19 Αυγ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧVΙΙΙ. Το Δώρο στην Εποχή του Homo Economicus" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Ο Γάλλος

Ενας Γάλλος κινηματογραφικός παραγωγός, φίλος του Μπελμοντό, της Ντενέβ και του Νουαρέ, αγοράζει και δωρίζει έναν κινηματογράφο σ' έναν άνθρωπο που δεν διατηρεί την παραμικρή σχέση με το star system, με τις εφημερίδες, με την τηλεόραση, που θεωρείται από το σύνολο του γαλλικού Τύπου: «Μηδενιστής, ψευτοφιλόσοφος, αιματοβαμμένο ανδρείκελο, διάβολος, μυστηριώδης, τρελός, σαδιστής, τελείως κυνικός, κατακάθι της μη σκέψης, φοβερός αποσταθεροποιητής» και άλλα παρεμφερή. Στον κινηματογράφο αυτό, στο «Studio Cujas», προβάλλονται αποκλειστικά, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, οι ταινίες του δυσφημισμένου, και αυτή η γενναιόδωρη προσφορά, αντί να προκαλέσει κύματα θαυμασμού, δίνει λαβή για περισσότερες επιθέσεις και συκοφαντίες. Ο παραγωγός ήταν ο Gerard Lebovici και ο σκοτεινός τύπος δεν ήταν άλλος από τον Guy Debord. Ο Lebo, όπως ήταν γνωστός, εξήγησε τη χειρονομία του, λέγοντας ότι ήταν σαν να ανοίγει κανείς ένα εστιατόριο μόνο και μόνο για προσφέρει πλούσια γεύματα σε έναν και μόνο φίλο, σαν να ιδρύει μια βιβλιοθήκη που να περιέχει ένα και μόνο βιβλίο, ή ένα μουσείο όπου να εκτίθεται ένα και μόνο έργο τέχνης. «Εχει χυθεί πολύ μελάνι για το γεγονός πως είχε αγοράσει μίαν αίθουσα στο Καρτιέ Λατέν για να προβάλλει εκεί μόνο τις ταινίες μου», γράφει ο Debord. «Ο κόσμος έκρινε εκκεντρικό ένα τέτοιο "δώρο". Αν, κατ' αυτούς τους δημοσιογράφους, ένας κινηματογραφιστής δεν θα έπρεπε να δεχτεί ένα τέτοιου είδους δώρο από έναν φίλο, αναρωτιόμαστε τι ιδέα μπορούν να έχουν για τη φιλία αυτοί οι κακομοίρηδες; Και τι είδους δώρα μπορούν να τους κάνουν οι δικοί τους φίλοι, αν έχουν φίλους;» (Βλ. Guy Debord, «Παρατηρήσεις για τη δολοφονία του Gerard Lebovici», μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. «Νησίδες», Σκόπελος, 1996).

Ο Αμερικανός

Ενας Αμερικανός (γαλλοκαναδικής καταγωγής) συγγραφέας, αγνός και ανεξέλεγκτος, σύμφωνα με τον ίδιο, στο έσχατο στάδιο ενός οδυνηρού αλκοολισμού, προϊόν του ακραίου συναισθηματισμού του, στέλνει σε μια Γαλλοαιγύπτια καλλονή, συγγραφέα παιδικών βιβλίων, ένα μικρό κιβώτιο, το περιεχόμενο του οποίου έμελλε να γίνει γνωστό τριάντα τρία χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα. Το κιβώτιο περιείχε ποικίλα αντικείμενα και ενθυμήματα -φωτογραφίες, χειρόγραφα, ένα τετράγωνο ατσάλινο ρολόι με μαύρη πλάκα, ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, ένα σπάνιο αντίτυπο της πρώτης έκδοσης (1959) του περιλάλητου αντιβιβλίου «Memoires», δύο άγραφα τετράδια, ένα φλασκί Sheffield, έναν δίσκο 33 στροφών με το «Adagio» του Albinoni, τέσσερα μολύβια Faber, έναν φθαρμένο αναπτήρα Zippo, μερικές γομολάστιχες. Εν συνόλω, τριάντα ένα μικρά δώρα, όσα και τα χρόνια της Γαλλοαιγύπτιας εκείνο τον καιρό. Επρόκειτο για ένα εξόχως πρωτότυπο δώρο γενεθλίων και, συνάμα, για ένα είδος διαθήκης. Ο συγγραφέας δεν ήταν άλλος από τον Jack Kerouac, το όνομα της Γαλλοαιγύπτιας είναι Eram Ulaque. (Βλ. Eram Ulaque, «My Jack: Twenty Minutes with Jack Kerouac», εκδόσεις «Git-le-Coeur Press», Παρίσι, Αύγουστος 2002).

Ο Ελληνας

Ενας μεγάλος Ελληνας ποιητής, άνθρωπος πάμφτωχος, πρόσφερε εντούτοις σε ανθρώπους που αγαπούσε, ή απλώς γνώριζε και συμπαθούσε, χειρόγραφα ποιήματά του, τα οποία συνέθετε επί τόπου και επί τούτου, και τα αποκαλούσε «χαρίσματα». Πάντα ανιδιοτελής, πολλές φορές δεν θυμόταν καν σε ποιους είχε δωρίσει τέτοια χειρόγραφα, δεν τα ζήτησε ποτέ πίσω, ούτε καν υπό μορφή φωτοτυπίας, ώστε να τα επεξεργαστεί αργότερα και να τα δημοσιεύσει. Επίσης, δώριζε έργα τέχνης, ελαιογραφίες συνήθως, που φιλοτεχνούσε όταν η ποίηση έπαιρνε πολύ έντονα τη μορφή εικόνας μέσα του.Ο ποιητής ήταν, φυσικά, ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος. (Βλέπε, «Νίκος Καρούζος, Θρίαμβος Χρόνου», εκδ. «Απόπειρα», 1997).

Κοινωνιολογία του δώρου

Στους καιρούς μας, τέτοιες χειρονομίες παρεξηγούνται, διαστρεβλώνονται ή, απλούστατα, φαίνονται αδιανόητες. Το δώρο, τόσο η έννοια όσο και η πρακτική του, έχουν φθαρεί από τις μίζερες βλέψεις του homo economicus, του βασικού κομπάρσου σε ένα δράμα, κυρίαρχο άρωμα του οποίου είναι ο ιδρώτας, όπως έλεγε και ο Raoul Vaneigem. Το δώρο έχει καταλήξει να είναι ένα ακόμη εμπόρευμα, μία εξευτελιστική συναλλαγή, που πλέον δεν διατηρεί καμία σχέση με τη φαντασία, τη φροντίδα για τον άλλο, την επινοητικότητα, τον αυτοσχεδιασμό, τη γενναιοψυχία, την περιφρόνηση της οικονομίας, την έκπληξη -όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το κάνουν να συγγενεύει πολύ με το παιχνίδι. Επίσης, μοιάζει να έχει στερηθεί το δώρο και από ορισμένες άλλες ιδιότητες: την τάση για υποταγή του άλλου, τη διάθεσή μας να δείξουμε και να επιβάλλουμε την υπεροχή μας, να «σκλαβώσουμε» τον παραλήπτη του δώρου μας. Ο Marcel Mauss επιχείρησε, πρώτος αν δεν απατώμαι, μια «κοινωνιολογία του δώρου». Το πόνημά του «Το Δώρο: Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής στις αρχαϊκές κοινωνίες», προχωρεί πολύ περισσότερο από τη σφαίρα μιας ιστορικής μελέτης των τρόπων με τους οποίους αντάλλασσαν τρόφιμα, ενδύματα, κοσμήματα οι φυλές της βόρειας Αμερικής ή της Ωκεανίας.Ο Mauss δεν διστάζει να ασκήσει σφοδρή (έστω κι εμμέσως) κριτική στη νεωτερική κοινωνία, που πριμοδοτεί την ανταλλακτική αξία έναντι της αξίας χρήσης και κατακυριεύεται από μία άτεγκτη εμπορευματική λογική. Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να προτείνει την επιστροφή σε πρακτικές ανταλλαγής μέσω των δωρημάτων και των δημόσιων γιορτών: «Πρέπει να επιστρέψουμε στο παλιό και θεμελιώδες. Να ανακαλύψουμε γι' άλλη μια φορά τα κίνητρα ζωής και δράσης που ακόμα θυμούνται πολλές κοινωνίες και πολλές κοινωνικές τάξεις: τη χαρά της προσφοράς στο σύνολο, την τέρψη της γενναιόδωρης αισθητικής δαπάνης, την απόλαυση της φιλοξενίας στη δημόσια ή την ιδιωτική γιορτή» (Βλ. Marcel Mauss, «Το Δώρο», μτφρ. Αννα Σταματοπούλου, εκδ. «Καστανιώτης»).

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 20/12/2002.