31 Ιαν 2008

"Visuals Poets : Stanley Kubrick : Spartacus (1960)" - Ιωάννα Κουτζούκου

Το Α' και Β' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/01/visuals-poets-stanley-kubrick-paths-of.html

"Spartacus" (1960)

Παρόλο που το “Paths of Glory” είχε από τότε αναγνωριστεί ως το πρώτο αριστούργημα του Kubrick, δεν είχε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, το αντίθετο μάλιστα θα λέγαμε. Ενώ, λοιπόν, ο Kubrick κι ο Harris αναζητούσαν το επόμενο σχέδιό τους, ο Marlon Brando ζήτησε από τον Kubrick να σκηνοθετήσει την ταινία “The Authentic Death of Henry Jones”, βασισμένη στο western μυθιστόρημα του Charles Neider. Επρόκειτο για την ιστορία του σερίφη Pat Garrett και του παράνομου Billy the Kid. Η συνεργασία, όμως αυτή δεν έληξε καλά, λόγω της πληθώρας των απόψεων και των συνεχών αλλαγών στο σενάριο (ο Brandon συνήθιζε να σταματάει τις διαμάχες χτυπώντας ένα γκονγκ). Τελικά, ο Kubrick απολύθηκε και τη σκηνοθεσία του “One-Eyed Jack”(1961), όπως ονομάστηκε, ανέλαβε ο Brando.

Παράλληλα μ’ αυτές τις ατέρμονες συζητήσεις για την προαναφερθείσα ταινία, ο Kubrick κι ο Harris ερωτεύτηκαν το best-seller μυθιστόρημα του Vladimir Nabokov, “Lolita”. Όταν έλαβαν ένα αντίγραφο, ο Kubrick ήταν τόσο ανυπόμονος να το διαβάσει ώστε ο Harris έσκιζε και του έδινε τις σελίδες που είχε ήδη διαβάσει. Απέκτησαν τα δικαιώματα με κόστος 150.000 δολαρίων. Η μεγαλύτερη πρόκληση, όμως, και συγχρόνως το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν πώς θα γίνει αποδεκτή από το κοινό η ιστορία ενός άντρα ερωτευμένου με ένα νεαρό κορίτσι.

Πριν αρχίσουν να δουλεύουν το σενάριο, ο Kirk Douglas ζήτησε από τον Kubrick να σκηνοθετήσει μια ταινία, ξεκινώντας τρεις μέρες μετά από την πρόταση. Έτσι, ο Kubrick είχε μόνο τρεις μέρες να προετοιμαστεί για το “Spartacus”.

Όταν ο Douglas απέκτησε τα δικαιώματα του μυθιστορήματος “Spartacus” του Howard Fast, προσέλαβε το συγγραφέα Dalton Trumbo για το σενάριο. Ο Trumbo ήταν στη “μαύρη λίστα” για δέκα χρόνια, μετά την καταδίκη του σε ένα χρόνο φυλάκιση, επειδή δεν κατέδωσε κανένα ως κομμουνιστή στην επιτροπή “House Un-American Activities”. Όλως περιέργως, όμως, είχε κερδίσει Όσκαρ το 1956 για την ταινία “The Brave One”, γράφοντας φυσικά με ψευδώνυμο (Robert Rich). Πολλοί συγγραφείς που άνηκαν στην περιώνυμη “μαύρη λίστα” δούλευαν για την Bryna Productions (εταιρεία του Douglas), καθώς αναγκάζονταν να αμείβονται με χαμηλότερες αποδοχές. Την ίδια τακτική ακολουθούσαν και πολλές άλλες εταιρείες.

Μετά την επιμονή των Universal Studios προσελήφθη ο έμπειρος κι αξιόπιστος Anthony Mann. Επιλογή που δικαιολογείται αν λάβουμε υπόψη μας τον τεράστιο προϋπολογισμό της ταινίας (έξι εκατομμύρια δολάρια). Ο Mann, ειδήμων στο να αναδεικνύει τις συναισθηματικές πτυχές των πολυσύνθετων χαρακτήρων, προσπάθησε να εκμαιεύσει μια πιο εγκεφαλική ερμηνεία από τον Douglas. Το παίξιμο του Douglas όμως ήταν πιο ενστικτώδες, πιο σωματικό, σε σχεδόν πλήρη αντίθεση με αυτό που του ζητούσε ο Mann. Αυτό είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την απόλυση του Mann από τον Douglas, καθώς ένιωθε ότι έχανε τον έλεγχο της παραγωγής. Την ίδια μέρα ο Douglas τηλεφώνησε στον Kubrick και μετά από ένα τριήμερο διαπραγματεύσεων κατέληξαν σε συμφωνία με την αμοιβή των 150.000 δολαρίων.

Η ιστορία ξεκινάει να εκτυλίσσεται με το Σπάρτακο, ένα Θρακιώτη, γεννημένο σκλάβο, που πουλιέται στα ορυχεία της Λιβύης στα 13 του. Στη συνέχεια αγοράζεται από το Λέντουλο Βατιάτο που τον εκπαιδεύει στην Καπύη ως μονομάχο. Εκεί, ο Σπάρτακος ερωτεύεται τη Βαρίνια. Όταν ο Σπάρτακος κι ο Ντράμπα, ένας Αιθίοπας μονομάχος, αναγκάζονται να μονομαχήσουν μέχρι θανάτου για να ψυχαγωγήσουν τον Κράσσο και τους φίλους του από τη Ρώμη, ο Ντράμπα νικάει το Σπάρτακο, αλλά αρνείται να τον σκοτώσει. Αντ’ αυτού επιτίθεται στους Ρωμαίους και σκοτώνεται. Την επόμενη μέρα, ο Σπάρτακος μαθαίνει ότι έχουν πουλήσει τη Βαρίνια στον Κράσσο. Αυτό σε συνδυασμό με τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας τον κάνει να αγανακτήσει. Έτσι, τελείως αυθόρμητα, χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο, επιτίθεται στον εκπαιδευτή τους (έναν πρώην σκλάβο) κι όλοι οι υπόλοιποι τον ακολουθούν, καταλήγοντας σε μία μαζική εξέγερση. Οι μονομάχοι οχυρώνονται στο Βεζούβιο. Μαζί τους ενώνονται χιλιάδες σκλάβοι, μεταξύ των οποίων η Βαρίνια (η οποία μένει έγκυος) κι ο Αντωνίνος, ένας μορφωμένος σκλάβο του Κράσσου.

Οι μονομάχοι εκπαιδεύουν τους απελεύθερους σκλάβους κι αυτός ο “στρατός των δούλων” νικάει τις ρωμαϊκές κοόρτεις. Παράλληλα στη Ρώμη ο Κράσσος κι ο Γράκχος πολεμούν για την ηγεσία της Συγκλήτου και την εξουσία της πόλης. Οι σκλάβοι πληρώνουν Κιλίκους πειρατές να τους μεταφέρουν μακριά από την Ιταλία, αλλά ο Κράσσος τους εξαγοράζει να μην το κάνουν. Ο Κράσσος θέλει να νικήσει το “στρατό των σκλάβων”, ώστε να γίνει δικτάτορας της Ρώμης. Οι σκλάβοι σφαγιάζονται από το στρατό του Κράσσου μετά από μία μεγάλη κι αιματηρή μάχη. Τότε ο Κράσσος αποφασίζει να απαλλάξει τους 6.000 επιζώντες από τη σταύρωση, αν του αποκαλύψουν ποιος είναι ο Σπάρτακος. Όταν ο Σπάρτακος σηκώνεται για να φωνάξει ότι είναι αυτός, ένας ένας όλοι οι σκλάβοι σηκώνονται φωνάζοντας: “I am Spartacus”. Τελικά, όλοι σταυρώνονται. Ο Σπάρτακος σταυρώνεται τελευταίος στις πύλες της Ρώμης. Η ταινία κλείνει με τον Βατιάτο να προσπαθεί να φυγαδεύσει τη Βαρίνια και το παιδί της από τη Ρώμη, με τη βοήθεια του Γράκχου. Τότε η Βαρίνια βλέπει το Σπάρτακο, του δείχνει το γιο τους και του λέει: “Your son is free, he’ll remember you Spartacus, cause I’ll tell him, I’ll tell him who his father was and what he dreamt of”.

Πρωταγωνιστούν: Kirk Douglas, Laurence Olivier, Jean Simmons, Charles Laughton, Peter Ustinov, Tony Curtis, Woody Strode, Herbert Lom/ Σενάριο: Howard Fast, Dalton Trumbo/ Σκηνοθεσία: Stanley Kubrick, Anthony Mann/ Διάρκεια:184’/ Κέρδισε 4 Όσκαρ και 1 Χρυσή Σφαίρα.

Η εξέγερση του Σπάρτακου συμβολίζει το ό,τι ο καθένας έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τον εαυτό του και για το μέλλον του. Οι λογομαχίες και οι ελιγμοί του Κράσσου και του Γράκχου στη Σύγκλητο δείχνουν την πολιτική διάσταση της κατάστασης. Ο Κράσσος πιστεύει ότι οι ολίγοι γνωρίζουν το τι είναι το καλύτερο για τον καθένα κι έτσι θα έπρεπε να άρχουν σαν ένα είδος επιθυμητής δικτατορίας. Ο Γράκχος από την άλλη πιστεύει αφ’ ενός στη δημοκρατία, αφ’ ετέρου ότι οι σκλάβοι δεν ξέρουν πώς να εξουσιάζουν ακόμη κι αν τους δοθεί η ευκαιρία. Όταν τελειώνει η ταινία ο Γράκχος έχει πεθάνει κι ο Σπάρτακος αργοπεθαίνει, αφήνοντας μοναδικό ηγέτη-δικτάτορα τον Κράσσο, να εξουσιάζει. Ειδικά αν σκεφτούμε ότι ο Fast και ο Trumbo ήταν οι σεναριογράφοι, η όλη κατάσταση μπορεί να ερμηνευτεί σε αντιστοιχία με την καταπίεση του Γερουσιαστή McCarthy και της επιτροπής “House Un-American Activities”.

Ο Laurence Olivier δίνει μια εκπληκτική ερμηνεία ως Κράσσος, που είναι κι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας, επειδή είναι ο “κακός” του οποίου τα κίνητρα είναι ξεκάθαρα και πλήρως κατανοητά. Ο Κράσσος είναι πλούσιος και ισχυρός και πιστεύει ότι έχει φύσει δικαίωμα να άρχει. Η σεξουαλική διάσταση του χαρακτήρα του ενισχύεται από τις σκηνές της σάουνας και του λουτρού. Στη σκηνή της σάουνας ο Κράσσος παρασύρει τον Καίσαρα μακριά από τον Γράκχο και στη σκηνή του λουτρού αποκαλύπτει υπαινικτικά την επιθυμία του για τον Αντωνίνο. Όταν ο Κράσσος ομολογεί την αγάπη του τόσο στον Αντωνίνο όσο και στη Βαρίνια, αλλά αυτοί δεν την ανταποδίδουν, η επιθυμία του να κατακτήσει τη Ρώμη μεγαλώνει όλο και πιο πολύ, σαν υποκατάστατο του κενού που νιώθει μέσα του. Το γεγονός άλλωστε ότι ο Αντωνίνος και η Βαρίνια τον εγκαταλείπουν για να είναι με το Σπάρτακο κάνεί την επίθεση του να μοιάζει όχι τόσο σαν προσπάθεια προστασίας της Ρώμη, αλλά πιο πολύ ως εκδίκηση για το πληγωμένο του εγωισμό. Αυτό τουλάχιστον υπονοείται όταν αναγκάζει το Σπάρτακο και τον Αντωνίνο να μονομαχήσουν μέχρι θανάτου.

Όπως στο “The Killing”, ο Kubrick δυσκολεύτηκε να συνεργαστεί με τους ανθρώπους του Hollywood που είχαν μια συγκεκριμένη μέθοδο. Τουλάχιστον στο “Paths of Glory” είχε πάει την παραγωγή στη Γερμανία, οπότε είχε μια σχετική ελευθερία. Παράδειγμα των προαναφερθέντων είναι ένα γνωστό ευτράπελο, όπου ο Kubrick μπαίνει σε ένα σκηνικό το οποίο έχει φωτίσει ο κινηματογραφιστής Russell Metty. Ο Kubrick του λέει ότι δεν υπάρχει αρκετό φως, ο Metty νευριάζει και κλωτσάει ένα φωτιστικό, αναποδογυρίζοντας το. Τότε ο Kubrick του λέει ήρεμα: “Now there is too much”. Τελικά, ο Kubrick έκανε το μεγαλύτερο μέρος της κινηματογραφικής δουλειάς. Ο Metty παραπονιόταν γι’ αυτό ως την κυκλοφορία της ταινίας, μέχρι που έφτασε στο σημείο να θέλει να αφαιρεθεί το όνομά του από τους τίτλους της ταινίας. Τελικά, όμως, παρέλαβε το βραβείο καλύτερης κινηματογραφίας, παρόλο που δεν τράβηξε σχεδόν τίποτα.

Ο Kubrick δυσκολεύτηκε επίσης πολύ στη συνεργασία του με τον Douglas. Παρόλο που ο Douglas τον είχε προσλάβει γιατί πίστευε πως θα ήταν ευγνώμων και πιο εύπλαστος ως ένα βαθμό, ο Kubrick στην πραγματικότητα αποδείχτηκε ίσως πιο δύσκολος κι αποφασιστικός κι από το Mann. (“He’ll be a fine director some day, if he falls flat on his face just once. It might teach him how to compromise”- Kirk Douglas)

Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα. Η Jean Simmons υποβλήθηκε σε εγχείρηση, ο Douglas αργούσε συχνά στα γυρίσματα και κόλλησε ένα ιό για δέκα μέρες, ο Ustinov, ο Olivier και ο Laughton είχαν όλοι και άλλες πιεστικές υποχρεώσεις, ο Tony Curtis ήταν σε γύψο για εβδομάδες αφού εξάρθρωσε έναν τένοντα. Επιπροσθέτως, ο Trumbo άλλαζε συνεχώς τα σενάρια σχεδόν κάθε μέρα. Κατά συνέπεια, ο Kubrick υιοθέτησε μία καινούρια μέθοδο, αυτοσχεδίαζε στο γύρισμα με τους ηθοποιούς, αντί να βασίζεται στο σενάριο. Αν δεν υπήρχε διάλογος για μια σκηνή ο Kubrick έπαιζε μουσική για να μεταδώσει το συναίσθημα της σκηνής. Αυτό φαίνεται καταπληκτικά στη σκηνή όπου ο Σπάρτακος κι ο Ντράμπα περιμένουν να πάνε στην αρένα για να πολεμήσουν. Επένδυσε τη σκηνή με ένα κονσέρτο του Prokofiev κάνοντας κοντινό στο Woody Strode.

Παρόλο που ο Kubrick απέδειξε ότι μπορεί να κάνει μια μεγάλη κι επικερδή ταινία (κόστισε 12 εκατομμύρια δολάρια κι απέφερε 14,6 ήδη από τις πρώτες προβολές) η όλη εμπειρία, δηλαδή το ό,τι αποτελούσε μέρος της μηχανής του Hollywood, το ό,τι έπρεπε να εξυπηρετεί διάφορα συμφέροντα και δεν είχε τον απόλυτο δημιουργικό έλεγχο της ταινίας δε θα ήταν κάτι που θα επέτρεπε να ξαναγίνει.

Παρόλα αυτά, αυτή η εποχή υπήρξε για τον Kubrick και μια περίοδος μεγάλης χαράς. Μέχρι το τέλος των γυρισμάτων ο Kubrick είχε πια τρεις κόρες, την Katharina, κόρη της Christianne από προηγούμενο γάμο του, την Anya Renata που γεννήθηκε στο ξεκίνημα των γυρισμάτων, στις 6 Απριλίου του 1959, και την Vivian Vanessa που γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου του 1960, μόλις κυκλοφόρησε η ταινία.

Παρασκήνιο:
- Ο ήχος του πλήθους που ζητωκραύγαζε “Spartacus! Spartacus!” ηχογραφήθηκε στην πραγματικότητα σε ένα αγώνα ποδοσφαίρου στο Spartan Stadium, έδρα της Michigan State University Spartans στο Ανατολικό Lansing.
- Ο Peter Ustinov είναι ο μόνος ηθοποιός σε ταινία του Kubrick που έχει κερδίσει Όσκαρ. Ο Peter Sellers μόνο αργότερα απέσπασε μία υποψηφιότητα.
- Ο Ντράμπα, που παιζόταν από τον Woody Strode, σκοτώνεται στην αρένα αφού επιτίθεται στον Κράσσο. Το πτώμα του κρεμιέται ανάποδα στους στρατώνες των μονομάχων σαν προειδοποίηση. Αρχικά θα χρησιμοποιούταν αντίγραφο του Strode, αλλά όταν το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό, ο Strode κρεμάστηκε ο ίδιος ανάποδα, δεμένος με σκοινιά γύρω από τους αστράγαλούς του. Καθώς οι μονομάχοι περνούν αργά μπροστά από το κρεμάμενο “πτώμα” του, ο Strode δεν κουνάει ούτε βλέφαρο.
- Η Ingrid Bergman, η Jeanne Moreau, η Elsa Martinelli κι η Jean Simmons απέρριψαν το ρόλο της Βαρίνιας. Η Sabine Bethmann πήρε τότε το ρόλο, αλλά όταν ανέλαβε ο Kubrick την απέλυσε και ξαναπροσέφερε το ρόλο στην Simmons, που αυτή τη φορά τον δέχτηκε.
- Για να δεχτούν τόσοι μεγάλοι αστέρες να συμμετάσχουν στην ταινία, ο Kirk Douglas έδειξε στον καθένα διαφορετικό σενάριο, που έδινε έμφαση αντίστοιχα στο χαρακτήρα που τους προσέφερε.
- Ο ιστορικός Σπάρτακος ήταν ένας Θρακιώτης σκλάβος που δραπέτευσε από μια σχολή μονομάχων για να ηγηθεί της εξέγερσης που καταπνίχτηκε μετά από λίγο από τον Κράσσο. Ο Κράσσος μετά τη νίκη του σταύρωσε σχεδόν όλους τους αιχμαλώτους. Σε αντίθεση με το έργο, ο Σπάρτακος σκοτώθηκε στη μάχη κι ο Γράκχος έζησε ολόκληρες δεκαετίες πριν.
- Το 2007, το American Film Institute την συμπεριέλαβε για πρώτη φορά στις καλύτερες ταινίες των εποχών στην ογδοηκοστή πρώτη θέση.
- Όταν χρειάστηκε να ηχογραφήσουν κάποιες καινούριες ατάκες για τη σκηνή στο λουτρό, αφού οι προηγούμενες λογοκρίθηκαν, ο Tony Curtis έκανε τις δικές του, όμως ο Laurence Olivier ήταν νεκρός. Η Joan Plowright, η χήρα του, θυμήθηκε ότι o Anthony Hopkins είχε κάνει μια τρομερή μίμηση του Olivier και το ανέφερε στην ομάδα της απόδοσης. Αυτοί τότε πλησίασαν τον Hopkins κι αυτός συμφώνησε να ντουμπλάρει τις ατάκες του Olivier σ’ αυτή τη σκηνή.

(Συνεχίζεται)

"Λάρυ Κλαρκ : Ο Πορνογράφος της Generation X" - Ν.Ι. Πουλάκος


Το Α' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/01/generation-x.html

3. Bully (2001)

Σενάριο : David McKenna, Roger Pullis [στο ομώνυμο βιβλίο του Jim Schutze].
Ηθοποιοί : Brad Renfro, Rachel Miner, Bijou Phillips, Nick Stahl, Michael Pitt.

Βραβεία : 1 Φεστιβάλ Prism(Καλιφόρνια), 2 Φεστιβάλ Στοκχόλμης.
Διάρκεια : 113’
Παραγωγή : Η.Π.Α., Γαλλία

Σχόλια : Τέσσερα χρόνια πέρασαν από το συμβατό και γραμμικό «Another Day In Paradise», και ο προκλητικός φωτογράφος Λάρυ Κλαρκ ξαναχτυπά κινηματογραφικά με την τρίτη ταινία του. Βασισμένος σε αληθινά γεγονότα που συνέβησαν σε γυμνάσιο της Φλόριντα, έχοντας στο σενάριο τον έμπειρο ΜακΚένα(«American History X», «Blow»), κάνει μια ακόμα παραγωγή με ατίθασους νεαρούς που βρίσκονται στα όρια της αυτοκαταστροφής, μπλεγμένοι με αλκοόλ και ναρκωτικά, εθισμένοι σε ηλεκτρονικά παιχνίδια, επικίνδυνα σπορ και πειραματισμούς στο σεξ. Στο επίκεντρο όλων ένας «νταής» νεαρός, ο οποίος επιβάλλεται και τρομοκρατεί τους υπόλοιπους. Για αυτό και αποφασίζεται να τον δολοφονήσουν. Το αποτέλεσμα : όλοι στη φυλακή, κάποιοι ισόβια και ο εγκέφαλος της πράξης στην ηλεκτρική καρέκλα.

Ο Λάρυ Κλαρκ και πάλι σοκάρει. Ίσως στην καλύτερή του ταινία που κέρδισε κοινό και κριτικούς και μια υποψηφιότητα στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Στα συν του η αληθινή ιστορία αλλά και οι ερμηνείες, με εκείνη της Rachel Miner να κερδίζει βραβείο στην Στοκχόλμη. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης με το βεβαρημένο παρελθόν(φυλακές, ναρκωτικά) και με την περίεργη ματιά στην τέχνη μας χαρίζει ένα αριστούργημα των ‘90s, που το παρουσίασε λίγο αργότερα κερδίζοντας το ενδιαφέρον.

4. Teenage Caveman (TV) (2002)

Σενάριο : Christos N. Cage
Ηθοποιοί : Andrew Keegan, Tara Subkoff, Richard Hillman, Tiffany Limos

Βραβεία : -
Διάρκεια : 90’
Παραγωγή : Η.Π.Α.

Σχόλια : Η μοναδική μέχρι σήμερα ανάμειξη του Λάρυ Κλαρκ με την αμερικανική καλωδιακή τηλεόραση. Ένα χρόνο μετά την επιτυχία με το «Bully» και ενώ ετοίμαζε το επόμενο χτύπημά του με το «Ken Park», ο άσημος σεναριογράφος (ελληνικής καταγωγής..) Κέιτζ, του δίνει το ριμέικ της θρυλικής καλτ ταινίας «Teenage Caveman» του 1958 από τον θρύλο Ρότζερ Κόρμαν. Ταινία μελλοντολογική με σαφείς προεκτάσεις τρόμου και θρίλερ, ο Κλαρκ αναμειγνύει πιτσιρικάδες, οι οποίοι εν μέσω ναρκωτικών και άφθονου σεξ προσπαθούν να σώσουν τον απαχθέντα φίλο τους από ανώτερες εξωγήινες μορφές, οι οποίες θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και να μεταβάλλουν το ανθρώπινο γένος. Περιφερόμενοι σε σπηλιές για εξωτερικούς φόβους και με τη βοήθεια ενός ζευγαριού που έχει σωθεί από την ολοκληρωτική καταστροφή, προχωρούν τα σχέδιά τους, με τις ασωτείες του όμως πάντα στο επίκεντρο.

Οι κριτικές και τα σχόλια αλλά και η αντιμετώπιση του κόσμου κινήθηκε από χλιαρά σε πολύ αρνητικά επίπεδα. Το εγχείρημα του Κλαρκ, ο οποίος μάλλον το είδε σαν πλάκα, έπιασε «πιάτο» και το σύγχρονο καλτ ταινιάκι που ήθελε ο ίδιος να περάσει, δε του βγήκε όπως θα ήθελε.

(Συνεχίζεται)

30 Ιαν 2008

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Ακυκλοφόρητα Βιβλία [1978 - 1981]


(ΦΛΥΑΡΙΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΕ ΣΤΥΛ "κουβέντα να γίνεται")
Πίσω απ' τη μετταλική κεραία είναι ένα άγαλμα αρχαίο
Σε κάποιο συρτάρι σαπίζει η λαλιά μου
Ίσως να με χώσουν φυλακή
Η φθορά
Η ματαιότητα
Η αηδία
Μια απελπισία αληθινή όσο και το τσιγάρο μου
Βρώμικες γωνιές και στενά δρομάκια
Εμείς ο κόσμος μας
Αυτόχειρες ή σχιζοφρενείς
Εραστές της ελευθερίας
Κι αυτή μας κεράτωσε
Λουλούδια πατημένα από ορδές μηχανοκίνητες
Σκαμένα λειβάδια πετρωμένες θάλασσες
Το έρεβος
Η ανυπαρξία
Η ομίχλη
Τα πουλιά βράχνιασαν και πίσω απ' τη μετταλική κεραία
Καμαρωτό το άγαλμα να καβλώνει περαστικές γεροντοκόρες
Μέσα είμαι ίσως και να μ' εκτελέσουν

[Απ' τις γραφές ενός φυλακισμένου, Άσματα για εφτά βραδυνά τσιγάρα, 1978]

(...) Όχι άλλες παραινέσεις, ενέσεις και συμβουλές. Όχι άλλα αξεσουάρ. Όχι άλλα γαμησάκι στα πεταχτά. Όχι άλλα σπασμωδικά υποκατάστατα. Όχι άλλες φενάκες. Όχι άλλες φάκες. Κάτι το συγκλονιστικό ζητώ. Σαν το γουέστερν που βλέπαμε δεκαπεντάχρονοι. Μια ζωοποιό κλωτσιά. Ένα τρανό γέλιο. Μια άνευ προηγουμένου φασαρία. Ένα άλλοθι που να σε αφήνει άναυδο. Να πυροβολείς στην φλυαρία, την διάρροια λόγου άλογου. Να αρχίζεις να χοροπηδάς στα κάρβουνα χαρούμενος κι ανάλαφρος. Να διακόπτεις τον από αιώνων αυτοακρωτηριασμό σου. Να γεύεσαι φρούτα ρωμαϊκών δείπνων. Να είσαι άφθαρτος και να ζεις μια χαρά χωρίς δυο ή τριανταδυο τρομάρες (...)

[Kεφάλαιο Α', Οι θρυλικές συνυφάδες ή που είσαι θείε Κάρολε;, 1981]

*Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης και οι πρώτες γραφές του. Βιβλία ιδιωτικής έκδοσης που κυκλοφόρησαν σε περιορισμένα αντίτυπα μεταξύ φίλων και παροικούντων στις παρέες του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή του Μίλερ, του Ναμπόκοφ, του Ρούσντι.
- Στα 1978 μια παρέα φίλων από τον Βόλο κυκλοφορεί τη συλλογή ποιημάτων και πεζών "Άσματα για εφτά βραδυνά τσιγάρα". Υπογράφουν ως "Ελλάς Ελλήνων Λογοτεχνών" από τις Εκδόσεις "Οίκου Ανοχής". Ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης συμμετέχει με τέσσερα πεζο-ποιήματά του [Στροφή;, Απ' τις γραφές ενός φυλακισμένου, Αδυναμία μια(της Ρίτας), Πρόλογος μιας δεκάχρονης διάρκειας κραξίματος]. Στην παρέα εκείνη ήταν ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπουντούρης ("Ο παράδεισος είναι μακριά", "Μπίζνες τα Βαλκάνια", "Μήλον της έριδος"), ο ηθοποιός και ποιητής Μάνος Μπαλής (δε ζει πια) και επίσης ο Αντώνης Παπαθανασόπουλος, η Μάνια Σακκελαρίου, ο Γιάννης Αθανασιάδης και ο Φώτης Ζωγράφος.

- Στο ενδιάμεσο, κάπου στα 1979-80, ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης με τη βοήθεια του "Ιδεοδρομίου" και του Λεωνίδα Χρηστάκη κυκλοφορεί τη συλλογή "Ο Γιωργάκης ζει", σε περιορισμένα αντίτυπα. [Την αναζητούμε]

- Στα 1981, τέλος, κυκλοφορεί στην Αθήνα, σε ιδιωτική έκδοση, η συλλογή πεζών
κειμέων ντανταϊστικού τύπου με γκυντεμπορικές προεκτάσεις "Οι θρυλικές συνυφάδες ή που 'σαι θείε Κάρολε;". Ένα βιβλίο-υβρίδιο 50 περίπου σελίδων, που ξεκινάς να το διαβάζει με τη φράση "Υ.Γ. Απαγορεύεται εν γένει η ανάγνωσις της εν λόγω μυθιστορίας" και το ολοκληρώνει με τη φράση "Είμαι ένας αχρείος παλιάτσος όπως όλοι σας, εγώ παράγω, εσείς καταναλώνετε, εκτονώνω τις βανδαλιστικές καλλιτεχνικές ορέξεις σας, σας γράφω στα αρχίδια μου, Μετά τιμής ο εκτελέσας την συγγραφήν. Ζώντας στη Κυψέλη, σπουδάζοντας οικονομικά και κινηματογράφο, γράφοντας στο "Ιδεοδρόμιο", έχόντας χωρίσει από τον πρώτο του γάμο, διαβάζοντας καταστασιακούς και ντανταϊστές, καπνίζοντας θανάσιμα τσιγάρα και πίνοντας άφθονα ποτά, προιδέασε τους πάντες τι θα ακολουθήσει.

Κλείνω με τη φράση "O ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΖΕΙ..."

* Ν.Ι.Π.

"Κείμενα : IV. Τζέην Έυρ" - Μαίρη Αλεξοπούλου

Μερικά βιβλία σημαίνουν, για μένα, νοσταλγία. Μου θυμίζουν όλα εκείνα που ήμουν, εκείνα που ήθελα να είμαι, τους δρόμους που τελικώς επιλέγω να βαδίζω. Το πιο «νοσταλγικό» βιβλίο μου είναι η Τζέιν Εϋρ. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα που διάβασα. Ήμουν 9 χρονών. Ήταν ένα δερματόδετο παλιό αντίτυπο. Βαρύ και σκοτεινό, μύριζε άλλες εποχές και χώρες. Η μικρή ηρωίδα, που ενηλικιώνεται, όχι επειδή απλώς περνούν τα χρόνια, αλλά επειδή τολμά να σπάσει όλους τους κανόνες της εποχής της. Ένα επαναστατικό πνεύμα, ζωηρό, άγριο, ικανό για τα πάντα. Μία γυναίκα που δεν χωράει σε καλούπια και προκαταλήψεις. Και όλα αυτά γεννημένα από μία συγγραφέα με περιορισμένη εξωτερική ζωή, αν και με φλογερούς εσωτερικούς αναβρασμούς, μία συγγραφέα που δεν τόλμησε καν να υπογράψει το βιβλίο της με το αληθινό της όνομα, αλλά προτίμησε να κρυφτεί πίσω από το προσωπείο ενός άνδρα δημιουργού.

Θυμάμαι την Τζέιν να κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες ήδη δυστυχισμένη ως παιδί, ακριβώς επειδή ήταν διαφορετική, επειδή ένιωθε ότι δεν ανήκε στον κόσμο. Και τη θυμάμαι στο σχολείο να θυμώνει, να τσακώνεται, να διεκδικεί. Θυμάμαι τη φίλη της την Ελεν. Θυμάμαι τον κύριο Ρότσεστερ, φυσικά. Και το γοτθικό του κάστρο. Και τις φωτιές, την καταστροφή, την ξαναδημιουργία της ζωής της Τζέιν από την αρχή.

Κάθε που θέλω να θυμηθώ ποια ήμουν επιστρέφω στο βιβλίο αυτό. Μερικά βιβλία, παύουν να είναι βιβλία. Γίνονται εμπειρίες ζωής.

Σημ. Το μυθιστόρημα "Tζέην Έυρ" γράφτηκε από την Σαρλότ Μπροντέ. Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μίνωας, Αφοί Ζαχόπουλοι, Άγκυρα, Σμιλή και Παπαδημητρίου-Αστήρ.

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (30/1/08)

Η διασημότερη φωτογραφία από εφευρέσεως της κάμερας...

Ο Αλμπέρτο Ντίας Γκουτιέρες (Alberto Diaz Gutierrez, 14 Σεπτεμβρίου 1928 - 25 Μαΐου 2001), γνωστός περισσότερο με το όνομα Αλμπέρτο Κόρντα (Alberto Korda) ήταν Κουβανός φωτογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους "χρονικογράφους" της κουβανικής επανάστασης, διάσημος για τη δημοφιλέστερη ίσως φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα και μία από τις πιο διάσημες στην ιστορία της φωτογραφίας.
Ο Κόρντα γεννήθηκε στην Αβάνα, γιος ενός εργάτη των σιδηροδρόμων. Εργάστηκε σε πολλές διαφορετικές δουλειές πριν την οριστική ενασχόλησή του με τη φωτογραφία, αρχικά ως βοηθός φωτογράφου. Στην αρχή της σταδιοδρομίας του διακρίθηκε ως φωτογράφος μόδας ενώ αργότερα εγκατέλειψε την εμπορική φωτογραφία ασχολούμενος με τη φωτοδημοσιογραφία. Από το 1959 εργάστηκε στην κουβανική εφημερίδα Revolucion (Επανάσταση) και υπήρξε προσωπικός φωτογράφος του Τσε Γκεβάρα για δέκα χρόνια. Την περίοδο από το 1968 μέχρι το 1978, αφοσιώθηκε στο είδος της υποβρύχιας φωτογραφίας ενώ αργότερα το φωτογραφικό του έργο περιορίστηκε.
Πέθανε το 2001 στο Παρίσι, από καρδιακή προσβολή και ενώ προετοίμαζε μία έκθεση φωτογραφιών του.
Η περίφημη φωτογραφία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που τον έκανε διάσημο σε όλο το κόσμο, τραβήχτηκε στην κηδεία των θυμάτων μιας ναυτικής τραγωδίας, την ώρα που ο Τσε ανέβαινε στο βήμα για να εκφωνήσει τον επικήδειο. Η φωτογραφία δεν χρησιμοποιήθηκε τότε από τον κουβανικό τύπο της εποχής, αλλά ο Αλμπέρτο την αγάπησε ιδιαίτερα και κρέμασε μια μεγέθυνσή της, στο σαλόνι του σπιτιού του.

29 Ιαν 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΙΙΙ. Πάντα Ορεβουάρ, Ποτέ Αντίο" - Ίκαρος Μπαμπασάκης


«Θα ξαναπήγαινε. Θα ξαναπάει. Ξαναπήγε». Ετσι, κοφτά και αναπάντεχα, έπαιρνε μπρος ο κινητήρας ενός μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή ένα μπαρ.
Το θρυλικό Aurevoir, στην Πατησίων, που είναι ο δρόμος-σύζυγος, όπως η Καλλιδρομίου είναι ο δρόμος-ερωμένη. Σ' αυτήν την κόγχη της πόλης, σ' αυτόν τον μειλίχιο μυχό, έχουν πιει τα ποτήρια τους άνθρωποι σαν τον Κούλη Στολίγκα και τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που τόσο άδολο γέλιο σε τόσες γενιές πρόσφεραν, σαν τον Περικλή Κοροβέση και τον Γιώργο Καραβασίλη, φίλους και τρυφερούς συμπότες, της γραφής ρέκτες, μα και του Βάκχου πρωτοπαλίκαρα, σαν τον Στέφανο Ροζάνη, νεορομαντικό και λάτρη της μελωδίας των λέξεων, και, last but not least, αν είναι δυνατόν!, τον Μέγα Φρανκ Σινάτρα, αυτόν που ήταν η Φωνή, η Απόλυτη Φωνή για τόσες και τόσες δεκαετίες.

Και μόνο μια απλή παράθεση ονομάτων όσων το βλέμμα μου συνάντησε στο Aurevoir τα λίγα τελευταία χρόνια, και όσων η φωνή μελώδησε στ' αυτιά μου, πότε συζητώντας για την ποίηση του Borges και πότε για τον κινηματογράφο του Jacques Tati, πότε για την ποιότητα του ιρλανδέζικου ουίσκι και πότε για το σκάκι του Μπόμπι Φίσερ, αρκεί για να συνθέσει ένα από τα ομορφότερα ποιήματα του κόσμου: Λεοντάρης, Δαράκη, Κόκκαλη, Κουσουρής, Παγκαλιά, Σταθόπουλος, Λυμπέρη, Ζηργάνος, Κουτσουρέλης, Τριάντης, Πετροπούλου, Φατούρος, Χατζηαντωνίου, Παυλόπουλος, Μουλάκη, Αναστασόπουλος, Γουδέλης, Χρηστίδης, Οικονομίδης, Μαθιουδάκη, Πολιτάκης, Κουρκουνάκης, κι Εκείνη, η Λατρεμένη, η Λατρευτή, και η Λατρεύουσα. Τι μελωδία!

Φέτος, εδώ στο Aurevoir, εμείς, η Νέα Φιλική Εταιρεία, κατά τους πιο ευμενείς και φίλα προσκείμενους, ή η Αθλια Τσογλανοπαρέα, κατ' άλλους, αρχίσαμε τις εορταστικές εκδηλώσεις για δύο μείζονα, ροκ και γκαγκάν-γκαγκάν, γεγονότα της Νεωτέρας Ευρωπαϊκής Ιστορίας, καθώς και για μια επέτειο φυγής. Πρώτον, την ίδρυση του Aurevoir, ακριβώς πριν από μισό αιώνα, το 1957. Δεύτερον, την ίδρυση της Internationale Situationniste, της Καταστασιακής Διεθνούς, επίσης το 1957, τον Ιούλιο. Τέλος, τα πενήντα χρόνια από τότε που ο σπαρακτικός και ιδιοφυής Malcolm Lowry, ο συγγραφέας τού «Κάτω από το Ηφαίστειο», μας άφησε και πήγε με τους πολλούς. Οπότε λοιπόν, καθώς λέγει ο Κοροβέσης, κάνουμε απανωτές συνάξεις ψυχών στο Aurevoir, το τέμενος της νύχτας, αυτό το θαλπερό στέγαστρο αναμνήσεων και παθών.

Να θυμηθούμε ότι το επιμελήθηκε και το στόλισε ο σημαντικός αρχιτέκτων Αριστομένης Προβελέγγιος, να μην ξεχνάμε ότι εδώ ποτέ η μουσική δεν είναι άσχημη, μήτε εκκωφαντική, να έχουμε κατά νου ότι τα βλέμματα εδώ είναι απαλές φλόγες κεριών και τα χαμόγελα είναι καμωμένα από φεγγαρόσκονη.

Ο κύριος Λύσανδρος και ο κύριος Θόδωρος είναι κάτι παραπάνω από αβροί, είναι υποδειγματικοί. Τριάντα (άντε πάλι: «πώς πέρασεν η ώρα, πώς πέρασαν τα χρόνια»!), ναι, τριάντα χρόνια, ο ταπεινός σας ανταποκριτής από τις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας και από των παθών τις φάτνες, έρχεται να πιει, να συζητήσει, και προπάντων να συναντήσει και να συναντηθεί, σε τούτο εδώ το κονάκι, σε τούτη εδώ τη νύκτια όαση. Ναι, σ' αυτόν τον θύλακο που απαθανάτισε ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας κοσμώντας με μία φωτογραφία του την έκδοση των Απάντων του.

Το Aurevoir σημαίνει, φίλοι, δεν χανόμαστε, τα ξαναλέμε, εις το επανιδείν. Σημαίνει, σωστά το γράφεις, φίλε Νίκο, σε τούτο το χειρόγραφο που τιμάει τη σελίδα, «Κυρίως καλή αντάμωση». 'Η, όπως περίφημα το διαλάλησε ο Γιώργος Σαραντάρης, «Φέρτε ποτήρια να πιούμε στην υγειά σας/ Ωραίοι καιροί ωραιότατες παρθένες»!

*Το κείμενο του Γ.Ι. Μπαμπασάκη δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 18/1/2007.

«Το Δάνειο του Χρόνου» - Κώστας Μαυρουδής (1989)


Μικρό τρομαγμένο βυζί
μέσα στον ύπνο του. Ακαθόριστο.
Ποια ήταν; Από πότε;

Τον έφτασε η φασαρία απ’ τα μουλάρια
που φορτώναν.

(Πρωινό 1947)

Εν πάση περιπτώσει, κάποτε όλα αυτά περνούν σε άλλη τάξη. Κάποιες εικόνες μόνον θέλουν να σωθούν. Φοβούνται. Μπαίνουν στο κάδρο του ποιήματος παριστάνοντας το ανύποπτο τοπίο.

(Ισόβια 1976, αρ. 7)

Με τον τρόπο του καταπονημένου αφηγητή : Πράγματα ασαφή της μέρας που τελειώνει.
Επιστροφή με λίγη λάσπη στο φτερό. Μας δέχεται και πάλι αυτό το σπίτι, όπως ο χάρτης που διπλώνει, παίρνοντας πίσω ονόματα και πόλεις.

(Απόγευμα σε πόλη γαλλική, 1977-80, αρ. 5)

Εξοφλεί το δάνειο του χρόνου : Θυμάται. Όμως όλα χαμηλόφωνα πια. Αθόρυβα. Σαν το ημίπληκτο κύριο (καλοκαίρι του ’57) που μας ψιθύριζε κάτι απέραντα ευγενικό, χωρίς ν’ ακούγεται.

(Σχετικά με τον πατέρα, αρ. 2)

Μάρμαρο χλιαρό απέναντι στη δύση. Απόγευμα που υπήρξε πάλι πριν, κι αμφέβαλε το φως του όπως τώρα. Πράξεις απ’ την ίδια διάρκεια : Ξεχασμένο τζιτζίκι από τότε. Μακρινό σκυλί σαν επανάληψη. Δυο τρεις Αργείοι που καθυστέρησαν.
Είναι εννιά. Δεν έχουν σώμα πια οι λόφοι. Σκουραίνει η ταξιθέτρια στο τελευταίο φως.

(Album, Επίδαυρος 1979)

*Από τις σημαντικότερες συλλογές της ποιητικής γενιάς του ’70. Και από τους κυριότερους εκπροσώπους της ο Κώστας Μαυρουδής. Το «Δάνειο του Χρόνου» κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κέδρος το 1989 και στιγμάτισε τη ποίηση εκείνης της περιόδου. Χωρισμένο σε πέντε ενότητες καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο της συγγραφικής αλλά και της βιογραφίας του ποιητή.

Ο Κώστας Μαυρουδής είναι ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε το 1948 στην Τήνο και σπούδασε νομικά. Εκδίδει μαζί με τον Τάσο Γουδέλη το λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο» από το 1978. Διακρίνεται για το ιδιαίτερο ύφος και στυλ του λόγου του. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1973 με τη συλλογή «Λόγοι Δυο». Από τις Εκδόσεις Εγνατία κυκλοφόρησε το 1977 η συλλογή «Ποίηση». Με το πεζό «Με εισιτήριο Επιστροφής»(Εστία, 1985/ Πλέθρον, 1999) ταράζει τα ύδατα της λογοτεχνικής επικαιρότητας της εποχής. Μετά το «Δάνειο του Χρόνου» ακολουθούν τα βιβλία που τον καθιερώνουν : «Η ζωή με εχθρούς»(Δελφίνι, 1997), «Οι Κουρτίνες του Γκαριμπάλντι»(Νεφέλη, 2000), «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια»(Κέδρος, 2001), «Στενογραφία»(Κέδρος, 2006). Τα βιβλία χαρακτηρίζονται ως πεζογραφήματα. Η σχέση τους με την ποίηση τέτοια που εκκρεμούν εύκολα και στα δυο είδη. Ως μορφή πρόζας, θα τα αποδίδαμε.

Πρόκειται για μια ποιητική πρόζα που ξεκινά από μια σταθερή και αμετακίνητη κατάσταση και αργότερα περνά σε εξωτερικές αναφορές. Όλα αυτά μέσα στην ιδιότυπη σχέση ενός ποιητή με τον πεζογράφο που κρύβει μέσα του.
(παράφραση του οπισθόφυλλου του βιβλίου «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια»)

Τέσσερα Μονόφυλλα των Εκδόσεων Ερατώ (1998)





Κι όλος το κατέχε ο πληθυσμός
που αν θα ξαναβρεθούνε
είναι
των δυο τους μόνο
πια

όνειρο και βέλασμα.

"Της Γυναικογυναίκας" του Ηλία Λάγιου.

Λίγα Λόγια : Γεννημένος στην Άρτα, μεγαλωμένος στο Ναύπλιο, εγκατεστημένος μέσα στα βιβλία και στα μπαρ της Αθήνας, ο Ηλίας Λάγιος πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1981 με την ποιητική συλλογή «Πρόοδοι εν προόδω», που δημοσίευσε ως Αλέξης Φωκάς, ψευδώνυμο που ξαναχρησιμοποίησε και το 1984. Συνολικά μέσα σε 24 χρόνια εξέδωσε δεκαέξι βιβλία που τα ονόμαζε «πράξεις», δημιούργησε το περιοδικό «Ωλήν», συμμετείχε με κείμενά του σε «συμπράξεις» με άλλους ομοτέχνους του, όμως έγραψε και μελέτες και δοκίμια που, όπως υπογράμμισε η καθηγήτρια Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου («Βιβλιοδρόμιο» 25/9/2004, 15/1/2005) «φέρουν τη σφραγίδα μιας ιδιαίτερης κριτικής εμβέλειας».
Το τελευταίο του βιβλίο ήταν ο «Άνθρωπος από τη Γαλιλαία», με 19 ποιήματα με θέμα τη ζωή του Χριστού, τα οποία εναλλάσσονται με εκκλησιαστικά κείμενα για την αγωνία του πιστού αλλά και του άθεου, όπως και του ποιητή μπροστά στις αιματηρές συνέπειες που έχει η (εκάστοτε) διδασκαλία περί του βίου μας. Έφυγε από τη ζωή τον Οκτώβριο του 2005. [Διαβάστε στο "Βακχικόν"
http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/1996.html]

*
Ο μνήμων, φίλοι, ο μνήμων της συντροφιάς, είναι ανήμπορος πια να ανασυνθέσει τις μνήμες, να συνάξει τα κομμάτια, να ξαναβάλει τους πεσσούς στα τετραγωνίδια που πρέπει, να βρει μια φωνή που ν' αρμόζει στα βλέμματά μας, όπως μας τα έκαναν οι συγκινήσεις και ο χρόνος. Παίζω και χάνω, Μαρίνα, και μ' αυτόν τον αξιοθρήνητο επικήδειο χάνω τα πάντα, καίω το έσχατο χαρτί για μας, για την παράταση ενός διαλόγου ανάμεσά μας, επιτέλους αξιοπρεπούς, όπως τον ήθελες, απαλλαγμένου επιτέλους από βρισιές κι από μεθυσμένες ανάσες κι από οδυνηρές αιχμές. Ο μνήμων αποτυγχάνει, και, μαζί μ' αυτόν, αποτυγχάνει και ο νηφάλιος και ο "στο-ύψος-των-περιστάσεων" και ο αβρός. Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να θριαμβεύσει το χάος, η κακοφωνία, η αγανακτισμένη μεροληπτικότητα, η αποθέωση ενός δόλιου εγωαφανισμού. Με μια λέξη, η ύβρις.

"Η Μουσική των Γεγονότων" του Γ.Ι. Μπαμπασάκη.

[Διαβάστε στο "Βακχικόν" http://vakxikon.blogspot.com/2007/11/1998.html]

*

Δεν έχει βέβαια πια καμία σημασία
να επιμείνουμε σ’ αυτά τα ζητήματα.
Η θάλασσα απλώνεται απέραντη
μπροστά στα μάτια μας
κι ο ήλιος βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο του ουρανού
Έλα, ας χαμηλώσουμε τα στόρια,
ας ξαπλώσουμε στα λευκά, φρεσκοπλυμένα μας
Σεντόνια.
Έχουμε κι εμείς ανάγκη από λίγον ύπνο,
Η ιστορία μπορεί να περιμένει.

«Ο Άγγελος της Ιστορίας» του Χάρη Βλαβιανού.

Λίγα Λόγια : Ο Χάρης Βλαβιανός γεννήθηκε στη Ρώμη το 1957. Σπούδασε Oικονομικά και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και Πολιτική Θεωρία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Η διδακτορική του διατριβή με τίτλο, Greece 1941-1949: From Resistance to Civil War, βραβεύτηκε από το Fafalios Foundation της Μεγάλης. Βρετανίας και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μαcmillan (1992).Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, με πιο πρόσφατη τη συλλογή, Μετά το τέλος της ομορφιάς (2003)—υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το Βραβείο «Διαβάζω»— και μια συλλογή δοκιμίων με τίτλο, Ο άλλος τόπος (1994). Έχει επίσης μεταφράσει έργα κορυφαίων συγγραφέων, όπως: Walt Whitman (Επιλογή ποιημάτων, 1986), Εzra Pound (Xιου Σέλγουιν Μώμπερλυ, 1987, Aποσπάσματα και σχεδιάσματα των Κάντος CX-CXX, 1991), Wallace Stevens (Adagia, 1993), John Ashbery (Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο, 1995), Carlo Goldoni (Oι δίδυμοι της Βενετίας, 1996—έργο που ανέβασε την ίδια χρονιά το Θέατρο Τέχνης Kάρολος Κουν), William Blake (Οι Γάμοι του Oυρανού και της Κόλασης, 1997 —υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης), Zbigniew Herbert (H ψυχή του κ. Cogito και άλλα ποιήματα, 2001), Fernando Pessoa (Ηρόστρατος: H αναζήτηση της αθανασίας, 2002, Marginalia, 2005), E.E. Cummings (33 x 3 x 33: Ποιήματα-Δοκίμια-Αποσπάσματα, 2004). Επιμελήθηκε επίσης την έκδοση της βιογραφίας του Δάντη από τον Βοκκάκιο που κυκλοφόρησε το 2004 από τις εκδόσεις «Νεφέλη», προλογίζοντας τον τόμο με το δοκίμιό του: «Η Θεία Κωμωδία του Δάντη ως ποιητική αυτοβιογραφία». Την άνοιξη θα κυκλοφορήσει κι ένας τόμος δοκιμίων του, με τίτλο Minima Poetica, τα οποία αναλύουν το έργο σημαντικών ποιητών του 20ου αιώνα και εξετάζουν βασικά ζητήματα ποιητικής, καθώς και η μετάφραση ποιημάτων του Eugenio Montale (Ξένια) και του Wallace Stevens (Connaisseur του χάους και άλλα ποιήματα). Από το Birmingham University Press κυκλοφορεί στα αγγλικά η συλλογή του Adieu (1996), σε μετάφραση David Connolly, ενώ από τις εκδόσεις Romiosini της Κολωνίας, μία εκτενής επιλογή του έργου του στα γερμανικά, σε μετάφραση Dadi Sideri Speck. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί επίσης στα Ιταλικά, Γαλλικά, Ολλανδικά, Πορτογαλικά, Σουηδικά, Ισπανικά, Βουλγαρικά και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες του εξωτερικού. Πρόσφατα κυκλοφόρησε μια επιλογή ποιημάτων του στα Καταλανικά σε μετάφραση Joaquim Jesti. (σε δίγλωσσο τόμο μαζί με ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά). Εξάλλου από τις εκδόσεις Hanser της Γερμανίας ετοιμάζεται ένας τόμος ποιημάτων του, σε μετάφραση Torsten Israel και πρόλογο του σημαντικού γερμανού ποιητή Joachim Sartorius, καθώς επίσης και από τις εκδόσεις Crocetti, σε μετάφραση Nicola Crocetti. Σε λίγους μήνες αναμένεται να κυκλοφορήσει ένας τόμος με επιλογή του έργου του στην Ολλανδία, σε μετάφραση του γνωστού ελληνιστή Hero Hokwerda. Το 1993 ίδρυσε το περιοδικό «Ποίηση», το οποίο και διευθύνει έκτοτε. Από το 1989 είναι καθηγητής Ιστορίας και Ιστορίας των Ιδεών στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδας. Διδάσκει θεωρία της μετάφρασης στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης (EKEMEΛ). Διευθύνει τις σελίδες της ελληνικής ποίησης στον διεθνή ποιητικό κόμβο www.poetryinternational.org . Ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του φιλοσοφικού περιοδικού Cogito. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και διετέλεσε για χρόνια γραμματέας του Poetry Society του Παν/μιου της Οξφόρδης. Πρόσφατα τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας με τον τίτλο του “Cavaliere” για τη συμβολή του στην προώθηση της ιταλικής ποίησης στην Ελλάδα. EΡΓΟΓΡΑΦΙΑ : ΠΟΙΗΣΗ : Υπνοβασίες, «Πλέθρον», 1983, Πωλητής Θαυμάτων, «Πλέθρον», 1985, Τρόπος του Λέγειν, «Υάκινθος», 1986, Ασπονδος Αναίρεσις, «Υάκινθος», 1989, Η νοσταλγία των ουρανών, «Νεφέλη», 1991, 1995, Αdieu, «Νεφέλη», 1996, 1998 (από το Birmingham University Press, σε [αγγλική] μετάφραση David Connolly), 1999, Ο αγγελος της ιστορίας, «Νεφέλη», 1999, 2001 (από τις εκδόσεις «Romiosini», σε [γερμανική] μετάφραση Dadi Sideri SpeckMετά το τέλος της ομορφιάς, «Νεφέλη», 2003, Η επιφάνεια των πραγμάτων, Διάττων, 2006, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ : Walt Whitman, Επιλογή ποιημάτων (Selected Poems), «Πλέθρον», 1986, 1991, 1995, Εzra Pound, Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ (Ηugh Selwyn Mauberley), «Εστία», 1987, 1993, Ezra Pound, Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX (Drafts and Fragments of Cantos CX-CXX), «Νεφέλη», 1991, Wallace Stevens, Adagia, «Νεφέλη», 1993, 1999, John Ashbery, Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο (Self-Portrait in a Convex Mirror), «Νεφέλη», 1995, 2000, Carlo Goldoni, Οι δίδυμοι της Βενετίας (Ι due gemelli veneziani), «Δωδώνη», 1996, «Νεφέλη», 2005, William Blake, Oι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (The Marriage of Heaven and Hell), «Νεφέλη», 1997, 1998, 1999, 2000, 2001, 2003, 2004, 2005, 2006, Zbigniew Herbert, H ψυχή του κ. Cogito και άλλα ποιήματα (Mr Cogito's Souls and Other Poems), «Γαβριηλίδης», 2001, Fernando Pessoa, Ηρόστρατος (Herostrato), «Εξάντας», 2002, E. E. Cummings, 33 X 3 X 33: Ποιήματα, Δοκίμια, Θραύσματα (33 X 3 X 33: Poems, Essays, Fragments), «Νεφέλη», 2004, 2005, 2006, Fernando Pessoa, Marginalia, «Εξάντας», 2005, Wallace Stevens, Connaisseur του χάους και άλλα ποιήματα (Connaisseur of Chaos and Other Poems), «Αγρα», 2006, Eugenio Montale, Ξένια (Xenia), «Νεφέλη», 2006, ΔΟΚΙΜΙΟ : Resistance and Revolution in Mediterranean Greece: The Strategy of the Greek Communist Party, “Routledge”, Λονδίνο, 1989, Greece 1941-1949: From Resistance to Civil War, “Macmillan”, Λονδίνο, 1992; “St. Martin's Press”, Νέα Υόρκη, 1992,Ο άλλος τόπος, «Νεφέλη», 1994, 1999, Η Θεία Κωμωδία του Δάντη ως ποιητική αυτοβιογραφία, «Νεφέλη», 2004, Brittanica, «Νεφέλη», 2004, Μinima Poetica, «Πόλις», 2006, Ποιον αφορά η ποίηση;, «Πόλις», 2007.

*
Εκπλήσσεσαι, βλέπω!
Έτσι, λοιπόν!
Τα μάτια σου ζωντάνεψαν.
Κάτι είναι κι αυτό.
Σε χίλια χρόνια, ή ζωγραφιστή τους γαλήνη θ’ αξίζει πολλά.
Ίσως ξεπεράσει ακόμη κι εκείνη τη συμπαγή ανευθυνότητα της εικόνας,
Ίσως μπορέσει να πει κάτι περισσότερο
από τις κολακευτικές προθέσεις του ζωγράφου:
μια πινελιά πού προσπαθεί να υπερβεί την αυταρέσκειά της:
ένα πραγματικό έργο τέχνης.
Φαντάσου τη ζωή σου έργο τέχνης!

«Άννα» του Γιώργου Μπλάνα.

«Θερινό Ηλιοστάσιο» - «Σκέψου Να Ξαφνιάσουμε το Μέλλον» - Θανάσης Γ. Γκαρίλας (2005)



Στη Καλλιθέα
έτρεχε να προλάβει
-πάσει θυσία-
το αδειανό δρομολόγιο.
Κοκκίνισε
μόλις καλοπρόσεξε
τα λασπωμένα της
παπούτσια.

Ύστερα κρυφά
αθώωνε κινδύνους

(Αθώωνε Κινδύνους, Θερινός ηλιοστάσιο, Αθήνα, 1/1/05)

Ο Τάσος Κυριακικίδης, ξαναπήρε τη μέρα που επέστρεφα στον Πειραιά.
- Χθες που σουρούπωνε γύρναγα απ’ το Καλαμπόκι.
Είδα το Πανομήτρο στο αμπέλι, να βάζει κάτι σκιάχτρα για να τρομάζουν οι αλεπούδες.
Από μακριά «Θύμιζαν γλυπτό Ιστορικής Απαξίωσης».
Το πλησίασα;
- Το πλησίασες
Και να κατέβεις για Δήμαρχος.

(Στην Ίο για μια «Γκαριλιάδα», Σκέψου να ξαφνιάσουμε το μέλλον, Ίος, 1/8/05)

*Οι δυο τελευταίες συλλογές «Θερινό ηλιοστάσιο» και «Σκέψου να ξαφνιάσουμε το μέλλον» του λογιστή και φοροτεχνικού Θανάση Γ. Γκαρίλα έπεσαν, πρόσφατα, στα χέρια μου. Η πρώτη είναι μια συλλογή από 39 ποιήματα που γράφτηκαν μεταξύ Αθήνας, Ομβριακής, Ίου, Δονούσας και Κιμώλου και η δεύτερη, μια συλλογή έξι ιστοριών. Καλύπτουν μια περίοδο από το 2002 μέχρι το 2005. Η στρωτή και απλά γραφή των ποιημάτων δίνει τη θέση της στην κωμική, στα όρια του αυτοσαρκαστικού, διάθεση του συγγραφέα στα πεζά του.

Ο Θανάσης Γ. Γκαρίλας γεννήθηκε το 1959 στην Ομβριακή Δομοκού. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά και δημοσιογραφία στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας. Εργάζεται ως λογιστής – φοροτεχνικός. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 γράφει πεζά, ποίηση αλλά και στίχους, οι οποίοι στην τηλεόραση το 1982. Από το 1997 με τις συλλογές «Επί εδάφους» και «Μπορείς να ζήσεις κι έτσι» κάνει την εμφάνισή του στον εκδοτικό χώρο με διπλά χτυπήματα. Στα 1999 εξέδωσε τις συλλογές «Κατοικήσιμη περιοχή» και «Μελαγχολώ εκ μέρους σου» και το 2002 τα βιβλία «Εύκρατο κλίμα» και «Χαμογέλα θα μείνει μεταξύ μας». Έργα του έχουν παρουσιαστεί θεατροποιημένα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας του. Γραπτά και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στην Ελευθεροτυπία, την Απογευματινή, τη Βραδυνή, τον Αδέσμευτο Τύπο και εφημερίδες της επαρχίας.

28 Ιαν 2008

"Όνειρα" - Στράτος Π.

Ένα δάκρυ κύλισε, ο ουρανός συννεφιασμένος
τα πλακόστρωτα δρομάκια υγρά
περπατάει μόνος στον πανικό της πόλης
λίγες λέξεις μόλις βγαίνουν απ'τα χείλη του

Παρατηρεί ολόγυρα - σκηνές χάους
θυσίες σε αμάξια,εγκαταλελειμένα κτήρια
μάχες στους δρόμους και στις γωνιές
σκόνη παντού, κομμάτια από γυαλιά στο έδαφος

Αίμα στους τοίχους για πεθαμένα συνθήματα
ένα ρίγος απελπισίας ,απόγνωσης τον διαπερνά
σε κάθε άκρη παραμονεύει ο φόβος, ο θάνατος
δίνουν και τη ζωή τους για λίγα γραμμάρια ονείρων

Εκείνη με τα πορφυρά μαλλιά κοιτά στα μάτια
ένα αποκύημα της φαντασίας με άρωμα μεθυστικό
Η ψυχή του ταξιδεύει μακριά δεν την ακουμπάτε.
Ο νούς του φωνάζει για λίγες στιγμές γαλήνης.

Δόξα, πλούτη, φήμη - υστεροφημία
απαλοί ταξιδιωτες, αργοί και άγριοι
σαν ένα καινούργιο έπος ή μια καινούργια θρησκεία;
το δάκρυ στέρεψε, η αυλαία έπεσε.

Η φωταγωγημένη πόλη ζωντάνεψε...

"Χαμένη Ιθάκη" - Στράτος Π. (διόρθωση)

Χάρισέ μου τη φωνή σου, χάδι απαλό
χαμόγελο που με ξυπνά σ' ένα ανοιξιάτικο κήπο
Σώπα!!Τέλειωσε.Η εποχή της αθωότητας έχει χαθεί
Δε θυμάμαι πως μοιάζει πια, απομακρυνθήκαμε νωρίς


Μπρός μου κοιτώ αυτό που κάποτε μίσησα
Το μόνο που νιώθω ο παγωμένος αέρας στα μαλλιά
Οι λέξεις βαραίνουν το χαρτί, παρασύρεται στο άπειρο
Βυθισμένος στο χάος της ψυχεδέλειας γράφω λέξεις

Λερώνω το λευκό, ζωγραφίζω στη μονοτονία του
Τα λόγια πολλά, το στόμα οπή μιας βελόνας
Η θλίψη έγινε οργή, ο πόνος αναισθησία
Πώς μιλά για ζωή κάποιος ήδη νεκρός;Φεύγω...

Ο Θάνατος... Καμιά λύτρωση στ' όνομά του
Το Τέλος... Σκόνη, στάχτη - συνέχεια καμιά
Ο Έρωτας... ΧαΧα!
Η Αγάπη... ΧαΧαΧα!

Κάπου Εξάρχεια, απομεσήμερο δευτέρας
αυτοκαταστροφική η νύχτα, τραγικό το πρωινό
Η δίψα για ηδονή ευδιάκριτη σήμερα στο πρόσωπό σου
Αύριο στο πρόσωπό της, μεθαύριο στο πρόσωπο εκείνης

Η ψυχή μια σκύλα, ουρλιάζει υπό το φεγγαρόφως
Γερασμένη πόρνη, όπως αυτή των εφηβικών μου χρόνων
Γύρευε την ουτοπία, κραύγαζε - αναλώθηκε απλώς
στη σωρία αντρών που πέρασαν ανάμεσα απ' τα σκέλια της

Ο Οδυσσέας δε γύρισε ποτέ στην Ιθάκη
Η Πηνελόπη συντροφιά με κάποιον απ' τους μνηστήρες
Ο Άργος κείτεται νεκρός στο λιμάνι, κοιτώντας ακόμη το πέλαγος
Νιώθω... Σιγή.Χάνω το δρόμο της επιστροφής...

Η θύμιση θολή, η λήθη γίνεται αμνησία.

Συνέντευξη του Γ.Ι. Μπαμπασάκη στον Νέστορα Πουλάκο..



- Γεια σου, Ίκαρε!
- Αλόχα, my friend! Φύγαμε;
- «Κουλτούρα να Φύγουμε», λοιπόν. Παρεμπιπτόντως, μίλησε μου για την νέα εκπομπή στο ραδιόφωνο.
- Καταρχάς, το ραδιόφωνο το αγαπάω και θεωρώ ότι είναι ότι πιο όμορφο έχω κάνει στη ζωή μου, πέρα από την ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία. Μ’ αρέσει η μουσική, να παίζω τα τραγουδάκια μου, να παίζω αυτά που αγαπάω. Θυμάμαι ακόμα τις μαγικές στιγμές που πέρασα στο Κρατικό, και τώρα έχω τη τιμή και τη χαρά, δωρεάν, να παίζω μουσικές και να μιλάω για το βιβλίο στο 105.5 στον Κόκκινο.
- Είναι γεγονός ότι μια καινούρια ποιητική συλλογή, είναι μια ακόμη μεγάλη εμπειρία. Τι αποκόμισες από το «Ω!», που κυκλοφόρησε πριν από ένα μήνα από τις Εκδόσεις Οξύ;
- Ουσιαστικά δεν είναι μια ποιητική συλλογή, είναι ένα ποίημα, western love poem το λέω. Ένα είδος ερωτικής ποίησης, αισιόδοξης, επιθετικής, όπου το αγόρι και το κορίτσι είναι μαζί ενωμένοι σ’ έναν κόσμο εχθρικό, αλά Bonnie & Clyde, και προχωρούν, με τους όμοιους τους, ποτέ αποκομμένοι από τον κόσμο δηλαδή, στην ευτυχία του έρωτα και στην απόλαυσή του.
- Η συγκεκριμένα επιλογή, υπό το πρίσμα ποιων συνθηκών, πάρθηκε;
- Είναι αποτέλεσμα μιας δουλειάς πέντε και χρόνων, όπου αποφάσισα να επικεντρωθώ στην ερωτική ποίηση χωρίς ζόφους, μελαγχολίες, την έχασα – τι θα κάνω;, κλάματα, και άλλα συναφή, αλλά να προβάλω την χαρούμενη πλευρά του έρωτα, σε μια κοινωνία και μια εποχή, που βλέπω τις καταστάσεις αντί να εξελίσσονται να οπισθοχωρώντας σε παλιές «αλησμόνητες» εποχές. Συντηρητισμοί, συμπεριφορές ανθρώπων εγκρατείς σε υπερβολικό βαθμό, οι εκδηλώσεις ερωτισμού λιγοστεύουν, το φιλί στο δρόμο υποκρύπτεται για να μην μας δουν οι άλλοι, το αγόρι ντρέπεται να γράψει ένα ποίημα, το κορίτσι θέλει να παντρευτεί νωρίς…
- Πως σου φάνηκε η συνεργασία με τον εικαστικό Πάρι Κούτσικο και το πρωτοπόρο, για τα ελληνικά λογοτεχνικά δρώμενα, αποτέλεσμα του «Ω!»;
- Toν Πάρι τον ήξερα από παλιότερες εκδόσεις που είχαμε συνεργαστεί στο Οξύ και υπήρχε πάντα μια αλληλοεκτίμηση. Όσον αφορά το αποτέλεσμα του «Ω!», θα ομολογήσω ότι πραγματικά έγινε μια εξαιρετική δουλειά. Ο Πάρις πέταξε στο τραπέζι την ιδέα για ένα εικονογραφημένο βιβλίο, εγώ του έδωσα το ποίημα «Ω!», πριν από περίπου δυο χρόνια, κι εκείνος έκανε το εξής : χώρισε το ποίημα σε μικρά ή μεγάλα κομμάτια, αποτυπώνοντας τα σε κόλλες χαρτί και κολλώντας τες σε διάφορες βρώμικες, άθλιες, εγκαταλελειμμένες γωνιές, πάρκα, ερείπια, αμάξια αφημένα σε διάφορα σημεία της πόλης μας, φωτογραφίζοντας τες λίγες μέρες μετά, στην όποια κατάσταση ήταν. Η τελική επιλογή των φωτογραφιών ήταν πολύ δύσκολη. Από κει και πέρα, η τελική νίκη του έρωτα στην άθλια μεγαλούπολή μας, η «πόλη υπό ποίηση», ήταν το ζητούμενο μας.
- Τελικά, Ίκαρε μου, η εικόνα των ποιητών ποια είναι; Η αντίληψη που έχουν μερικοί, ότι είναι αποκλεισμένοι στο χώρο τους, αποκομμένοι από παρέες, χωρίς κοινωνικότητα, βρωμεροί, φτωχοί και τρισάθλιοι;
- (γέλια) Πάντοτε έβλεπα δύσπιστα αυτή την πλευρά των ποιητών, με κακό μάτι και επιφυλακτικά, αλλά δεν πιστεύω, ότι οι αληθινοί ποιητές ζουν έτσι. Βασικά δεν ζουν έτσι. Ανέκαθεν ήταν κοινωνικοί, και μάλιστα παρέες-παρέες. Στο Παρίσι, αυτές οι εικόνες ποιητών ήταν σαν κανόνες της ζωής εκεί. Όσον αφορά την Ελλάδα, αυτό εξακολουθεί να ισχύει σε μεγάλο βαθμό, χαρακτηριστικό παράδειγμα, η τελευταία μεγάλη παρέα, εκείνη των «Σημειώσεων». Ο Παναγιώτης ο Κονδύλης ο φιλόσοφος, ο Ροζάνης, ο Λυκιαρδόπουλος, ο μακαρίτης ο Μάριος ο Μαρκίδης, ο Ανδρέας ο Μυλωνάς, επίσης μακαρίτης, και άλλοι πολλοί, σύχναζαν στης Σόνιας, έτρωγαν και έπιναν συνεχώς μαζί, μιλούσαν επί ώρες για τέχνη, πολιτική κτλ., διαπληκτίζονταν, γελούσαν, διασκέδαζαν, και ως αποτέλεσμα είχαν είτε ένα ποίημα του Ροζάνη και ένα δοκίμιο του Μαρκίδη, είτε το ανάποδο.
- Άρα, λοιπόν, μιλάμε για μια εσφαλμένη εικόνα;
- Aκριβώς! Γιατί όπως έλεγε και ο Μίλλερ, ποίηση είναι όταν ξυρίζομαι, όταν περπατάω, όταν διασκεδάζω με φίλους, όταν γενικά κοινωνώ, τότε το μυαλό του ποιητή παίρνει τροφή, για να κλειστεί μετά στο σπίτι του, επί ώρες, και να συνθέσει το ποιήμα του.
- Και πως ζουν οι συγγραφείς και οι ποιητές; Εκείνοι που έχουν αποφασίσει να αφοσιωθούν στη τέχνη τους, αποκλειστικά, χωρίς κάποιον άλλον βιοπορισμό; Μπορούν να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες της εποχής;
- Αυτό είναι επιλογή του καθενός. Προσωπική του εκτίμηση των πραγμάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Καρούζος, που είχε δηλώσει ότι είναι επαγγελματίας ποιητής και θα ζει «επαιτώντας και απαιτώντας», ο Σαχτούρης που έκαψε όλα τα νομικά του βιβλία, και είπε ότι θα ζει «με την ποίηση και ένα ξεροκόμματο». Τελευταίος όλων ο μακαρίτης ο Ηλίας ο Λάγιος. Εκείνος βέβαια, εργαζόταν και σε μια γκαλερί και σε ένα βιβλιοπωλείο, αλλά ζωή του όλη ήταν η ποίηση. Από κει και πέρα, μπορεί βέβαια και κάποιος να επιλέξει να αφοσιωθεί στην ποίηση ή στη λογοτεχνία αποκλειστικά, αναλογιζόμενος όμως τα προβλήματα των καιρών και το γεγονός να μην οδηγηθεί στην τρέλα.
- Και για να το συγκεκριμενοποιήσουμε, εσύ Ίκαρε, ασχολείσαι παράλληλα και με πεζογραφία, μετάφραση, ραδιόφωνο, περιοδικά και εφημερίδες. Είναι εύκολο να τα καταφέρει κάποιος όλα μαζί;
- Και πάλι θα πω ότι είναι προσωπική επιλογή του καθενός, αν δηλαδή θέλει να καλλιεργήσει ορισμένες πτυχές του ταλέντου του, χωρίς να τις εγκαταλείψει και ατροφήσουν. Από την άλλη ο πολυπράγμων, δεν είναι απαραίτητα και κάποιος που καλλιεργεί σωστά την κατάλληλη «γωνιά» του ταλέντου του. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων στην ποίηση και τη λογοτεχνία με ένα θεαματικό ντεμπούτο και μια ανύπαρκτη συνέχεια, ακριβώς για το λόγο ότι μπήκαν στο κυνήγι του «άρτου και του οίνου», εγκαταλείποντας αυτό που πραγματικά τους ενδιέφερε, ίσως ασυνείδητα.
- Μίλησε μου για τη συγγραφική σου πορεία και, κυρίως, για το μεταφραστικό έργο, που είναι ογκωδέστατο τα τελευταία είκοσι πέντε και χρόνια;
- Καταρχάς έγραφα μανιωδώς ποίηση από μικρός. Ευτύχησα να δημοσιευθεί το πρώτο μου ποίημα στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» στα 16 μου και να δημοσιεύω την ίδια χρονική περίοδο, πάνω-κάτω, κάθε βδομάδα και ένα ποίημα στην εφημερίδα «Θεσσαλία» στον Βόλο. Η πορεία ήταν αναπόφευκτη, όπως καταλαβαίνεις. Από κει και πέρα, με τις μεταφράσεις τα γεγονότα είχαν τη δική τους χάρη : κάπου στα τέλη του ’70, μια παρέα παιδιών, επηρεασμένοι από ένα ποίημα του Γκίνσμπεργκ που άκουσαν να απαγγέλει ένας συμμαθητής τους στο μάθημα της έκθεσης στον Βόλο, κατέβηκαν στην Αθήνα, σύχναζαν στη Φωλιά του Βιβλίου του Κακουλίδη και στην Αμερικάνικη Βιβλιοθήκη στη Μασσαλίας, και για πλάκα, για παιχνίδι μετέφραζαν ιστορίες και διηγήματα του Πίντσον, του Μπάροουζ, του Κέρουακ κ.ά, αμετάφραστων τότε στην Ελλάδα. Στην παρέα αυτή ήταν η αφεντιά μου, ο Γιάννης ο Τζώρτζης, ο Βασίλης ο Τσαλής κ.ά και κάναμε το γούστο μας. Αυτό το παιχνίδι εξελίχθηκε σε δημιουργία, βοηθώντας και το προσωπικό μας έργο σε μεγάλο βαθμό. Δηλαδή αν δεν ήξερα ποίηση δε θα μπορούσα να μεταφράσω ούτε Ναμπόκοφ ούτε Μίλλερ, όπως κι αυτοί οι συγγραφείς με βοήθησαν στα δικά μου γραπτά, στα δικά μου ποιήματα.
- Και οι κοινωνιολογικές μελέτες σου; Είναι γνωστό ότι έχεις μιλήσει, και μάλιστα εντόνως, για τα πρωτοποριακά κινήματα του 20ου αιώνα, σε μια άτυπη τριλογία, από το «Βορειοδυτικό Πέρασμα» του 1992, στο «Προλογίζοντας έναν Αιώνα» και καταλήγοντας στο «Μάη του ’68: Η Περιπέτεια» το 2001.
- Μελετώντας τα πράγματα με νηφάλιο νου, παρά τα κάμποσα ουίσκι κάθε φορά(γέλια), και κοιτώντας την ιστορία του 20ου αιώνα, παρατήρησα πράγματα και καταστάσεις, που αποτέλεσαν κρίσιμες καμπές ώστε να αλλάξουν τον τρόπο που έβλεπε ο κόσμος τα πράγματα μέχρι τότε. Νταντά, Φουτουρισμός. Υπερρεαλισμός την δεκαετία του ’20, Κόμπρα, Λεττριστές, Καταστασιακοί την δεκαετία του ’50, με αποκορύφωμα τον περίφημο Μάη. Όλα έγιναν με επιστημονική, χειρουργική ακρίβεια, χωρίς μπούρδες, με πολλή δουλειά, μελέτη, ταξίδια και αρκετό ψάξιμο. Και ακόμη χρωστάω ένα βιβλίο για τους μπήτνικς, πέρα από την μελέτη που έχω ήδη κάνει για τον Μπάροουζ.
- Ίκαρε, μετά τις τελευταίες εκλογές, βλέπεις να αλλάζει κάτι στη κοινωνία μας;
- Ναι! Βλέπω να αλλάζει κάτι, διότι πλέον έχουμε Κοροβέση και Ψαρριανό στη Βουλή! Και πέρα από την πλάκα, ο κόσμος δείχνει σιγά-σιγά να βαριέται τους «μεγάλους», και το δείχνει έστω και ισχνά αλλά έμπρακτα. Πλήττουν πλέον, και κυρίως πλήττει η νέα γενιά. Είμαι έμπλεος αισιοδοξίας. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι, οι οποίοι ασφυκτιούν και οι οποίοι αρχίζουν να εκφράζονται, με την προσωπικότητα τους, με το δικό τους στυλ. Αντιμετωπίζουν την καθημερινότητα τους με μια γλυκιά επανάσταση, κυρίως η δική σας γενιά, παρά τα όποια ελλατώματά της. Γι’ αυτό και κλέβω ζωντάνια από εσάς!
- Οι περιπλανήσεις του κου Μπαμπασάκη, θα συνεχιστούν στην Αθήνα και κυρίως ελεύθερα και όχι δίχως περιπέτειες;
- Ναι ρε συ, αλίμονο. Μέχρι τελικής πτώσεως, όλα τα άλλα είναι ψέματα, είναι μπούρδες. Στα μπαρ, στις ταβέρνες, με ποτά, φίλους και άφθονο γέλιο. Δε θα ζήσουμε αδρανείς, αποχαυνωμένοι. Όλοι όσοι κινούμαστε, είμαστε η ελίτ. Και η ελίτ είναι ο πιο λαϊκός άνθρωπος. Αυτός που δουλεύει για να βιοποριστεί αλλά και που διασκεδάζει και δε μιζεριάζει. Στους δρόμους όλοι, λοιπόν!

Ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης είναι συγγραφέας-ποιητής-μεταφραστής. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Ω!», από τις Εκδόσεις Οξύ. Την περίοδο αυτή, κυκλοφορούν επίσης τρία μεταφραστικά του έργα, η «Αλληλογραφία Αναϊς Νιν-Χένρυ Μίλλερ» από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, ο «Διάβολος με το Γαλάζιο Φόρεμα» του Ουόλτερ Μόσλυ από τις Εκδόσεις Πατάκη και το σκανδιναβικό νέο-νουάρ «Αυτό που μου ανήκει» της Άννε Χολτ από τις Εκδόσεις Ορφέας.

*Η συνέντευξη του Γ.Ι. Μπαμπασάκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Bang", τεύχος 9 (Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2007).

"Φτάνει" - Γιώργος Μπλάνας


ΦΤΑΝΕΙ ένα δέντρο. Η ζωή
μπορεί να περιμένει ωσότου δάσος.
Κατάμαυρα πουλιά χοροπηδούν
τα ματωμένα ράμφη τους,
δολοφονούν τη νύχτα με φτερά μεταλλικά.
Κατέχεις το μυστήριο του θανάτου,
όμως δεν έχεις μάτια σαν φωτιά
ούτε μαλλιά σαν τα κλαδιά.

Έχεις το χώμα σου κι εγώ μια ρίζα.

"Όταν έρθει ξανά το καλοκαίρι" - Τάσος Ρήτος


Όταν έρθει ξανά το καλοκαίρι σου είπα θα είμαι μόνος,
θα μπορούν τα χέρια μου να αγκαλιάσουν το κεφάλι μου,
θα μπορούν τα πόδια μου να διπλωθούν στα τέσσερα,
τα μάτια μου να αληγορούν στο άπειρο
και τα χείλη μου να στεγνώνουν απ' τη ζέστη!

Όταν έρθει ξανά το καλοκαίρι
σου είπα θα είμαι μόνος,
για να μπορώ να κρυφτώ πίσω από μία συγνώμη,
για να μπορώ να αντισταθώ σε όλους τους συμβιβασμούς
και να νιώθω χαρούμενος μπροστά σε ένα γκρεμό!

Όταν έρθει ξανά το καλοκαίρι
σου είπα θα είμαι μόνος,
θα περιμένω στο πίσω κάθισμα ενός τραίνου,
πλάι σε μια απόμακρη παραλία με την κιθάρα μου αγκαλιά,
πάνω σε ένα ξύλινο μπάρ κρεμασμένος από ένα άδειo μπουκάλι τεκίλα!

Όταν έρθει ξανά το καλοκαίρι
σου είπα θα είμαι μόνος,
ήρεμος και έτοιμος να αγκαλιάσω το φεγγάρι και τ' αστέρια,
να πιω ένα ποτό με τον κάπελα στο ταβερνείο,
να τραγουδήσω ένα μελαγχολικό ποιήμα για την ευτυχία του έρωτα!

"Σκέψεις" - Παναγιώτης Μπαλέρμπας

Αλίμονο μικρή μου συνείδηση,
γιατί μόνο να θρηνήσεις μπορείς,
να θρηνήσεις την χαμένη σου ύπαρξη.
Πλέον σκιά του εαυτού σου
κι εγώ απαλλαγμένος από την παρουσία σου
δε σε λογίζω παρά σαν μια ανάμνηση,
ένα πρέπει σε όλα όσα δεν θέλω
κι ένα δεν πρέπει σε αυτά που ποθώ.

Σε ποια ηθική υπάκουες δεν έχω ξεχάσει,
μα την έχω κλείσει σ’ ένα συρτάρι,
βαθιά στην άβυσσο της νόησης.
Σ’ ένα συρτάρι που θα κλειδώσω
κι αφού πετάξω το κλειδί,
θα γιορτάσω την ανηθικότητά μου,
πνιγμένος σε μια παρακμή που θα με παίρνει όλο και πιο βαθιά
και μέσα της θα σκοτώνω την ψυχή μου,
εώς ότου το σώμα ελεύθερο και μόνο
να υμνήσει το κουφάρι του.

27 Ιαν 2008

"Barracuda Club : Paul Eluard" - Ζ.Δ. Αϊναλής


(1895 – 1952)

(Μέρος πρώτο)

οι μεταφράσεις αυτές, στη Μυρτώ


Πάθος

Μετά από χρόνια ολόκληρα σωφροσύνης
τόσο διάφανος ο κόσμος όσο μία βελόνα
τρυφερά γουργουρίσματα, θα ήτανε κάτι άλλο;
Έχοντας αντιπαλέψει, εκτιμήσει, το θησαυρό διασπαθίσει
Περισσότερα από ένα κόκκινα χείλη μ’ ένα κόκκινο στίγμα
Και περισσότερες από μια γάμπες λευκές μ’ ένα πέλμα λευκό
Για ποιους μας περνάμε λοιπόν;

***

Σουίτα

Κοιμάται, στο ένα μάτι η σελήνη, ο ήλιος στο άλλο,
Ένας έρωτας στο στόμα βαθιά, ένα πουλί όμορφο στα μαλλιά,
Στολισμένη καθώς οι αγροί, τα δάση, οι δρόμοι κι η θάλασσα,
Στολισμένη και όμορφη καθώς ο γύρος του κόσμου.

Φεύγεις διασχίζοντας το τοπίο,
Ανάμεσα στα κλαδιά του καπνού και τους καρπούς όλους του ανέμου,
Πέτρινες γάμπες σε κάλτσες από άμμο,
Πιασμένη στη μέση και σ’ όλους τους μύες του ποταμού
Κι η έσχατη έγνοια σ’ ένα πρόσωπο αλλοιωμένο.

***

Η ισότητα των φύλων

Τα μάτια σου έχουν επιστρέψει από μιαν αυθαίρετη χώρα
Όπου κανείς δεν έμαθε ποτέ τι είναι βλέμμα
Μήτε και γνώρισε την ομορφιά των ματιών, την ομορφιά της πέτρας,
Εκείνη του νερού της σταγόνας, το μαργαριτάρι μες τα ντουλάπια,

Την πέτρα γυμνή και χωρίς σκελετό, άγαλμα μου,
Ο ήλιος εκτυφλωτικός σε κρατάει καθρέφτη,
Κι αν μοιάζει να υπακούει στις δυνάμεις του δειλινού
Είναι που το κεφάλι σου είναι κλειστό, άγαλμα πτοημένο

Απ’ τον έρωτα μου και την πρωτόγονη πανουργία μου.
Ο ακίνητος πόθος μου το τελευταίο σου στήριγμα
Και δίχως μάχη σε μεταφέρω, εικόνα μου,
Τσακισμένη απ’ την αδυναμία μου κι αιχμάλωτη στους δεσμούς μου.

***

Στην καρδιά της αγάπης μου

Ένα πουλί όμορφο μου δείχνει το φως
Εκείνη στέκεται κατάφωρη μες τα μάτια του.
Πάνω σε μια σφαίρα από γκι τραγουδάει
Στον πυρήνα του ήλιου.

*

Τα μάτια των ωδικών κτηνών
Και τα άσματα της οργής ή της ανίας τους
Μου έχουν απαγορεύσει την έξοδο απ’ αυτό το κρεβάτι.
Εδώ θα περάσω τη ζωή μου.

Η χαραυγή σε χώρες δίχως χάρη
Λαμβάνει την εμφάνιση της λήθης.
Και που συγκινημένη μια γυναίκα αποκοιμιέται, την αυγή,
Το κεφάλι πρώτο, η πτώση του το φωτίζει.

Αστερισμοί
Γνωρίζετε το σχήμα του κεφαλιού της
Εδώ, συσκοτίζονται όλα:
Το τοπίο ολοκληρώνεται, αίμα στα μάγουλα,
Με τον ύπνο
Οι όγκοι μειώνονται και κυλούν στην καρδιά μου.
Και ποιος λοιπόν θέλει την καρδιά μου να πάρει;

*

Ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα μιαν έτσι όμορφη νύχτα.
Οι γυναίκες του κήπου ζητούνε να μ’ αγκαλιάσουν –
Στηρίγματα τ’ ουρανού, τα δέντρα ακίνητα
Αγκαλιάζουνε τις σκιές που τα στηρίζουν.

Μια γυναίκα με καρδιά χλωμή
Βάζει τη νύχτα στα ρούχα της.
Ο έρωτας ανακάλυψε τη νύχτα
Στ’ αψηλάφητα στήθη της.

Πώς να βρεις στα πάντα την ηδονή;
Καλύτερα, όλα να τα διαγράψεις.
Ο άνδρας όλων των κινήσεων,
Όλων των θυσιών και όλων των κατακτήσεων
Κοιμάται. Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.
Αθέατη, από τους στεναγμούς του διαγράφεται η νύχτα ελάχιστη.

Δεν νιώθει ούτε κρύο, ούτε ζέστη.
Δραπετεύει αιχμάλωτος για να κοιμηθεί.
Δεν είναι νεκρός, κοιμάται.

Όταν αποκοιμήθηκε
Όλα τον ξάφνιαζαν,
Έπαιζε με πάθος,
Παρατηρούσε,
Άκουγε.
Η τελευταία του λέξη:
« Αν ήταν να ξαναρχίσω, θα σ’ έβρισκα χωρίς να σε ψάξω ».
Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.
Όσο και να σηκώνει η αυγή το κεφάλι
Εκείνος κοιμάται.

***

Η ερωτευμένη

Στέκεται όρθια στα βλέφαρα μου,
Και τα μαλλιά της μες τα δικά μου,
Έχει των χεριών μου το σχήμα,
Έχει των ματιών μου το χρώμα,
Βυθίζεται στη σκιά μου
Καθώς μια πέτρα στον ουρανό.

Έχει τα μάτια πάντα ανοιχτά
Και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ.
Τα όνειρα της γεμάτα φως
Κάνουν τους ήλιους να εξατμίζονται
Με κάνουνε να γελώ, να κλαίω και να γελάω
Να μιλώ δίχως να έχω κάτι να πω.

***

Η καμπύλη των ματιών σου κάνει της καρδιάς μου τον γύρο,
Σχηματίζοντας έναν κύκλο χορού και γλυκύτητας,
Του χρόνου φωτοστέφανο, λίκνο νυχτερινό και σίγουρο,
Κι αν πλέον όλα όσα έζησα δεν ξέρω
Είναι που τα μάτια σου δεν μ’ έχουν ακόμ’ αντικρίσει

Φύλλα της μέρας κι αφρός της δροσιάς,
Καλάμια του ανέμου, αρωματισμένα χαμόγελα,
Φτερά να καλύπτουν έναν κόσμο φωτός,
Καράβια φορτωμένα με θάλασσα κι ουρανό,
Κυνηγοί θορύβων και χρωμάτων πηγές,

Αρώματα επωασμένα απ’ την εκκόλαψη μιας αυγής
Κείμενη πάντοτε στα άχυρα πάνω των άστρων,
Καθώς η μέρα εξαρτάται από την αθωότητα
Ο κόσμος ολόκληρος εξαρτάται απ’ τα μάτια σου αγνά
Κι όλο το αίμα μου μέσα στο βλέμμα τους κυλά.

Από τη συλλογή "Πρωτεύουσα του πόνου" (Capitale de la douleur,1926)
*O Ζ.Δ. Αϊναλής ζει και αναπνέει στο Παρίσι. Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Paul Eluard είναι μια ευγενική παραχώρησή του στο "Βακχικόν".

"Ομήρου Ιλιάδα Β'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α', Β', Γ', Δ', Ε' και ΣΤ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/01/blog-post_3079.html

Έκτορα, ιδίως εσύ, άκου και πράξε ανάλογα. Συμμάχους έχει ένα σωρό η πόλη του Πριάμου, που ζουν εδώ κι εκεί. Κάθε φυλή κι η γλώσσα της.
Όρισε ηγέτες απ’ τους ίδιους και πες τους πώς να βάλουν σε τάξη τους πολίτες».
Έτσι είπε και ο Έκτορας κάθε άλλο παρ’ αψήφησε τα λόγια της θεάς. Τους πρόσταξε ν’ αφήσουν τις κουβέντες και να ριχτούν στα όπλα.
Κάποτε άνοιξαν οι πύλες και ξεχύθηκαν σαν θύελλα τα πλήθη των πεζών και των ιππέων.
Λίγο έξω από την πόλη ορθωνόταν ένα υψίπεδο —καλή απλωσιά και οχυρή— που οι άνδρες το καλούν Βατίεια κι οι αθάνατοι μνήμα της λυγερής Μυρίνας. Εκεί χωρίστηκαν οι Τρώες απ’ τους συμμάχους.
Και τους μεν Τρώες διοικούσε ο γιος του Πρίαμου, ο Έκτωρ, που όταν χυνόταν καταπάνω στον εχθρό, σωστό αστροπελέκι έμοιαζε από μακριά η περικεφαλαία του.
Μόνο γενναίους μαχητές, που δούλευαν αχόρταγα το δόρυ, είχε μαζί του. Κι ήταν πολλοί, πάρα πολλοί.
Τους Δαρδανίους, τώρα, διοικούσε ο γίγαντας Αινείας, ο γιος που χάρισε του Αγχίση η Αφροδίτη στις Ίδης τις πλαγιές, όταν λαχτάρησε η θεά θνητού αγκαλιά. Κι είχε κοντά του τα παιδιά του Αντήνορα, τους έμπειρους πολεμιστές Αρχέλοχο κι Ακάμα.
Τους πλούσιους Τρώες της Ζελείας στης Ίδης τα ριζά, που έπιναν τα σκοτεινά νερά του Αισήπου, διοικούσε του Λυκάονα το πανέμορφο παιδί, ο Πάνδαρος, που δούλευε το τόξο σαν τον Απόλλωνα.
Αυτοί που όριζαν τον κάμπο της Απαισού, τις ράχες της Τηρείας, την Αδράστεια, την Πιτύα, είχανε δύο διοικητές: Άδρηστο κι Άμφιο τολμηρό, παιδιά του Μέροπα Περκώσιου, που μάντευε αλάνθαστα τα πάντα.
Δεν ήθελε ο πατέρας να ριχτούνε στα δόντια του πολέμου τα παιδιά του. Όμως αυτοί δεν άκουγαν. Έτρεχαν ήδη πίσω απ’ τους αγγέλους του θανάτου.
Όσοι Περκώτη, Πράκτιο, Άβυδο και Σηστό και σεβαστή Αρίσβη νέμονταν, είχαν αρχηγό τον Υρτακίδη Άσιο, έξαρχο μαχητή, που απ’ την Αρίσβη έφεραν άλογα υπέρλαμπρά, ισχυρά, στις όχθες του Σελλήεντα θρεμμένα.
Ο Ιππόθοος κι Πύλαιος ο άγριος μαχητής, του Λήθιου Τευταμίδη οι γιοι, ηγούνταν των αδίστακτων στη μάχη δορυφόρων Πελασγών, που όριζαν τα δροσερά λιβάδια της Λαρίσης.
Ο Ακάμας και ο ήρωας Πείρως ηγούνταν των Θρακών κι όσων το ρεύμα ακάματο του Ελλησπόντου συγκρατεί.
Τους αιμοβόρους Κίκονες ο Εύφημος διοικούσε, του θεϊκού Τροιζήνου Κεάδη ο γιος.
Απ’ το γιγάντιο ρεύμα του Αξιού —η γη δεν χόρτασε ποτέ τόσο πολύ και τόσο διάφανο νερό— κι από την Αμυδώνα, κατέφθασαν οι Παίονες οι τοξότες με ηγέτη τον Πυραίχμη.
Τους Παφλαγόνες έφερε η συμπαγής ψυχή, ο Πυλαιμένεος, ως εδώ από τους Ενετούς,
που βγάζουν τα πιο άγρια μουλάρια, από την Κρώμνα, τη Σήσαμο, την Κύτωρο, τον Αιγιαλό,
τις ράχες των Ερυθινών και τα ωραία σπίτια, που καμαρώνουν τις δροσιές στου Παρθενίου τις όχθες.
Πέρα, μακριά, κατ’ όπου η γη γεννά το ασήμι βρίσκεται η Αλύβη. Από εκεί ο Όδιος κι ο Επίστροφος έφεραν Αλιζώνες.
Μυσών ηγέτες στάθηκαν ο Χρόμις και ο μάντης, ο Έννομος. Τι Κρίμα! Κανένας απ’ τους οιωνούς δεν του έδειξε τον μαύρο θάνατό του.
Τον έβαλε στο χέρι ο γρήγορος στα πόδια Αιακίδης. Τον έθαψε στον ποταμό, θερίζοντας στις όχθες τούς Τρώες σαν τα σπαρτά.
Φρύγες, μαινόμενους σφαγείς για μάχη διψασμένους, έφεραν ο Ασκάνιος ο ένθεος κι ο Φόκρυς απ’ την Ασκανία.
Τους Μήονες απ’ τον Τμώλο διοικούσαν ο Άντιφος κι ο Μέσθλης, οι γιοι που έδωσε η Γυγαία λίμνη στον Ταλαιμένη.
Παιδιά του Μαιάνδρου, των ανέμων που οργιάζουν μες στα δάση των Φθιρών, και των βράχων της Μυκάλης, κατέφθασαν οι αλλόγλωσσοι οι Κάρες. Ο Νάστης κι ο Αμφίμαχος ηγούνταν, του Νομίονα τα υπέροχα παιδιά.
Αυτός, ο ανόητος, πήγαινε στη μάχη φορτωμένος ολόχρυσα στολίδια σαν κοπέλα. Μάταιος κόπος!
Τον έβαλε στο χέρι ο γρήγορος στα πόδια Αιακίδης. Τον έθαψε στον ποταμό και τα χρυσάφια του τα πείρε ο Αχιλλέας, ο πολεμοχαρής.
Ο Σαρπηδόνας κι ο αξεπέραστος ο Γλαύκος οδηγούσαν τους Λυκίους. Κι ήταν η Λυκιά μακριά κι όλο ερχόταν σαν το φίδι απ’ τα μέρη της ο Ξάνθος.

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Β'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις του "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.

26 Ιαν 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το Α', Β' και Γ' μέρος εδώ :
http://vakxikon.blogspot.com/2008/01/blog-post_19.html

Πλατεία Κλαυθμώνος

Εκεί όπου βρίσκεται η πλατεία Κλαυθμώνος υπάρχουν μερικά δέντρα, τα ονόματα των οποίων, αν και είναι κοινότατα στον τόπο μας, αγνοώ αυτή τη στιγμή, κάτω από τα οποία ωστόσο ο κάθιδρος περιπατητής που είμαι σήμερα μπορεί ανακουφισμένος να βρει ορισμένα παγκάκια στη σκιά, καθώς και αρκετές μύγες και λίγα παχουλά περιστέρια να περιφέρονται άεργα (και αυτά, όπως κι εγώ). Με το καπέλο μου για τον ήλιο και με τα σκούρα μου γυαλιά ερχόμενος απ’ το Μοναστηράκι μ’ ένα σακίδιο στον ώμο μου γεμάτο με βιβλία και άλλα χρειώδη του καλοκαιριού, απαντούσα λακωνικά σε όποιον μου απηύθυνε τον λόγο στην ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούσε αυτός πρώτος, αγγλικά ή ιταλικά συνήθως, αλλά και γερμανικά μία φορά, οπότε λόγω άγνοιας αναγκάστηκα να απαντήσω στα γαλλικά, για να επιτείνω ακόμη περισσότερο τη σύγχυση που σκόπιμα επεδίωκα, χωρίς πάντως να ξέρω την αιτία και τον σκοπό αυτής μου της τακτικής.

Για να φθάσω τελικά στην ποθητή πλατεία, μία η ώρα του μεσημεριού, στο κάθετο λιοπύρι, αφού προηγουμένως άνοιξα την πόρτα του Galaxy, μήπως και κατά τύχη ανταμώσω εκεί τον Ίκαρο Μπαμπασάκη και μ’ έπειθε, χωρίς ανάγκη ισχυρών επιχειρημάτων εδώ που τα λέμε, να αράξω κάνα δυο ωρίτσες εκεί πίνοντας καμιά κρύα μπύρα, όπως την προηγούμενη εβδομάδα, οπότε οι δυο ωρίτσες γίνανε, χωρίς να το αντιληφθούμε, πέντε σχεδόν (ή μήπως παραπάνω;) και οι μπύρες ακόμη περισσότερες. Όχι όμως, δεν ήταν εκεί σήμερα και εμμένοντας έτσι στην προειλημμένη μου άλλωστε απόφαση να κάνω κι εγώ, μια φορά έστω, οικονομία (χρημάτων μόνο, όχι και δυνάμεων) εν όψει και του επερχομένου σαββατοκύριακου, κατευθύνθηκα τριάντα βήματα πιο κει, στην προαναφερθείσα σκιερή πλατεία με το φρικώδες μεταλλικό σύμπλεγμα, ζντανοφικής χωρίς αμφιβολία εμπνεύσεως, και γυρίζοντάς του όσο μπορούσα περισσότερο την πλάτη, άραξα στο πέτρινο και δροσερό χτιστό παγκάκι.

Δίπλα μου, σύντροφος πιστός και απαραίτητο όργανο επιβίωσης, είτε στην πόλη βρίσκομαι είτε στην ύπαιθρο χώρα, το πράσινο σακίδιό μου, το ετερογενές περιεχόμενο του οποίου προτίθεμαι λίγο πιο κάτω να καταγράψω. Δίπλα μου επίσης και μια μεγάλη κίτρινη σακούλα περιέχουσα δύο καταπληκτικές μάσκες από δέρμα κατσίκας (!), που φτιάχνει, δίνοντάς τους εκπληκτικά σχήματα και επιχρωματίζοντάς τες κατόπιν, ο καινούριος φίλος μου Βαγγέλης στο μαγαζάκι του στην Πλάκα, Αγ. Γέροντα 9. Τις είχα αποκτήσει, και τις μάσκες και τη σακούλα, λίγη ώρα πρωτύτερα, αφού περίμενα καπνίζοντας σ’ ένα παγκάκι κοντά στο μαγαζί περίπου δύο ώρες, καθώς «εμείς οι νέοι, ξέρεις τώρα…», μου είπε ο μεγαλύτερός μου κατά οχτώ χρόνια Βαγγέλης, για να δικαιολογήσει, χωρίς ιδιαίτερες τύψεις, τη δίωρη αργοπορία του στο ραντεβού μας, που δεν το είχαμε πάντως ορίσει, οφείλω τώρα να ομολογήσω, με πολύ μεγάλη ακρίβεια.

Το σακίδιο λοιπόν αυτό (αγορασμένο σε super market στην Αυλίδα), που τρία χρόνια τώρα με συνοδεύει κρεμασμένο στον αριστερό μου ώμο, όταν ξεκίνησα από το σπίτι το πρωί περιείχε το βιβλιαράκι του Κωστή Παπαγιώργη για τον Χέγκελ (και τη γερμανική επανάσταση), του οποίου, πίνοντας κάπου στην Σόλωνος τον πρωινό καφέ μου, διάβασα τις σελίδες 42 έως 56, αφού προηγουμένως είχα διαβάσει, κάπως επιπόλαια, την Αυγή τής δεκάτης ογδόης Ιουλίου, στης οποίας τα περιεχόμενα κυριαρχούσε η διάσκεψη των Οχτώ Οικονομικά Ισχυρών στη Γένοβα της Ιταλίας κι ακόμη περισσότερο οι διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης που ήδη έχουν ξεκινήσει στην ιταλική πόλη, γεγονός που μου φέρνει στο μυαλό τη σκέψη που εκείνη την ώρα έκανα διαβάζοντας τα άρθρα, να πάω δηλαδή μέχρι το Μουσείο, δέκα λεπτά δρόμος από εκεί που ήμουνα, για να χαιρετήσω την Πέπη και τη Ντάνυ που επρόκειτο να φύγουν κάπου τότε για τη Γένοβα. Τελικά δεν πραγματοποίησα την ιδέα μου αυτή και, αφήνοντας στην άκρη την Αυγή, πήρα το βιβλίο του Παπαγιώργη στα χέρια και συνέχισα να πίνω τον καφέ μου – κι ευτυχώς τελικά, γιατί, όπως έμαθα αργότερα από τη μικρή μου Αγαπημένη, επρόκειτο να ξεκινήσουν για τη Γένοβα με το αυριανό γκρουπ.

Μέσα στο πράσινο σακίδιο είχα βάλει επίσης από το πρωί το καφέ τετράδιο, στου οποίου τη δεύτερη σελίδα τώρα καταγράφω τα καθέκαστα, ενώ η πρώτη του καλύπτεται από ένα σχεδίασμα ποιήματος της οριστικά ανολοκλήρωτης σειράς Δευτερεύουσες προτάσεις (όπως ήθελε / όπως η χλόη εγγυάται την ανατολή / όπως ο θάνατος πηγαίνει με τη γλώσσα / όπως η γλώσσα ήθελε / κι όπως ο θάνατος τη γλώσσα εγγυάται / (και όχι το αντίθετο) / όπως το έφερε η στιγμή ), από μια αινιγματική εγγραφή (ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΣΥΝΝΕΦΑ: Κέρουακ), καθώς και από μια ακόμη φράση (Οι φίλοι μου θέλω να καίγονται σαν τα ρωμαϊκά κεριά (πού διάβασα άραγε αυτή την παρομοίωση της οποίας το νόημα δεν καταλαβαίνω; Και τι είναι αυτά τα ρωμαϊκά κεριά; Αρκεί πάντως οι φίλοι μου να καίγονται κι ας μην καταλαβαίνω απολύτως τα συμφραζόμενα).

Τέλος, είχα μαζί μου μέσα στο σακίδιο την Αισθητική του αποσπάσματος του Στέφανου Ροζάνη (το αδιέξοδο της ρομαντικής γλώσσας που είναι η ηττημένη γλώσσα της νοσταλγίας μιας απόλυτης ομορφιάς μέσα σε μια ζωντανή, ένθεη φύση), καθώς, το τελευταίο διάστημα, πάντα κουβαλάω μαζί μου ένα βιβλίο του Ροζάνη, διαφορετικό κάθε φορά, με την αστήρικτη πεποίθηση ότι θα τον συναντήσω κάποια μέρα στον δρόμο και με κάποιον μαγικό τρόπο θα τον αναγνωρίσω (δεν έχω συναντήσει ποτέ τον ίδιο ούτε καν έχω δει καμιά φωτογραφία του) και θα του μιλήσω, οπότε – σκέφτομαι – καλό θα είναι να έχω και ένα βιβλίο του μαζί μου, δια παν ενδεχόμενο. Δύο μπλε στυλό, το πορτοφόλι μου, μια παιδική φυσαρμόνικα και μία απόδειξη από το φαρμακείο συμπληρώνουν τα αντικείμενα (δεν αναφέρομαι στα ψίχουλα και στις αναμνήσεις) που έφερε μέσα του το περίφημο πράσινο σακίδιό μου.

Αυτά το πρωί, γιατί, τώρα που μιλάω και είναι μεσημέρι στην πλατεία Κλαυθμώνος, έχω περάσει εν τω μεταξύ από τα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος και των γύρω δρόμων και έχω αγοράσει άλλα τέσσερα βιβλία, που πρόθυμα ο σάκος μου τα δέχτηκε χωρίς ούτε στιγμή να αναρωτηθεί για το περιεχόμενό τους, που εγώ, παρόλα αυτά, σπεύδω (βραδέως πάντως) να τ’ αναφέρω. Είναι πρώτα – πρώτα η έκδοση για την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, που σχεδίασε και επιμελήθηκε ο Δημήτρης Καλοκύρης και περιέχει αρκετές φωτογραφίες τραβηγμένες από το χέρι του (του Εμπειρίκου, όχι του Καλοκύρη), μεταξύ των οποίων επισημαίνω αυτή της σελίδας 19 που παρουσιάζει μια ομάδα παιδιών μέσα στη σχολική αίθουσα (πώς τρύπωσε άραγε εκεί ο Εμπειρίκος;) να απαγγέλλουν τον Μεγάλο Ανατολικό (θέλω να φαντάζομαι), ενώ το έντρομο βλέμμα του δεύτερου αγοριού από δεξιά αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τα συναισθήματα μιας κοινωνίας που υποκριτικά καταδικάζει το έργο ζωής του Εμπειρίκου, ενώ κρυφά τις νύχτες το ονειρεύεται (και το πρωί βέβαια φροντίζει να ξεχνάει).

Τα Ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο του Φερνάντο Πεσσόα, με το ωραίο κίτρινο εξώφυλλο των εκδόσεων Γνώση βρίσκονται, μέσα στον σάκο μου, δίπλα στο βιβλίο με τον τίτλο Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου του Τσέζαρε Παβέζε. Ο Παβέζε, ένας συγγραφέας το όνομα του οποίου συχνά έρχεται στο μυαλό και στο στόμα μου τον τελευταίο καιρό, καθώς βρίσκομαι στη μέση (κι εκεί θα μείνω για καιρό) ενός κειμένου για την αυτοκτονία και τους θαυμάσια πεθαμένους, που όμως δεν λέω να το ολοκληρώσω· ένας συγγραφέας, το όνομα του οποίου αναφέρθηκε στην κουβέντα με τον Ίκαρο στο προαναφερθέν Galaxy την προηγούμενη εβδομάδα (παρών και ο Κώστας Καναβούρης, που μπορεί ενδεχομένως, αν ερωτηθεί, να μαρτυρήσει την αλήθεια των λεγομένων μου, αν τη θυμάται)· ένας συγγραφέας, τέλος, ο Παβέζε, που πρόλαβε προτού ν’ αυτοκτονήσει να γράψει δύο τουλάχιστον φράσεις που συχνά μού συμβαίνει να τις σκέφτομαι:

Πέρασα το βράδυ καθισμένος μπροστά στον καθρέφτη για να μου κρατήσω συντροφιά.

Μια καλή ιδέα θα ήταν να τροποποιήσουμε το παρελθόν μας.

Κι επειδή τυχαίνει σήμερα να είναι η δεκάτη ογδόη του Ιουλίου, μέρα που ιδρύθηκε το 1957 στο Cosio d’ Arroscia της Ιταλίας η Καταστασιακή Διεθνής, αγόρασα και τις Παρατηρήσεις για την δολοφονία του Ζεράρ Λεμποβισί και καθισμένος σε αυτό ακριβώς το παγκάκι της Πλατείας Κλαυθμώνος, εδώ και μιάμιση ώρα περίπου, προτού αρχίσω να γράφω αυτό το τεμπέλικο απομνημόνευμα, διάβασα ολόκληρο αυτό το εξαιρετικό βιβλιαράκι, που μέχρι σήμερα δεν το είχα πιάσει στα χέρια μου, πιστός στην αντίληψή μου ότι είναι προτιμότερο να διαβάσεις δέκα φορές ένα βιβλίο που αγαπάς, παρά να διαβάσεις δέκα διαφορετικά βιβλία και έτσι διάβαζα και ξαναδιάβαζα την Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων και τον Πανηγυρικό και συνεχώς ανέβαλα την ανάγνωση αυτού του κειμένου από το οποίο όμως τώρα δεν θα διστάσω να αντιγράψω εδώ δυο – τρεις εξαίσιες φράσεις και έτσι να κλείσω τούτο εδώ το ανώφελο χρονικό:

Σε μεγάλο μέρος, η εργασία του αρνητικού στην Ευρώπη, επί χρονικό διάστημα μιας ολόκληρης γενιάς, έχει γίνει από μένα.

Έχω πετύχει να προκαλώ οικουμενική δυσφορία και μάλιστα με καινούριο πάντα τρόπο.

Είναι καλό να έχεις συντελέσει στην χρεοκοπία του κόσμου. Ποια άλλη επιτυχία θα μας άξιζε;

Πού οδηγούνε όμως όλα αυτά; Σε ποιους προορισμούς με φέρνουν τελικά οι άσκοπες περιπλανήσεις μου και τα σκόρπια μου διαβάσματα σε δρόμους και πλατείες; Άραγε, εκεί που ανέκαθεν ερχόμουνα, για να περιμένω την αιώνια ερωτευμένη μου: στα παγκάκια μπροστά στη Ζωοδόχο Πηγή, στην Ακαδημίας, όπου συνηθίζω να γράφω ερωτικούς στίχους, να κοιτάζω τους περαστικούς και να ανασυντάσσω τις δυνάμεις μου για νέες εξορμήσεις; Ή μήπως κάπου αλλού πρέπει πια να γυρέψω την απάντηση σε μιαν ερώτηση που δεν μπορώ ακόμη να την θέσω;

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (21 - 27/1/08)


Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

*ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα, με τίτλο "Φαντασία".

25 Ιαν 2008

"Propaganda No 5 : Nick Cave & Warren Ellis : The Assassination of Jesse James By the Coward Robert Ford(2007)" - Τάσος Ρήτος


1. Rather lovely thing
2. Moving on

3. Song for Jesse
4. Falling
5. Cowgirl

6. The money train
7. What must be done
8. Another rather lovely thing

9. Carnival
10. Last ride back to KC

11. What happens next

12. Destined for great things

13. Counting the stars 14. Song for Bob

Η ώρα είναι 3.30, απ’ ότι θυμάμαι ήταν οι πρώτες πρωινές ώρες. Αηδιαστικές λεπτομέρειες με ξύπνησαν από ένα βαθύ ύπνο. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα αυτοπυρπολήθηκε μπροστά στον Λευκό Οίκο. Το μαύρο αυτοκίνητο έπεσε στο γκρεμό με τέσσερα κακομαθημένα παιδάκια μέσα του. Οδηγός δεν υπήρχε. . .
Η ώρα έχει πάει 4.30, κάθισα στην ηλεκτρική καρέκλα στο υπόγειο του σπιτιού μου. Τα βολταμπέρ στο φουλ. Τα εγκεφαλικά μου κύτταρα έχουν ήδη καταστραφεί, σε τι θα πειράξει ακόμα ένα πανίσχυρο ηλεκτροσόκ.

Η ώρα έφτασε 5.30, στο πάτωμα κυλάει μόνο αίμα. Τα χιλιογδαρμένα εντόσθια του μυαλού μου σέρνονται κατά γης. Προσπαθούν να ξεφύγουν από τις αυτοκαταστροφικές τάσεις τους.

Καθώς άρχισε να ξημερώνει, είχα κιόλας τελειώσει, με την συνηθισμένη διαδικασία της νύχτας για τα τελευταία χρόνια. Φόρεσα λοιπόν τη μάσκα μου και βγήκα στον κήπο. Είχα φυτέψει κάτι μικρά πετραδάκια, τώρα άρχισαν να ανθίζουν.

Τι άλλο θα μπορούσες να συλλαβίσεις ακροβατώντας πλάι σε ένα γκρεμό; Τι άλλο θα μπορούσες να αντικρίσεις στις δύο όψεις του; Από τη μία μεριά βλέπεις τα άγρια κύματα να γδέρνουν το αγνό καφετί χρώμα του βράχου. Από την άλλη βλέπεις τον τυφώνα να σου γραπώνει τα πόδια. Τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής σου, αγκομαχείς ανάμεσα σε δυο καιρικά φαινόμενα. Το χρόνο και την αυτοκαταστροφή! Ποιος θα σε κερδίσει; Έχετε δει την ταινία με το πανέμορφο κορίτσι και τους δυο παθιασμένους εραστές. Ο έρωτας στη μέση της κραιπάλης! Ο έρωτας στη μέση της διαφθοράς! Ο έρωτας στη μέση του δρόμου, να περιμένει το πρώτο μαύρο αυτοκίνητο να σε πάρει μακριά. Που; Στην κόλαση; Στον Παράδεισο; Δεν υπάρχουν! Μόνο εσύ ξέρεις που θα πας!

Ένα αιώνα πριν, ήταν ένα φημισμένος ληστής. Θα μπορούσε να μοιάζει με ένα αδίστακτο δολοφόνο. Όσοι τον γνώρισαν πέθαναν. Στην όψη τους είχαν μία χαμογελαστή ζοφάδα και μια σκιά από ένα φτερωτό φάντασμα.
Εκείνο το φθινόπωρο σκοτώθηκαν περίπου εκατό δαίμονες που κρατούσαν φυλακισμένα τα βιβλία μου. Η ξύλινη βιβλιοθήκη μου ήταν στοιχειωμένη κι εγώ ήμουν τόσο κακός, μα τόσο κακός. Εκείνο το φθινόπωρο λοιπόν, σκοτώθηκαν εκατό δαίμονες και τα πάντα άλλαξαν πάνω μου. Το πρόσωπό μου γαλήνεψε, τα χέρια μου πήραν ξανά την άγρια νιότη τους. Τα όνειρά μου επισκέφτηκαν τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ένα βράδυ ένα παθιασμένα έρωτα με μια λεπρή στην Νότια Αμερική. Από τότε δεν υπήρχαν σύνορα, φυλετικές διακρίσεις, δεν υπήρχε τίποτα βλάσφημο παρά μόνο ελπίδα.

100 χρόνια αργότερα, ο ληστής με τις αιμοσταγείς δολοφονίες τους είχε πάρει τη θέση του ήρωα. Ήτανε πραγματικά ένας ήρωας, ταπεινός, μελαγχολικός μα πάντα ελπιδοφόρος. Εγώ μέσα σε 100 χρόνια, κατάφερα να φτιάξω μια κουνιστή καρέκλα με τα μισά δάχτυλα μου κομμένα. Κατάφερα να υψώσω ένα πέτρινο τζάκι δίπλα στη βροχή, για να κάθομαι και να διαβάζω τις ιστορίες του ληστή στα πανέμορφα πετραδάκια που είχα φυτέψει. Τα οποία έχουν γίνει τόσο μεγάλα, έχουν γίνει το νεκροταφείο μου!