9 Σεπ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧΧΙΙ. Το Πριν και το Μετά του Άουσβιτς, της Γκεστάπο, των SS" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ Ο αδιανόητος θάνατος «ΕΡΑΤΩ», ΣΕΛ. 200, ΕΥΡΩ 11,2

Υπάρχουν κομβικά σημεία στην Ιστορία της ανθρωπότητας, καμπές που αλλάζουν άρδην τον ρου της Ιστορίας, όρια πέρα από τα οποία δεν υπάρχει επιστροφή. Το Αουσβιτς, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης εν γένει, η Τελική λύση, όπως βαφτίστηκε ο αποτρόπαιος εφιάλτης στη φρικαλέα σύναξη στη Βανζέε, είναι ένας τέτοιος κόμβος. Μετά το Αουσβιτς, τίποτε δεν είναι όπως πριν. Μετά το Αουσβιτς δεν μπορούμε καν να γράφουμε ποίηση, διατεινόταν ο Τέοντορ Αντόρνο. Μετά το Αουσβιτς, ο ήδη ηττημένος παραδοσιακός ουμανισμός κονιορτοποιήθηκε διά παντός. Μετά το Αουσβιτς, θαρρείς για να αντιστραφεί η οραματική προοπτική του Τρότσκι, η απειλή είναι διαρκής, ο εφιάλτης είναι διαρκής, καθετί ολέθριο είναι διαρκές.

Ο Στέφανος Ροζάνης στον παρόντα, εξαιρετικά κομψό τόμο, εξετάζει τις πολιτισμικές, κυρίως, επιπτώσεις του Αουσβιτς, οι οποίες, βεβαίως, είναι ύψιστα πολιτικές. Οταν δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καν ποίηση, όταν όλες οι αξίες μέσω των οποίων συγκροτούνται η κοινότητα και η συνύπαρξη καταρρέουν και θρυμματίζονται, όταν ο ίδιος ο θάνατος γίνεται αδιανόητος, τότε ο άνθρωπος μένει ανερμάτιστος, γίνεται (τείνει να γίνει, τέλος πάντων) κάτι κατώτερο και από το ζώο, γίνεται ένα απλό πράγμα, ένα ευτελές άθυρμα στα χέρια των «ειδικών χωρίς πνεύμα και των ηδονοθήρων χωρίς καρδιά», καθώς έλεγε ο Μαξ Βέμπερ. Και τότε, το ζήτημα είναι κατεξοχήν πολιτικό. Μονάχα που, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και η έννοια του πολιτικού έχει καταστεί προβληματική.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ένα τρομερά και τρομακτικά οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης του ανθρώπου που γεννήθηκε, με πολλές ωδίνες και οδύνες, με πολλά ξεσπάσματα και πολλούς ξεσηκωμούς, με πολλούς μόχθους και πολλούς κινδύνους, στην Ελλάδα της πόλεως και της αγοράς, στις ιταλικές δημοκρατίες και στη Δυτική Ευρώπη του ρομαντισμού, του Χέγκελ, του Φόιερμπαχ, του Μαρξ, των εξπρεσιονιστών, των υπερρεαλιστών και όσων θέλησαν και μπόρεσαν να είναι οι επίγονοί τους. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σκοπούσαν, και εν πολλοίς κατόρθωσαν, να συντρίψουν τα (πάντα ατελή, μα υπέροχα!) προγράμματα και προτάγματα της διαρκούς, αλλά πάντα υπεύθυνης, ελευθερίας, της αυτονομίας, της πραγμάτωσης του ενός μέσα από την πραγμάτωση του άλλου, της αναγνώρισης μιας αυτοσυνείδησης από μίαν άλλη αυτοσυνείδηση, της διαλεκτικής που οδηγεί από το ονειροφόρο εγώ στο εξίσου ονειροφόρο εμείς, της διαδικασίας που, σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, κάνει την Πράξη να είναι Αδελφή του Ονείρου.

Ο Ροζάνης αντλεί την επιχειρηματολογία του κυρίως από τις προεξάρχουσες μορφές της περιλάλητης σχολής της Φρανκφούρτης, τη συμπληρώνει με ερανίσματα από στοχαστές όπως η Χάνα Αρεντ και ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Επιμένει στην πολιτισμική παράμετρο. Και κάνει καλά. Διότι δεν αρκεί η καταγγελία της άκρατης και άκριτης βίας, δεν αρκεί η απόρριψη, λόγω και έργω, της απόλυτης βαναυσότητας, δεν αρκεί καν η εναντίωση σε ό,τι εναντιώνεται στη φύση του ανθρώπου. Απαιτούνται πολλές πολύπλοκες και πολύπλευρες αναλύσεις όταν είμαστε αντιμέτωποι με ένα τέτοιο φαινόμενο, με ένα φαινόμενο που συνδυάζει την απλότητα (ας μου επιτραπεί η έκφραση), ναι, την ακαταμάχητη απλότητα της ωμής και απόλυτης κτηνωδίας με περίτεχνες μεθόδους, με λεπτεπίλεπτες (ας μου επιτραπεί και πάλι) τεχνικές, με τολμηρές, καίτοι συστηματικές και ψυχρά, σκακιστικά, υπολογισμένες επιδρομές στο ίδιο το κέντρο της λογικής.

Ο Ροζάνης εντοπίζει τις απαρχές του Αουσβιτς σε κάποιους πυρήνες του φιλελεύθερου Διαφωτισμού. Γράφει: «Πολύ πριν ο φασισμός εξαπολύσει στον κόσμο τον εφιάλτη του γραφειοκρατικού θανάτου και των εκατομμυρίων θυμάτων του, πριν επιχειρήσει να εξοντώσει το αρχέτυπο του ατόμου, ο φιλελεύθερος Διαφωτισμός είχε διαστρέψει την ατομικότητα, την είχε εγκλωβίσει μέσα στην ψυχρότητα του τυποποιημένου εργαλειακού λόγου. Ενός λόγου καρατομημένου που έμενε απαθής και αδιάφορος προς την ποιότητα και τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, αφιερώνοντας όλη του την ενέργεια στη δημιουργία μιας αδιάφορης μετρησιμότητας των στοιχείων που συνθέτουν την πραγματικότητα. Αυτός ο τυποποιημένος εργαλειακός λόγος αφάνισε την ατομικότητα του ανθρώπινου εγώ πολύ πριν τα SS χτυπήσουν την πόρτα της Ιστορίας».

Ο Ροζάνης, ορθά, επιμένει ότι οφείλουμε να εξετάσουμε και το πριν και το μετά του Αουσβιτς, της Γκεστάπο και των SS. Μας θυμίζει ότι το πριν συνίσταται στον υποβιβασμό της σκέψης σε άθροισμα από σλόγκαν, από συνθήματα, από διαγνώσεις και προγνώσεις.

Για να το πω αλλιώς, το πριν συνίσταται στον κοινωνικό αφανισμό του ποιητή (είτε δι' εξοντώσεως είτε δι' αφομοιώσεως), στον εξοστρακισμό του αδόλως ερωτευμένου, στο θάνατο του τροβαδούρου. «Το ανθρώπινο πρόσωπο απώλεσε, τελικά, την ταυτότητά του, και ο ψυχρός υποκειμενισμός μαρμάρωσε τις εικόνες του θείου και του ανθρώπινου. Αντί για μια σχέση πάθους και συνεχούς αντιδικίας μεταξύ του χρονικού και του άχρονου, εγκαταστάθηκε μια μουμιοποιημένη αναφορά σε ηθικιστικά πρότυπα».

Το μετά συνίσταται στην εισβολή του αδιανόητου μέσα στην επικράτεια της καθημερινής ζωής, στη μόλυνση κάθε σφαίρας των σύγχρονων κοινωνιών από τον ιό του μαζικού, εν ψυχρώ σχεδιασμένου, θανάτου. «Από τη στιγμή που αποτολμήθηκε, η φούγκα του μαζικού θανάτου εξακολουθεί να ακούγεται ανατριχιαστικά κάτω από τις δήθεν αμέριμνες ή απολαυστικές μελωδίες της σύγχρονης μαζοκοινωνίας μας, της κοινωνίας της κατανάλωσης, του θεάματος και του άκρατου ευδαιμονισμού», γράφει ο Ροζάνης.

Το στρατόπεδο έρχεται να συμπυκνώσει, να κρυσταλλώσει τη νύχτα της λογικής, έρχεται σαν αποθέωση της Κρυστάλλινης Νύχτας (τότε που οι διεστραμμένοι Ούνοι του Φίρερ τσάκισαν τις προθήκες των εβραϊκών καταστημάτων), έρχεται να αποτελέσει το έμβλημα της κατίσχυσης του Αδιανόητου έναντι του Διανοητού. Ξέρουμε ότι η ταμπέλα στην πύλη του Αουσβιτς έλεγε «Arbeit mach frei», ήτοι «Η εργασία απελευθερώνει»: η απόλυτη στρέβλωση, η απόλυτη αναστροφή. Το ανθρώπινο παύει να νοείται ως τέτοιο, έκτοτε αμφιβάλλουμε για τα πάντα, το εγώ έχει υποστεί μία ανεπανόρθωτη σχάση, τα όσα γνωρίζουμε και μας συγκροτούν ως προσωπικότητα, νου, χαρακτήρα, ψυχή, συναίσθημα, καρδιά, τίθενται υπό διαρκή αμφισβήτηση. Οι λέξεις χάνουν την έννοιά τους, σε ένα πρώτο στάδιο. Και, σε ένα δεύτερο, χάνονται και οι ίδιες, αυτές καθεαυτές: ποιος μπορεί σήμερα να μιλήσει ανώδυνα, χωρίς να κινδυνεύει να υποστεί ποικίλες λοιδορίες, περί έρωτος, αγάπης, ευγένειας, αθωότητας, φιλίας, ανιδιοτέλειας; Ποιος;

Οταν δεν μπορείς να κάνεις το ουρλιαχτό, τον ψίθυρο, ή ακόμα και το φιλί, έργο τέχνης, όταν δεν θέλεις να απαλλαγείς από τους εφιάλτες σου γιατί αποτελούν τη μόνη σου ταυτότητα, όταν εγκαλείται ο Βολτέρος για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ο Μαρξ ή ο Χέγκελ χρεώνονται τα γκουλάγκ, τότε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα γκουλάγκ παραμένουν ζώσα και όζουσα απειλή, δεν έχουν ηττηθεί, παρά τη συντριβή του Αξονα το 1945 και παρά την κατάρρευση του σταλινισμού τέσσερις δεκαετίες αργότερα.

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 11/4/2003.