27 Νοε 2008

Κινηματογραφικές Πρεμιέρες 27ης Νοεμβρίου..


W. **1/2

Πολιτική βιογραφία, αμερικανικής/ γερμανικής/ βρετανικής/ αυστραλέζικης παραγωγής, σε σκηνοθεσία Όλιβερ Στόουν, με τους Τζος Μπρολίν, Ελίζαμπεθ Μπανκς, Τζέιμς Κρόμγουελ, Ρίτσαρντ Ντρέιφους

Ο Τζωρτζ W. Μπους είναι το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας Μπους, απόφοιτος του Γέιλ και του Χάρβαρντ και πρώην αλκοολικός, παθιασμένος με το μπέιζμπολ και στην πραγματικότητα ένα απόλυτο τίποτα μέχρι τα 40 του χρόνια. Ώσπου στράφηκε στο Θεό και στη χριστιανική ηθική για να καταφέρει να εκλεχθεί κυβερνήτης της πολιτείας του Τέξας και στη συνέχεια Πρόεδρος των Η.Π.Α. για 8 χρόνια, χωρίς όμως να καταφέρει να κερδίσει ποτέ την εύνοια του πατέρα Μπους.

Όλη η ταινία του Στόουν συνοψίζεται στη λαϊκή ρήση «όταν ο άνθρωπος χάνει τη μπάλα χάνει τον κόσμο όλο». Αυτό αποτυπώνεται στην τελευταία σκηνή της ταινίας και με αυτό κλείνει μια πολυσυζητημένη και αμφιλεγόμενη πολιτική βιογραφία, κατά τη γνώμη μας αρκούντως διπλωματική, ενός σκηνοθέτη που από τον ακραίο αριστερίστικο προσανατολισμό του την δεκαετία του ’80 («Πλατούν», «Γεννημένος την 4η Ιουλίου», «Γουολ Στρητ», «Talk Radio»), μεταπηδά στη συνομωσιολογική εκφορά της εικόνας την δεκαετία του ’90 («JFK», «Νίξον») για να «ξεχειλώσει» με εθνικοπατριωτικές φανφάρες την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα («Αλέξανδρος», «Δίδυμοι Πύργοι»). Άρα, λοιπόν, το ερώτημα είναι τι περιμένεις να δεις από τον Στόουν; Γιατί ενώ όπου σταθεί κι όπου βρεθεί εξαπολύει μύδρους εναντίον του γιου Μπους (όπως έκανε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) βλέπεις το «W.» κι απορείς με τη στάση που κρατάει. Φυσικά δεν θέλουμε έναν ακόμη προπαγανδιστή Μάικλ Μουρ, αλλά ο Στόουν προτάσσει σε όλο το έργο το περίφημο «ναι
μεν αλλά..». Ναι, ο Μπους είναι άνθρωπος με αδυναμίες και ελαττώματα. Άλλά τουλάχιστον ας μην κυβερνούσε τον κόσμο γιατί τα έκανε μαντάρα. Δηλαδή για να καταλάβουμε καλά ο Στόουν θέλει να πάρει τη θέση του Αιζενστάιν, που ηρωοποίησε τον Στάλιν και της Ρίφενσταλ, που εξανθρώπισε τον Χίτλερ; Για να πει τι; Όπως και να χει, το ζήτημα της ταινίας είναι αποκλειστικά ιδεολογικό. Κι εκεί θα παραμείνει. Διότι κατά τα άλλα ο Στόουν ξέρει να κάνει κινηματογράφο και μάλιστα καλό. Γι’ αυτό κατάφερε να τελειώσει μια ταινία που μπορεί να «παραπλανήσει» πολλούς. Προσέξτε το. Πρόκειται περί ευφυούς δείγματος καλλιτεχνικού έργου, όπου οι τεχνικές στη σκηνοθεσία, το σενάριο αλλά και οι ερμηνείες μένουν στο περιθώριο για να εξυπηρετήσουν με τρόπο «ύπουλο» το στόχο : ποιος είναι τελικά ο Μπους και γιατί διέλυσε τον κόσμο; Έχασε τη «μπάλα» λέει ο Στόουν. Δεν είναι τόσο απλό, όμως, μίστερ..

Ο Ηλίας του 16ου **

Κωμωδία, ελληνικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Νίκου Ζαπατίνα, με τους Πέτρο Φιλιππίδη, Θανάση Τσαλταμπάση, Θέμις Μπαζάκα, Ηρώ Μανέ, Αντώνη Αντωνίου

Ο Ηλίας, ο Θωμάς κι ο Βαγγέλης, τρία γκαρσόνια φίλοι, που οι υποχρεώσεις από δάνεια, κάρτες και ασφάλειες τους κυνηγούν καθημερινά, αποφασίζουν να ληστέψουν τον κυρ-Λάμπρο, αφεντικό του Βαγγέλή, ιδιοκτήτη καφετέριας, ενεχυροδανειστή και κλεπταποδόχο. Τα γεγονότα, όμως, εξελίσσονται διαφορετικά απ’ ότι τα είχαν σχεδιάσει όταν ο Ηλίας, που είχε ντυθεί αστυνομικός για τις ανάγκες της διάρρηξης, πρέπει να.. διαλευκάνει μια κλοπή σε ένα παρακείμενο πλουσιόσπιτο.

Γιατί να μην αποδεχτούμε ένα αξιοπρεπές ελληνικό ριμέικ που κινείται σε πρότυπα χολυγουντιανά; Διασκεδαστικό, ευχάριστο, εύπεπτο είναι το έργο του Νίκου Ζαπατίνα, ενός σκηνοθέτη που τείνει να εξελιχθεί σε αγαπημένο παιδί των μεγάλων παραγωγών, και το οποίο κάνει καλά τη δουλειά του : ταξιδεύει ανέμελα το μυαλό του θεατή. Πενήντα χρόνια μετά τον αξέχαστο ρόλο του Κώστα Χατζηχρήστου στην ομώνυμη ταινία του Αλέκου Σακελλάριου και με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Φίνου, μαζεύτηκαν ένα τσούρμο παραγωγοί, μάζεψαν ένα σκασμό καλούς τηλεοπτικούς ηθοποιούς και έκαναν μια όμορφη κωμωδία, η οποία οδηγεί κατευθείαν στο «λουκούμι» : τα εισιτήρια. Ο Φιλιππίδης, αν και διανύει μια πολύ καλή χρονιά σε θέατρο και τηλεόραση, δεν είναι όσο κινηματογραφικός θα έπρεπε, άλλωστε έχει να κάνει σινεμά από το 2001 και το «Εφάπαξ», κι εδώ έγκειται η διαφορά του με τον αείμνηστο Χατζηχρήστο, ο οποίος «έγραφε» στη μεγάλη οθόνη με μεγάλη άνεση. Από την άλλη μεριά ορισμένοι από τους δεύτερους ρόλους είναι απλώς απολαυστικοί. Θανάσης Τσαλταμπάσης, Ηρώ Μανέ και Δημήτρης Λιόλιος βάζουν φωτιά στην πλοκή με την παρουσία τους. Το γέλιο από το β’ μισό της ταινίας και μετά βγαίνει αβίαστα ενώ το αρχικό μισάωρο, που θέλει τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Ζαπατίνα για να μην γίνει βαρετό, τελικώς γίνεται. Μέχρις εδώ. Γιατί μέχρι την έξοδο σας από το σινεμά θα έχετε ξεχάσει και την ταινία. Μια παρατήρηση : την Κοκκίνου για το σάουντρακ τι την ήθελαν;

Ανθισμένες Κερασιές **

Δραματική, γερμανικής/ γαλλικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ντόρις Ντόρι, με τους Έλμαρ Βέπερ, Χανελόπε Έλσνερ

Ο Ρούντι και η Τρούντι είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι, που στα γηρατειά του ζει απομονωμένο στο σπίτι του στην εξοχή. Η άρνηση του Ρούντι στη σύζυγό του να πάνε να επισκεφθούν τον γιο τους στην Ιαπωνία, του δημιουργεί τύψεις αλλά και θλίψη όταν μετά από λίγο καιρό η Τρούντι πεθαίνει ξαφνικά. Έτσι, λοιπόν, ο Ρούντι φεύγει για την Ιαπωνία προκειμένου να αποτίσει έναν φόρο τιμής στην αγαπημένη του σύντροφο.

Τόσο γλυκιά και μελαγχολική αυτή η καλλιτεχνική στροφή της έμπειρης και πετυχημένης σκηνοθέτριας Ντόρις Ντόρι, που από την κωμωδία μεταβαίνει στο δράμα χωρίς να πέφτει σε μελοδραματισμούς και κλισέ ταινιών αναλόγου ύφους. Οι «Ανθισμένες Κερασιές» αναμειγνύουν την κουλτούρα της Άπω Ανατολής με την ευρωπαϊκή ιδιοσυγκρασία και, μάλιστα τη «βαριά» γερμανική, με αποτέλεσμα το καλοδουλεμένο σενάριο της Ντόρι να θέτει στέρεες βάσεις για την ενδιαφέρουσα εξέλιξη της ιστορίας ενός τουρίστα που ταξιδεύει στην Ιαπωνία για να ανακαλύψει τον εαυτό του στο τέλος της ζωής του. Η αισθητική της ταινίας και οι σεναριακές ανατροπές είναι τα καλύτερα σημεία της νέας δουλειάς της Ντόρι, η σκηνοθετική ματιά της οποίας κινείται –δυστυχώς- σε μέτρια επίπεδα. Το 15λεπτο παρατεταμένο χειροκρότημα και η αναγνώριση από το σινεφίλ κοινό ήταν οι καλύτερες επιβραβεύσεις για τις «Ανθισμένες Κερασιές» στο περυσινό Φεστιβάλ του Βερολίνου, που αξίζουν πολλά περισσότερα από κάθε βραβείο και αναγνώριση από οποιαδήποτε κριτική επιτροπή.

Νέστορας Πουλάκος

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 27-11).