29 Φεβ 2008

"Propaganda No 9 : Nick Cave and Warren Ellis : The Proposition (2006)" - Tάσος Ρήτος


Happy land
The proposition #1
Road to Banyon
Down to the valley
Moan thing
The rider #1
Martha’s Dream
Gun Thing
Quenie’s Suite
The rider #2
The proposition #2
Sad violin thing
The rider #3
The proposition #3
The rider song
Clean hands, dirty hands


Θα βγω έξω στον δρόμο,
και θα κρατώ ένα πιστόλι.
Θα βγω έξω στον δρόμο,
και θα κρατώ ένα πιστόλι.

Θα βγω έξω να άλογο να καβαλήσω,
στον ήλιο του μεσημεριού.
Θα ξαναγυρίσω όμως μια μέρα!
Θα ξαναγυρίσω όμως μια μέρα!

Θα κυνηγήσω την μελαγχολία!

Το τραγούδι του καβαλάρη
(The rider song)


Πότε; είπε το φεγγάρι στα αστέρια του ουρανού.
Σύντομα! είπε ο άνεμος που όλους τους ακολουθούσε.

Ποιος; είπε το σύννεφο που άρχισε να κλαίει.
Εγώ! είπε ο καβαλάρης στεγνός σαν το κόκαλο.

Πώς; είπε ο ήλιος που χύθηκε στο χώμα.
Και γιατί είπε το ποτάμι που σταμάτησε να κυλάει.

Και που; είπε ο κεραυνός σιωπηλός.
Εδώ! είπε ο καβαλάρης και σήκωσε το πιστόλι του.

Όχι! είπαν τα αστέρια του ουρανού στο φεγγάρι.
Όχι! είπαν τα δέντρα που άρχισαν να βογκούν.

Όχι! είπε η σκόνη που τύφλωσε τα μάτια του.
Ναι! είπε ο καβαλάρης άσπρος σαν τα κόκαλο.

Όχι! είπε το φεγγάρι που σηκώθηκε απ’ τον ύπνο.
Όχι! είπε το κλάμα του νεκρού ήλιου.

Όχι! είπε ο πλανήτης που άρχισε να θρηνεί.
Ναι! είπε ο καβαλάρης και κατέβασε το πιστόλι του.

Παράνομη Δικαιοσύνη
(The proposition)
(Βασισμένο στην ομότιτλη ταινία)

Στη δύση του ηλίου,
στέκονται γυμνά,
παραδεισένια φαντάσματα,
που αγωνιούν για τον επόμενο φόνο.

Ο μικρός αδερφός,
κλεισμένος μέσα σ’ ένα πέτρινο κελί.
Νεκροζώντανος με εκατό βουρδουλιές στην πλάτη,
κι άλλες εκατό στην ψυχή!

Ο καβαλάρης διασχίζει το μεγάλο βράχο!
Με ένα πιστόλι στο χέρι
και τα μάτια πέρα απ’ τα σύννεφα.

Χωρίς οίκτο!
Η οικογενειακή θαλπωρή
βυθίστηκε μέσα σε ένα ποτήρι ουίσκι
και δεν μπόρεσε να ξανά επιπλεύσει.

Αίμα αδελφικό,
στη δύση του ηλίου,
ο φόνος,
η εξιλέωση των αστεριών,
πίσω απ’ τις βροντές της αστραπής!

28 Φεβ 2008

"Στην Κόψη Της Μέρας" - Φαίδων Πατρικαλάκις (2008)

Να πούμε άραγε
για το τοπίο καπέλο
το ρούχο φυτό
τη θάλασσα γάντι
τον πίνακα ψυγείο
το όνειρο ποδήλατο
το εστιατόριο κουμπότρυπα
το φρούτο mon oncle
το γιατρό κονδυλοφόρο
το πλοίο αντιβιοτικό
το μολύβι απόγνωση
το δέντρο quelle dommage
τη Βίκυ του Βίκου
τα σπαρτά της Σπάρτης
την πόρπη της πόρνης
την Ερέντιρα που βαπτίστηκε στα σύννεφα
Τι άλλο να πούμε, τι άλλο;
Τώρα που δεν μας βασανίζει
τυρρανικά ο έρωτας
τι άλλο να πούμε;

(τι άλλο να πούμε;)

Στην κόψη της μέρας, Φαίδων Πατρικαλάκις, σελ. 85. Εκδόσεις Μανδραγόρας

Νέα ποιήματα, νέοι πίνακες σχεδιασμένοι/ ζωγραφισμένοι με λέξεις. Για την ποίηση και τον έρωτα, τα όνειρα και τη μουσική, το θέατρο και τη ζωγραφική, για όλες δηλαδή τις μεγάλες αγάπες του, τις ενασχολήσεις που τον κέντρισαν να δημιουργήσει. Στην κόψη της μέρας, στη νύχτα που διώχνει τη μέρα, σε αυτό το μεταίχμιο της ονειροπόλησης, της έλξης των σκέψεων από τις λέξεις και τα αποφθέγματα ο ζωγράφος, ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Φαίδων Πατρικαλάκις με τα πεζο-ποιήματά του και τις φράσεις που παραθέτει συνθέτοντας μικρά μανιφέστο για τους τομείς της ζωής του (“1. Ρωτάω τις μέρες που περνούν πως γίνεται και με ανέχονται ακόμα, 2. Αθωότητα, τρυφερό σωσίβιο ζωής”) μας καλεί να πλησιάσουμε την ποιητική τέχνη από τη δική του σκοπιά. Μια συλλογή αυτοβιογραφική, σύνοψη ενδόμυχων διενέξεων, πάλης του μυαλού, ταραγμένης ψυχής, γαλήνιας γραφής το αποτέλεσμα.

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τη συλλογή “Legato” (Εκδόσεις Μανδραγόρας) και ο Φαίδων Πατρικαλάκις παρουσιάζει το τρίτο ποιητικό βιβλίο του (πρώτο η “Αρπαγή του βελούδου” το 2001). Η γραφή του παραμένει η εικόνα της ψυχής του. Αν αυτά τα συναισθήματα δεν τα έγραφε σίγουρα θα τα ζωγράφιζε. Με την πλειονότητα των ποιημάτων στην πεζή τους μορφή, ο Πατρικαλάκις διηγείται σκέψεις του και ελαχίστως γεγονότα αληθινά. Μετουσιώνει στο χαρτί αυτά που θα ήθελε να κάνει, να πει ή να δείξει ίσως.

Ο Φαίδων Πατρικαλάκις γεννήθηκε στη Δράμα. Σπούδασε στη Σχολή Βακαλό και στο Παρίσι. Είναι ζωγράφος και συγγραφέας. Ατομικές και συλλογικές εκθέσεις του έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει ασχοληθεί επίσης με τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία. Έχει γράψει μια σειρά βιβλίων για τη ζωγραφική, τη σκηνογραφία και τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες (σε συνδυασμό πάντα με τους πίνακές του). Τέλος έχει ασχοληθεί συγγραφικά με το θέατρο, έχει κυκλοφορήσει τέσσερα πεζογραφικά βιβλία και τρεις ποιητικές συλλογές. *Ν.Ι.Π.

27 Φεβ 2008

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (27/2/08)

Η Αθήνα του χθες...

Το ζαχαροπλαστείο «Zonar's» μετά την επαναλειτουργία του, τον Οκτώβριο του 1950 (από το φωτογραφικό αρχείο Μεγαλοκονόμου).
Το κατάστημα αποτέλεσε το στέκι της κοσμικής, πολιτικής και καλλιτεχνικής Αθήνας ακόμη και κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Από το 1950 ως και το θάνατο του Ζωναρά (1968), το καφενείο γνώρισε μεγάλες δόξες. Θαμώνες του ήταν μεταξύ άλλων ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Ηλίας Ηλιού, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Αναστάσιος Πεπονής, ο Γεώργιος Ράλλης, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μίνως Βολανάκης, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, η Τζένη Καρέζη, ο Δημήτρης Μυράτ.

26 Φεβ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : VΙΙ. Δημήτρης Μητρόπουλος, ο Δημιουργός, ο Αναδημιουργός, ο Δάσκαλος" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

«Στο ξόδεμα του χρόνου και του εαυτού μου δεν βάζω όριο», έλεγε ο μεγάλος μαέστρος, ο Δημήτρης Μητρόπουλος. «Φθάνω σιγά σιγά στην κατανόηση του έργου χωρίς να εκβιάζω το αποτέλεσμα. Αρχίζω τη δουλειά με μια άγνωστη παρτιτούρα, διαλύοντάς την κυριολεκτικά σε μικρά μικρά κομματάκια, όπως θα έκανα με το μηχανισμό ενός ρολογιού... Μετά τη συναρμολογώ ξανά. Τότε ξέρω πια πώς είναι φτιαγμένη... Το μυστικό μου είναι η πλήρης αφομοίωση της παρτιτούρας». Το ταλέντο του ήταν εκρηκτικό, αλλά η βαθιά μελέτη, η εξονυχιστική ανάλυση, η επίμονη μεθοδικότητα, έκαναν τον Μητρόπουλο έναν από τους σημαντικότερους αρχιμουσικούς του αιώνα που αφήσαμε πίσω μας. Και τα λόγια του αυτά είναι μια καλή απάντηση σε όσους θέλησαν να τον μεμφθούν για «μηχανική» ακαμψία ή απλώς τον θεώρησαν προικισμένο με «φωτογραφική» μνήμη.

Δεν ήταν κάποιες εκκωφαντικές καινοτομίες, δεν ήταν κάποιο καλπάζον πνεύμα ριζικών ανανεώσεων, δεν ήταν η ρήξη με το πνεύμα των καιρών του, όχι, αυτό που πρωτίστως και πάνω απ' όλα χαρακτήριζε τον αείμνηστο Δημήτρη Μητρόπουλο, αυτό που πρωτίστως και πάνω απ' όλα του προσφέρει μια μεγάλη σελίδα στο Βιβλίο της Ανησυχίας του εικοστού αιώνα, είναι η προσήλωση στο έργο του και η ακρίβεια. Το έργο του ήταν, μονολεκτικά, η μουσική. Η αγάπη για τη μουσική τον οδήγησε στην περιπέτεια της δημιουργίας, της αναδημιουργίας και της διδασκαλίας. Το να λειτουργήσει σαν γέφυρα ανάμεσα στο δημιουργό και στο κοινό ήταν γι' αυτόν ένα είδος ηθικού σκοπού.

Ο Μητρόπουλος ήταν ένας ιεραπόστολος της μουσικής, όπως μας λέει ο Teodoro Celli. Δεν ήταν άνθρωπος της επίδειξης. Δόθηκε στη μουσική «όπως κάποιος άλλος αφιερώνεται στο μοναστικό βίο». Συνέθεσε, διηύθυνε, δίδαξε. Συνάμα, φρόντισε να κάνει γνωστά σε ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό τα πρωτοποριακά έργα της ατονικής μουσικής που άλλοι μαέστροι δίσταζαν να παρουσιάσουν. Ο Αρνολντ Σένμπεργκ πιστοποίησε με ευγνωμοσύνη ότι ο Μητρόπουλος ήταν από τους λίγους που διήυθυνε δωδεκάφθογγη μουσική στα χρόνια της δεκαετίας του 1940. Και ακόμη, ξέρουμε σήμερα σε ποιον οφείλεται η ανανέωση του ενδιαφέροντος για το έργο του μεγάλου Γκούσταβ Μάλερ.

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου του 1896. Καταγόταν από ένα μικρό ορεινό χωριό της Αρκαδίας, τα Τρεσταινά. Εκανε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Β' Βαρβάκειο, δείχνοντας από νεαρότατη ηλικία έντονο ενδιαφέρον και κλίση για τη μουσική. Για όλα τα άλλα μάλλον αδιαφορούσε. Θα κάνει μαθήματα πιάνου από το 1910, ενώ δύο χρόνια αργότερα ένα ταξίδι στη Ρώμη θα αποτελέσει την εκκίνηση για την αφοσίωση στη μουσική. Την ευκαιρία την έδωσε ο Βέλγος συνθέτης, μαέστρος και βιολονίστας Αρμάν Μαρσίκ, δάσκαλος του Μητρόπουλου. Στη Ρώμη, ο νεαρός μαθητής του Μαρσίκ θα συνθέσει ένα κομμάτι για πιάνο, το «Σκέρτσο» σε μι ύφεση μείζονα. Λίγο αργότερα, θα συνθέσει το Un Morceau de Concert (Κομμάτι Κονσέρτου) σε ντο ελάσσονα για βιολί και πιάνο, και ύστερα από πρωτοβουλία του Μαρσίκ, ο Μητρόπουλος θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο κοινό, μάλιστα με τη διπλή ιδιότητα του συνθέτη και του εκτελεστή, στις 22 Μαρτίου και στις 4 Απριλίου του 1913.

Συνεχίζει τις σπουδές αλλά και τη δημιουργική σχέση με τη μουσική. Συνθέτει τον «Κορνιαχτό», για ανδρική χορωδία, το «Dance des Faunes, Scherzo Fantastique», για κουαρτέτο εγχόρδων, την «Ταφή», για ορχήστρα -την οποία θα διευθύνει ο ίδιος, κάνοντας την πρώτη του δημόσια εμφάνιση στο πόντιουμ, στις 29 Απριλίου του 1915. Παράλληλα, θα παίζει κρουστά στην ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, μια θέση που κράτησε ώς το τέλος των σπουδών του και που ενέπνευσε στον Τ. Κ. Παπατσώνη την ποιητική φράση, «Ηταν ο Μητρόπουλος που διαφέντευε τα κρουστά... Η ψυχή είχε στήσει την έδρα της στα τύμπανα».

Τον Ιούλιο του 1920 και αφού είχε περατώσει τις σπουδές του, ο Μητρόπουλος θα αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες ως υπότροφος του Ωδείου, οι παράγοντες του οποίου προσδοκούν (ερήμην του, ενδεχομένως) ότι θα εξελιχθεί σε μεγάλο «Ελληνα» συνθέτη - μια προσδοκία που, όπως σημειώνει ο Απόστολος Κώστιος, «εκφράζει το γενικό πνεύμα του λαού, που η εθνική του συνείδηση, γαλβανισμένη από τη Μεγάλη Ιδέα, αποζητά μια πατριωτική μουσική». Ξέρουμε ότι ο Μητρόπουλος διέψευσε αυτή την προσδοκία. Ξέρουμε επίσης ότι δέχθηκε σκληρές επιθέσεις γι' αυτό από τους συμπατριώτες του, και μάλιστα από μουσουργούς, όπως ο Μανώλης Καλομοίρης - καίτοι του είχε προσφέρει τη θέση του συνδιευθυντή της Ορχήστρας του Εθνικού Ωδείου διακηρύσσοντας:―«Ουκ εγώ ειμί το φως αλλ' ο οπίσω μου ερχόμενος».

Το φθινόπωρο του 1921, ο Μητρόπουλος θα εγκατασταθεί στο Βερολίνο -την ίδια εποχή ζουν εκεί πολλοί Ελληνες, ανάμεσα στους οποίους ο Νίκος Σκαλκώτας, ο Πάνος Αραβαντινός, μόνιμος συνεργάτης της Κρατικής Οπερας Unter den Linden, και η Κατίνα Παξινού, με την οποία ο Μητρόπουλος θα συνδεθεί φιλικά. Την επόμενη χρονιά, με τη μεσολάβηση του Αραβαντινού, ο Μητρόπουλος θα προσληφθεί ως μουσικός εκγυμναστής στην Οπερα και, όλο και πιο τακτικά, θα του ανατίθεται το καθήκον τού να διευθύνει την ορχήστρα στις πρόβες. Μια λαμπρή σταδιοδρομία είναι μπροστά του. Ωστόσο, ο Μητρόπουλος θα εγκαταλείψει τα πάντα και θα επιστρέψει στην Αθήνα. Και εδώ πια θα έρθει αντιμέτωπος με τη διαβόητη κακοδαιμονία που ακούει στο όνομα αγώνας γοήτρου - τρία ωδεία (το Ελληνικό Ωδείο, το Ωδείο Αθηνών και το Εθνικό Ωδείο) ερίζουν, «αλληλοτρώγονται», και οδηγούν στον κατακερματισμό και την αποδυνάμωση του καλλιτεχνικού δυναμικού.

Εν πάση περιπτώσει, ο Μητρόπουλος θα αντιμετωπίσει με τον καλύτερο τρόπο τις αντιξοότητες, θα τοποθετηθεί, το 1927, επικεφαλής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών, θα επιδοθεί σε έναν πολυμέτωπο αγώνα. Συγκρατεί τους μουσικούς που μπαίνουν στον πειρασμό να εγκαταλείψουν την ορχήστρα για μια επικερδέστερη θέση, πασχίζει να τους εμπνεύσει συνείδηση «συνόλου», προσπαθεί με κατανόηση να συμβιβάσει αντιμαχόμενα συμφέροντα, αφήνει ελεύθερη την είσοδο στις δοκιμές της ορχήστρας για τους σπουδαστές της μουσικής, καλλιεργεί το γούστο του κοινού, το φέρνει σε επαφή με έργα καθιερωμένου ρεπερτορίου και αγωνίζεται να το εξοικειώσει με άγνωστους συνθέτες. Και, φυσικά, δεν έλειψαν εκείνοι που τον πίκραναν. Στις 28 Ιανουαρίου του 1928 παρουσίασε για πρώτη φορά στην Αθήνα την «Ιστορία του Στρατιώτη» του Στραβίνσκι, ύστερα από πολύμηνη και κοπιαστική προετοιμασία. Η αποδοκιμασία του κοινού ήταν βιαιότατη! Η προκατάληψη και η στενομυαλιά μιας μεγάλης μερίδας της κριτικής δεν ήταν λιγότερο βίαιες. Τα έργα που παρουσίασε ο Μητρόπουλος θεωρήθηκαν ότι εκπροσωπούν «κομμουνιστικές και ανατρεπτικές τάσεις της εποχής» (έργα του Ντεμπισί, του Σένμπεργκ, του Μιγιό, του Στραβίνσκι), ενώ άλλοι μίλησαν για «ηθική κατάπτωση», «ακολασία», «ιππόδρομο» (!), «εκφυλισμό», «επιδημική γρίπη».

Παράλληλα, ο Μητρόπουλος θα συνθέτει και θα κάνει εμφανίσεις στο εξωτερικό. Στο Βερολίνο η αντιμετώπισή του από το κοινό και τους κριτικούς θα είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη που του επιφυλάσσεται στην Αθήνα. Ο ενθουσιασμός είναι ο κοινός παρονομαστής μεγάλων κριτικών, ανάμεσα στους οποίους και ο συγγραφέας της «Ιστορίας της Μουσικής», ο Εμίλ Βιλερμόζ. Στο Παρίσι θα χαιρετιστεί ως ένας από τους μεγάλους διευθυντές ορχήστρας και στη Ρώμη θα τον δεξιωθούν ως σπουδαίο μαέστρο και έξοχο πιανίστα. Οι πετυχημένες εμφανίσεις του στην Ευρώπη θα ανοίξουν το δρόμο για την Αμερική. Ο Σεργκέι Κουσεβίτσκι, αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστώνης, θα τον καλέσει να διευθύνει την ορχήστρα του και η επιτυχία θα είναι ακαριαία. Ο Μητρόπουλος θα επαινεθεί για το μεγάλο του ταλέντο, για την ασυνήθιστη ποιότητα της μαεστρικής του τέχνης, για την ασύγκριτη τεχνική και ποιότητά του. Θα διευθύνει, εν συνεχεία, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μινεάπολης, η οποία θα του ανακοινώσει επισήμως την απόφασή της να προσληφθεί ως «Principal Conductor». Ετσι, στις 31 Αυγούστου του 1939 την παραμονή της εισβολής του Χίτλερ στην Πολωνία, ο Μητρόπουλος θα ταξιδέψει με το πλοίο για την Αμερική, αφήνοντας την Ελλάδα, όπου έμελλε να επιστρέψει ύστερα από 16 ολόκληρα χρόνια.Μονάχα η απέραντη αγάπη για τη μουσική, η ανιδιοτέλεια και η ανάγκη για προσφορά κράτησαν τον Μητρόπουλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου βέβαια του δόθηκαν πάμπολλες ευκαιρίες και όλα τα υλικά μέσα που του επέτρεπαν να κοινωνεί στον κόσμο τα επιτεύγματα σπουδαίων μουσουργών. Αξίζει να παραθέσουμε αποσπάσματα από επιστολές του στην Καίτη Κατσογιάννη, για να γευθούμε το λόγο και το πνεύμα του μεγάλου μαέστρου: «Η Γαλλία έπεσε, καθώς και το Παρίσι, στα χέρια των βαρβάρων!.. Θεέ μου, γιατί σε μια τέτοια περίσταση να μην είναι κανείς κοντά μου να μου δώσει κουράγιο, παρά κρύοι Αμερικανοί... Η μέθη του comfort και τίποτε άλλο δεν τους ενδιαφέρει. Η ambition κάθε μουσικού μου είναι το πώς θα αγοράσει αυτοκίνητο...».

Η επιτυχία του στη Μινεάπολη θα τον οδηγήσει στη Νέα Υόρκη. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1948 θα ανακοινωθεί επισήμως η πρόσληψη του Λεοπόλδου Στοκόφσκι και του Δημήτρη Μητρόπουλου ως συνδιευθυντών της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης, της ορχήστρας που είχαν διευθύνει ο Αρτούρο Τοσκανίνι και ο Μπρούνο Βάλτερ. Στις 23 Ιανουαρίου του 1951 ο Μητρόπουλος θα αναλάβει και την καλλιτεχνική διεύθυνση της ορχήστρας. Οι εμφανίσεις του θα αποτελούν θρίαμβο της μουσικής. Οι κριτικοί θα εγκωμιάσουν την ακρίβεια και το πάντα ελεγχόμενο πάθος του. Ενας απ' άυτούς, ο Walter Oehlemann θα πει ότι μετά το θάνατο του μεγάλου Φούρτβενγκλερ, ο Μητρόπουλος είναι ο σημαντικότερος μαέστρος. Εμφανίζεται στην Ευρώπη, σε σημαντικά μουσικά κέντρα, στη Σκάλα του Μιλάνου, στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και στην Αθήνα ως επικεφαλής της Φιλαρμονικής της Βιέννης.

Από τη σεζόν 1958-59 ο Μητρόπουλος δεν θα είναι πια καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης αλλά θα ανήκει στους προσκεκλημένους μαέστρους της. Η υγεία του έχει αρχίσει να κλονίζεται, αλλά θα επιμείνει να εργάζεται σκληρά παρά τις προειδοποιήσεις των γιατρών. Η Καίτη Κατσογιάννη μαρτυρεί ότι «ήταν φανερό πως αν ήθελε να ζήσει έπρεπε να πάψει να διευθύνει, μα θα ήταν χειρότερο από θάνατο, αφού για κείνον ζωή και μουσική δραστηριότητα ταυτίζονταν. Αποφάσισε λοιπόν, με σκληρή συνείδηση, να εξακολουθήσει τη δουλειά του με την ίδια πάντα ένταση». Θα διευθύνει, πάντα με επιτυχία, τη Φιλαρμονική του Βερολίνου και τη Φιλαρμονική της Βιέννης. Στις 31 Οκτωβρίου του 1960, θα εμφανιστεί στην Κολωνία ως επικεφαλής της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας της Κολωνίας. Αυτή θα είναι και η τελευταία του εμφάνιση μπροστά στο κοινό.

Αμέσως μετά, ο Μητρόπουλος θα μεταβεί στο Μιλάνο όπου είχε αναλάβει να διευθύνει την Ορχήστρα του Θεάτρου της Σκάλας σε μία συναυλία αφιερωμένη στη μνήμη του Γκούσταβ Μάλερ, αγαπημένου συνθέτη του Ελληνα αρχιμουσικού. Εκεί θα συναντηθεί με το θάνατο και η συνάντηση θα είναι συγκινητική και ζηλευτή - όσο ζηλευτή μπορεί να είναι μια τέτοια τραγική περίσταση. Ο Μητρόπουλος θα είναι στο πόντιουμ και θα διευθύνει μια δοκιμή στο δεύτερο μέρος από την Τρίτη Συμφωνία του μεγάλου Αυστριακού μουσουργού. Είναι η δεύτερη μέρα του Νοεμβρίου του 1960. Ξαφνικά, ο μαέστρος θα σωριαστεί στο πόντιουμ. Νέα καρδιακή προσβολή, αυτή ήταν η αιτία του θανάτου του, σύμφωνα με τη νεκροψία.

Αξίζει να παραθέσουμε την ιδιόχειρη επιστολή και διαθήκη του Μητρόπουλου, που βρέθηκε πάνω του. Τόσο ατάραχα περίμενε τη στιγμή του θανάτου του. «Αποτελεί αμετάκλητον επιθυμίαν μου, όπως εις περίπτωσιν θανάτου μου δημοσιευθή ειδοποίησις προς αποφυγήν αποστολής ανθέων. Παν άτομον το οποίον θα επεθύμει να αποτίσει φόρον τιμής δύναται να συμβάλη εις κεφάλαιον συγκεντρωθησόμενον εις το όνομά μου. Το κεφάλαιον τούτο θα χρησιμοποιήται επ' ωφελεία των Αμερικανών συνθετών, την διαχείρισίν του δε δέον να αναλάβη η Εταιρεία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης. Η σορός μου να μην εκτεθή εις κοινήν θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον. Η τέφρα μου να αποδοθή εις τον Τζέιμς Ντίξον, διαμένοντα εις την πόλιν Αϊόβα, εις την οδόν Σένταρ 1333, να τοποθετηθή δε εντός κοινής ληκύθου ή ετέρου δοχείου αγορασθησομένου εις την ονομαστικήν του αξίαν. Ο προαναφερθείς Τζέιμς Ντίξον δύναται, εάν το επιθυμή, να παραδώσει την ως άνω λήκυθον εις την Ελλάδα».

Η αποτέφρωση θα γίνει στο Λουγκάνο της Ελβετίας στις 5 Νοεμβρίου και την επομένη θα μεταφερθεί η τέφρα στην Αθήνα με αεροπλάνο της Πολεμικής Αεροπορίας. Μία πένθιμη τελετή στο Ηρώδειο θα αποχαιρετήσει τον μεγάλο μαέστρο, τον μεγάλο λάτρη της μουσικής, τον ιεροφάντη Δημήτρη Μητρόπουλο.

Τα λόγια που ακολουθούν είναι δικά του, είναι το credo του, εκφράζουν την αντίληψή του για τη μουσική, την πίστη του για την επίδρασή της στην ανθρωπότητα και συνάμα δείχνουν πόσο ανιδιοτελής θέλησε να είναι και ήταν ο Δημήτρης Μητρόπουλος.

«Θέλησα να διδάξω και με το λόγο και με τη μουσική την αδελφοσύνη των ανθρώπων... Ηρθε η εποχή που η τέχνη πρέπει να 'χει μια ηθική βάση και οι καλλιτέχνες πρέπει να δίνουν το παράδειγμα της ύψιστης ακεραιότητας και της ηθικής... Φτάσαμε τώρα στο σημείο όπου καθετί που δεν υπηρετεί κάποιον ηθικό σκοπό είναι ανώφελο, ακόμη και επικίνδυνο... Βλέπω τον καλλιτέχνη σαν έναν ιεροκήρυκα, που οι αρχές του, οι πράξεις, η ζωή του θα αποτελούν παράδειγμα για μίμηση... Για μένα, το μεγάλο έργο πρέπει να 'χει ηθικό σκοπό, και δεν μπορώ να δω κάποιο νόημα στην επιδίωξη της τέχνης για την τέχνη... Ως καλλιτέχνης οφείλω να επιμείνω στην άποψη ότι η δουλειά μας απαιτεί πιο σταθερή ενασχόληση με την κατανόηση των συνανθρώπων μας... Η τέχνη πρέπει να φτάνει στον άνθρωπο. Πίστευα πάντοτε πως πρέπει κανείς να είναι ένας χρήσιμος άνθρωπος».

Ολοι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα αυτό πίστευαν, ο καθένας με τον τρόπο του. Πως ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ένας χρήσιμος άνθρωπος.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 12/1/2001.

25 Φεβ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΔΕΝ απαιτώ έναν θάνατο ελάφι.
Ένα ποτάμι κι ένα δέντρο σου ζητώ.
Εκεί που βλέπει ο νεκρός τη συμφορά μου,
εκεί που είμαι ζωντανός μαρτυρικά μου.
Μια φυλακή της γλώσσας μου ζητώ:
ελευθερία πράσινη ή γαλάζια.

Έχω νεκρό στα λόγια μου,
δώσ’ μου ένα μέρος σκοτεινό να τον ξεχάσω.

*
ΜΕ βασανίζουν τα βουνά, γιατί χιονίζει
λευκό σαν πρόσχαρη αγκαλιά, πέρα μακριά τους.
Εγώ θα πρέπει να μετρώ
ήλιους, ιδρώτες, δάκρυα και θανάτους,
πάντα εδώ· λίγο πιο εδώ και το παραμικρό
πουλί θα με συντρίψει. Ωστόσο, διατηρώ
ακόμη μια διέξοδο σ’ εκείνη τη βαθιά διαδρομή
που γύρισα από το δριμύ ψύχος της απουσίας σου.
Και λέω κάθε πρωί· «Με τόση συννεφιά ψυχών,
ίσως στο τέλος να χιονίσει».

"Aπόγευμα" - Τάσος Ρήτος

Οι νύχτες αυτές κοπάζουν
κάτω απ' το φύσημα του ανέμου.
Ο βοριάς αυτός μοιάζει αναστεναγμός,
αχός ενός παλιού καπετάνιου,
που στέκεται στην πλώρη ενός πλοίου.

Τα αστέρια τούτη τη νύχτα
πετάνε σαν γλάροι
αναζητώντας λίγη τροφή
μες στην αλμύρα της θάλασσας.

Ο ουρανός σαν το περβάζι,
γίνεται μάρτυρας μιας άνισης μάχης,
τα παιδιά αγωνίζονται να κερδίσουν μία μέρα,
οι γλάροι αγωνίζονται να τσιμπήσουν μία ψύχα,
ο καπετάνιος στέκει αγέρωχος μπροστά στο κατάρτι
θέλωντας να καταπολεμήσει τον πανίσχυρο άνεμο,
ο έρωτας αγωνίζεται να σφηνώσει ανάμεσα σε κάθε ανθρώπινη ψυχή!

24 Φεβ 2008

"Barracuda Club : Paul Eluard" - Ζ.Δ. Αϊναλής



(1895 - 1952)

(μέρος τρίτο)

Pablo Picasso

Τα όπλα του ύπνου μέσα στη νύχτα που σκάβοντας
Τα εξαίσια αυλάκια που διαχωρίζουνε τα κεφάλια μας.
Διασχίζοντας το διαμάντι, κάθε παράσημο κίβδηλο,
Κάτω από έναν απαστράπτοντα ουρανό, η γη είν’ αθέατη.

Το πρόσωπο της καρδιάς που έχοντας χάσει το χρώμα του
Και ο ήλιος μας ψάχνει και μας τυφλώνει το χιόνι.
Αν τον εγκαταλείψουμε, ο ορίζοντας έχει φτερά
Και τα βλέμματα μας από μακριά διασκορπίζουν τα λάθη.

Paul Klee

Εκεί, στη μοιραία κατωφέρεια, ο οδοιπόρος επωφελείται
Της ευεργεσίας της μέρας, παγωμένο οδόστρωμα δίχως χαλίκια,
Και τα γαλάζια μάτια του έρωτα, ανακαλύπτει την εποχή του
Που φέροντας σε όλα τα δάκτυλα δακτυλίδια αστέρια μεγάλα.

Στην ακτή η θάλασσα που εγκαταλείποντας τα αυτιά της
Και η άμμος σκαμμένη η τοποθεσία ενός ωραίου εγκλήματος.
Το βασανιστήριο είναι κάποτε πιο σκληρό για το δήμιο παρά για το θύμα
Τα μαχαίρια σημάδια κι οι σφαίρες τα δάκρυα.

Max Ernst

Κατασπαραγμένος απ’ τα φτερά κι υποταγμένος στη θάλασσα,
Άφησε να περάσει η σκιά του στην πτήση
Πουλιών μεγάλων της ελευθερίας.
Άφησε
Τη ράμπα σ’ εκείνους που πέφτουνε στη βροχή,
Άφησε τη σκεπή τους σ’ εκείνους που την επαληθεύουν.

Τότε το κορμί του που βρισκόταν σε τάξη,
Το ίδιο κορμί των άλλων που είχ’ εξανεμιστεί
Εκείνη την διάταξη που κρατούσε
Από το πρώτο αποτύπωμα του αίματος του στη γη.

Τα μάτια του τώρα που θαμμένα στο τοίχο
Και το πρόσωπο του ο βαρύς διάκοσμος τους.
Ένα ψέμα επιπλέον τη μέρα,
Μιαν επιπρόσθετη νύχτα, δεν υπάρχουνε πια τυφλοί.

Georges Braque

Ένα πτηνό απογειώνεται,
Απορρίπτει τους ουρανούς σαν άχρηστο πέπλο,
Ότι ποτέ το φως δεν φοβήθηκε,
Έγκλειστο μέσα στην πτήση του,
Ποτέ δεν είχε σκιά.

Κελύφη θερισμών ραγισμένων από τον ήλιο.
Όλα τα φύλλα στο δάσος που φωνάζουνε ναι,
Που δεν ξέρουνε παρά να φωνάζουνε ναι,
Κάθε ερώτηση, κάθε απάντηση
Κι η δροσιά να σταλάζει στα βάθη ετούτου του ναι.

Ένας άντρας με ανάλαφρα μάτια απεικονίζει του έρωτα ουρανό.
Που συλλέγοντας σημεία και τέρατα
Καθώς που τα φύλλα στο δάσος,
Καθώς που τα πουλιά στα φτερά τους
Κι οι άνθρωποι στα βάθη του ύπνου τους.

Joan Miro


Ήλιος της λείας που δέσμιος του μυαλού μου,
Απάγει τους λόφους, απάγει τα δάση.
Ο ουρανός πιο όμορφος από ποτέ.
Οι λιβελούλες των αμπελιών
Του δίνουνε κάποτε σχήματα ακριβή
Που διασκορπίζω με μια μου μόνο χειρονομία.

Σύννεφα μέρας της πρώτης
Ανεπαίσθητα σύννεφα και που τίποτε δεν εγκρίνουν,
Οι σπόροι τους καίνε
Στις φλόγες των βλεμμάτων μου από άχυρο.

Εντέλει, για να ντυθεί μιαν αυγή
Θα πρέπει ο ουρανός εξίσου αγνός με τη νύχτα.

Από τη συλλογή Πρωτεύουσα του πόνου (Capitale de la douleur,1926).

*O Ζ.Δ. Αϊναλής ζει και αναπνέει στο Παρίσι. Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Paul Eluard είναι μια ευγενική παραχώρησή του στο "Βακχικόν".

"Ομήρου Ιλιάδα Κ'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α΄, Β' και Γ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_17.html

Κι ο Οδυσσέας ο πονηρός συνέχισε:
«Πώς δηλαδή κοιμούνται; Ανάμεσα στους Τρώες ασφαλείς ή κάπου μόνοι τους; Θέλω να ξέρω. Μίλα!»
«Μα την αλήθεια, όλα θα στα πω», βιάστηκε ο Δόλωνας ο γιος του Ευμήδη. «Προς τη μεριά της θάλασσας βρίσκονται οι Κάρες, κι οι Παίονες τοξότες, οι Λέλεγες, οι Καύκονες, οι ένθεοι Πελασγοί και προς τη Θύμβρη Λύκιοι, αγέρωχοι Μυσοί, Φρύγες ιππότες, Μαίονες αρματηλάτες. Μα γιατί ρωτάς; Τι νόημα έχουν αυτές οι λεπτομέρειες; Εκτός... αν είναι να τρυπώσετε στων Τρώων την ποντικοφωλιά, ορίστε, εκεί στην άκρη, σταθμεύουνε οι Θράκες. Μόλις πριν λίγο έφτασαν υπό την ηγεσία του βασιλιά τους Ρήσου, γιου του Ηιονέα... δεν έχω ξαναδεί άλογα σαν τα δικά του: μεγάλα, όμορφα, λευκά... Θε’ μου, σαν χιονοθύελλα! Κι αν πεις για το άρμα του, όλη η τέχνη του χρυσαφιού και του ασημιού πάνω του μεγαλούργησε. Τα όπλα του, χρυσά, γιγάντια, να τα φορούν οι αθάνατοι θεοί και να κοιτάζουν θαμπωμένοι οι ασήμαντοι θνητοί. Όσο για μένα, άντε λοιπόν, τραβήξτε με στα γρήγορα καράβια η δέστε με γερά κι αφήστε με εδώ, -μη με λυπάστε- μέχρι να πάτε οι ίδιοι και να διαπιστώσετε αν λέω αλήθεια».
Τον κάρφωσε κατάματα ο αλύγιστος Διομήδης.
«Ήταν ευχάριστα τα λόγια σου, Δόλωνα, μα δεν βγαίνεις ζωντανός απ’ την αρπάγη των χεριών μας. Γιατί είτε σ’ ανταλλάξουμε με λύτρα είτε σ’ αφήσουμε να φύγεις, αργά ή γρήγορα θα έρθεις πάλι στα καράβια των Αχαιών, κατάσκοπος ή επιδρομέας· το ίδιο κάνει. Αν όμως σε σκοτώσουμε επί τόπου, δεν πρόκειται να κάνεις άλλη ζημιά», του είπε και την ώρα που άπλωνε εκείνος το χοντρόχερο ν’ αγγίξει τα γένια του και να τον ικετεύσει, του ’φερε μια με το σπαθί στη μέση του αυχένα και κόπηκαν οι τένοντες ακαριαία.
Κάτι ψιθύρισε αυτός, κάτι ήθελε να πει, μα το κεφάλι κύλησε κι άκουσε μόνο η σκόνη.
Του πήραν το κουνάβι, του άρπαξαν τον γκριζόλυκο, τα δουλεμένα τόξα και το μακρύ ακόντιο.
Τα σήκωσε ο ένθεος Οδυσσέας να τα δει και να χορτάσει το ανήμερο αγρίμι η Αθηνά και προσευχήθηκε με λόγια σαν κι αυτά:
«Γλέντα, Θεά μου, είναι δικά σου! Γιατί απ’ όλους τους Ολύμπιους αθάνατους, εσένα προτιμούμε. Οδήγησέ μας κατ’ όπου τ’ άλογα, οι Θράκες κι η φωλιά τους». Έτσι είπε και τα έκρυψε σ’ ένα αρμυρίκι. Πήρε καλάμια κι έπλεξε στα θαλερά κλαδιά σημάδι, μη τα χάσουν μες στης νύχτας την κατασκότεινη βιασύνη. Βιαστικοί χύθηκαν ύστερα στο δρόμο των σπαθιών και των θανάτων.
Άγγιξαν γρήγορα το σώμα των Θρακών. Κοιμούνταν κατάκοποι εκείνοι και τα όπλα αργούσαν δίπλα τους, ωραία, βαλμένα τακτικά σε τρεις σειρές. Καθένας κι ένα ζευγάρι άλογα. Στο κέντρο αναπαυότανε ο Ρήσος με τα γρήγορα δικά του, δεμένα από τα γκέμια στις άντυγες του δίφρου.
Τον είδε από μακριά ο Οδυσσέας και σκούντησε τον Διομήδη:
«Να, κοίτα, αυτός με τ’ άλογα που έλεγε ο Δόλωνας πριν τον σωπάσεις. Δείξε μου τώρα το φονιά που κρύβεις μέσα σου. Δεν είναι ώρα ν’ αργούν τα όπλα. Λύνε εσύ τ’ άλογα ή σκότωνε τους άντρες κι άφησ’ τα σε μένα».
Έτσι είπε και η Αθηνά έκανε ανάσα του τη λάμψη των ματιών τηςι Έπεσε πάνω τους και ξύπνησε το κτήνος της σφαγής με το σπαθί του, σπέρνοντας αίμα το χώμα, τα όνειρα κραυγές.
Σαν το λιοντάρι που χιμάει πάνω στο αφύλαχτο κοπάδι διψώντας μακελειό, ενέσκυψε στους Θράκες το θηρίο του Τυδέα.
Πίσω του ερχόταν ο Οδυσσέας υπολογίζοντας τα πάντα, όπως πάντα και πέταγε στην άκρη τα σφάγια του Τυδείδη από το πόδι, ώστε να μην αναγκαστούν άλογα με τέτοιες χαίτες να προσπεράσουν πτώματα και να τρομάξουν. Βλέπεις, ήταν αμάθητα.
Δώδεκα έσφαξε ο Τηδείδης. Δέκατος τρίτος έτυχε ο βασιλιάς τους. Του στέρησε το δώρο της ζωής, καθώς αγκομαχούσε τον εφιάλτη ενός φονιά Οινείδη να χιμάει μέσα στη νύχτα. Έτσι το σκέφτηκε η Αθηνά.
Ο Οδυσσέας, ψύχραιμος, έλυσε τα πολύτιμα άλογα, τ’ άρπαξε απ’ τα γκέμια και τ’ απομάκρυνε χτυπώντας στα καπούλια με το τόξο, γιατί δεν σκέφτηκε να κλέψει το αστραφτερό μαστίγιο απ’ του άρματος το θησαυρό. Ύστερα σφύριξε στον ένθεο Διομήδη, μα εκείνος ήθελε να εξευτελίσει τους Τρώες εντελώς και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει· να τραβήξει το άρμα απ’ το τιμόνι όπως ήταν φορτωμένο με τον υπέροχο οπλισμό, να το σηκώσει στα χέρια όρθιο και να το πάρει η να πάρει ακόμη μερικές ζωές. Έσπαζε το κεφάλι του κάτι ν’ αποφασίσει.
Ξαφνικά, ήρθε κοντά του η Αθηνά και του είπε:
«Γιέ του μεγαλόκαρδου Τυδέα, θυμήσου πως πρέπει να επιστρέψεις στη σιγουριά των καραβιών. Τρέξε τώρα μην τραπείς σε άτακτη φυγή, αν ξυπνήσει άλλος θεός τους Τρώες».
Γνώρισε εκείνος τη φωνή της και ρίχτηκε αμέσως επάνω στ’ άλογα. Τους έδωσε ο Οδυσσέας βιτσιά και πέταξαν να φτάσουν τα γρήγορα καράβια.
Μα είχε μάτια του ανοιχτά ο αργυρός τοξότης Απόλλωνας από ψηλά κι είδε την Αθηνά στο πλάι του Τυδείδη και θύμωσε και χώθηκε στο πλήθος των Τρώων και σκούντησε το Θράκα σύμβουλο Ιπποκόωντα, αγαπημένο ξάδελφο του Ρησου. Πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του εκείνος κι είδε εκεί που έσφυζαν δύναμη τ’ άλογα ερημιά, κι εκεί που αναπαύονταν οι άντρες σφάγια φρικτά.
Ούρλιαξε, θρήνησε με τ’ όνομά του το φίλο συμπολεμιστή. Αλάλαξαν οι Τρώες ταραχή και πανικό και φρίκη, βλέποντας την καταστροφή που έσπειραν οι τρομεροί άντρες πριν καταφύγουν στη σιγουριά των καραβιών τους.
Την ίδια ώρα έφταναν εκείνοι στο σημείο που βρισκόταν του Έκτορα ο κατάσκοπος νεκρός κι ο εκλεκτός του Δια Οδυσσέας έκοψε τη φόρα των αλόγων· κατέβηκε ο Τυδείδης να μαζέψει τα ματωμένα λάφυρα. Του τα ’δωσε, καβάλλησε ξανά, μαστίγωσε και τ’ άλογα πέταξαν πρόθυμα προς τα καράβια, σαν να ’ξεραν βαθιά τους πως ανήκαν μόνο εκεί.
Πρώτος άκουσε θόρυβο ο Νεστορας και φώναξε:
«Ω φίλοι, των Αργείων εκπρόσωποι και ηγέτες, αλήθεια η ψέματα, κάτι μου λέει πως αυτός ο θόρυβος που ακούω μοιάζει καλπασμός. Να ’τανε λέει ο Οδυσσέας και το θηρίο ο Διομήδης που έρχονται, τόσο γρήγορα, μ’ άλογα δυνατά. Τρέμει η καρδιά μου όμως, μ’ αυτή την ταραχή των Τρώων, μη χάσουμε τους πιο γενναίους!»
Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει και ξεπέζεψαν μπροστά τους. Όρμησαν όλοι πάνω τους, άνοιξαν οι αγκαλιές, τους γέμισαν φιλιά ζεστά και λόγια τρυφερά, απ’ τη χαρά τους. Πρώτος άρχισε ο Νεστορας, αρματηλάτης πάντα:
«Λέγε λοιπόν, καμάρι των Αχαιών, ένδοξε Οδυσσέα, που βρήκατε τα άλογα; Τρυπώσατε ανάμεσα στους Τρώες η σας τα χάρισε κανένας θεός που συναντήσατε στο δρόμο; Μα την αλήθεια λάμπουν σαν τον ήλιο. Εγώ συμπλέκομαι συνέχεια με τους Τρώες. Δεν κούρνιασα ποτέ στη σιγουριά των καραβιών, παρ’ όλα τα γεράματα και όμως τέτοια άλογα ούτε είδα ούτε φαντάστηκα πως θα ’βλεπα ποτέ. Γι’ αυτό πιστεύω πως σας τα χάρισε θεός. Σας αγαπούν ο άρχοντας της συννεφιάς κι η κόρη του άρχοντα της αστραπής, η ξάστερη Αθηνά».
Κι ο Οδυσσέας του γύρισε στοχαστικά:
«Τιμή και δόξα των Αχαιών, Νεστoρα Νηληιάδη, θεός αν θέλει μας χαρίζει καλύτερα· είναι βλέπεις οι θεϊκές δυνάμεις πολύ ανώτερές μας. Όσο γι’ αυτά, έφτασαν μόλις απ’ τη Θράκη. Το βασιλιά που έφεραν, τον σκότωσε ο ενάρετος Διομήδης και άλλους δώδεκα μαζί, όλους επίλεκτους πολεμιστές. Δέκατο τρίτο σφάξαμε κάποιον κατάσκοπο, εδώ κοντά στα πλοία, καθώς ερχόταν σκοτεινά, σταλμένος απ’ τον Έκτορα και τους γενναίους Τρώες».
Τέλειωσε και οδήγησε τις δυνατές οπλές πάνω απ’ την τάφρο, καγχάζοντας· οι άλλοι Αχαιοί έτρεξαν πίσω απ’ τη χαρά του, κατ’ όπου είχε ορθώσει ο Τυδείδης τη δυνατή σκηνή του και τα ’δεσαν με άψογα λουριά, εκεί που ο Διομήδης τάιζε στα γρήγορα δικά του κόκκινο μέλι ολόγλυκο. Τα ματωμένα λάφυρα του Δόλωνα, τ’ άφησε ο Οδυσσέας στου καραβιού την πρύμνη, να ετοιμαστούν κατάλληλα για προσφορά στην Αθηνά.
Μπήκαν οι δυο τους στη θάλασσα και ξέπλυναν κνήμες και πλάτες και μηρούς απ’ τον ιδρώτα. Καθάρισαν τα σώματα στο κύμα, δρόσισαν οι ψυχές κι ύστερα λούστηκαν σε αστραφτερές λεκάνες. Έτσι λουσμένοι κι αλειμμένοι λάδια μυρωδικά, ήρθαν στο δείπνο κι άδειασαν ολόκληρο κρατήρα κρασί ολόγλυκο σαν μέλι, σπονδή στην Αθηνά.

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Κ'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης από το 2001.

23 Φεβ 2008

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (18 -24/2/08)


Ένα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,
το πρόσχημα του βίου σου, και θ' απογυμνωθείς.
Με δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,
που το χειμώνα απάντησε στου δρόμου εκεί τη μέση.

Κι αφού πια τότε θα 'ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις
ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,
θ' ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,
κι όλη τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.

*"Tην ώρα αυτή" του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το Α', Β', Γ', Δ', Ε', ΣΤ' και Ζ' μέρος εδώ :http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_16.html

Κατερείπωση

Η διαδικασία

Ήπια ένα Depon για τον ενοχλητικό πονοκέφαλο που εδώ και μια ώρα περίπου με ταλαιπωρεί, μέσα σ’ ένα πιάτο έκοψα δυο μήλα μήλο κι ένα αχλάδι για να έχω κάτι να τρώω όση ώρα θα παιδεύομαι εδώ πέρα, πήρα από το ράφι πέντε βιβλία να τα ‘χω δίπλα μου, κάθισα μπροστά στον υπολογιστή, έβαλα στο κασετόφωνο Led Zeppelin να ακούγονται χαμηλά (αν είναι δυνατόν) και ξεκινάω. Είναι λίγες μόλις μέρες που έχω έρθει στην Ικαρία με προοπτική να μείνω εδώ για τουλάχιστον δέκα μήνες με μάλλον σπάνιες και ολιγοήμερες επισκέψεις στη γενέθλια Αθήνα και συνεπώς έχω κουβαλήσει μαζί μου ευθύς εξαρχής κάμποσα απαραίτητα εφόδια μη γνωρίζοντας τι πρόκειται να συναντήσω. Τα κατονομάζω εν συντομία για να περνάει ευχάριστα η ώρα, μια και αυτές τις πρώτες μέρες τουλάχιστον το βασικό μου μέλημα είναι η διαχείριση σε διαφορετικές πια συνθήκες των μοναχικών μου ωρών· έφερα λοιπόν: ογδόντα πέντε βιβλία, αν τα μετράω σωστά, τα μισά από τα οποία – μπορεί και περισσότερα – είναι από τα αγαπημένα μου, διαβασμένα δηλαδή και ξαναδιαβασμένα πολλές φορές, και τα υπόλοιπα αδιάβαστα· έφερα καμιά σαρανταριά cd και λίγες κασέτες, τον υπολογιστή, την καφετιέρα μου, λίγα ρούχα και λίγα ακόμα μικροπράγματα που δεν μπορούσα να τ' αφήσω πίσω.

Από αυτά τα βιβλία λοιπόν διάλεξα πέντε (η ώρα είναι αυτή τη στιγμή, ας το σημειώσω μια και κοίταξα το ρολόι, δέκα παρά τέταρτο, βράδυ Δευτέρας του Σεπτέμβρη), πέντε βιβλία από τα οποία τα τρία δεν τα έχω διαβάσει ποτέ και γι’ αυτό άλλωστε τα έφερα μαζί μου σε τούτο το νησί όπου, καταπώς έμαθα δεν υπάρχει κανένα βιβλιοπωλείο. Είναι η Διόρθωση του Τόμας Μπέρνχαρντ, είναι ένας εντυπωσιακός τόμος που περιέχει μεταφρασμένα στα ελληνικά Τα ημερολόγια του Κάφκα και το Οι σκληροί δεν χορεύουν του Νόρμαν Μαίηλερ. Πήρα ακόμη δίπλα μου τις Πρόζες 1945 – 1980 του Μπέκετ, που ήδη γνωρίζω το περιεχόμενό τους και τις Εξομολογήσεις ενός άγγλου οπιοφάγου, που τις ξέρω σχεδόν απ’ έξω εδώ και χρόνια. Ανοίγω στην τύχη αυτά τα βιβλία το ένα μετά το άλλο, με τη σειρά που εντελώς τυχαία μόλις τα ανέφερα, και αντιγράφω λίγες αράδες από το καθένα (κάποτε το έκανα αυτό, και δεν είμαι ο μόνος βέβαια, για να αφήσω τη φράση που τυχαία έπιανε το μάτι μου να κρίνει το άμεσο μέλλον μου – τώρα κάνω περίπου το ίδιο με διαφορετική πρόθεση, μα δείχνοντας παρόμοια εμπιστοσύνη στο στοιχείο του τυχαίου και του αναπάντεχου):

Ο καθένας πάντοτε εξ ολοκλήρου μόνο για τον εαυτό του ήδη από τις πρώτες ενδείξεις νόησης, για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η προσπάθεια χρόνων ολόκληρων, δεκαετιών ολόκληρων, με υπερένταση άλλωστε, με υπερένταση υπογραμμισμένο, ώστε μετά, στο τέλος της ζωής μας, να μπορούμε να πούμε ότι υπήρξαμε σ’ ένα δικό μας κόσμο και να μην είμαστε υποχρεωμένοι να πεθάνουμε μες στην ντροπή ότι υπήρξαμε μόνο στον κόσμο των γονέων μας γιατί η ντροπή αυτή είναι μέγιστη ντροπή.

Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε μια σοφίτα μπροστά από δυο καταπακτές και περιμένει μια οπτασία, που δεν μπορεί να ανέβει παρά μόνο από τη δεξιά καταπακτή. Ενώ όμως αυτή παραμένει κλεισμένη με ένα σύρτη, που διακρίνεται αόριστα, οι οπτασίες ανεβαίνουν η μία μετά την άλλη από την αριστερή καταπακτή, προσπαθούν να τραβήξουν το βλέμμα πάνω τους και τελικά το καταφέρνουν χωρίς κόπο χάρη στον αυξανόμενο όγκο τους, που στο τέλος, όσο κι αν αντιστέκεται ο άνθρωπος, σκεπάζει και το σωστό άνοιγμα. Όμως, αν ο άνθρωπος δεν θέλει να φύγει από τη θέση του – και δεν το θέλει με κανέναν τρόπο –, είναι αναγκασμένος να δεχτεί αυτές τις οπτασίες, που όμως εξαιτίας της αοριστίας τους – η δύναμή τους ξοδεύεται στο ότι απλώς εμφανίζονται – δεν του αρκούν και τις σπρώχνει προς τα πάνω και προς όλες τις κατευθύνσεις, όταν κοντοστέκονται από την αδυναμία τους, μόνο και μόνο για να έρθουν κι άλλες, μια και του είναι ανυπόφορο να βλέπει διαρκώς μία απ’ αυτές και εξακολουθεί να ελπίζει πως, όταν εξαντληθούν οι ψεύτικες οπτασίες, θα ανέβουν επιτέλους οι αληθινές.

Έτσι, εκείνη την ώρα, προσπάθησα να γαντζωθώ από πράγματα που βρίσκονταν πλέον πολύ μακριά και σκέφτηκα το Έξετερ και τα λατινικά, και μ’ αυτό τον τρόπο κατάφερα όχι τόσο να ηρεμήσω όσο να εγκλωβίσω τον φόβο μου, πράγμα που μου επέτρεψε να συνεχίσω να σκέφτομαι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο σ’ ένα οικοτροφείο δυτικά της Πέμπτης Λεωφόρου επί της Τεσσαρακοστής-πέμπτης οδού, όπου τώρα ζούσε ο πατέρας μου, ηλικία εβδομήντα ετών. Με τη βοήθεια αυτής της συγκέντρωσης μπόρεσα να ξαναδώ το κομμάτι του χαρτιού που είχε κολλήσει πάνω απ’ τον καθρέφτη και διάβασα πάλι τις λέξεις που είχε γράψει προσεχτικά πάνω στο χαρτί. Οι λέξεις έλεγαν intra faeces et urinam nascimur.

Το πρώτο που σου κάνει εντύπωση μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά είναι η αίσθηση από κίτρινο που αποπνέει για να μην πούμε από θειάφι και οδηγηθούμε σ’ άλλους συνειρμούς. Πώς πάλλεται έπειτα γρήγορα με χτύπο συνεχή κι αμετάβλητο ωστόσο όχι τόσο που να μη γίνεται πλέον αντιληπτός ο παλμός. Και πώς τελικά πολύ αργότερα επέρχεται σε αραιά διαστήματα μια παύση παροδική. Διακοπές που μπορεί να είναι σπάνιες και σύντομες έχουν όμως δραματικά αν όχι απερίγραπτα αποτελέσματα και δεν πρόκειται για υπερβολή. Εκείνοι που δεν γνωρίζουν ούτε μια στιγμή ανάπαυλας πετρώνουν επιτόπου σε στάσεις συχνά πομπώδεις ενώ σε καθηλωμένους και ηττημένους δεκαπλασιασμένη η ακινησία κάνει τη συνήθη τους να μοιάζει συγκριτικά αστεία.

Στις διάφορες επισκέψεις μου στο Λονδίνο, έριξα το βλέμμα σε μυριάδες γυναικεία πρόσωπα ελπίζοντας να την αντικρίσω. Θα την αναγνώριζα και πάλι ανάμεσα σε χίλιες γυναίκες, αν την έβλεπα μια στιγμή. Γιατί, μολονότι δεν ήταν όμορφη, η όψη της ήταν γλυκιά και είχε έναν ιδιαίτερο και χαριτωμένο τρόπο που κρατούσε το κεφάλι. Την έψαχνα, όπως είπα, ελπίζοντας πάντα. Και συνέχισα να την ψάχνω για χρόνια. Μα σήμερα θα φοβόμουν να την δω. Κι ο βήχας της εκείνος, που με πίκραινε όταν την αποχωριζόμουν, είναι τώρα η μόνη μου παρηγοριά. Δεν θέλω πια να την ξαναδώ και την σκέπτομαι με λιγότερο πόνο, σαν κάποιον που κείται από καιρό στον τάφο, τάφο Μαγδαληνής, ελπίζω, που αποδήμησε πριν οι πληγές και η αναλγησία εξαλείψουν και αλλάξουν την αθωότητά της ή πριν η βαναυσότητα των παλιανθρώπων συμπληρώσει την κατερείπωση.

Η πρώτη μου αντίδραση, καθώς τα αντιγράφω, είναι ανησυχία για το εγχείρημα που μόνος μου ανέλαβα, αλλά, αφού κανείς δεν με υποχρεώνει να το φέρω εις πέρας με επιτυχία, βιάζομαι να τυπώσω τις στην τύχη επιλεγμένες παραγράφους, για να ξαπλώσω στο κρεβάτι με ψαλίδι, στυλό και ποτό και να ριχτώ σε αυτό που επιδιώκω: να δημιουργήσω από αυτά τα στην τύχη επιλεγμένα αποσπάσματα μια συνεκτική όσο γίνεται αφήγηση, ενσωματώνοντας ενδεχομένως σε αυτήν και όσα άλλα στοιχεία έχουν ήδη υπεισέλθει στη διαδικασία, τους Led Zeppelin που ακόμη ακούγονται να τραγουδάνε, τα μήλα και το αχλάδι μου που δεν υπάρχουν πια, την Ικαρία και τα δυο δωμάτιά μου, ετούτο τον Σεπτέμβριο ή και την καφετιέρα μου, μια και αυτή ακόμα ήδη αναφέρθηκε, αλλά και ό,τι άλλο φέρει η πράξη μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Print!

Το αποτέλεσμα

Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε μια κρύπτη σκοτεινή. Ούτε και ξέρει πώς βρέθηκε εκεί μέσα, ούτε κι αναρωτιέται. Το πρώτο που κάνει εντύπωση μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά είναι η αίσθηση από κίτρινο που αποπνέει, για να μην πούμε από θειάφι και οδηγηθούμε σε άλλους συνειρμούς. Όλα γύρω είναι σκοτεινά, θαμμένα θα έλεγες σε ένα κίτρινο σκοτάδι, όπως στα μάτια των τυφλών, που όμως πάλλεται γοργά με ένα χτύπο συνεχή και αμετάβλητο, ωστόσο όχι τόσο που να μη γίνεται αντιληπτός ο παλμός. Ένα ζωντανό, έμβιο σκοτάδι που σε τυλίγει και νεκρώνει κάθε άλλη αίσθηση, πέρα απ’ αυτήν του τρόμου, ώσπου, σε αραιά διαστήματα, επέρχεται μια παύση παροδική ετούτου του παλμού.

Κοιτάζει τότε γύρω του· δεν μοιάζει να υπάρχει τίποτε, σ’ αυτό το σύντομο διάστημα που κρατάει κάθε διακοπή, πάρεξ δύο καταπακτές που ξεχωρίζουνε αμυδρά μπροστά στα δυο του πόδια. Η μία είναι κλεισμένη με ένα σύρτη, που διακρίνεται αόριστα κι αυτός· από την άλλη καταπακτή όμως ανεβαίνουνε οπτασίες η μία μετά την άλλη, μυριάδες γυναικεία πρόσωπα που προσπαθούν να τραβήξουνε το βλέμμα πάνω τους και τελικά το καταφέρνουν, χωρίς πολύ κόπο, χάρη στον αυξανόμενο όγκο τους που επιβάλλεται στον χώρο. Είναι αναγκασμένος να δεχτεί αυτές τις οπτασίες, αυτά τα πρόσωπα που εκτοπίζουνε το κίτρινο σκοτάδι με την παρουσία τους και δημιουργούν ένα δικό τους κόσμο.

Έναν κόσμο που νιώθει, που το ξέρει βαθιά ότι βρισκότανε εκεί, ότι υπήρχε προτού ακόμη γεννηθεί, ότι υφίσταται ανεξάρτητα από αυτόν. Κι αυτή η γνώση γίνεται οδυνηρή, γιατί ο καθένας πάντοτε, εξ ολοκλήρου, μόνο για τον εαυτό του, ήδη από τις πρώτες ενδείξεις νόησης, για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η προσπάθεια χρόνων ολόκληρων, δεκαετιών ολόκληρων, με υπερένταση άλλωστε, σπρώχνει προς τα πάνω και προς όλες τις κατευθύνσεις αυτές τις οπτασίες τις προϋπάρχουσες, ώστε μετά, στο τέλος της ζωής του, να μπορεί να πει ότι υπήρξε σ’ ένα δικό του κόσμο και να μην είναι υποχρεωμένος να ζήσει και να πεθάνει μες στη ντροπή ότι υπήρξε μόνο στον κόσμο των γονέων του, γιατί η ντροπή αυτή είναι μέγιστη ντροπή.

Γι’ αυτό σπρώχνει, με τρόμο και με παραφορά, προς τα πάνω και προς όλες τις κατευθύνσεις τις οπτασίες αυτές, τα ξένα γυναικεία πρόσωπα, ελπίζοντας πως θα ανέβει από την άλλη καταπακτή επιτέλους η αληθινή, ελπίζοντας να την αντικρίσει. Θα την αναγνώριζε ο καθένας ανάμεσα σε χίλιες γυναίκες αν την έβλεπε μια στιγμή. Γιατί, μολονότι δεν είναι υποχρεωτικά όμορφη, η όψη της έχει ένα ιδιαίτερο τρόπο να επιβάλλεται και να ξεχωρίζει, μοναδική για τον καθένα, όπως η Μαγδαληνή ανάμεσα στις άλλες γυναίκες. Για τούτο ψάχνει ο καθένας, μόνο για τον εαυτό του, ελπίζοντας πάντα. Και συνεχίζει να την ψάχνει για χρόνια.

Μα όσο περνάει ο καιρός ένα φόβος απλώνεται, ένας φόβος να δει αυτό που πάντα γύρευε. Ένας φόβος ότι η αναλγησία και η βαναυσότητα θα ‘χουν αλλάξει, προτού ακόμη εμφανιστεί, την αθωότητά της κι ακόμη, για να συμπληρωθεί η κατερείπωση, ότι το κίτρινο σκοτάδι που ακόμη νιώθεται κι οι οπτασίες που κυκλώνουνε τον άνθρωπο, ο κόσμος αυτός που προϋπήρχε και ζητάει αποδοχή, που απαιτεί να τον αποδεχτείς, θα έχει αφομοιώσει και εξαλείψει το πρόσωπο αυτό που αποτελεί τον δικό του κόσμο και είναι πια ανυπόφορο να αντικρίσει ό,τι έγινε αυτό.

Έτσι, εκείνη την ώρα, προσπαθεί ο άνθρωπος αυτός να γαντζωθεί από πράγματα που βρίσκονται πλέον πολύ μακριά, έξω απ’ τη σοφίτα με το κίτρινο σκοτάδι και τις ψεύτικες οπτασίες, και σκέφτεται φέρ’ ειπείν ένα μικρό επιπλωμένο δωμάτιο σ’ ένα οικοτροφείο. Και σκέφτεται τον πατέρα του, ηλικία εβδομήντα ετών, που ζει τώρα εκεί. Και σκέφτεται όλα αυτά, και άλλα ακόμη, όχι τόσο για να ηρεμήσει όσο για να εγκλωβίσει τον φόβο του. Και με τη βοήθεια αυτής της συγκέντρωσης μπόρεσε να ξαναδεί το κομμάτι του χαρτιού που ο πατέρας του είχε κολλήσει πάνω απ’ τον καθρέφτη του και διάβασε πάλι τις λέξεις που είχε γράψει προσεχτικά επάνω στο χαρτί. Οι λέξεις έλεγαν intra faeces et urinam nascimur. Κι οι οπτασίες γύρω γελούσαν δείχνοντας τ’ απαίσιά τους στόματα, μα δεν τις έβλεπε πια. Μες στα σκατά γεννιόμαστε και μες στα ούρα. Μέσα στα σκοτεινά σκατά και μες στα κίτρινα ούρα γεννιόμαστε και πεθαίνουμε, επαναλάμβανε.

Το σχόλιο

Κρατώ την πένα, κρατώ τα πρακτικά, σε ποια ακροαματική διαδικασία δεν το γνωρίζω.
Σ. ΜΠΕΚΕΤ

Οι πρώτες μέρες μου στην Ικαρία, μετά την αναχώρηση εκείνης που πάντοτε με δάκρυα στην ψυχή την βλέπω να αναχωρεί και το άδειασμα της μιας από τις δύο μποτίλιες με gin που είχε φέρει μαζί της, που ήτανε (οι μέρες αυτές) – για όσους ακόμα αφελώς πιστεύουν στα ημερολόγια – κι οι πρώτες μέρες του Φθινοπώρου, πέρασαν με τις συνήθεις (όχι δυσάρεστες, για μένα τουλάχιστον) διαδικασίες κάθε μετεγκατάστασης σε έναν νέο τόπο: τακτοποίηση αντικειμένων στα δωμάτια του σπιτιού, αντιμεταχωρήσεις επίπλων και ηλεκτρικών συσκευών, ανιχνευτικές εξορμήσεις στον περιβάλλοντα χώρο και λίγο παραέξω, διστακτικές και σύντομες συναντήσεις με ντόπιους και παρεπίδημους, αναγνωριστικές κατοπτεύσεις από τη βεράντα του σπιτιού και άλλες παρόμοιες ενέργειες που η μοναδική τους στην πραγματικότητα λειτουργία δεν είναι άλλη από την προσαρμογή στο νέο και άγνωστο ψυχικό τοπίο.

Αφού λοιπόν άλλαξα προηγουμένως τρεις θέσεις στο μικρό άσπρο τραπέζι, πάνω στο οποίο είχα ήδη τοποθετήσει τον υπολογιστή, μέχρι να βρω ως πιο κατάλληλο χώρο το μέσα δωμάτιο, που δεν βλέπει προς τη θάλασσα, κι αφού τοποθέτησα τα βιβλία που έφερα μαζί μου στα δύο ράφια που διέθετε το σπίτι και διέσπειρα σε στρατηγικά σημεία όσα δεν χωρούσαν εκεί (στο κομοδίνο μου, στο τραπέζι της κουζίνας, πλάι στον υπολογιστή, πάνω στο ψυγείο, μέσα στην τσάντα μου), αφού δοκίμασα την ακουστική του κασετοφώνου μου σε όλες τις γωνίες του σπιτιού και αποφάσισα με ποιον τρόπο θα διακοσμήσω τους άσπρους τοίχους (οι φωτογραφίες της μικρής Αγαπημένης μου, του Νικόλα και η ασπρόμαυρη του Μπρετόν στον τοίχο που είναι δεξιά από τον υπολογιστή, η φωτογραφία του Μπέκετ πάνω από το κρεβάτι και οι δικές μου πολύχρωμες ζωγραφιές στους υπόλοιπους τοίχους), αφού ήπια μερικές αναγνωριστικές τεκίλες με τον Δημήτρη (που έπινε πάντα βότκα και μίλαγε ένα σωρό ξένες γλώσσες) Στο περίπου και αφού κολύμπησα σε κανά δυο παραλίες του νησιού με την Έρη (που επρόκειτο σε λίγες μέρες να φύγει τελικά από το νησί) και ήπιαμε λίγα ούζα σε διπλανά χωριά, δεν μου έμενε πια παρά να εξοικειωθώ και με τους τοίχους του σπιτιού και με το φωτεινό στερέωμα έξω από το παράθυρό μου. Δουλειά που αποδείχθηκε τελικά πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο υπολόγιζα· γιατί από τη μια μεριά η μοναξιά είχε καθίσει στο στήθος μου για τα καλά και ήταν ασήκωτη (και στάθηκε αυτό η μεγαλύτερη έκπληξη της χρονιάς) και από την άλλη το γράψιμο, που είναι πάντοτε μια παρηγοριά, έμοιαζε τώρα να έχει μπει κι αυτό (για να χρησιμοποιήσω άλλη μια φορά τα λόγια του Μπέκετ) στην εποχή των νηνεμιών.

Όταν όμως έχεις συνηθίσει να δουλεύεις και να εκφράζεσαι δια του γραπτού λόγου και μέσω αυτού του ταλαιπωρημένου οργάνου να εξερευνείς το εσωτερικό σου μισοσκόταδο και να διευρύνεις τις φωτεινές περιοχές, ιδίως όσες ποτέ δεν είχες φανταστεί ότι υπάρχουν, όταν έχεις περάσει ώρες ατελείωτες προσπαθώντας να διατυπώσεις τα μήπω ειπωμένα, τότε ακόμη κι ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα ακούσιας παύσης αυτής της διαδικασίας είναι αρκετό, κάποιες φορές, για να μετατρέψει την προσωρινή δυστοκία σε έντονη δυσφορία. Δυσφορία που δεν είμαι καθόλου αμάθητος να δοκιμάζω και από την οποία έχω συνηθίσει να ξεφεύγω πατώντας ξανά στα ίδια μονοπάτια που χρόνια πριν από μένα άλλοι έχουν διανοίξει και βαδίσει· ξαναπιάνω πειραματισμούς και παιχνίδια που χρόνια πριν πρωτοδοκίμασαν ο Τζαρά και οι ντανταϊστές, ο Μπρετόν και οι υπερρεαλιστές, ο Ιζού, ο Ντεμπόρ και οι λεττριστές, ο Μπάροουζ (μοναχικός σκοπευτής αυτός – αν και σε μία τουλάχιστον περίπτωση δεν αποδείχθηκε καθόλου καλός σκοπευτής) και πολλοί άλλοι και δίνω, με αυτό τον τρόπο, διέξοδο σε αυτή την αδικαιολόγητη κατά βάθος και γελοία ενδεχομένως κατάσταση δυσανασχέτησης (ο Ντύλαν Τόμας συνήθιζε σε τέτοιες στιγμές να συνθέτει παρωδίες ποιημάτων ή και ολόκληρες στιχουργημένες επιστολές – άλλοι άλλα).

Άλλος τρόπος διαφυγής από αυτή τη δυσφορία είναι η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και η παρατεταμένη μέθη· ένας άλλος είναι η αναμόχλευση παλαιών ιστοριών (παλαιών γραπτών, παλαιών φωτογραφιών) και η παθιασμένη νοσταλγία· άλλος; το εξαντλητικό μοναχικό περπάτημα στους δρόμους της πόλης ή η απελπισμένη καταβύθιση στην επιφάνεια της τηλεοπτικής πραγματικότητας (αν, βέβαια, διαθέτεις την κατάλληλη συσκευή). Υπάρχουν πολλοί τρόποι και άλλοι τόσοι που δεν τους έχω ακόμη δοκιμάσει ή ούτε καν ανακαλύψει, μα οι συμπότες είναι τώρα μακριά και η αγαπημένη πόλη σε απόσταση εκατοντάδων ναυτικών μιλίων νοτιοδυτικά. Όσο για τη νοσταλγία, θυμάμαι πάντοτε με ευγνωμοσύνη τη συμβουλή που αρκετά νωρίς στη ζωή μου μού είχε δώσει, μέσα από τις σελίδες κάποιου περιοδικού, ο Γιάννης Κοντός: Προσέχτε τη νοσταλγία, θα σας σκοτώσει. Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα όπως η ψείρα. Έχει τα ίδια συμπτώματα. Φαγούρα, μολύνσεις, εκτεταμένη καταστροφή των ιστών. Είχα τον νου μου, λοιπόν, και πάντα φυλαγόμουνα, όπως και τούτη τη φορά εξάλλου, που κατέφυγα στα παιχνίδια με τις λέξεις και τα κείμενα, με το ψαλίδι και με το στυλό.

Και αν, εκτός από μέθοδος υπέρβασης της «συγγραφικής» δυστοκίας, έχει κάποιο νόημα ένα τέτοιο παιχνίδι, σαν αυτό που δοκίμασα στις προηγούμενες γραμμές, αυτό χωρίς αμφιβολία βρίσκεται στις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά στα, έκπληκτα πολλές φορές, μάτια τού χρήστη αυτών των μεθόδων. Πράγματι φαίνεται αυτοί οι πειραματισμοί να έχουν μια δική τους δυναμική που οδηγεί, όχι αλάθευτα μα με μεγάλο ποσοστό επιτυχίας, σε αποτελέσματα συναρπαστικά. Ακόμη και αυτή η πολυχρησιμοποιημένη και περιφρονημένη σήμερα πια αυτόματη γραφή ανοίγει συχνά πόρτες που οδηγούνε οπουδήποτε και που οδηγούνε ακριβώς στον στόχο: την εξερεύνηση του εσωτερικού σκοτεινού διαστήματος και την επαναδιαπραγμάτευση της ιδέας που έχουμε για την εξωτερική πραγματικότητα, που είναι και το πρώτο βήμα για τον μετασχηματισμό της.

Με αυτές τις σκέψεις να δουλεύουνε σε κάποια βάθη του μυαλού μου δοκίμασα για άλλη μια φορά να κόψω και να (συρ)ράψω κομμάτια από κείμενα που εντελώς τυχαία, αυτή τη φορά, βρήκα μες στα βιβλία μου. Ανεξάρτητα από την ποιότητα ή όχι του αποτελέσματος – άλλωστε η επιτυχία ενός τέτοιους παιχνιδιού δεν κρίνεται καθόλου από το τελικό προϊόν αλλά από τη διαδικασία και μόνο – έχω να κάνω δυο-τρεις παρατηρήσεις για αυτό που προέκυψε. Παρατηρήσεις που η μόνη σημασία και αξία που μπορεί να έχουν περιορίζεται στην ενδεχόμενη χρήση τους ως ερεθίσματα για άλλους επίδοξους αργόσχολους πειραματιστές και όχι βέβαια για τη θέσπιση κανόνων σε ένα παιχνίδι που, πριν απ’ όλα, παίζεται με τους κανόνες που ο καθείς από μόνος του σκαρφίζεται και επιβάλλει.

Πρώτη παρατήρηση: φτώχυνε δίχως αμφιβολία το κείμενο που δημιουργήθηκε (και πάντα, στην περίπτωσή μου, συμβαίνει αυτό, όταν περιορίζεται ο παράγοντας του τυχαίου) από το γεγονός ότι, τελικά, αποκλείστηκαν από αυτό τα «εξωκειμενικά» στοιχεία που αρχικά θέλησα να συμπεριλάβω, οι Led Zeppelin, η Ικαρία, η καφετιέρα μου, ακόμη κι ο Χένρι Μίλερ τον οποίο πολύ έντονα είχα στο μυαλό μου την ώρα που ξεκίνησα να γράφω. Είναι αυτά τα στοιχεία ακριβώς που δίνουν συνήθως στο τελικό δημιούργημα τον πιο προσωπικό τόνο και στρέφουν σαν οδοδείκτες το κείμενο σε κατευθύνσεις που φανερώνουν, στην ιδανική περίπτωση, κάτι από τα μύχια και τα καλά κρυμμένα τού συντάκτη του. Θέλω να πω ότι, αν, με κάποιον τρόπο, έφτανε στην άκρη των δακτύλων μου η λέξη Ικαρία, υποχρεωτικά το γραπτό θα έπαιρνε μιαν άλλη απρόβλεπτη πορεία και ίσως οδηγούσε πιο βαθιά. Ίσως ναι, ίσως όχι.

Δεύτερη παρατήρηση: αντίθετα με τις αρχικές μου προθέσεις κι αφού η ώρα είχε ήδη πάει μία, δεν συνέδεσα τα τυπωμένα κομμάτια αμέσως αλλά μόνο αφού πέρασαν αρκετές μέρες από τη νύχτα εκείνη που τ’ αντέγραψα. Αποτέλεσμα; Διάβασα την ίδια μέρα μερικές φορές τα πέντε αποσπάσματα και στη συνέχεια δεν τα ξανάπιασα στα χέρια μου μέχρι την ώρα που, με παρόμοια ψυχική διάθεση, κάθισα μπροστά στον υπολογιστή για να τελειώσω ό,τι είχα αρχίσει μια εβδομάδα πριν. Τελικά, όλο το ενδιάμεσο διάστημα είχε ολοκληρωτικά κυριαρχήσει μες στο μυαλό μου το κείμενο του Μπέρνχαρντ και δευτερευόντως του Κάφκα, γεγονός που καθόρισε, όπως είναι φανερό, και την τελική διάρθρωση αλλά και το ύφος τού γραπτού, στερώντας του έτσι ακόμη κάτι από το ευεργετικό τυχαίο ανακάτεμα περισσοτέρων στοιχείων, που αναμφίβολα θα το ωφελούσε.

Τρίτη (και τελευταία) παρατήρηση: ένα θέμα που χρόνια τώρα με απασχολεί, μα που σπανίως και εντελώς αποσπασματικά έχω καταφέρει να εκφράσω, είναι αυτή η μέγιστη ντροπή, για την οποία κάνει λόγο ο Μπέρνχαρντ, να ζεις και να πεθάνεις στον κόσμο που βρήκες έτοιμο από τους γονείς σου, χωρίς να έχεις καταφέρει (ή έστω δοκιμάσει) να αλλάξεις κάτι σε αυτόν. Ή αλλιώς, η σχέση και η σύγκρουση του νέου με τους γονείς του και τον κόσμο τους, όπως και όσο αυτή φανερώθηκε μέσα από αυτό το παιχνίδι, αποτελεί για μένα το κέρδος ετούτης της διαδικασίας, που μου ανοίγει έτσι δρόμους, για να προχωρήσω προς έναν προορισμό που πάντα με καλούσε. Και πρώτα – πρώτα με διευκολύνει, με μια μικρή μετατόπιση, να καταπιαστώ ξανά με ένα δοκίμιο για τον Γιώργο Μακρή, που μήνες τώρα είχε κολλήσει στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου και δεν έλεγε να προχωρήσει. Ας τελειώσω λοιπόν, προτού ετοιμαστώ για να πάω Στο περίπου να συναντήσω τον Δημήτρη και την Κωνσταντίνα, με λίγους δικούς του στίχους:

Η μαμά μας δε μας κατάλαβε ποτέ
είναι μια ξένη.
Κι όταν κλαίγαμε μικροί στα ταξίδια μας
μας έλεγαν: «κοίτα τη θάλασσα, κοίτα τα δέντρα
και κοίτα το παιδάκι που γελάει».
«Ακατανόητο ετούτο το παιδί», έλεγαν μεταξύ τους.
Ακατανόητοι, ακατανόητοι, ακατανόητοι
από πείσμα μείναμε μόνοι.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

22 Φεβ 2008

"Propaganda No 8 : Θάνος Ανεστόπουλος : Οι Ποιητές Γυμνοί Τραγουδάνε (2001)" - Tάσος Ρήτος


Άσθον Σάπτους Λέονος (Θ. Ανεστόπουλος - Διάφανα Κρίνα)
Οι ποιητές γυμνοί τραγουδάνε
(Διανομή με το περιοδικό "Κονσερβοκούτι")

Α’
Παραδειγματικόν (Ιωάννης Πολέμης)
Ω, ναι, το ξέρω (Μυρτιώτισσα)
Εκ βαθέων (Ναπολέων Λαπαθιώτης)
Lacrimae rerum (Λάμπρος Πορφύρας)

Β’
... Αλλού να μ' αγαπάς (Αχιλλέας Παράσχος)
Θα βραχούμε (Νίκος Καμπάς)
Ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο... (Γιώργος Σαραντάρης)
Κεριά (Κ. Π. Καβάφης)


“Και τότε εσάλπησεν ο έβδομος άγγελος,
και έγιναν φωναί μεγάλαι εις τον ουρανόν,
όπου ο τελικός θρίαμβος του Χριστού,
επιτεύχθηκε γενόμενος κόκκαλο
μέσα σε ένα άθλιο μπαρ. . .”

Ιωάννης Πολέμης
Παραδειγματικόν
(τίτλος πρωτότυπου Νερωμένο κρασί)

Ότι κι αν είχε το 'χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,
τίποτε δεν τ' απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ' η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ' την καρδιά του
κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.
Όπως τα λείψανα περνούν, περνάει αργά ο καιρός του
και ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.
Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.
«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ' το ξανθό,
και πίνω κι απ' το κόκκινο κι από το γιοματάρι
κι απ' το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;
Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:
«Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις,
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαις;»
(Το παλιό βιολί)

Beer
(Charles Bukowski)
(From “Love is a dog from hell”)


I don't know how many bottles of beer
I have consumed while waiting for things
to get better.
I don't know how much wine and whiskey
and beer
mostly beer
I have consumed after
splits with women---
waiting for the phone to ring
waiting for the sound of footsteps,
and the phone never rings
until much later
and the footsteps never arrive
until much later.
when my stomach is coming up
out of my mouth
they arrive as fresh as spring flowers:
"what the hell have you done to yourself?
it will be 3 days before you can fuck me!"
the female is durable
she lives seven and one half years longer
than the male, and she drinks very little beer
because she knows it's bad for the
figure.
while we are going mad
they are out
dancing and laughing
with horny cowboys.
well, there's beer
sacks and sacks of empty beer bottles
and when you pick one up
the bottles fall through the wet bottom
of the paper sack
rolling
clanking
spilling grey wet ash
and stale beer,
or the sacks fall over at 4 a.m.
in the morning
making the only sound in your life.
beer
rivers and seas of beer
beer beer beer
the radio singing love songs
as the phone remains silent
and the walls stand
straight up and down
and beer is all there is.

Μυρτιώτισσα

Ω, ναι, το ξέρω
Ω, ναι, το ξέρω, ο θάνατος για μένανε
θε να 'ρθει ωραίος!
Σαν τη ζωή μου, έτσι κι αυτός· δε γίνεται
να είναι τυχαίος.
Θα ξεκινήσει μιαν αυγούλα ρόδινη
τ' Απριλομάη,
τ' αηδόνι από του κήπου μέσα τ' άνθισμα
θα κελαηδάει.
Θα στήνουνε χορό τ' ασημοπράσσινα
φύλλα στη λεύκα,
και θα με ραίνουν μύρο απ' το ρετσίνι τους,
πλήθος τα πεύκα.
Θα ρέει το αίμα μου ως χυμός ολόδροσος
κάτω απ' τη φλούδα,
ήρεμη θα 'ναι μου η καρδιά κι ανάλαφρη
σαν πεταλούδα.
«Κύριε», θα ειπώ, «στη ζήση μου αν επόνεσα,
έφτασ' η ώρα·
το μέτωπό μου να! το θείο το χνώτο Σου
μ' αγγίζει τώρα!».
Θα πέφτει αργά το βράδυ· απ' το παράθυρο
διάπλατο εμπρός μου,
θα μπουν κλαριά και φύλλα, δάσος ολάκερο,
κόσμος δικός μου.
Κι ενώ το «χαίρε» τους γαλήνιο, απίκραντο,
θα ηχεί βαθιά μου
γλυκά θα σβήνω, σαν το ηλιοβασίλεμα
στην κάμαρά μου...
(Κραυγές)

“Είχαμε φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο
μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες
ζέψαμε δυο μερμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι
σε κανένα μην πεις που πηγαίνουμε”
(Γιάννης Ρίτσος)

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Εκ βαθέων

Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πως,
- χωρίς να 'χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δέρνει, και ποιος ο σκοπός!
Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν' απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!
Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι' αυτό!
Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου κι εμένα,
- και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση σε πράματα ξένα,
που δεν έχουν, Θεέ μου, καμιά λογική...
Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μου το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά...
Λυπήσου με, Θεέ μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ,
- λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο, και δίχως σκοπό...

Λάμπρος Πορφύρας
Lacrimae rerum

Άμοιρη! το σπιτάκι μας εστοίχιωσεν
από την ομορφιά σου την θλιμμένη·
στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα,
από την ομορφιά σου κάτι μένει.
Κάτι σα μόσκου μυρωδιά, κι απλώνεται
και το φτωχό σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σα φάντασμα, θολό κι ανέγγιχτο,
κι όπου περνά σιγά το κάθε αγγίζει.
Όξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τη στέγη μας· και τότε αντάμα
τα πράματα που αγιάσανε τα χέρια σου
αρχίζουν ένα κλάμα... και ένα κλάμα...
Κι απ' τη γωνιά ο καλός της Λήθης σύντροφος,
τ' αγαπημένο μας παλιό ρολόι,
τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίοντας
ρυθμίζει αργά, φριχτά, το μοιρολόι...
Η εξήγηση του ''λάθους''...

Νίκος Νικολαϊδης

'' Tα λάθη είναι σαν τους αποτυχημένους έρωτες - τους νοσταλγείς, σε βασανίζει το ανεκπλήρωτό τους, αλλά δεν θα 'θελες ποτέ να τους ξαναζήσεις...

Αχιλλέας Παράσχος
... Αλλού να μ' αγαπάς

- Δεν θέλω να με αγαπάς ως μ' αγαπούν οι άλλοι,
μ' αγάπην ομοιάζουσαν της αύρας τας ριπάς.
Το αίσθημα του έρωτος στιγμήν, ως άνθος, θάλει.
Εδώ υπάρχει θάνατος· αλλού να μ' αγαπάς!
- Αλλού; και που να σ' αγαπώ; και που δεν είναι μνήμα;
Επάνω, κάτω, εις την γην, τας σφαίρας τας λοιπάς;
Παντού ευρίσκεται, το παν θανάτου είναι κτήμα·
Παντού υπάρχει θάνατος· εδώ να μ' αγαπάς...
Εδώ, εδώ! πριν την ζωήν ο θάνατος μαράνη
και φθινοπώρου πριν ιδείς ημέρας σκυθρωπάς·
ταχύτερον ο έρως σου ο μέγας θ' αποθάνει·
πολύ πριν παύση η ζωή, θα παύσης ν' αγαπάς...
- Όταν η νυξ τον ήλιον καλύπτη της ημέρας
κι υπο νεφέλας θάπτεται το φως αγριωπάς,
μυρίους βλέπει σχίζοντας τα σκότη της αστέρας...
Έρως και φως είναι παντού· παντού να μ' αγαπάς!
- Κόρον και λήθην η ψυχή, πριν η εκπνεύση, πνέει·
και της αγάπης η στιγμή πολλάς έχει τροπάς·
του μακροτέρου έρωτος βραδύτερον εκπνέει
κι η βραχυτέρα ύπαρξις· εδώ να μ' αγαπάς!
- Κι εδώ, κι εδώ θα σ' αγαπώ, κι υπό την γην, κι επάνω,
και εις θανάτου έρεβος, κι εις βίου αστραπάς.
Δεν είναι χώμα η ψυχή· ποτέ δεν θ' αποθάνω.
Είναι ζωή κι ο θάνατος, οπόταν αγαπάς.
(Απαντα, σ. 203-204)

Νίκος Καμπάς
Θα βραχούμε

Κάθε μέρα η ομιλία στην αγάπη τριγυρνά,
μα το «σ' αγαπώ» σαν βλέπεις να κρεμιέται πια στο στόμα,
πιάνομε τα γέλια, τρέμει, κοκκινίζω και ξανά
αύριο τα ίδια ακόμα.
Όταν παίζουν στ' ακρογιάλι είδατε μικρά παιδιά;
Τρέχουν και το κύμα, μέσα που τραβιέται, κυνηγούνε.
Κάνει να γυρίσει πίσω; Έξω εις την αμμουδιά,
όσο τέλος... να βραχούνε.
Με το κύμα της αγάπης έτσι παίζομε τρελά·
αν πιο μέσα πνίγωντ' άλλοι, στ' ακρογιάλι εμείς γελούμε·
ως την ώρα καλά πάει το παιχνίδι μας, αλλά,
μη σας μέλη... θα βραχούμε.

Γιώργος Σαραντάρης
Ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο...

(J' ai cueilli ce brin de bruyere)
(G. Apollinaire)

Ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
ο ύπνος με εμπόδιζε να την δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου 'λεγε πως μ' αγαπούσε, αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου 'λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ' αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.
(6.11.1938)

Κ. Π. Καβάφης
Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα -
χρυσά, ζεστά και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ' αναμμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν
“Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου σωπαίνοντας
θα μου ζητήσουν όταν φύγεις τη φωνή τους”
(Γιάννης Ρίτσος)

21 Φεβ 2008

"Ρετρό κείμενα : Ο Έρωτας στα χρόνια της Χολέρας" - Ν.Ι. Πουλάκος


«Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκεζ

«Ήταν αναπόφευκτο, η μυρωδιά από πικραμύγδαλα του θύμιζε άτυχους έρωτες.»

Ωδή στον ανικανόποιητο έρωτα! Στην υπομονή και την επιμονή των ανθρώπων για την κατάκτηση του αντικείμενου του πόθου τους, του πάθους τους και του έρωτά τους.
Ένας έρωτας που διαδραματίζεται σε κάποιο νησί της Καραϊβικής στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα(συγκεκριμένα την περίοδο 1880-1930), με τη χολέρα να μαστίζει την περιοχή και να θανατώνει τους κατοίκους της. Ιλαροτραγικές καταστάσεις του έρωτα υπό το φως μια πόλης σε παρακμή, παραδομένης στη διαφθορά, στους τοπικούς εμφυλίους πολέμους, μαστιζόμενης από ήθη και προκαταλήψεις που δεν αλλάζουν.
Μια ιστορία για τον έρωτα, τα γηρατειά, το θάνατο, με σεξουαλικές αναφορές σε όλο το φάσμα των ηλικιών. Το τρελό πάθος του Φλορεντίνο Αρίσα για την Φερμίνα Δάσα, την καταπίεση από το οικογενειακό της περίγυρο και τον τελικό γάμο της με τον επιφανή γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο. Και ύστερα από 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 μέρες, το ζευγάρι, όντας, πια, γύρω στα ογδόντα, επανενώνονται για να βιώσουν αυτόν τον εκπληκτικό έρωτα.
Στα 1985, ο κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκεζ, ήδη νομπελίστας από το 1982, με διεθνή φήμη για τα μυθιστορήματά του, τα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά και τα σενάριά του, γράφει τον «Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας» και μας χαρίζει ατελείωτες ώρες ονειροπόλησης αλλά και αναπροσαρμογής των σκέψεων και των συναισθημάτων μας για παλιούς χαμένους(;) έρωτες. Ένα χρόνο αργότερα, η μεταφράστρια Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας το αποδίδει στα ελληνικά, για λογαριασμό των Εκδόσεων Λιβάνη.

«Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας» του Μάικ Νιούελ

Περίπλοκο το βιβλίο του Μάρκεζ, δύσκολη και η απόδοση του στο σελιλόιντ. Ύστερα από χρόνια πιέσεων από τα αμερικάνικα στούντιο, ο κολομβιανός συγγραφέας δίνει το πράσινο φως για τη μεταφορά του μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη.
Το βάρος έπεσε στο σκηνοθέτη του «Donnie Brasco» Μάικ Νιούελ, ο οποίος αν και αντιμετώπισε το λογοτεχνικό διαμάντι του Μαρκέζ με σεβασμό και σύνεση, δε φαίνεται να μπόρεσε να το αποδώσει τόσο καλά. Το σενάριο δουλεμένο από τον συνεργάτη του Πολάνσκι, τον Ρόναλντ Χάργουντ, φέρνει σε πέρας το έργο του ενώ ο Χαρβιέ Μπαρδέμ δίνει μια ωραία ερμηνεία. Η υπέροχη σκηνογραφία και φωτογραφία, αποδίδουν πιστά την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία, στη συνοχή της, όμως, χωλαίνει, με το αποτέλεσμα να κρίνεται μέτριο. Επιμένουμε, λοιπόν, στο βιβλίο, χωρίς να προσπερνάμε την προσπάθεια του Νιούελ, η οποία ως τελική αίσθηση μας αφήνει κάτι από τη γλυκύτητα, αυτής της υπέροχης ερωτικής ιστορίας.


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Λακωνικός Τύπος".

20 Φεβ 2008

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (20/2/08)

Η Αθήνα του χθες...

Σ' αυτή τη φωτογραφία μπορούμε να δούμε πως ήταν η πλατεία συντάγματος πριν από πολλά χρόνια. Εκτιμάται ότι έχει τραβηχτεί πριν από το 1970.

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Marilyn Monroe [Βασδέκης, 1982]

Και το βιβλίο κλείνει, σ' ένα φοιτητικό δωμάτιο, στην κρεββατοκάμαρα μιας νοικοκυράς, στο βαγόνι ενός τρένου, σ' ένα ζαχαροπλαστείο, κι εγώ μόνος, καταβεβλημένος απ' το ανελέητο μειδίαμα μιας συνθλιπτικής ανεπάρκειας, φρίττοντας απ' την αδεξιότητα κάποιων φράσεων, ηττημένος από μια έμμονη ιδέα, αυτουργός μιας ακόμη ύπουλης ματαιότητας, συνένοχος στη συντήρηση κάποιων ανούσιων ερειπίων, δειλός, ως την τελευταία στιγμή, να σκίσω τα χειρόγραφα, κλείνω το μάτι στους φιλαράκους μου και δεν απαιτώ παρά τα συμπεφωνημένα ποσοστά μου...

"Βut i need a break
and i want to be a
paperback writer, paperback writer"
[Beatles]

*H πιο ιδιάζουσα από τις αρκετές ελληνικές μελέτες για τη σπουδαία στάρλετ του Χόλυγουντ του μισού του 20ου αιώνα, τη γυναίκα-θρύλο Μέριλυν Μονρόε. Ένα βιβλίο 220 σελίδων, αληθινό φωτογραφικό άλμπουμ, με την πλήρη φιλμογραφία της αλλά και με τον νεαρό -τότε- λογοτέχνη του "Ιδεοδρομίου" Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη να συνθετεί το πάζλ της ζωής της, από τη γέννηση και το ταραχώδες οικογενειακό περιβάλλον ως τον ανεξιχνίαστο θάνατό της, με τρόπο αρκούντως παιγνιώδες τοποθετώντας αρκετά ποσωπικά στοιχεία και συναισθήματα. Οι Εκδόσεις Βασδέκης, οι οποίες διακινούν το βιβλίο αποκλειστικά και μόνο στα ετήσια παζάρια του βιβλίου, κυκλοφόρησαν το 1982 αυτή την υπέροχη έκδοση, η οποία σημειωτέον είναι το πρώτο βιβλίο του Γ.Ι. Μπαμπασάκη, που κινήθηκε στη λογοτεχνικά αγορά [μέχρι τότε υπήρχαν τρεις ιδιωτικές συλλογές του].

Διαβάστε για άλλες μελέτες του Γ.Ι. Μπαμπασάκη :
- Bορειοδυτικό Πέρασμα [Cobra-Λεττριστές-Καταστασιακοί] (Ελεύθερος Τύπος, 1992) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/08/cobra-1992-2001.html
- Προλογίζοντας Έναν Αιώνα [Φουτουρισμός-Νταντά-Σουρρεαλισμός] (Οξύ, 1995) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/1995.html
- Πολύ Αργά για Ήρωες (Κέδρος, 2001) :

"Κείμενα : VΙΙ. Τσίρκας : Τότε και Τώρα (Οι Γυναίκες)" - Μαίρη Αλεξοπούλου

αδυναμία
ακάθαρτη αδυναμία
προϊόν του Σατανά
εκφυλισμός
χτηνωδία
σαπίλα
οι έμπειρες επικίνδυνες

Φράσεις που ο Στρατής Τσίρκας χρησιμοποιεί για να μιλήσει περί του σαρκικού έρωτα. Και: «Το ναδίρ, η απόλυτη εκμηδένιση, δεν είναι μύθος. Βρίσκεται όταν ξεπεράσεις την ντροπή. Μόνο να ξέρεις να μεταχειρίζεσαι καλά τούτο, κι έδειξε επάνω της.»


Έτσι μιλάει η Έμμη, μία από τις ηρωίδες της Τριλογίας του Τσίρκα, για τον έρωτα, το κορμί της και πώς το χρησιμοποιεί.

Το ένα και μοναδικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τις γυναίκες των Ακυβέρνητων Πολιτειών και της Χαμένης Άνοιξης είναι το σώμα τους. Δύο δρόμοι μοιάζει να υπάρχουν: του έρωτα ή της μητρότητας. Οι δρόμοι αυτοί είναι όχι μόνο αλληλοαποκλειόμενοι αλλά και ικανοί να χαρακτηρίσουν και να τοποθετήσουν αξιολογικά την κάθε γυναίκα. Καλή ή κακιά, αγία ή πόρνη, ερωτικό ον ή μητέρα.

Η Έμμη παρουσιάζεται αρχικά ως η τέλειας ομορφιάς μούσα που αγαπάει τον Χαίλντερλινγκ, μεταλλάσσεται όμως γρήγορα σε όργανο στα χέρια της Λέσχης, ταπεινώνοντας το σώμα της, αφού το παραδίδει στον καθαρά σαρκικό έρωτα. Κλεισμένη σε μία έπαυλη, γυμνή, λάγνα, δεν κάνει τίποτε άλλο πέραν του να ζει για το σεξ, να ξυπνά και κοιμάται περιμένοντας τον εραστή της. Γίνεται δοχείο ηδονής των άλλων και δικής της. Είναι αυτό κατακριταίο; Για τον Μάνο, τον κεντρικό ήρωα του Τσίρκα, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ναι. Η ελευθεριάζουσα Έμμη δεν είναι πια η μεθυστική γυναίκα, αλλά μία πόρνη, γκρεμίζεται από το βάραθρό της, απαλλάσοντας ταυτοχρόνως τον Μάνο από την πείνα του γι΄αυτήν. Εκείνο που την αποκαθιστά είναι η εντελώς αναπάντεχη μητρότητα, η οποία αποκαλύπτεται στον αναγνώστη μέσω μίας εξομολογητικής, άκρως αισθηματικής και απολογητικής επιστολής της Έμμης. Πώς μετατράπηκε αυτή η σεξουαλική δύναμη σε γαλήνια ύπαρξη που περιμένει τον αγαπημένο της -και όχι πια τον εραστή της- μικρή, ήσυχη και πειθήνια; Ένα παιδί μοιάζει να είναι ικανό να αφοπλίσει την Έμμη , κάνοντάς την ξανά αποδεκτή. Ο κύκλος κλείνει.

Η Φλώρα τώρα της Χαμένη Άνοιξης... Δεν μπορώ να ξέρω τί θα είχε κάνει ο Τσίρκας με τη Φλώρα. Εννοώ ότι μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε σχετικά με το ποια συνέχεια θα είχε επιλέξει να δώσει στη ζωή της, αφού ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την προγραμματισμένη, δεύτερη τριλογία του. Ωστόσο είναι πασιφανές ότι η Φλώρα και η Έμμη είναι ο ίδιος χαρακτήρας. Η ομορφιά, η διάχυτη σεξουαλικότητα και οι ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις τις ορίζουν απόλυτα. Μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι αν και ανάμεσα στα δύο έργα έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια, αν και τοποθετούνται σε διαφορετικό γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο, ο Τσίρκας πλάθει δυο πανομοιότυπες γυναίκες, τις οποίες απαξιώνει, κρινοντάς τες βάσει των ίδιων ακριβώς κριτηρίων. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για σύμπτωση, εφόσον μιλάμε για έναν τόσο σπουδαίο συγγραφέα.

Το μονοδιάστατο των γυναικών αυτών αποτελεί –κατά τη γνώμη μου και πάλι- μία αποτυχία του Τσίρκα, καθώς δεν τους επιτρέπει ποτέ να ξεφύγουν από τα χέρια του συγγραφέα, για να γίνουν πραγματικοί άνθρωποι. Μάλλον αποτελούν τυποποιημένα προσωπεία, σχεδόν καρικατούρες, παρά αληθινά πρόσωπα. Επιπλέον, αν λάβω υπόψη μου το ανοιχτό πνεύμα του Τσίρκα, είναι για μένα δυσεξήγητο το πόσο ξεκάθαρα απορρίπτει την Έμμη και τη Φλώρα, μόνο και μόνο επειδή επιλέγουν να υπάρξουν ως ερωτικά όντα που απολαμβάνουν τη συνουσία. Τις βλέπει ως καθαρά εγωκεντρικά, και άρα επικίνδυνα για το κοινό καλό, όντα; Θα τις απέρριπτε εξίσου εύκολα, αν ήταν άντρες;

Αντίβαρο της Έμμης και της Φλώρας αποτελεί η Αριάγνη, αλλά μόνο για να επικυρώσει την άποψη που προανέφερα. Η Αριάγνη είναι η τέλεια μητέρα. Έξυπνη, τρυφερή, δίκαιη, πιστή, με την ικανότητα να βλέπει και να ερμηνεύει τα πάντα με σαφήνεια και σοφία. Ο γάμος με τον άντρα της είναι τελειωμένος. Αυτή είναι δοσμένη στα παιδιά της. Ο Τσίρκας της επιτρέπει να είναι κρυφά ερωτευμένη με τον Γιούνες, τον αιγύπτιο γείτονα, αλλά ο έρωτας αυτός γεννήθηκε όχι λόγω κάποιας σεξουαλικής έλξης ή έστω κάποιας προσωπικής ανάγκης της Αριάγνης, αλλά επειδή ο Γιούνες ένα βράδυ έσωσε την Ουρανίτσα, την κόρη της Αριάγνης. Δηλαδή είναι και πάλι η μητέρα που ερωτεύεται. Ως μητέρα ερωτεύεται τον Γιούνες. Φυσικά ο Τσίρκας δεν προχωράει αυτή τη σχέση, αλλά ούτε καν αφήνει την Αριάγνη να φαντασιωθει στιγμές σεξουαλικής συνύπαρξης με τον Γιούνες. Πρόκειται για έναν ακίνδυνο έρωτα. Η Αριάγνη αποτελεί έναν θετικό χαρακτήρα, ακριβώς επειδή δεν ξεφεύγει ποτέ από τα όρια του μητρικού ρόλου της.

Ολοκληρώνοντας, και για να είμαι δίκαιη, θα πρέπει να κάνω μία αναφορά στη Νάνσυ της Τριλογίας και στη Ματθίλδη της Χαμένης Άνοιξης. Και οι δύο αυτές γυναίκες ερωτεύονται τον εκάστοτε κεντρικό ήρωα, τόσο με το σώμα όσο και με το πνεύμα, ενώ ταυτοχρόνως παίρνουν θέση και στα πολιτικά ζητήματα της εποχής τους. Ωστόσο ότι ο καρτερικός ρομαντισμός της Νάνσυς και η αφελής νεανικότητα της Ματθίλδης τις καθιστούν αδύναμες, ανίσχυρες. Ο κόσμος των Ακυβέρνητων Πολιτειών και της Χαμένης Άνοιξης δεν παύει ποτέ να είναι ένας φαλλοκρατικός κόσμος. Ο Τσίρκας δεν μπόρεσε να κάνει την υπέρβαση αυτή.

19 Φεβ 2008

"Bang" Τεύχος 10 [Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2008]


Γράφουν οι συντελεστές του "Βακχικόν" :

A. Nέστορας Ι. Πουλάκος
- Συνέντευξη στην Ευτυχία Παναγιώτου : http://www.e-bang.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=275&Itemid=67
- City Stories : Ξεχασμένοι στην πόλη : http://www.e-bang.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=273&Itemid=49

Β. Νάσος Ριτζ
- Ακούσαμε και σας προτείνουμε : http://www.e-bang.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=263&Itemid=72

Γ. Κατερίνα Καντσού

"Αγαπημένα Κείμενα : VΙ. Ήθελε να Περισώσει το Απαρατήρητο" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εκανε πολλά και, κυρίως επηρέαζε πολλούς, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι.

Ο συγγραφέας είναι, λοιπόν, κάποιος που πρέπει να εγκαταλειφθεί σ' ένα γραπτό ταξίδι με πυξίδα το σώμα του

Χρήστος Βακαλόπουλος, Από το χάος στο χαρτί

Ακριβώς δέκα χρόνια από τότε που μας άφησε για να πάει με τους πολλούς, για να πάει στις ταινιοθήκες τ' ουρανού με τις κόπιες τού «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε» υπό μάλης, παρέα με τον Ζεράρ Φιλίπ και τη Ρόμι Σνάιντερ, κάθισα και διάβασα πάλι τα βιβλία του φίλου μας, του Χρήστου Βακαλόπουλου. Κάθισα και διάβασα πάλι τη «Δεύτερη Προβολή» και τις «Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες», την αγαπημένη μου «Γραμμή του Ορίζοντος» και την «Υπόθεση Best-Seller», τους «Πτυχιούχους», και το «Από το Χάος στο χαρτί».

Θυμήθηκα πάλι ότι ο Χρήστος έκανε πολλά και, κυρίως, επηρέαζε πολλούς, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι. Μυούσε το συνομιλητή του σε ένα θάλπος (που φαινομενικά δεν περίσσευε στον Χρήστο) και έκανε τις συναναστροφές ακόμη πιο νοήμονες, ακόμη πιο ενδιαφέρουσες.

Χωρίς ποτέ να καταφεύγει στα γνώριμα «ελληνικά» μελοδραματικά τεχνάσματα, ο Βακαλόπουλος μπόρεσε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Πολύ. Δεν είναι τυχαίο ότι κάμποσοι έγραψαν ποιήματα και αφηγήματα αντλώντας την έμπνευσή τους από τον Χρήστο. Μεταξύ άλλων, ο Ηλίας Λάγιος, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης· ο Κωστής Παπαγιώργης, μάλιστα, το συγκινητικό και ανεπίληπτο βιβλίο «Γεια σου, Ασημάκη».

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993) ήταν σκηνοθέτης, ηθοποιός, παραγωγός και παρουσιαστής ραδιοφωνικών εκπομπών, δοκιμιογράφος και συγγραφέας. Είχε παίξει ποδόσφαιρο και ντραμς. Ηταν φανατικός Παναθηναϊκός, όπως πολλοί από τη «διευρυμένη οικογένειά μας» (μια αλλόκοτη φυλή, απαρτιζόμενη από κυκλοθυμικούς διανοούμενους, πότες συγγραφείς, θαρραλέες ερωμένες, καλλίγραμμες ηθοποιούς, αυτομαθείς εμπειρογνώμονες, αυτοσχέδιους επαναστάτες και ανειδίκευτους σοφούς). Πάνω και πρώτ' από όλα ήταν ένας παλλόμενος από ζωή, συναισθήματα και ιδέες Κυψελιώτης, ένας άνθρωπος της Αγοράς («Αν δεν μαγαριστείς στην αγορά, πώς θα αγορεύσεις;» αναρωτιέται ρητορικά ο Κωστής Παπαγιώργης), του δημόσιου λόγου, των ζαχαροπλαστείων, των καφενείων, των μπαρ, των κάθε είδους «χασομεράδικων». Κατέβαινε εκεί, με την ψυχή και με το σώμα του σαν πυξίδα, έτοιμος πάντα να συζητήσει για τα πάντα, έτοιμος πάντα να αφεθεί στο άνοιγμα και να τον συνεπάρει το αίνιγμα, ποτέ με ιδέες «προκάτ», ποτέ με ready-made αντιλήψεις. Ο Χρήστος δεν σταμάτησε ποτέ να αυτοσχεδιάζει και εν συνεχεία να επεξεργάζεται μεθοδικά τον πλούτο των αυτοσχεδιασμών. Οπως το έλεγε κι ο Ρώσος πρωτοποριακός καλλιτέχνης, ο Καζιμίρ Μάλεβιτς: «Με καρδιά από φλόγα, με μυαλό από πάγο».

Προπαγανδιστής

Ο Χρήστος ήταν προπαγανδιστής. Διαισθανόταν κάτι, συνελάμβανε μιαν ιδέα, συγκινιόταν από μια μελωδία ή μιαν εικόνα, και ήξερε μετά -είχε το σχέδιό του, όπως λέγαμε παλιά- να σε κάνει με τον καλύτερο τρόπο κοινωνό της εμμονής ή της προτίμησής του. «Κατέβαζε γραμμή» ο Βακαλόπουλος, είτε αγορεύοντας, πάντα χαμηλόφωνα όταν εμείς οι άλλοι μάλλον θορυβούσαμε, είτε μιλώντας στις ραδιοφωνικές του εκπομπές είτε γράφοντας άρθρα (στο Σύγχρονο Κινηματογράφο, στην Αυγή, στο Αντί) - ακόμη και στα μυθιστορήματά του. Τον άκουγες ή τον διάβαζες, κι έτρεχες να ξανακούσεις τους Kinks και τον Μπομπ Ντίλαν, να ξαναδιαβάσεις τον Ρέιμοντ Τσάντλερ και την Πατρίτσια Χάισμιθ, να ξαναδείς ταινίες του Σταύρου Τορνέ, του Βιμ Βέντερς ή του μεγάλου Νίκολας Ρέι (κατά προτίμηση το «Johnny Guitar»). Και προπαγάνδιζε χωρίς να το πάρεις είδηση, όχι τόσο γιατί ήταν χαμηλόφωνος όσο γιατί διέθετε περίσσεια το ταλέντο να σε δελεάζει υποκρινόμενος ότι συμφωνεί σε χοντρικές γραμμές μαζί σου, να «πηγαίνει με τα νερά σου» και, την κρίσιμη στιγμή, να προσθέτει ένα σημείο στίξεως που τα ανέτρεπε όλα, μια τάχατες δευτεροκλασάτη λεπτομέρεια που λειτουργούσε σαν βόμβα βραδυφλεγής, μια απειροελάχιστη αντίρρηση που σου άλλαζε άρδην τον προσανατολισμό, αλλά αργότερα, χωρίς να το καταλάβεις, ανεπαισθήτως.

Πιστός στις εκάστοτε προσηλώσεις του, ο Βακαλόπουλος λόγω καλλιέργειας, ευφυΐας και διαίσθησης, μπόρεσε να μείνει πάντα μια σκέψη και μια φωνή ελεύθερη, εξαιρετικά πρωτότυπη, γενεσιουργός. Υπερασπίστηκε ό,τι αγάπησε, και μάλιστα ώθησε κι άλλους να το αγαπήσουν. Παρ'ότι φαινομενικά φλεγματικός, πάντα πράος έως ψυχρότητας και εξόχως διακριτικός, ο Βακαλόπουλος κατάφερε να ανάψει σε μιαν ολόκληρη γενιά κάποιες φωτιές που είμαι σίγουρος ότι δεν θα σβήσουν εύκολα. Δεν είναι και λίγο να μετατοπίζεσαι, χωρίς να το καταλάβεις καλά-καλά, από τον Κάπτεν Μπίφχαρτ και τον Φρανκ Ζάπα στον Μάκη Χριστοδουλόπουλο και την Οπισθοδρομική Κομπανία! Και δεν σου το συγχωρούν εύκολα, όχι μόνον οι άλλοι αλλά ακόμη και ο εαυτός σου καμιά φορά!

Αυτό που πάντα με γοήτευε στον Χρήστο ήταν ο συνδυασμός μιας βαθιάς, έστω κι αν άργησε να έρθει, γνώσης τού ποιοι είμαστε αλήθεια και πού πάμε στο λατρεμένο και μισημένο νεοελληνικό μας κουλουβάχατο (μέσα στο οποίο είχε το θαυμάσιο ταλέντο να ανακαλύπτει αστραφτερά διαμάντια) και σε μιαν ακοίμητη επινοητικότητα που έτρεχε με χίλια χιλιόμετρα την ώρα. Ηδη στα είκοσι τέσσερά του, στο μυθιστόρημα «Υπόθεση Best-Seller», τον διαβάζουμε ή, μάλλον, τον ακούμε (γιατί πάντα έγραφε σαν μας μιλάει ο Χρήστος) να λέει: «Σκεφτόμαστε με τον Αλκη να γράψουμε ένα μυθιστόρημα στους δρόμους. Θα γράφαμε ένα κομμάτι στη γωνία Ιπποκράτους και Λασκάρεως κι από κάτω θα γράφαμε: η συνέχεια στη γωνία Ιπποκράτους και Κομνηνών. Ολοι οι τοίχοι της πόλης θα γέμιζαν με τα κομμάτια του μυθιστορήματος. Για μια βδομάδα όλα τα αυτοκίνητα θα κυκλοφορούσαν από γωνία σε γωνία για να διαβάσουν τις συνέχειες».

Μανιακός παρατηρητής

Με την εμμονή του στην καθημερινότητα, μανιακός παρατηρητής της ζωής και αναγνώστης εφημερίδων, ο μακαρίτης φίλος μας Χρήστος Βακαλόπουλος ήξερε να ανασύρει ό,τι πολύτιμο, ό,τι ακριβό. Οπως ακριβέστατα το διατύπωσε στο «Γεια σου, Ασημάκη», ο Κωστής Παπαγιώργης, ο Χρήστος «ήθελε να περισώσει το απαρατήρητο».

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 23/1/2003.

"Εγχειρίδιο Αμηχανίας" - Χρήστος Γιαννακός (2004)

Δες,
η σφραγίδα
σαν μονόξυλο ταξιδεύει
στο βαθύ κυανό μου
ταμπόν.

Λίγα εκατοστά πριν
την άκρη του κόσμου.

(Γραφείο Ταξιδίων)

Ότι δεν είμαστε άγγελοι
το ξέραμε.
Ότι ποτέ δεν θ' αποκτήσουμε φτερά
το υποψιαστήκαμε.
Πόσο, όμως, δεισιδαίμονες
πρέπει να γίναμε,
για να συναλλασσόμαστε ευχερώς
με το Κτήνος;
Περιμένουμε πως η αλλαγή των καιρών
θα μας δείξει.
Όπου να 'ναι μπαίνει ο χειμώνας.

(Νοέμβρης)

*Ποιητικό ντεμπούτο του Χρήστου Γιαννακού στα 2004. Το "Εγχειρίδιο Αμηχανίας", ένα βιβλίο 45 σελίδων, χωρισμένο σε τρεις θεματικές ενότητες και επιμελημένο από τον εκδότη και ποιητή Κώστα Κρεμμύδα αναδεικνύει τη φρεσκάδα του στίχου, τον προβληματισμός της ποίησης πάνω στα καθημερινά τεκταινόμενα, σε τομείς όπως ο έρωτας, οι φιλίες, η πολιτική και η κοινωνία. Η οικογένεια του Γιαννακού σε πρώτο πλάνο, η αγάπη του για τους ανθρώπους του εμφανής αμέσως. Πολλά υποσχόμενη ποιητική που η ανάλογ συνέχεια θα φέρει και σημαντικά αποτελέσματα.

Ο Χρήστος Γιαννακός γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Σπούδασε Χημεία στην Αθήνα και Περιβάλλον στην Αγγλία. Εργάζεται ως ερευνητής χημικός. Είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 2002 με την ανθολογία ποίησης "Γεωμετρία μιας Αθέατης γενιάς" (Εκδόσεις Μανδραγόρας). Από την άνοιξη του 2004 είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μανδραγόρας. Το "Εγχειρίδιο Αμηχανίας" κυκλοφόρησε το 2004 από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας.

18 Φεβ 2008

"Κατέχεις" - Γιώργος Μπλάνας

ΚΑΤΕΧΕΙΣ ό,τι πέθανα κάτω από δέντρο και ποτάμι.
Αναστενάζει, όταν αλλάζει ο καιρός, θυμάται πόνους.
Μα δεν πονά, δεν βιάζεται να ευτυχήσει.
Τι μου παράτησες εδώ; Ένα καλάμι;
Ποιος άνεμος θα το λυγίσει;
Κατά πού; Σ’ ένα διάστημα σκοτεινό,
άβολο, ξένο, αρχαίο, αιματηρό,
τι θα δεχθεί τη μετανάστιδα φωνή μου;

*Ανέκδοτο ποιήμα του Γιώργου Μπλάνα από το 2000.

"Η Ζωγραφιά σου" - Τάσος Ρήτος


Πάρε μια κόλλα χαρτί
και ζωγράφισε το όνειρό σου.
Πάρε ένα ποτήρι κρασί
και πότισέ το μέχρι να ανθίσει.
Αν μπορείς ρίξε και λίγο αίμα!

Ζωντάνεψε;
Αν όχι τότε ζωγράφισε
και την ψυχή σου οπως τη φαντάζεσαι!
Πότισέ την με λίγο κρασί
και περίμενε μέχρι να πέσει κεραυνός!
Τέλος ρίξε και λίγο ακόμα αίμα,
απ' τη σχισμή στο δέρμα σου
και βάλε τη ζωγραφιά σου αυτή,
στο περβάζι της κάμαράς σου!
Ναι τώρα ζωντάνεψε!
Μπορείς τώρα να ταξιδέψεις!
Να πετάξεις!

Να φύγεις!

17 Φεβ 2008

"Ομήρου Ιλιάδα Κ'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α', Β' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_10.html

Αφού οπλίστηκαν καλά, άφησαν μόνους τους ηγέτες και προχώρησαν.
Εκεί, κάπου μες στη νύχτα, ένα πουλί φτερούγιζε το δρόμο τους σταλμένο απ’ την Παλλάδα. Δεν το είδαν σκοτεινό μες στα σκοτάδια, όμως το άκουσαν να κράζει.
Φτερούγισε η ψυχή του Οδυσσέα κι ύψωσε προσευχή:
«Εισάκουσέ με, κόρη του άρχοντα της αστραπής. Εσύ που παραστέκεσαι τους κόπους μου και δεν ξεχνάς πως ζω, ανασαίνω, προσπαθώ. Μείνε κοντά μου τώρα. Κάνε, Αθηνά, να ξαναδώ τα όμορφα καράβια, περήφανος για έργα που θα φέρουν στους Τρώες απελπισία».
Ύστερα είπε δυνατά ο ενάρετος Διομήδης:
«Εισάκουσε και μένα, κόρη του Δια υπέρμαχε· οδήγησέ με όπως οδήγησες τον ένθεο πατέρα μου Τυδέα στη Θήβα, όταν εκτελούσε χρέη αγγελιοφόρου. Άφησε πίσω του κι αυτός στον Ασωπό τους χαλκοχίτωνες Αχαιούς, για να πάει στους Καδμείους φορτωμένος λόγια ειρήνης και να επιστρέψει κουβαλώντας έργα ολέθρου. Ήσουν μαζί του, έτοιμη και για τα δυο, Θεα μου! Δείξε την ίδια προθυμία να με φυλάξεις και σου τάζω σιδεροκέφαλο χρονιάρικο δαμάλι που δεν ξέρει τι πάει να πει ζυγός ανθρώπου· χρυσάφι θα στολίσω το μέτωπό του πριν στο σφάξω».
Αφουγκραζόταν η Αθηνά, ένιωθε η Παλλάδα, πρόσεχε του κυρίαρχου Δια η κόρη. Τέλειωσαν· σιωπή, σκοτάδι, δυο λιοντάρια να χάνονται στο βάθος, μες σε νεκρούς, όπλα νεκρών, αίμα, μια νύχτα αίμα...
Μα ούτε και ο Έκτορας άφησε τους γενναίους Τρώες στον ύπνο τους. Συγκέντρωσε τους επικεφαλής εκπρόσωπους και ηγέτες για να θέσει στην κρίση τους το σχέδιο που είχε καταστρώσει:
«Για να δω, ποιος θα μπορέσει ν’ αναλάβει και να τελειώσει το έργο αυτό, οπωσδήποτε με ανάλογο μισθό; Μιλώ για ένα ολόκληρο άρμα και δυο περήφανα άλογα σαν κι αυτά που μόνο στα γρήγορα καράβια των Αχαιών υπάρχουν. Φτάνει να θέλει η να μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί και να κατασκοπεύσει· φυλάνε ακόμη τα πολύτιμα καράβια τους η κάνανε τα χέρια μας καλή δουλειά και τσακισμένοι ψάχνουν την έξοδο κινδύνου στα όνειρά τους, αφήνοντας την κούραση της μέρας στο έλεος των σκοταδιών;»
Έτσι είπε κι όλοι σώπασαν, ώρα πολλή.
Έτυχε τώρα ανάμεσά τους κάποιος Δόλων, γιος του ιερού και πλούσιου κήρυκα Ευμηδέα, άσχημος άνθρωπος μα γρήγορος στα πόδια, το μόνο αγόρι ανάμεσα σε πέντε αδελφές. Είπε λοιπόν στους Τρώες και στον Έκτορα:
«Έκτωρ, θες από τόλμη, θες από θυμό, εγώ θα επιχειρούσα να προσεγγίσω τα πολύτιμα καράβια και να κατασκοπεύσω. Σήκωσε όμως το σκήπτρο σου κι ορκίσου πως θα μου δώσεις τ’ άλογα κι εκείνο το άρμα με τον περίτεχνο χαλκό που περιφέρει ο άρχοντας Πυλάδης. Και να είσαι βέβαιος, άσκοπο κατάσκοπο δεν στέλνεις, ούτε ανεπαρκή. Ένα σου λέω, θα περάσω όσο στρατό κι αν χρειαστεί μέχρι να φτάσω στο καράβι του Αγαμέμνονα που οι ηγέτες θ’ αποφασίζουν προφανώς πόλεμο η άτακτη φυγή».
Δεν άκουγε άλλο ο Έκτορας. Είχε σηκώσει ήδη το σκήπτρο:
«Μάρτυράς μου ο κύριος της Ήρας κι άρχοντας της βροντής. Τρώας δεν πρόκειται άλλος να καμαρώσει πίσω από εκείνα τ’ άλογα. Είναι δικά σου ήδη, απόλαυσέ τα».
Έτσι τον ξεσήκωσε με όρκο αβάσιμο εκ των πραγμάτων.
Εκείνος πέρασε στους ώμους σταυρωτά καμπύλα τόξα, τυλίχτηκε γκριζόλυκο, φόρεσε στο κεφάλι κουνάβι, άρπαξε ακόντιο φονιά κι άφησε πίσω ολόκληρο στρατό για κάποια λόγια θαλασσινά, που δεν θα έφερνε στον Έκτορα ποτέ.
Όταν βγήκε από το πλήθος των αντρών και των αλόγων, ανέπτυξε ταχύτητα. Πρώτος τον αντιλήφθηκε ο ένθεος Οδυσσέας και είπε στον Διομήδη:
«Για κοίτα, κάποιος έρχεται απ’ την πλευρά τους. Λες να μας στέλνουνε κατάσκοπο ή βγήκε για να σκυλέψει τους νεκρούς; Άσ’ τον και μόλις προσπεράσει χιμάμε και τον πιάνουμε από πίσω· το νου σου, αν κάνει πως ξεφεύγει, απώθησέ τον προς τα πλοία με το ακόντιο, μην στραφεί κατά την πόλη».
Έτσι συνεννοήθηκαν κι έπεσαν πρηνηδόν ανάμεσα στα πτώματα.
Τους προσπέρασε ανύποπτος, αλλ’ όταν ξεμάκρυνε μέχρι ένα αυλάκι που βγάζει μονοκοπανιά μουλάρι αξιόπιστο, καλύτερο από βόδι στ’ όργωμα των χερσότοπων, του ρίχτηκαν κι εκείνος ακούγοντας τα ποδοβολητά, φτερούγισε πως ο Έκτορας άλλαξε γνώμη κι έρχονται οι Τρώες να τον γυρίσουν πίσω.
Ένα κοντάρι απόσταση τους χώριζε, όταν είδε τους ένθεους άνδρες κι άρχισαν να σπαρταρούν φυγή τα γόνατά του.
Λύθηκαν πίσω του αυτοί σαν κυνηγάρικα σκυλιά ξεσαλιασμένα που απελπίζουν ελαφάκι η λαγό σε δασωμένη ερημιά κι αφρίζουν και λυσσάνε στις κραυγές του.
Τέτοιο κυνήγι του έκαναν ο πολιορκητής Οδυσσέας κι ο Τυδείδης, αφού πια τον είχαν αποκόψει απ’ τις γραμμές του. Έφευγε εκείνος και θα ’πεφτε στους φύλακες των καραβιών, αν η Αθηνά δεν έδινε ανάσα στον Τυδείδη, μη τύχει και πετύχουν οι χαλκοχίτωνες Αχαιοί πρώτοι το θήραμά του.
Φώναξε τότε ο γίγαντας, κραδαίνοντας το ακόντιο:
«Στον τόπο, αλλιώς σε πέτυχα. Δε μου ξεφεύγεις. Είσαι νεκρός, με τέτοια κόψη που κρατάω». Κι έριξε το ακόντιο ξυστά πάνω απ’ τον ώμο του, να καρφωθεί επίτηδες στη γη.
Έμεινε αυτός στον τόπο· έτρεμε ολόκληρος, χτυπούσανε τα δόντια του, πρασίνισε απ’ το φόβο, κι όταν τον άρπαξαν λαχανιασμένοι από τα χέρια, άρχισε να κλαψουρίζει:
«Μη με σκοτώσετε, πιάστε με αιχμάλωτο κι εγώ θα εξαγοράσω τη ζωή μου με χαλκό, χρυσάφι, σίδερο κατεργασμένο· σωρούς θα δώσει ο πατέρας μου όταν μάθει πως ζω στα πλοία των Αχαιών».
Κι ο Οδυσσέας πονηρός του απάντησε:
«Ησύχασε· κανείς δεν πρόκειται να σε σκοτώσει. Έλα, πες μου, έρχεσαι απ’ το στρατόπεδο και πας για τα καράβια, έτσι δεν είναι; Λέγε λοιπόν, τι σκοτεινό γυρεύεις μες στη γαλήνια νύχτα των θνητών; Βγήκες να σκυλέψεις τους νεκρούς, εδώ τριγύρω στα ρηχά των σκοταδιών η να ψαρέψεις λόγια στα βαθιά των καραβιών; Πες την αλήθεια! Σ’ έστειλε ο Έκτορας η μόνος σου ξεθάρρεψες;»
Κι ο Δόλων, σαν να τον χτύπαγε σεισμός:
«Μου πήρε τα μυαλά πως θα μου δώσει τα υπέροχα άλογα και το άρμα του υπέροχου Πηλάδη, μ’ όλα τα χάλκινα στολίδια, φτάνει να τρυπώσω στη νύχτα σας και να κατασκοπεύσω· φυλάτε ακόμη τα πολύτιμα καράβια σας η κάνανε τα χέρια μας καλή δουλειά και τσακισμένοι ψάχνετε έξοδο κινδύνου στα όνειρά σας, αφήνοντας την κούραση της μέρας στο έλεος των σκοταδιών;»
Κι ο Οδυσσέας, ο πονηρός, του είπε χαμογελώντας:
«Έτσι μάλιστα, σπουδαία δώρα έβαλες στο μάτι, τ’ άλογα του ακατάβλητου Αιακίδη. Ξέρεις, άλλος θνητός δεν μπόρεσε να τα δαμάσει και να τα τρέξει. Μόνο αυτός που έχει αθάνατη μητέρα! Μα πες μου τώρα ειλικρινά, που άφησες τον Έκτορα, πού έχει ο στρατηγός τον οπλισμό και τ’ άλογά του αφημένα; Πού στρατοπέδευσαν οι Τρώες, πού έβαλαν σκοπιές, τι σκέφτονται, τι λένε, τι σκοπεύουν, θα μείνουν έξω πλάι στα πλοία ή θα γυρίσουν στην πόλη τους μετά απ’ αυτή τη συντριβή των Αχαιών;»
«Μα την αλήθεια, όλα θα στα πω», τον πρόλαβε ο Δόλωνας ο γιος του Ευμηδέα. « Ο Έκτορας συγκάλεσε βουλή των εκπροσώπων ηγετών στον τάφο του ένθεου Ίλου, ήρωά μου, μακριά απ’ τις γλώσσες του πολέμου. Όσο για τις φρουρές, δεν έκριναν πως είναι ανάγκη να βάλουν κάποια πρόσθετη· Μόνο όπου βλέπεις φωτιές να καίνε. Βέβαια αυτοί αγωνιούν κι είναι αναγκασμένοι να ξαγρυπνούν και να κρατούν άγρυπνους και τους άλλους. Εξάλλου οι περιβόητοι σύμμαχοι το ’ριξαν στον ύπνο κι ανέθεσαν τη φύλαξη στους Τρώες. Δεν έχουν γυναικόπαιδα μαζί τους!».

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Κ'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης από το 2001.