα ανιαρό και ατεκµηρίωτο αφιέρωµα στον Βενιζέλο, οι όποιες Μπεζεντάκου θα έχουν νικήσει στη µάχη τού τηλεκοντρόλ και θα έχει χάσει η δηµοσιογραφία.

- Σας ευχαριστώ πολύ, κ. Πετρόπουλε.

Κι εγώ σας ευχαριστώ, κ. Πουλάκο.

*Η συνέντευξη του δημοσιογράφου Δημήτρη Πετρόπουλου δόθηκε στον Νέστορα Πουλάκο και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 35 του περιοδικού Γαλέρα (Αύγουστος 2008).