28 Αυγ 2008

"Visuals Poets : Stanley Kubrick : Barry Lyndon (1975)" - Ιωάννα Κουτζούκου

Παρόλο που ο Kubrick μπορούσε να ζητήσει και να λάβει προϋπολογισμούς εκατομμυρίων δολαρίων για τις ταινίες του, μέσα του ήταν ακόμα ένας ανεξάρτητος κινηματογραφιστής. Ήταν παθιασμένος με κάθε πλευρά της παραγωγής κι ένιωθε ότι είχε προσωπική ευθύνη για κάθε λεπτομέρεια της ταινίας, όπως άλλωστε έκανε και στις πρώτες του ταινίες. Όπως είπε στον Robert Emmett Ginna: “I think you have to view the entire problem of putting the story you want to tell up there on that light square. It begins in the selection of property; it continues through the creation of the right kind of financial and legal and contractual circumstances under which you make a film. It continues through the casting, the creation of the story, the sets, the costumes, the photography and the acting. And when the picture is shot, it’s only partially finished. I think the cutting is just a continuation of directing a movie. I think the use of music effects, opticals and finally main titles are all part of telling the story. And I think the fragmentation of these jobs, by different people, is a very bad thing”.

Ο Kubrick λάτρευε να δημιουργεί ταινίες – δεν έκανε ποτέ διακοπές γιατί έβλεπε τη δουλειά του πιο πολύ σαν παιχνίδι παρά σαν δουλειά – και προσπαθούσε να συνεργάζεται με ανθρώπους που έβλεπαν τη δουλειά σαν κι αυτόν, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν είχαν εμπειρία στη βιομηχανία του θεάματος. Ενθάρρυνε τους συνεργάτες του να δοκιμάζουν καινούρια πράγματα – πολλοί πίστευαν ότι δημιούργησαν τις καλύτερες δουλειές του προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του ευφυούς δασκάλου. Για το υπόλοιπο της ζωής του, οι αυξημένες προδιαγραφές σε όλους τους τομείς της δουλειάς και της τέχνης θα τον αναδείκνυαν σε θρύλο στην κινηματογραφική κοινότητα. Σαν τον Alfred Hitchcock, θα έφτανε στα άκρα για να παρουσιάσει μια ακριβή εικόνα στην οθόνη. Πάντως, μάλλον οι μεγαλύτερες προσπάθειες για να διατηρήσει την αυθεντικότητα έγιναν για το “Barry Lyndon”, την πιο υποτιμημένη και παρεξηγημένη ταινία του. Ο Kubrick δεν κατάφερε να βρει τα κονδύλια που χρειαζόταν για να γυρίσει τη ζωή του Ναπολέοντα, αλλά ακόμη επιθυμούσε να γυρίσει μια ιστορική ταινία και τελικά συμπτωματικά βρήκε το δεύτερο μυθιστόρημα του William Makepeace Thackeray, το “The Memoirs of Barry Lyndon”(1844). Πρόκειται για μια μακρά ιστορία για τις δοκιμασίες και την κακοτυχία του Ιρλανδού Redmond Barry, ιδωμένη από τη δική του σκοπιά. Το 1960, ο Kubrick είχε γράψει, ίσως σκεπτόμενος το “Lolita”: “The perfect novel from which to make a movie is, I think, not the novel of action but, on the contrary, the novel which is mainly concerned with the inner life of its characters. It will give the adaptor an absolute compass bearing, as it were, on what a character is thinking or feeling at any given moment of the story”. Παραδόξως, ο Kubrick κατήργησε την αφήγηση του Redmond όταν διασκεύαζε το σενάριο κι εισήγε μια ειρωνική, κυνική φωνή – αφηγητή- σαν αντίποδα του ανήμπορου, εξουθενωμένου Ιρλανδού.

Η θρυλική αναζήτηση του Kubrick για αληθοφάνεια είναι εμφανής σε κάθε πλευρά της παραγωγής. Ορισμένα από τα κουστούμια ήταν αυθεντικά από το 18ο αιώνα κι άλλα πιστές αντιγραφές τους. Οι περούκες φτιάχτηκαν από τα μαλλιά νεαρών ιταλίδων, που ήταν έτοιμες να ασπαστούν τη μοναχική ζωή. Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε φυσικές τοποθεσίες κι έτσι δε χτίστηκε κανένα set. Καθώς στην Ιρλανδία υπήρχαν ακόμα πολλά αυθεντικά κτίρια από το 18ο αιώνα, ο Kubrick μετέφερε την παραγωγή εκεί, ταξιδεύοντας σε ολόκληρη τη χώρα. Κάποια σπίτια ήταν ανοιχτά στο κοινό οπότε ο Kubrick έπρεπε να κινηματογραφεί μεταξύ ξεναγήσεων. Τα γυρίσματα στην Ιρλανδία σταμάτησαν απότομα όταν δέχτηκε απειλές από τον IRA– είχε βάλει Άγγλους στρατιώτες να παρελαύνουν στην Ιρλανδία σε μια πολιτικά ευαίσθητη περίοδο της ιστορίας της, καθώς η Bloody Sunday ήταν φρέσκια ακόμη στο μυαλό όλων κι οι δολοφονίες ήταν μέσα στην καθημερινότητά τους. Η παραγωγή μεταφέρθηκε στην Αγγλία εν μία νυκτί.
Ο Kubrick ζωγράφιζε χρησιμοποιώντας τους φωτισμούς, κι, όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες, του άρεσε ν’ αλλάζει σποραδικά την παλέτα του. Για το “Barry Lyndon” αποφάσισε να φωτογραφίσει τον 18ο αιώνα χρησιμοποιώντας φυσικό φως – φως κεριών. Επίσης, έκανε κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ, πήρε ένα φακό που είχε φτιαχτεί από τη NASA, για να το χρησιμοποιούν στο φεγγάρι, και το προσάρμοσε στην κάμερα. Αυτό προσέδωσε μια απαλή, κοκκώδη υφή στην εικόνα, κάτι που προκαλούσε προβλήματα στους οπερατέρ. Περνούσε τόσο λίγο φως από την κάμερα σε βαθμό που δεν μπορούσαν να δουν την εικόνα ώστε να βρουν το σωστό σημείο εστίασης. Ο Kubrick απλά συνέδεσε μια βιντεοκάμερα στην κάμερα και χρησιμοποίησε αυτή για να εστιάζει αλλά και για τα instant replay στις διαφορετικές λήψεις.

Ο Kubrick γνωστός για τις πολλαπλές λήψεις που τραβούσε σε κάθε σκηνή, είπε στο Michel Ciment, “.... it’s invariably because the actors don’t know their lines, or don’t know them well enough. An actor can only do one thing at a time, and when he has learned his lines only well enough to say them while he’s thinking about them, he will always have trouble as soon as he has to work on the emotions of the scene or find camera marks. In a strong emotional scene, it is always best to be able to shoot in complete takes to allow the actor a continuity of emotion, and it is rare for most actors to reach their peak more than once or twice. There are, occasionally, scenes which benefit from extra takes, but even then, I’m not sure that the early takes aren’t just glorified rehearsals with the added adrenaline of film running through the camera”.

Η επιμονή κι η προσοχή του στη λεπτομέρεια ήταν σημαντική για την ταινία γιατί τοποθετείται στην εποχή της αρχιτεκτονικής των κήπων, όταν ο άνθρωπος αποπειράθηκε να δαμάσει τη φύση, να την κάνει να ταιριάζει σε γαλήνια πρότυπα. Ομοίως, ο άνθρωπος προσπάθησε να ελέγξει την ίδια του τη φύση, φτιάχνοντας ένα περίτεχνο τρόπο συμπεριφοράς. Εντούτοις, το μόνο που έκανε ήταν να καλύπτει την πραγματική του φύση. Χρησιμοποίησε φακούς μεταβλητής εστίασης, οι οποίοι αποκάλυπταν σταδιακά τις εικόνες αναδημιουργώντας τους σπουδαίους πίνακες της περιόδου (των Watteau, Hogarth, Gainsborough, Reynolds, Chardin and Stubbs), και κλασσική μουσική, η οποία μας υποβάλλει δίνοντας μια αίσθηση κουλτούρας κι ευγένειας. Ο Kubrick σμίλευσε τοπία πολιτισμού που έκρυβαν τη βαρβαρότητα που ελλόχευε στους χαρακτήρες.

Η ιστορία ξεκινάει στην Ιρλανδία του 18ου αιώνα. Ο Redmond Barry ερωτεύεται την ξαδέρφη του Nora Brady, έχοντας ένα φλερτ, μονομαχεί γι’ αυτήν, σκοτώνοντας τον αρραβωνιαστικό της, έναν Άγγλο στρατιώτη. Καταφεύγει στο Δουβλίνο, κατατάσσεται στον αγγλικό στρατό, περνάει πολλές περιπέτειες και τελικά περιπλανιέται στην Ευρώπη με τον επαγγελματία τζογαδόρο, The Chevalier, εξαπατώντας την υψηλή κοινωνία. Τα χρέη πληρώνονται με υποσχετικές επιστολές κι ο Redmond μονομαχεί με τους Λόρδους για να τους εξαναγκάσει να πληρώσουν. Τα χρήματα που αποκομίζει δεν είναι αρκετά για να διατηρήσει τον τρόπο της ζωής που είχε συνηθίσει, οπότε ερωτοτροπεί και παντρεύεται μια πλούσια χήρα, τη Lady Lyndon.

Αμέσως μετά το γάμο τους στις 15 Ιουνίου του 1773, η Lady Lyndon καταλαβαίνει ότι ο Barry είναι παντελώς αδιάφορος για την ίδια όταν του παραπονιέται για τον καπνό της πίπας του κι αυτός τον φυσάει στο πρόσωπό της. Ο Barry είναι γοητευμένος απ΄ όλα τα πράγματα που μπορεί να του αγοράσει ο νεοαποκτηθέν πλούτος του, έτσι τζογάρει κι απατάει τη γυναίκα του χωρίς να τον νοιάζει καθόλου γι’ αυτήν και το δεκάχρονο γιο της, Lord Bullingdon, ο οποίος έχει καταλάβει ότι ο Barry είναι ένας στυγνός οπορτουνιστής. Από την ένωσή τους γεννιέται ένας γιος, ο Brian, που μεγαλώνει με μεγάλη αγάπη από τον πατέρα του και χρησιμοποιείται από τον Lord Bullingdon για να διαλύσει ένα επίσημο ρεσιτάλ ενώπιον αξιωματούχων καλεσμένων. Ο Barry εκρήγνυται από οργή κι επιτίθεται στο Bullingdon. Αυτό το ξέσπασμα μετατρέπει τον Barry σε απόβλητο της συγκρατημένης κοινωνίας – οι “φίλοι” του προφασίζονται δικαιολογίες για να μην παραβρεθούν στα δείπνα, πιστεύοντας ότι ο Barry είναι βάρβαρος. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που δωροδοκούσε ώστε να αποκτήσει έναν τίτλο ευγενείας και να βελτιώσει την κοινωνική του θέση. Τα χρέη του άρχιζαν να συσσωρεύονται κι, όταν ο Brian πεθαίνει αφού πέφτει από ένα άλογο, οι γονείς του απελπίζονται. Ο Barry βρίσκει καταφύγιο στο ποτό, η Lady Lyndon αφιερώνεται στην εκκλησία και προσπαθεί να δηλητηριάσει τον εαυτό της. Ο Lord Bullingdon προκαλεί τον Barry σε μονομαχία. Όταν το πιστόλι του Bullingdon εκπυρσοκροτεί κατά λάθος, ο Barry πυροβολεί στο έδαφος. Αντί να πάρει ικανοποίηση απ’ αυτό ο Bullingdon συνεχίζει και πυροβολεί τον Barry στο πόδι, το οποίο κι ακρωτηριάζεται. Ο Barry παίζει χαρτιά με τη μητέρα του, όταν λαμβάνει ένα τελεσίγραφο από τον Bullingdon που του προσφέρει 500 γκινέες το χρόνο για να φύγει από τη χώρα, αλλιώς οι πιστωτές του θα τον βάλουν φυλακή. Μετά από μερικά χρόνια στην Ιρλανδία, ο Barry περνάει το υπόλοιπο της ζωής του τζογάροντας στην Ευρώπη, όπως έκανε The Chevalier.
Είναι μια τραγική ιστορία καθώς, αφού η αγάπη του Redmond Barry καταχράται στην Ιρλανδία, δεν επιτρέπει στον εαυτό του την πολυτέλεια του να αγαπήσει και καταχράται την αγάπη που του δίνουν οι άλλοι. Όταν τελικά αγαπάει ξανά – δίνει απλόχερα την προσοχή του στον Brian– ο γιος του πεθαίνει κι ο Barry επιστρέφει στην κυνική ζωή του διαλυμένου άντρα που διήγε πριν τη γέννηση του γιου του. Ο Kubrick υφαίνει επιδέξια την ιστορία χωρίς σκηνές με εκτεταμένους διάλογους – όπως στο “2001:A Space Odyssey”, πολλές σκηνές είναι χωρίς λόγια και βασίζονται στο θεατή για να αποτυπώσει τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα στους χαρακτήρες. Αυτό είναι ένα συνεπές χαρακτηριστικό του έργου του, όπως έγραψε το 1960: “I think it essential if a man is good to know where he is bad and to show it, or if he is strong, to decide what the moments are in the story where he is weak and to show it. And I think that you must never try to explain how he got the way he is or why he did what he did”.

Αφού 170 ηθοποιοί και τεχνικοί πέρασαν 8,5 μήνες σε φορτηγά ταξιδεύοντας από τη μία τοποθεσία στην άλλη, η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 18 Δεκεμβρίου του 1975 κοστίζοντας 11 εκατομμύρια δολάρια. Παρόλο που ήταν αναμφισβήτητα ένα αριστούργημα και κέρδισε πολλά βραβεία, απέτυχε στο box office. Ο Kubrick έγραψε: “The important thing in films is not so much to make successes as not to make failures, because each failure limits your future opportunities to make the films you want to make”. Παρόλο που κράτησε κάποια από τα στηρίγματα στο σπίτι του με την ελπίδα να κάνει όντως το Ναπολέοντα, μέσα του πρέπει να ήξερε ότι το όνειρό του δε θα πραγματοποιούταν ποτέ.

Πρωταγωνιστούν: Ryan O'Neal, Marisa Berenson, Patrick Magee, Hardy Krüger, Steven Berkoff/ Σενάριο: Stanley Kubrick, William Makepeace Thackeray/ Σκηνοθεσία: Stanley Kubrick/ Διάρκεια: 184’ . Κέρδισε 4 Όσκαρ και προτάθηκε για 2 Χρυσές Σφαίρες.

Παρασκήνιο:

-Σύμφωνα με το βιογράφο του Kubrick, η αρχική επιλογή για το ρόλο του Barry Lyndon ήταν ο Robert Redford, αλλά τον απέρριψε.
-Ο Kubrick αρχικά ήθελε να γυρίσει το πιο δημοφιλές μυθιστόρημα του
William Makepeace Thackeray, "Vanity Fair", αλλά αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να αποτυπώσει όπως θα ήθελε την πυκνή πλοκή του μέσα στα όρια μιας τρίωρης ταινίας. Τότε αποφάσισε να γυρίσει αντ’ αυτού "The Memoirs of Barry Lyndon".
-Στην απόφασή του αυτή βοηθήθηκε να οδηγηθεί κι από την ανακοίνωση της παραγωγής miniseries για την τηλεόραση.
-Σε μία σκηνή όπου ο
Patrick Magee έπρεπε να μοιράζει τα χαρτιά, άρχισε να ιδρώνει, κι ο ιδρώτας στις παλάμες του το έκανε σχεδόν αδύνατο να μοιράσει τα χαρτιά ήρεμα. Ο Kubrick έφερε έναν επαγγελματία card dealer. Μετά όμως συνειδητοποίησε ότι τα χέρια του ήταν απαλά ενώ του Magee ήταν τριχωτά. Για να αποφύγουν προβλήματα συνέπειας, ξύρισαν τα χέρια του Μagee ώστε να δείχνουν ίδια.
-Το κορίτσι που κάθεται πίσω από τον αριστερό ώμο της Lady Lyndon κατά τη διάρκεια του μαγικού σόου είναι η κόρη του Kubrick, η
Vivian Kubrick.