31 Μαρ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ίσως να το ξέρεις
κατάκαρπα πως, όταν δυσχερείς,
φεύγεις, αφήνεσαι ή σε αφήνουν.
Πολύ μετά, αρχίζει το χλοερό μαρτύριο της σοδειάς·
όταν κι η ξηρασία καταντά έστω μια κίτρινη ελπίδα.
Θα έπρεπε ίσως να ξαφνιάζεις
κατάριζα πως όταν αδρανείς,
ξεχνιέσαι, χάνεσαι ή σε χάνουν.
Θα έπρεπε ίσως να έχεις σπαρταρήσει
πως τόσο απογευματινά
μόνο σαν άνθρωπος μπορείς να μαραθείς· ποτέ σαν φύλλο.
*
ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ των γατιών καραδοκείς έναν πόθο σχεδόν γλώσσα.
Το περιστέρι που άνοιξες φτερά ένα κομμάτι στόμα τώρα κοκκινίζει.
Κοιτάς· μην παριστάνεις τη σιωπή με γρήγορες κινήσεις.
Αργείς το νόημα που αργεί κάθε ουρανός πάνω απ' το βράχο.
Δεν είχες γιο, ούτε τον έλεγαν Χουάν, δεν έγραψες ποτέ ένα στίχο.
Έχανες, έχανες στοργή, κέρδιζες μάτια.
Κυνήγα τώρα τρωκτικά στα τετράποδα όνειρά σου.
Κοίτα με, κοίτα με· δε σε καταλαβαίνω.
*
ΧΙΛΙΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ μπορούν να εκπλαγούν τον αθρόο όλεθρό σου,
γυμνά στον ήλιο, διψασμένα στη βροχή,
με δέρμα σκοτεινό στο θράσος του ανέμου,
αλλ' ούτε ένα πάτημα χορτάρι.
Στα δέντρα πάνω καμαρώνουν τα πουλιά.
Κάτω, παιδιά τρεχοβολούν μια ανάσα αθανασία
και το νερό της λίμνης λέει·
"Πέτρα γεννήθηκα βαθιά μου".
Χιλιάδες σπίτια μπορούν να ταραχτούν τον αθρόο όλεθρό σου,
γυνμά στον ήλιο. διψασμένα στη βροχή,
με σπλάχνα ανάστατα στο θράσος του ανέμου,
αλλ' ούτε ένα βήμα αυλή.
Κάθε που ανοίγει κάποιος και προβαίνει,
προβαίνεις σπάνια ξύλο κι ελάχιστα υγρό·
προβαίνεις, ο εκδρομικός θεός της εφηβίας.
*
"ΠΟΙΟ ΔΡΟΜΟ να πενθήσω στη ζωή;" αναρωτιέμαι,
γιατί σκοτάδι μέσα μου ξέρω πως ό,τι κρύσταλλο απ' το δάκρυ.
Εργάστηκα, έδωσα ζωή, στερήθηκα ζωή.
Προόδευσα, κατέκτησα τη νύχτα κι υποδουλώθηκα ύπνο.
Πήγα μακριά και βρέθηκα γκρεμούς πιο πίσω.
Πάνω, ψηλά, στην κορυφή των ημερών μου, καμαρώνει
ένα ελάφι φως. Πεινώ· ποιο δρόμο να πενθήσω στη ζωή;

30 Μαρ 2008

"Μονοδιάλογοι" - Ανθολογία Ποίησης (2008)


Mονοδιάλογοι, Ποίηση, σελ. 120, Εκδόσεις Ash In Art [με την υποστήριξη των Εκδόσεων ΚΨΜ], 2008

Στη μνήμη του ποιητή Γιώργου Δρανδάκη

Υπεύθυνος εκδηλώσεων & έκδοσης : Τάσος Μεμενόγλου
Επιμέλεια έκδοσης : Νέστορας Ι. Πουλάκος


Εισαγωγή

γιατί πρέπει να ξέρεις, Φάιδρε, πως εμείς
οι ποιητές δεν μπορούμε
να ακολουθήσουμε το δρόμο
της ομορφιάς χωρίς τον Έρωτα
σύντροφο και οδηγό μας

Τόμας Μαν

Όλοι μεμψιμοιρούν για την παρακμή και την πτώση της ποίησης. Το λιγοστό κοινό της, τους μερικούς μυημένους της, τη μη προβολή και έκδοση της όσο τακτικά θα έπρεπε.. Πόσο θα έπρεπε δηλαδή; Προσπάθειες σαν κι αυτή δείχνουν το ακριβώς αντίθετο : ανθρώπους με όρεξη να προάγουν ένα λογοτεχνικό θεσμό και να τον εμβαθύνουν όλο και πιο πολύ στα έγκατα της κοινωνίας μας, στις ψυχές των αναγνωστών του.

Εδώ, θα αντιπαραβάλλουμε τις λέξεις του σπουδαίου Τόμας Μαν, από το «Θάνατο στη Βενετία», λέξεις που μιλούν για ποιητές και έρωτα, για ζωή και απόλαυση της ζωής. Και αυτά ακριβώς, δείχνουν τα ποιήματα νέων ανθρώπων, έτσι όπως τα παρουσίασαν σε εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα στο Ash In Art, από τον Δεκέμβριο του 2006 έως τον Απρίλιο του 2007. Και όταν λέμε «νέοι ποιητές», δεν εννοούμε ηλικιακά, αλλά επικεντρωνόμαστε στη φρεσκάδα της γραφής, στην ποιότητα του στίχου, στο στόχο του ποιήματός τους.

Με αυτούς τους «άκαυτους», στη λογοτεχνική αγορά, καλλιτέχνες, ήρθαμε σε επαφή και το διασκεδάσαμε, θα έλεγα, αφού όλοι, ετερόκλητες προσωπικότητες με διαφορετικές ζωές, ενασχολήσεις και εμπειρίες, περιέκλεισαν στους στίχους τους, όλο τους το «είναι», και το απέδωσαν με τόσο περίτεχνο τρόπο, ώστε περήφανοι όλοι θα διαβάζουμε για καιρό τους «Μονοδιαλόγους», και θα χαιρόμαστε για αυτήν την υπέροχη περίοδο της συγγραφικής μας ενασχόλησης.
Ενδεικτικά, παρουσιάζουμε ποιητές όπως το σουδανό ζωγράφο, εικαστικό και ηθοποιό Didi M. Fadul, τη νεοεκδοθείσα ποιήτρια Μαίρη Αλεξοπούλου, τον σκληρό στίχο του Σταύρου Καμπάδαη, και τον κινηματογραφικό λόγο του Γιάννη Γιαννουλέα. Μέσω Ιταλίας ο Στράτος Προύσαλης και Θεσσαλονίκης ο Τάσος Ρήτος, μας συστήνονται με τα ποιήματά τους, ενώ φρέσκιες γυναικείες παρουσίες όπως της Δέσποινας Μαράκη, της Αθηνάς Πολυκανδριώτη, της Σταυρούλας Σουλοπούλου, της Ιωάννας Κανελλοπούλου και της Τίνας Καλογεροπούλου κάνουν την εμφάνιση τους στο χώρο δυναμικά. Ο φωτογράφος Ανδρέας Κατσικούδης, η ζωγράφος Αθηνά Κιλιμάντζου και οι ποιητές-στοχαστές Στέφανος Ξάδος και Αντώνης Καλλιγαρόπουλος, αυτοπαρουσιάζονται και προκαλούν να τους ακούσουμε. Τέλος κάνουν την εμφάνισή τους οι βραβευμένοι Κασσάνδρα Αλογοσκούφι και Δημήτρης Παλάζης.

«Μεθύστε με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει, αλλά μεθύστε..».
Σαρλ Μπωντλαίρ

Νέστορας Ι. Πουλάκος
Φεβρουάριος 2008

Εκλογή Ποιημάτων

Μαίρη Αλεξοπούλου

Μια μέρα αποφάσισα να μην κάνω απολύτως τίποτα.
Το αποφάσισα αμέσως
στο πρώτο ελάχιστο άκουσμα
του γνώριμου ξυπνητηριού.

Έκλεισα μαλακά τον φιλικό διακόπτη
σκεπάστηκα με τις κουβέρτες μου
και αποφάσισα να μην κάνω απολύτως τίποτα.

Κοιμήθηκα για ώρες.
Έτσι μου φάνηκε
αλλά όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα πως
δυστυχώς
είχε περάσει μονάχα ένα τέταρτο
ή κάτι παραπάνω.

Σηκώθηκα.
Είπα να φτιάξω καφέ.

Έφτιαξα.
Ήπια.
Και δεύτερο φλιτζάνι.
Και τρίτο.
Άναψα και τσιγάρο/α.

Οι ώρες κυλούσαν.
Aυτή τη φορά είχα δίκιο
πως κυλούσαν
αφού ο κώλος μου επιβεβαίωνε την αίσθηση αυτή.
(είχε πιαστεί να κάθεται στον καναπέ).
Μα ο χειμωνιάτικος ήλιος έμπαινε απ` το τζάμι
οπότε δεν είχα καμία απολύτως όρεξη
να σηκωθώ, έστω και για να ξεμουδιάσω.

Κάπνισα και τα δυο μου πακέτα.

Είχε νυχτώσει.

Είχα πετύχει τον στόχο μου.
Σχεδόν.

Σχεδόν, διότι ήρθε ο Μ.
Και γαμηθήκαμε δυο φορές (όχι πολύ καλά).

Κοιμήθηκα.
Αποφάσισα ότι την επόμενη θα ήμουν πιο προσεκτική.

Το πολύ καμιά μαλακία.

Σταύρος Καμπάδαης

ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΟΝΤΑΡΙΖΕΣ
ΌΤΙ ΕΧΕΙΣ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΑΝ ΘΑ ΗΜΟΥΝ ΝΙΚΗΤΗΣ
ΗΜΟΥΝ ΒΕΒΑΙΟΣ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΘΑ ΗΜΟΥΝ Ο ΧΑΜΕΝΟΣ.
*
ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑ
Η` ΚΑΛΥΤΕΡΑ
ΕΝΑΣ ΓΡΙΦΟΣ
ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΛΥΣΕΙ
ΔΕΝ ΣΩΖΕΤΑΙ
ΚΑΙΓΕΤΑΙ

Αθηνά Πολυκανδριώτη

Πίστη

Και οι καρδιές φωτίστηκαν
Με σκοτάδι
Βαφτίστηκαν με αίμα
Και πια απλά αναμένουν
να εισακουστεί η ευχή

ο χρόνος όμως περνά..

Σφάγιασα την πίστη μου
Στο βωμό σου
Και τα μικρά μου παιδιά σκότωσα
Δεν άντεχα να χορεύουν μέσα στη μήτρα μου
Οδύνη αέναη και αλύτρωτη..

Ο χρόνος ταξιδεύει ..

Τώρα πια ονειρεύομαι λιβάδια
Ατελείωτα και πολύχρωμα
Κολυμπάω σε μωβ λίμνες
Και φιλιέμαι με χρυσά γιγάντια ψάρια
Αναζητώ το θεό και αυτός είναι παντού

Και η αίσθηση οδηγεί στη παραίσθηση,
και η ψευδαίσθηση τελειωμό δεν έχει

Νέστορας Ι. Πουλάκος

Ξένοι Εσείς

Γιορτάζουμε τις χαμένες μέρες μας
και γι` αυτές που θα κερδίσουμε.

Εκείνα που δεν λησμονούμε
εκείνα που μελαγχολούμε.
Τα εκείνα εκεί που νοσταλγούμε
εκείνα που πεθαίνουμε.
Εκείνα που όλο ξαναζούμε
εκεί, μ` εκείνα μένουμε.

Σιωπή τώρα παρακαλώ.
Ακούστε τα εκείνα.

(ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ)

Υπάρχουν κάτι νύχτες
που κλαίω
με δάκρυα γεμάτα και παχιά
απόγνωσης αποτέλεσμα
και θλίψης ανεξάντλητης
μοιραίας σκέψης
η στιγμή εκείνη

Και απορώ με το αδιέξοδο μου
δειγματίζει η μνήμη
φωτογραφίες του μυαλού
καλοκαιρινές συνήθως
με γέλια κοριτσίστικα
κάτω απ` τον ήλιο
δυνατά

Αδυνατώ αυτές τις νύχτες
να μιλήσω
για τη ζωή μου
μα τι να πω

Για έρωτες χαμένους
μάταιους
στου χρόνου τη λήθη
καρδιές ανθρώπων ενώθηκαν
και τώρα τι;

ξένες μήπως δεν είναι;

ξένες δε θα παραμείνουν;

σαν ξένες δε θα ταφούν
σε ξεχωριστά νεκροταφεία
μακρινά;

Ούτε θα γράψω, ούτε θα μιλήσω
ούτε θα πιω
για όσο καιρό
υπάρχουν στη ζωή μου
άνθρωποι
ξένοι

Στράτος Προύσαλης

Κατεβαίνω τα πλατιά μαρμάρινα σκαλοπάτια
διασχίζω το μακρύ σκοτεινό διάδρομο
Μεθυστικό άρωμα υγρασίας μετά από βροχή
μια λάμψη καλοκαιρινού ήλιου με τυφλώνει
Μπροστά μου η μεγάλη γυάλινη τζαμαρία
παιδικά χαμόγελα και φωνές ηχούν στ` αυτιά
Η αυλή με τα τριαντάφυλλα, τις γαρδένιες
οι ανθισμένες λεμονιές και εκείνη η ψηλή ροδιά
Σκιές ξεγλιστρούν τρέχοντας εδώ κ εκεί
ευχάριστο συναίσθημα χαράς, μιας ζεστής αγκαλιάς
Δυο φιγούρες στο τετράγωνο ξύλινο τραπέζι
καθισμένοι αντικριστά κοιτάζονται δίχως τέλος πια
Το φώς του διπλανού σπιτιού σπάει απότομα το σκοτάδι
ο χώρος άδειος κενός σιωπηλός, το τραγούδι έπαψε
Στα γόνατα λυγίζω, ο πόνος κάνει την καρδιά να σταματά
ανίκανος να χύσω ένα δάκρυ κοιτώ Εκεί: Τ` άστρα τρεμοπαίζουν

Eldediery(Didi) M. Fadul

All Around The Motherland

Oh, Olympian Gods
What a plague
An uncureable disease
Where to hide and who
To blame
No escape
Grief and pain
All around
Pitiless
Pitiless
This misery meant
Only for you and me

29 Μαρ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος


Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/03/blog-post_22.html


Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΚΡΑΒΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
(microDiaries 4)


Στα Κύμματα, καφενείο παρά θιν’ αλός, αλλ’ όμως με δύο “μ” ανορθογραφημένο (για να κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στους ντόπιους και για να είναι ενδεχομένως περισσότερο ευανάγνωστο από το κατάστρωμα του πλοίου, όταν, αραιά και που, προσεγγίζει το παρακείμενο λιμάνι του νησιού), σε αυτά τα Κύμματα, λοιπόν, συνηθίζουμε καθημερινά να καθόμαστε, ιδίως νωρίς το μεσημέρι, πίνοντας ούζα και καφέδες, παίζοντας τάβλι και διαβάζοντας τις χθεσινές εφημερίδες, ενώ ποικίλοι μεζέδες και γλυκά του ταψιού δεν αποκλείονται ποτέ εκ των προτέρων. Ο αριθμός των συμμετεχόντων κυμαίνεται (με ένα μ) από δύο έως δώδεκα και εξαρτάται από τις διαθέσεις της στιγμής και τις ανάγκες της παραγωγής – κομπάρσοι εμφανίζονται συχνά να διασχίζουν το βάθος του πεδίου ή να κάνουνε υπομονή στα διπλανά τραπέζια. Όταν ο ήλιος, συχνά – πυκνά δηλαδή, κάνει εμφάνιση, μεσούντος του χειμώνα, τα τραπέζια μεταφέρονται κυριολεκτικά πλάι στα κύματα, απ’ όπου με στεντόρεια φωνή δηλώνονται προς την κουζίνα οι επιθυμίες των συνδαιτυμόνων. Ο κίνδυνος κάποιος από αυτούς, συνεπεία της μέθης ή φιλικών διαγκωνισμών, να βρεθεί μέσα στη θάλασσα δεν μπορεί ποτέ ν’ αποκλειστεί, μα ούτε και να ληφθεί σοβαρά υπόψιν. Ιδανικές από άποψη καιρικών συνθηκών και ψυχικής διαθέσεως θεωρούνται φυσικά οι πρώτες ημέρες της άνοιξης, αλλά και τα πρωινά του Ιανουαρίου, αυτά που αρχαία παράδοση ονομάζει αλκυονίδες ημέρες.

Τέτοια, αλκυονίδα δηλαδή, υπήρξε και η εφετινή εορτή των τριών Ιεραρχών, η οποία κάθε χρόνο δίνει την ευκαιρία στους πνευματικούς ανθρώπους της νήσου, αλλά και άλλων περιοχών της Ελλάδας, να συναχθούν σε ποικίλα εργαστήρια πνευματικής δραστηριότητας, όπως τα ανωτέρω αναφερθέντα Κύμματα, για να τιμήσουν ομαδόν τη μνήμη των πνευματικών και ηθικών γιγάντων που υπήρξαν αυτοί οι τρεις σύντροφοι, φίλοι και συναγωνιστές. Τριάντα Ιανουαρίου, λοιπόν, με την Propaganda 7 στο χέρι, μόλις φτασμένη από την Αθήνα (όχι βέβαια από τη συνήθη οδό), ξεκίνησα, νωρίς – νωρίς για τα δεδομένα του περιβάλλοντος Ικαρίου πελάγους, και σφυρίζοντας αδέξια μιαν άρια του Nick Cave έπιασα θέση σε παραθαλάσσιο τραπέζι και φώναξα σε πρόθυμα ώτα ακουόντων την ακριβή παραγγελία του πρώτου καφέ της ημέρας· η ώρα ήταν η δεκάτη πρωινή και ο μοναδικός δρόμος, που μπορούσα να επισκοπήσω από εκεί που καθόμουνα, όπως και η προκυμαία και τα απέναντι μαγαζιά, ήταν ακόμα τελείως έρημα.

Το έβδομο τεύχος της Propaganda είχα φέρει επτά ημέρες νωρίτερα από την Αθήνα, όταν βρέθηκα εκεί χωρίς μεγάλη ελευθερία κινήσεων και για δέκα μόνο ώρες, σε συνθήκες σαν να λέμε απολύτως αποτρεπτικές για μοναχικές περιπλανήσεις, συντροφικές ουζοποσίες και τρυφερές διαφυλικές περιπτύξεις, όπως θα επιθυμούσα, κατά τη διάρκεια των οποίων (ωρών, όχι περιπτύξεων) πρόλαβα ωστόσο να κάνω μια σύντομη βόλτα στα μέρη όπου βάδιζα όταν ήμουν έφηβος, να πιω έναν καφέ με την Πέπη και την εξαίσια Λατρευτή μου και να βαδίσω για λίγο με την δεύτερη στο λιμάνι του Πειραιά και στους πέριξ ευρισκόμενους χώρους. Τότε είναι που εκείνη που δεν παύει ούτε λεπτό να με εκπλήσσει έβγαλε επιτέλους από την τσάντα της την Propaganda 7 και με μεγάλη προσοχή, που δεν πέρασε απαρατήρητη από μέρους μου, έμεινε όμως ασχολίαστη, την τοποθέτησε μόνη της στο πράσινο σακίδιο που κρεμόταν στη συνήθη του θέση, στον αριστερό μου δηλαδή ώμο. Κι όταν ύστερα από λίγο, στο κατάστρωμα του πλοίου πια κι αφού είχα κουνήσει αρκετή ώρα το χέρι προς την προκυμαία που όλο μίκραινε στο βάθος, πήρα στα χέρια μου την αγαπημένη μου 6μηνιαία επιθεώρηση για την πραγμάτωση της Τέχνης και της Φιλοσοφίας, παραξενεμένος μα ανυποψίαστος ακόμη, βρήκα στην πεντηκοστή όγδοη σελίδα της, όπου ένα κείμενο περί Ανδρέα Εμπειρίκου τράβηξε αμέσως την προσοχή μου, μια κίτρινη χειροποίητη κάρτα μ’ ένα μεγάλο ερωτηματικό σχεδιασμένο από το τρυφερό της χέρι απ’ έξω.

Χαμογελώντας ακόμα ακούμπησα πάνω στα γόνατά μου την Propaganda 7 και άνοιξα την κάρτα για να δω κολλημένη επάνω της μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία, που δεν ήταν όπως αποδείχθηκε αμέσως φωτογραφία, μα η εκτύπωση ενός υπερηχογραφήματος που φανέρωνε (στα μάτια των ειδικών και στη φαντασία των υπολοίπων) μιαν εδώ και λίγο καιρό αρχινισμένη εγκυμοσύνη κι από κάτω με τα αναγνωρίσιμα γράμματα της παντοτινής μου Αγαπημένης γραμμένο ένα σύντομο μήνυμα και μια ημερομηνία. Η συνέχεια ήταν μάλλον η αναμενόμενη: άμεσο τηλεφώνημα από το πλοίο στην Αθήνα, υποχρεωτική (αφού το πλοίο, όπως και οι χαμένες ευκαιρίες, δεν γυρίζει πίσω) άφιξη στην Ικαρία την Πέμπτη το πρωί και νέα αναχώρηση από εκεί με το ίδιο πλοίο για Αθήνα την Παρασκευή το απόγευμα. Δευτέρα ξημερώματα πάλι στην Ικαρία και Τετάρτη στις δέκα η ώρα το πρωί, των Τριών Ιεραρχών ανήμερα, στα Κύμματα με την Propaganda στο χέρι και στο μυαλό μου να γυρίζουνε σκηνές που είχα ήδη ζήσει λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τότε που η πιο Αγαπημένη μου απ’ όλες τις υπάρξεις και ο Νικόλας (neonato) ήταν ακόμα στο μαιευτήριο κι εγώ από εκεί γύριζα στο σπίτι αργά το βράδυ για να πιάσω θέση στη βεράντα και ν’ αποξεχαστώ ρεμβάζοντας, με το μυαλό μου να πηδάει από τα τωρινά στα περασμένα και απ’ αυτά στα μελλούμενα. Έβαζα λίγη τεκίλα με δυο – τρία παγάκια σ’ ένα χαμηλό ποτήρι, άναβα τσιγάρο, έβαζα στο κασετόφωνο Nick Cave να παίζει χαμηλά και κοίταζα το σκοτάδι με απόλαυση. Στην πραγματικότητα άκουγα ξανά και ξανά ένα μόνο τραγούδι (όπως κάνω συνήθως), με αποτέλεσμα, όταν θέλησα κάποια ώρα νυχτερινή να σημειώσω δυο – τρεις φράσεις στο τετράδιό μου για τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, να έχουν τόσο κυριέψει το μυαλό μου το μουρμουρητό και οι σκοτεινές εκλάμψεις του βασιλιά-μελάνι, ώστε άλλο δεν έκανα τελικά παρά να μεταγράψω λίγους στίχους από εκείνο το τραγούδι φορτώνοντάς τους με νόημα και συμφραζόμενα εντελώς ξένα στο αρχικό τους. Που έτσι κι αλλιώς το ήξερα από την αρχή: όποτε βαλθώ να γράψω άμεσα για τα συμβαίνοντα το αποτέλεσμα είναι πάντα απογοητευτικό (ή επιδέχεται τόση κατοπινή επεξεργασία, που γίνεται αγνώριστο στο τέλος)· και ιδού το αποτέλεσμα, δίχως τους χρονικούς προσδιορισμούς και άλλες παραμέτρους:

Ξέρω το φάντασμα που τριγυρίζει μες στα μάτια σου,
είναι το φάντασμα των ημερών που θα ‘ρθουνε χωρίς εμάς
και δίχως την οπλή του αλόγου μας επάνω στα χαλίκια
Ξέρω τη νύχτα που ανατέλλει μες στο γέλιο σου,
είναι η θλίψη των πραγμάτων που θ’ αντέξουνε
να μείνουν ευγενή απολιθώματα
όταν θα λιώνει μες στα μαύρα έγκατα της γης
η μαύρη λάβα των αρμάτων μας

Ξέρω πολλά και μες στο βλέμμα σου διαβάζω περισσότερα
Όμως δεν ήξερα αυτή τη χλόη που πρασίνισε
μέσα στην κόρη του ματιού σου,
Όμως δεν ήξερα αυτή τη νύχτα μες στα χέρια σου,
που πλημμύρισε αστέρια, μισοφέγγαρα και απαλές Κλεΐδες
Όμως δεν ήξερα ετούτο τον στρατό από ανάσες σου
που χύθηκε απόψε απάνω μου και μου ‘καψε τη μνήμη

Με το μυαλό μου ολότελα κι ευφρόσυνα κυριευμένο από τη μάταιη νοσταλγία, αντιμετώπιζα με ελαφριά δυσφορία τις κουβέντες και τους χαιρετισμούς των πρώτων ντόπιων που έβρισκαν τον δρόμο για τα Κύμματα κι έτσι σηκώθηκα και βάδισα για πολλή ώρα πάνω – κάτω στην προκυμαία, ανάμεσα στις ισχνές γάτες του λιμανιού και στα στοιβαγμένα δίχτυα των ψαράδων, μέχρι που τα παγωμένα κρύσταλλα που ο ήλιος έσπαγε από το πρωί στην επιφάνεια της θαλάσσης μού πλήγωσαν τόσο τα μάτια που αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι για να φορέσω τα γυαλιά μου και να πιω μόνος μου τον δεύτερο καφέ της ημέρας. Και μετά βλέπουμε.

Βρήκα σκόρπιες τις γάτες, δεξιά κι αριστερά, ξαπλωμένες πάνω στις πλάκες που τις ζέστανε ο ήλιος, να λιάζονται ανέμελα ή να σχεδιάζουν παρεμβάσεις και επίπονες δραστηριότητες με εφαρμογή στο μακρινό μέλλον. Άλλωστε πιο επαινετό είναι να ανακαλύπτει κανείς το μυστήριο στο φως παρά στη σκιά. Είναι ο Αρθούρος Κραβάν που μιλάει κι εγώ ξέρω ν’ ακούω τα λόγια των σοφών. Η πρωινή ψύχρα του Γενάρη δεν μ’ εμπόδισε να βγάλω δυο καρέκλες στο μπαλκονάκι μου και συνετά σκεπτόμενος να τ’ αναβάλω όλα και να προσηλώσω το σώμα μου στην απόλαυση της στιγμής. Η ιδιοφυία εξάλλου είναι μια αλλόκοτη εκδήλωση του σώματος κι οι γάτες στάθηκαν πάντοτε οι πιο καλοί μου δάσκαλοι κι εγώ ο πιο καλός τους μαθητής, με το ένα μάτι να διαβάζω την Propaganda και με το άλλο να παρακολουθώ της φύσης τα κινήματα, στο ένα χέρι να κρατάω τον καφέ μου, ενώ το άλλο να στέκει άεργο προσμένοντας την ώρα κι αδιαφορώντας ταυτόχρονα αν θα ’ρθει τελικά η ώρα που θα καταγράψει τα συμβαίνοντα (όλη η λογοτεχνία είναι: τα, τα, τα, τα, τα, τα, τα. Τέχνη, Τέχνη, σκοτίστηκα για την Τέχνη, λέει ο άλλος στο αφτί μου).

Σε τούτο ακριβώς το μπαλκόνι, το πρώτο βράδυ που έφτασα στην Ικαρία, πάνε πέντε μήνες από τότε, στάθηκα καπνίζοντας και ανοίγοντας το τετράδιό μου βιάστηκα να σημειώσω, χωρίς ν’ ανάψω καν το φως μη τύχει και ένας ξένος εγώ διαταράξω άθελά μου κάποια λεπτή ισορροπία της στιγμής: έχω μια μέρα που έφτασα εδώ κι η επιστήμη ισχυρίζεται πως κάθε καινούριος τόπος εγκατάστασης χρειάζεται τρεις ημέρες τουλάχιστον προτού εμφανιστεί, ως σκηνικό ή και πρωταγωνιστής, στα όνειρα τού ύπνου. Δεν συνέχισα τη σκέψη μου (όταν γράφω στα τυφλά, γεμίζω πολύ εύκολα τις σελίδες μουντζουρώνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις), μα αυτό που ήθελα να πω το γνωρίζω πολύ καλά. Ακόμη κι αν δεν το εκφράζω ξεκάθαρα, αποτελεί μόνιμη επιδίωξή μου· επιθυμούσα να αρχίσει να εισχωρεί στα όνειρά μου η ζωή και τη ζωή μου ο ύπνος να την καθοδηγεί. Πρέπει να ονειρεύεσαι τη ζωή σου με φροντίδα περισσή Αντί να τη ζεις μονάχα σαν μια απλή αναψυχή. Είναι αυτό – υποπτεύομαι – που συνειδητά ή και ανεπίγνωστα προσπαθώ χρόνια τώρα να επιτύχω στα περισσότερα γραψίματά μου, να δημιουργήσω όνειρα που να έχουνε τη δύναμη να βαδίσουν μπροστά από την πραγματικότητα και να σχηματίσω ονειρικούς σχηματισμούς από την ίδια τη ζωή μου.

Το να διασχίσει ένας άνθρωπος αυτό τον ωραίο κόσμο (μόνο οι αποκτηνωμένοι βλέπουν το ωραίο μόνο στα ωραία πράγματα), για όσα χρόνια του μέλλεται, ονειρευόμενος τη ζωή του και να ονειρεύεται ζώντας τα όνειρά του είναι νομίζω κι ο μόνος τρόπος για να ζήσει ολόκληρος, για να πραγματώσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση αυτούς τους χίλιους περίπου ανθρώπους που ο καθένας κρύβει μέσα του. Ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχής επειδή χίλιες ψυχές κατοικούν σε ένα και μόνο κορμί. Στα όνειρα, όσα δημιουργεί το υποσυνείδητο ως φύλακες του ύπνου ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αλλά και σε αυτά που συνειδητά και με ποικίλα υλικά και προθέσεις πλάθει η λογική κι η φαντασία του, στα – κάθε είδους – όνειρά του, έχει ο άνθρωπος τη δυνατότητα να ανακαλύψει ή να διακρίνει έστω αμυδρά όλες τις πλευρές του εαυτού του, όπως λέμε, και να πάρει μια γεύση από όλες τις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά του κι αυτός, νήπιος και μωρός, κάνει πως δεν τις βλέπει και περιορίζει τις χίλιες ψυχές του μέσα σε ένα και μόνο κορμί.

Αυτά κι άλλα τέτοια, καθώς ρέμβαζα μ’ απέναντι το πέλαγος στα τέλη του Γενάρη (αλκυονίδες μέρες, όπως είπαμε) και με τις γάτες μου στις πλάκες της αυλής και στα χορτάρια επάνω, μου ψιθύριζε, μες στο μυαλό μου, αυτός ο μυστηριώδης Αρθούρος Κραβάν και πρόσθεσε χαμηλόφωνα, για να επιτείνει το μυστήριο, όπως του άρεσε να κάνει πάντοτε: το σώμα κινδυνεύει απ’ τα πολύ μακρόχρονα όνειρα, η ανάγνωση των γραπτών μου βλάπτει σοβαρά την υγεία, οι συγκοινωνίες είναι εύκολες και, παρόλα όσα λέγονται, δεν υπάρχει κανένας φόβος. Λόγια πριν τόσες δεκαετίες γραμμένα μα θα μπορούσε να πει κάποιος (και το είπα πράγματι εκείνη την ώρα) πως ήτανε για μένα μόνο γραμμένα. Για μένα που συνηθίζω ν’ αποξεχνιέμαι ονειροπολώντας απέναντι στο πέλαγος ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, για μένα που διαβάζω Κραβάν και άλλους απροσάρμοστους δυναμιτιστές με προσήλωση και ενθουσιασμό, για μένα που οι θαλάσσιες συγκοινωνίες είναι μια μόνιμη απειλή ιδίως τις Παρασκευές εκείνες που θέλω να πηγαίνω στην Αθήνα, για μένα που, έτσι που ‘ναι τα πράγματα, ανησυχώ και φοβάμαι στην προοπτική ενός δεύτερου παιδιού. Και όμως, ύστερα απ’ όλα αυτά, κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο κι απέναντι σε αυτή τη θάλασσα, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας φόβος. Μπορώ ήρεμος πια να γυρίσω στα Κύμματα.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

28 Μαρ 2008

"Αστείες Συνομωσίες.. Τρίτου Τύπου" [Οι Πρεμιέρες της Εβδομάδας]


Το σινεμά του δημιουργού, που είναι και η ορθή άποψη περί σκηνοθεσίας, βρίσκεται εδώ και μας χαρίζεται απλόχερα αυτή την εβδομάδα. Ο Αυστριακός Μίκαελ Χάνεκε μας.. βάζει στην πρίζα με τα «Αστεία Παιχνίδια» του, ενώ ο Κορεάτης Τσαν Γουκ Παρκ μετά την Τριλογία της Εκδίκησης (Oldboy, Η Εκδίκηση μιας Κυρίας, Συμπάθεια για τον Κύριο Εκδίκηση) παραδίδει ένα φουτουριστικό ερωτικό παιχνίδι για όλες τις ορέξεις. Μαζί τους, δυο καινούριες ελληνικές ταινίες, αρκούντως σουρεαλιστικές, που μας κλείνουν το μάτι για να δούμε αλλιώς την καθημερινότητά μας.

Funny Games U.S. : Με την Ναόμι Γουότς, σε σκηνοθεσία Μίκαελ Χάνεκε. «Μια οικογένεια που κάνει διακοπές στην εξοχή, ζει εφιαλτικές στιγμές καθώς βρίσκεται υπό την ομηρία δύο νεαρών ψυχοπαθών». Σαν άλλος Χίτσκοκ ο καλύτερος Αυστριακός σκηνοθέτης αυτή την εποχή, συνθέτει την αμερικανική εκδοχή του δικού του θρίλερ, που γύρισε το 1997. Πιστός στην αρχική συνταγή και τη σινεφίλ διάθεση του, τοποθετεί αστέρες του Χόλυγουντ στο καστ και αποτυπώνει, το ίδιο τολμηρό εγχείρημα, με καλύτερο τρόπο.
Βαθμολογία : 4/5

I’m a Cyborg and that’s Ok : Με την Σιου Γέονγκ Λιμ, σε σκηνοθεσία Τσαν Γουκ Παρκ. «Ένα κορίτσι που πιστεύει ότι κάτω από το δέρμα της βρίσκεται μια μηχανή, θα ερωτευτεί ένα αγόρι που έχει κατασκευάσει μια μηχανή, η οποία κλέβει τις ψυχές των ανθρώπων». Σαφώς κατώτερη από τις προγενέστερες ταινίες.. εκδίκησής του, ο Παρκ επιστρέφει μ’ ένα ψυχολογικό δράμα, που θα λατρέψουν οι φαν του ασιατικού κινηματογράφου.
Βαθμολογία : 3/5

Ερωτικά Μαθήματα για Επαναστατική Δράση: Με τον Τάσο Παλαντζίδη, σε σκηνοθεσία Νίκου Αλευρά. «Συρραφή λαμπρών στιγμών της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας δοσμένες με χιουμοριστική διάθεση». Ψευδό-ντοκιμαντέρ που σατιρίζει τη σύγχρονη τηλεοπτική εποχή από τον γνωστό και μη εξαιρετέο Αλευρά, ο οποίος χαρίζει στιγμές γέλιου τύπου.. Χάρυ Κλυν.
Βαθμολογία : 2/5

Γυναικείες Συνομωσίες : Με την Φαίη Ξυλά, σε σκηνοθεσία Βασίλη Βαφέα. «Ένας άντρας ζει σ’ ένα όνειρο, στο οποίο βλέπει όλες τις γυναίκες που τον περιστοιχίζουν να συνομωτούν εναντίον του». Σουρεαλιστική διάθεση τύπου.. Μπουνιουέλ, από τον Βαφέα, άλλοτε κραταιό σκηνοθέτη του της δεκαετίας του ’80, που δεν φαίνεται ότι καταφέρνει καλά αυτό που έχει στο μυαλό του.
Βαθμολογία : 2/5

Υπόλοιπες Πρεμιέρες :

Σημείο Υπεροχής : του Πητ Τράβις. Έξυπνη πολιτική ταινία δράσης με έντονα αμερικάνικα πατριωτικά αισθήματα, που κουράζουν.
Σπαρτιάτες για Κλάματα : του Τζέισον Φρήντμπεργκ. Άνοστη παρωδία των περυσινών «300» από τους δημιουργούς της σειράς ταινιών «Scary Μovie».

Νέστορας Ι. Πουλάκος - Εφημερίδα Το Παρασκήνιο (28/03/08)

27 Μαρ 2008

"Θέμα Για Άγνωστο Επισκέπτη" - Θάνος Σταθόπουλος (1985)

Οδός Αιόλου απόγευμα Τετάρτης.

Στη βιτρίνα χτένες, κολλιέ, κοκαλάκια
απέναντι ηλεκτρικά ψυγεία και πλυντήρια.
Ντυμένος με μαύρο κουστούμι
- παίζει το βιολί του.

Μόνος του.

(Άγγελος)

Καθισμένοι δίπλα δίπλα στο τραμ
κοιτάζαμε την ατελείωτη πόλη.
Πρόσεχε, το χέρι σου μέσα, είπες
σε μιαν αρμονία φωνής και χρωμάτων.
Το τραμ προχωρούσε.
Έσκυβα και μάζευα
τα ερείπια της πόλης
τα σπασμένα αγάλματα
αραδιασμένα στους δρόμους
τα λιωμένα ρούχα και τις καρώ γραβάτες.

(Το Τραμ)

*Συμπληρώνοντας εκείνην την παλιοπαρέα του '85 στις Εκδόσεις Ερατώ του Μανουσάκη (στην Ανδρέα Μεταξά 7), τον Ίκαρο Μπαμπασάκη (με τα "Σκοτεινά Τοπία" http://vakxikon.blogspot.com/2007/08/blog-post.html), τον Γιάννη Τζώρτζη (με τα "18 Ποιήματα" http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/blog-post_17.html), σήμερα παρουσιάζουμε τον έτερο της παρέας, Θάνο Σταθόπουλο. Ο, χαμήλων τόνων, ποιητής και αρθρογράφος, ακολουθώντας τα βήματα του άλλου φίλου τους, του Ευγένιου Αρανίτση (της Ελευθεροτυπίας), παραμένει ολιγογράφος (τέσσερα βιβλία σε είκοσι χρόνια) και πείσμων καλλιτέχνης και γραφιάς των καιρών μας. Το "Θέμα για άγνωστο επισκέπτη" περιλαμβάνει 14 ποιήματα και πρωτο-κυκλοφόρησε το 1983. Δυο χρόνια αργότερα εκδόθηκε από την Ερατώ. Η ποίηση του Σταθόπουλου, από τότε, έδειχνε σημάδια ωριμότητας αλλά και νοσταλγίας του στίχου. Μαζί με τους προαναφερθέντες, δάσκαλος ο μακαρίτης Καρούζος, ήταν εκείνοι που έδειξαν το δρόμο για το σημερινό υψηλό επίπεδο της ποίησης στην Ελλάδα.

Βιογραφικό Θάνου Σταθόπουλου

Ο Θάνος Σταθόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1963. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα ιστορίας κινηματογράφου. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης, ντεμπουντάροντας με το "Θέμα για άγνωστο επισκέπτη" (Ερατώ 1985). Εκείνη την περίοδο έγραψε και το βιβλίο "Μπέκετ" για τις Εκδόσεις Ερατώ. Έκανε τη θεατρική μεταφορά του κειμένου του Σάμιουελ Μπέκετ "Πρώτος έρωτας", που ανέβηκε στο θέατρο Χώρα, την άνοιξη του 2004, σε σκηνοθεσία Εμμανουήλ Κουτσουρέλη και ερμηνεία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Σε συνεργασία με τον εικαστικό Αλέξανδρο Ψυχούλη εξέθεσε την εγκατάσταση "Playback", η οποία βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο του, στο Lab art projects το 2003. Έγραψε το λιμπρέτο για το έργο του Γιώργου Κουμεντάκη "Ο Σωκράτης στην Αθήνα", που παρουσιάστηκε στις 13 Ιουλίου 2001 στη Ρωμαϊκή Αγορά, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για το έτος Σωκράτη. Είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού "Α. Αθηναϊκή Επιθεώρηση Σύγχρονης Τέχνης" και της εφημερίδας "Η Καθημερινή". Από το 2003 έως το 2006 υπήρξε παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΑ. Σήμερα, συμμετέχει στην τηλεοπτική εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος, στην ΕΤ1, "Hotel Τρίτων".

Ποίηση

- Θέμα Για Άγνωστο Επισκέπτη (Ερατώ, 1985)
- Η Ιστορία της Μουσικής (Ίκαρος, 1994)
- Playback (Γαβριηλίδης, 2003)
- Ένας Σωρός Γλώσσα (Γαβριηλίδης, 2007) *Ν.Ι.Π.

25 Μαρ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΙ. Σημειώσεις από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Σχεδόν από τη στρατόσφαιρα

ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια ΜΤΦΡ.: ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ «ΕΞΑΝΤΑΣ»

Ο Πέτερ Χάντκε ανέκαθεν φρόντιζε να εναντιώνεται στο κυρίαρχο ρεύμα, και ανέκαθεν είχε την απαιτούμενη τόλμη και την απαιτούμενη στωικότητα να μην υπαναχωρεί και να υφίσταται τις συνέπειες μιας τέτοιας εναντίωσης. Υιοθέτησε ένα φαινομενικά «ψυχρό» ύφος στα γραπτά του, κάτι μεταξύ φιλοσοφικής πραγματείας και αποστασιοποιημένης θέασης των πραγμάτων, αφήνοντας κατά μέρος τις λυρικές διαθέσεις, γράφοντας πάντα με τα μολύβια του, θέλοντας θαρρείς να αφήνει απλώς στο μεγάλο βιβλίο της ζωής ίχνη απαλά (αλλά πολλά σημαίνοντα), όπως τα ίχνη ενός πουλιού πάνω στο χιόνι - αγαπημένη, κλασική εικόνα του Χάντκε, όπως μας θυμίζει ο άριστος μεταφραστής του παρόντος έργου, ο Σπύρος Μοσκόβου. Είτε έγραφε για το τζουκ-μποξ και το ροκ'ν'ρολ είτε για ένα ανεξήγητο (με την πρώτη ματιά) φονικό, ο Χάντκε καμωνόταν ότι μένει μακριά από το θέμα του, προσεγγίζοντάς το εντούτοις με εξαιρετική αναλυτική ικανότητα και με μια μεθοδική μέριμνα για τις λεπτομέρειες. Ταυτοχρόνως, παρέμεινε πεισματικός λάτρης της ειλικρίνειας, σκανδαλίζοντας πολλές φορές με τις απόψεις του, που σχεδόν πάντα σάρκαζαν την εκάστοτε φιλολογική ή πολιτική μόδα -είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του για τον Μάη του '68 (εκείνη την εποχή απλώς έπαιζε φλίπερ και έπινε μπίρες, όπως ο ίδιος τόνισε).

Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο Χάντκε θέλησε να παρέμβει με το μέσον που διαθέτει κάθε συγγραφέας, με τους συνδυασμούς των λέξεών του, στις δραματικές εξελίξεις που συντελούνται στα Βαλκάνια και ιδίως στη Γιουγκοσλαβία. Πέντε κείμενα, ένα εκ των οποίων το θεατρικό έργο Το ταξίδι με το μονόξυλο, σχολιάζουν με πίκρα, με οργανωμένη αγανάκτηση, και με μια βαθιά, βαθύτατη μελαγχολία, την καταστροφή όχι μονάχα ενός τόπου όσο ενός ονείρου. Οσα ξέραμε, μοιάζει να λέει ο Χάντκε, όσα ονειρευόμαστε με ανοιχτά τα μάτια, σωριάζονται σε ερείπια. Οπως το έθεσε και ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: «Δεν βομβάρδισε ο Κάντιος τη Σερβία· ο Κάντιος βομβαρδίστηκε στη Σερβία». Ο Χάντκε αυτό λέει με κάθε τρόπο. Κι ακόμη, όντας συγγραφέας πάνω απ' όλα, θρηνεί για το πρώτο θύμα του πολέμου, επιμένοντας ότι δεν είναι η «αλήθεια», όπως λένε, αλλά η γλώσσα.

Το Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια είναι οι σημειώσεις που κράτησε ο συγγραφέας ύστερα από δύο αλλεπάλληλα οδοιπορικά του στη βομβαρδιζόμενη χώρα στις αρχές και στα τέλη Απριλίου του 1999. Οι παρατηρήσεις του παραμένουν ψύχραιμες, ο τόνος του απέχει πολύ από των γνωστών «στρατευμένων» έργων, η φωνή παραμένει χαμηλή ακόμη κι όταν φουντώνει η οργή. Η ματιά του Χάντκε είναι πολύτιμη, μας μαθαίνει πώς να γράφουμε σε ζοφερούς καιρούς, πώς να διατηρούμε την αξιοπρέπεια του λόγου μας. Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα συγγραφέα που, πριν και πάνω απ' όλα, παρατηρεί και εν συνεχεία στοχάζεται πάνω στα όσα αγγίζει το βλέμμα του: «Το βομβαρδισμένο Πάντσεβο, η βομβαρδισμένη Πρίστινα, το βομβαρδισμένο Κραγκούγεβατς (όπου στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί είχαν οργανώσει τη μεγάλη μαζική εκτέλεση των ανήλικων μαθητών ως αντίποινα για τις επιθέσεις των ανταρτών). Μετά στην τηλεόραση αυτό που η δυτική γλωσσική χρήση χαρακτηρίζει παντού "προπαγάνδα": στρατιώτες εναλλάξ με λαϊκούς χορευτές, ποτάμια, βουνά, πεδιάδες, καπνοδόχοι, βάρκες και πάντα το ίδιο, σχεδόν απαλό γιουγκοσλαβικό-πατριωτικό τραγούδι, κι αυτό σε επανάληψη τουλάχιστον μια φορά την ώρα, διαρκώς όλες τις επόμενες ημέρες. Και για πρώτη φορά η σκέψη ότι υπάρχει ένα είδος "προπαγάνδας" που δεν έχει τίποτα το πλαστό ή πόσο μάλλον εσκεμμένο, που μπορεί να είναι πολύ περισσότερο κάτι το φυσικό, αλλά που γίνεται αντιληπτό ως "προπαγάνδα" μόνο και μόνο με τη διάδοση, με την επανάληψη. Ιδέα: αυτή η χώρα νιώθει πως απειλείται, περικυκλώνεται, περικλείεται από μια ακατανίκητη υπερδύναμη - και τι κάνει; Φορά το πιο παλιό και γιορτινό της φόρεμα και, γιατί όχι, την ωραιότερη λαϊκή της ενδυμασία, και χορεύει τους πιο παλιούς και πιο παραδοσιακούς χορούς της. Τραγουδά. Δείχνει και διηγείται, κάτω από μια τέτοια απειλή, τις πιο ειρηνικές και πιο αθώες εικόνες της - έστω κι αν οι εικόνες λένε συχνά ψέματα, τώρα, στην ανάγκη και την πίεση, λένε μια φορά την αλήθεια».

Ο Χάντκε, θυμίζοντας και αντιστρέφοντας μια πασίγνωστη διατύπωση του Αντόρνο, θα επιμείνει ότι πλέον ποιήματα και μόνο ποιήματα μπορούμε και πρέπει να γράφουμε. Μετά το Αουσβιτς και μετά τη Γιουγκοσλαβία, ύστερα από τόσους και τέτοιους ολέθρους, καθήκον του συγγραφέα είναι να πυκνώσει τη γλώσσα του, να νοηματοδοτήσει όσο περισσότερο μπορεί την «κραυγή», να της δώσει ποιητική υπόσταση, να την κάνει πηγή συγκίνησης και στοχασμού. Ο Χάντκε νοηματοδοτεί εκ νέου εκείνες τις σημασίες και εκείνες τις καταστάσεις που ακυρώνει η βαναυσότητα, νοηματοδοτεί τη φιλοξενία, νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ζεστασιά, νοηματοδοτεί τον πλούτο των αναμνήσεων από την παιδική ηλικία, νοηματοδοτεί την απλή καθημερινή επικοινωνία (ακόμη κι αν πρόκειται για την τόσο «ασήμαντη», φαινομενικά, δραστηριότητα της αγοράς μιας τσατσάρας!). Επαναφέρει έννοιες, λέξεις και συμπεριφορές που συντρίβονται από τη στυγνή «λογική» των πολέμων, των συμφερόντων, της αποθέωσης που γνωρίζει στις μέρες μας η ιδεολογία, στα όρια της αχαλίνωτης λατρείας της λεγόμενης αποτελεσματικότητας. Ο Χάντκε φαίνεται και εδώ αποφασισμένος να αποκαταστήσει τις λέξεις, να τους προσφέρει την κονιορτοποιημένη τους ευγένεια: «Από τότε που σ' αυτό τον πόλεμο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προτάσσουν μπροστά από κάθε τι το πιθανό και το απίθανο τη λέξη "διήγηση"("recit"), "διηγείται" ("raconte", "tells"―), σαν αυτή και μόνο η λεξούλα να ήταν το αδιάσειστο τεκμήριο της αλήθειας, η λέξη "διήγηση", μια από τις ευγενέστερες στην ιστορία της ανθρωπότητας, κατάντησε αποκρουστική και για πολύ καιρό ακόμα άχρηστη. - Αλλά εδώ μια τελευταία ακόμα, μια διαφορετική διήγηση για τη "συμπόνια", με τους πρόσφυγες, με τους βομβαρδισμένους: διηγήθηκαν κάποτε σ' ένα παιδί πόσο υπέφερε ένα άλλο. Κι αυτό πήγε παράμερα κι αγκάλιασε τον αέρα».

Οι βόμβες έπεσαν στη Γιουγκοσλαβία από τη στρατόσφαιρα (σχεδόν), μας θυμίζει ο Χάντκε. Ηταν βόμβες που δεν διέλυσαν απλώς μια χώρα (όσο καταπιεστικό κι αν ήταν το καθεστώς της), αλλά βόμβες που διέλυσαν τα όσα ξέραμε ώς τώρα για το τι σημαίνει πόλεμος, τι σημαίνει ανθρωπιά, τι σημαίνει αντίσταση, τι σημαίνει άμυνα. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα, τσακίζοντας τη δυνατότητα να πολεμήσεις έναν αναγνωρίσιμο αντίπαλο, τσακίζοντας τη δυνατότητα να αμυνθείς. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα τσακίζοντας τις έννοιες, τσακίζοντας τις λέξεις, τσακίζοντας τις πεποιθήσεις, τις βεβαιότητες, τις προτιμήσεις, τις συμπάθειες. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα και μας ανάγκασαν να αλλάξουμε άρδην τον τρόπο της σκέψης μας και τον τρόπο λεκτικής μετάδοσης της σκέψης μας. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα, και πια δεν είμαστε ίδιοι όπως πριν. Τίποτα δεν είναι όπως πριν, όταν οι βόμβες αρχίζουν να πέφτουν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα.
*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 16/3/2001.

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΓΑΥΓΙΖΕΙ ο σκύλος το σκοτάδι που καθεύδεις με δρασκελιές ομίχλη.
Ούτε η πηγή που επιμένει να συγκρατεί έναν χείμαρρο στον ψίθυρό της,
ούτε τα δέντρα που διστάζουν μια θύελλα στο ανάστημά τους,
ούτε το αόρατο τριζόνι που χαράζει
δέκα δάχτυλα κομματιασμένο ύπνο στην αγρύπνια της φωνής του,
γνωρίζουν το ζεστό σου ανάμεσά μας.
Μια ορεινή φαμίλια φως κι ένα σκυλί γαλήνη σπιτική οι μέτοχοί σου.
*
ΜΕ δάκρυ χιόνι γράφεται η λήθη, αλλά ποιος
κρατάει γη και ουρανό στα δυο του χέρια, αν όχι εσύ;
Όχι εσύ. Εσύ μοιάζεις ανήλικο κραυγής,
άρνηση ούτε να ψελλίσεις.
Κάτι αμάθητο χιονίζει ανάμεσά μας.
Απλά χιονίζει. Δεν ξεχνώ κι ας ξεπαγιάσω λάθη.
*
ΑΜΑΡΤΗΣΑ κατάσαρκά σου μιαν αμέριστη ελπίδα.
Τι θέλουν πάλι οι άνθρωποι και στάζουν
ανάμεσά μας; Μήπως μου είπες· «Η ζωή
βρέχει ακούραστα μια νύχτα ως το πρωί
και το πρωί διψάμε»;
Δεν με προειδοποίησες φωτιά και θαλπωρή.
Όφειλες άραγε, πριν σβήσεις;
Αμάρτησα κατάσαρκά σου.
Μούσκεψέ με απελπισία.
*
ΦΕΡΝΕΙΣ τη νύχτα του ομώνυμου φονιά
και υποκύπτεις στ’ ανοιχτά επίθετά σου.
Συντάσσονται ένα γύρο τα βουνά
με σκοτεινές προθέσεις.
Παράκτιες σκιές και τα μεγάλα
μάτια της δύσης κουκουβάγιας
ματώνουν· «τόσο αλάτι, τόσο αλάτι
κι ούτε ένα κύμα δικαιοσύνη,
μέσα σ’ αυτή τη δολοφόνα υγρασία».
Φέρνεις τη νύχτα του ομώνυμου φονιά.
Γλώσσα δεν πρόκειται να βρέξω
στων πληγών σου τη θαλάσσια σημασία.

23 Μαρ 2008

"Το Ηλιοστάσιο των Αγγέλων" - Ντίνος Σιώτης (2002)

Στο κουτί της ζωής κλειδωμένοι,
ο έρωτας μας απελευθερώνει
ο χρόνος μας σκοτώνει.

(έρωτας)

*
Από τις δυο
επάρσεις προτιμώ
εκείνη της σημαίας

(έπαρσις)

*

Όπως και τόσες άλλες χώρες
έτσι και η Ελλάδα είναι πιο
γοητευτική από μακριά

(γεωγραφία)

*

Αυτός που σε
γλείφει θα σε
καρφώσει πρώτος

(κόλακας)

*Ο Ντίνος Σιώτης θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας άξιος εκπρόσωπος της β' μεταπολεμικής γενιάς (του '70), με μια πολυποίκιλη και διφορούμενη ποιητική πορεία. Εκδότης του σημαντικότατου λογοτεχνικού περιοδικού των καιρών μας, των "(δε)κάτων" (το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 2003 με συνεκδότη τον Γ.Ι. Μπαμπασάκη [για τρία μόνο τεύχη]), και του περιοδικού "Mondo Greco", που έχει έδρα τη Βοστώνη. Μόλις φέτος τιμήθηκε για πρώτη φορά με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή "Αυτοβιογραφία ενός στόχου" (Εκδόσεις Κέδρος). Πιστός στην παγκοσμιοποιημένη γραφή του, καταδικασμένος να γράφει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, εξαιτίας της εργασιακής του ενασχόλησης με το Υπουργείο Εξωτερικών, εκδίδει το 2002 τη συλλογή "Το ηλιοστάσιο των αγγέλων" από τις Εκδόσεις Κέδρος. Στις 73 σελίδες της παραθέτονται τα 48 ποιήματα, τα οποία γράφτηκαν στη Βοστώνη, στη Νέα Υόρκη, στην Οττάβα, στη Μινέαπολις, στη Λευκωσία, στις Κάννες, στις Βρυξέλλες, στην Ιρλανδία, στην Αθήνα και την Τήνο. Μερικά από τα ποιήματα αυτά είχαν δημοσιευθεί στα περιοδικά "Το Δέντρο", "Η Λέξη", "Ο Πόρφυρας", η "Propaganda" και στο "Ημερολόγιο της Εταιρείας Συγγραφέων". Ο Σιώτης, πλέον, έχει φτάσει τις 15 ποιητικές συλλογές (από το 1969) και οδεύει προς τον δρόμο της ελληνικής ποιητικής αιωνιότητας.

Βιογραφικό Ντίνου Σιώτη

Γεννήθηκε στην Τήνο το 1944 και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Σαν Φρανσίσκο όπου έζησε από το 1971 έως το 1982. Εργάστηκε ως Σύμβουλος Τύπου στην Πρεσβεία της Ελλάδας στον Καναδά και στα Γενικά Προξενεία της Ελλάδας στη Νέας Υόρκη και τη Βοστώνη. Εμφανίστηκε στα γράμματα με τη συλλογή "Απόπειρα" (Ιωλκό, 1969). Έχει εκδώσει δεκαπέντε βιβλία ποίησης, εκ των οποίων τρία στα αγγλικά και ένα στα γαλλικά, δύο μυθιστορήματα, μία νουβέλα και μία συλλογή με αφηγήματα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, ρουμανικά και κινεζικά. Από το 1971 έχει εκδώσει δέκα πολιτικά και λογοτεχνικά περιοδικά στο Σαν Φρανσίσκο, την Οτάβα, τη Νέα Υόρκη, την Αθήνα και τη Βοστώνη. Σήμερα εκδίδει τα "(δέ)κατα" στην Αθήνα και το "MondoGreco" στη Βοστώνη.

Ποίηση

- Απόπειρα, Ιωλκός, 1969
- So what, Pandjandrum Press, Σαν Φραντσίσκο, 1972
- Εμείς και ο βροχοποιός, Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1973
- Δεκατρία ηλεκτρικά ποιήματα, Το Καλώδιο 1978
- Καιρικές συνθήκες, Γνώση, 1981
- Κλιματιζόμενοι διάδρομοι, Νεφέλη, 1986
- Part time paradise, Mosaic Press, Ν. Υόρκη, 1988
- Η μηχανή των μυστικών, Καστανιώτης, 1993
- Μουσείο Αέρος, Καστανιώτης, 1999
- Το ηλιοστάσιο των αγγέλων, Κέδρος, 2002
- Δεν γνωρίζω, δεν απαντώ, Κέδρος, 2004
- Αυτοβιογραφία ενός στόχου, Κέδρος, 2006
- Ποίηματα Πυρκαγιάς, Τυπωθήτων, 2007

Πεζογραφία

- Δέκα χρόνια κάπου, Καστανιώτης, 1994 (μυθιστόρημα)
- Επιδρομή στον κυβερνοχώρο, Καστανιώτης, 1995 (νουβέλα)
- High Life, Kαστανιώτης, 1996 (αφηγήματα)
- E-mail, Πατάκης, 2000 (μυθιστόρημα) *Ν.Ι.Π.

22 Μαρ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/03/blog-post_15.html

ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΜΗΤΗΡ … (microDiaries 2)

Τέλος πάντων, καθώς φαίνεται, δύσκολα ξεφεύγει κανείς από το πεπρωμένο του· άσε που πολλές φορές δεν είναι καν ανάγκη να το αποφύγεις ή δεν είναι εφικτό να το κάνεις – κι εμένα, είναι αλήθεια, μου αποκαλύφθηκε αρκετά νωρίς στη ζωή μου, ώστε να το παραδεχτώ γρήγορα και ανώδυνα για δικό μου. Ας είναι καλά οι φίλοι μου των δεκαοχτώ χρονών, που φρόντισαν γι΄ αυτό: η Έλλη και η Φρόσω, που σχεδόν μου επέβαλαν ως πρότυπο τον Ντόναλντ Ντακ και μ’ εφοδίασαν με τη φιγούρα του σε διάφορες χαρακτηριστικές θέσεις (ξάπλα στην πολυθρόνα του να διαβάζει εφημερίδα, ξάπλα στην αιώρα του να ξεκουράζεται, ξάπλα στο κρεβάτι του να ονειρεύεται, ξάπλα…), ο Βαγγέλης, που πρόθυμα συνηγορούσε και αυτός, και η Μάτα που σ’ έναν από εκείνους τους ατέλειωτους καφέδες μας με προέτρεπε να πάω να ζήσω στη Ικαρία, τον «παράδεισο όλων των τεμπέληδων και αργόσχολων», όπως μου έλεγε, γιατί περί αυτού τελικά πρόκειται, όχι για την Ικαρία, όπου κατέληξα πράγματι, μα για την τεμπελιά, την ιδιότητα αυτή του χαρακτήρα μου, που μαζί με κανά δυο άλλες ακόμη εμφανίζεται ως η πιο σταθερή σε μένα.

Ωστόσο δεν είναι η τεμπελιά γενικά που απασχολεί σήμερα τη σκέψη μου, πόσο μάλλον που θα ήθελα να της αφιερώσω κάποια στιγμή ένα μεγάλο κεφάλαιο (ποιου βιβλίου δεν ξέρω ακόμα), όπου θα ξεκαθάριζα την οπτική γωνία από την οποία την αντικρίζω και θα δικαιολογούσα και τον επιθετικό προσδιορισμό, «δημιουργική», που συνήθως της προσθέτω – δεν είναι λοιπόν για την τεμπελιά γενικά που προτίθεμαι να γράψω τώρα μα για μια ιδιαίτερη μορφή της, μια από τις τόσες στις οποίες σεμνύνομαι να επιδίδομαι με ζέση και αυταπάρνηση (και δεν είμαι ο μόνος βέβαια): το διάβασμα. Είναι ο Αιμίλιος Cioran, πιστός μου σύντροφος σε πολλές ώρες αργίας στη διάρκεια του βίου μου, που κάπου μιλάει για την ανάγνωση ως μια μορφή τεμπελιάς, μα δεν θυμάμαι τα συμφραζόμενα κι ενδεχομένως να παρερμηνεύω το νόημα της φράσης του. Αν όμως βαλθώ να ψάξω την ακριβή δική του διατύπωση, είναι βέβαιο ότι αυτό το μικρό κείμενο δεν θα τελειώσει ποτέ κι είναι αυτό ακριβώς που ώρες – ώρες με προβληματίζει.

Όλα (προς μέγιστη ευχαρίστηση τού Mallarmé, τα λόγια του οποίου επίσης παρερμηνεύω) οδηγούν τα βήματά μου σε κάποια βιβλία κι ύστερα μού είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να ξαναγυρίσω στην αρχική μου απασχόληση. Κάπως έτσι ερμηνεύεται η εμπλοκή της ανάγνωσης με την τεμπελιά που υποστηρίζω εδώ: οτιδήποτε κι αν σκεφτώ με φέρνει, αμέσως ή λίγο μετά, μπροστά στα ράφια της βιβλιοθήκης μου απ’ όπου με δυσκολία απομακρύνομαι χωρίς ένα ή και περισσότερα βιβλία στα χέρια μου. Οπότε ξεκινάω την ανάγνωση που δεν σταματάει μέχρι κάποια καινούρια ιδέα να γεννηθεί στο μυαλό μου και να με φέρει άλλη μια φορά στη βιβλιοθήκη για έρευνα και τεκμηρίωση και τούτης ή μέχρι την ώρα που κάποια άλλη ασχολία θα με αναγκάσει ν’ αφήσω στην άκρη το βιβλίο μου (δηλαδή επάνω στο γραφείο ή στο κομοδίνο μου για να περιμένει την επιστροφή μου) και να σηκωθώ.

Ξεκινάω λοιπόν αυθαίρετα την εξιστόρηση των ματαιωμένων συγγραφικών μου σχεδίων από την εποχή, όχι πολύ μακρινή, που με αποφασιστικότητα ανακοίνωσα ότι καταπιάνομαι και ήδη προχωρώ στη σύνταξη ενός κειμένου που, με τον τίτλο Οι θαυμάσια πεθαμένοι, επρόκειτο να αποτελεί μιαν (ακόμη) απολογία της αυτοκτονίας. Στην πορεία όμως ανέτρεξα προς τεκμηρίωσιν, μεταξύ άλλων, και στα Γραπτά του Γιώργου Μακρή, απ’ όπου βγήκα, αφού πρώτα διάβασα τουλάχιστον τριακόσιες σελίδες, με την ακλόνητη απόφαση να γράψω ένα κείμενο για αυτόν που αποτελεί σταθερά τα τελευταία χρόνια έναν από τους ήρωές μου. Και πράγματι, ξεκίνησα να γράφω της εισαγωγή, την οποία και, σχεδόν, ολοκλήρωσα, σκαρίφησα (υπάρχει τέτοια λέξη;) τη δομή και τα γενικά σημεία του κειμένου, κράτησα κάποιες ακόμη σημειώσεις και … βάλθηκα να γράφω μιαν (ακόμη) υπεράσπιση της ποίησης. Που σημαίνει ότι πέρασα σχεδόν δυο ευχάριστους μήνες διαβάζοντας Hölderlin, Shelley, Breton, Octavio Paz, Ελύτη και Πλάτωνα, προτού εγκαταλείψω κι αυτό μου το φιλόδοξο σχέδιο για χάρη του Παρθενώνα και της μελλοντικής του τύχης, που με απασχολεί αυτή τη στιγμή (ήδη για τις ανάγκες αυτού τού μανιφέστου έχω ανατρέξει στον Le Corbusier, στον Freud και στον φουτουρισμό και στο μυαλό μου γυρίζει έντονα εκείνη η παλιά μου ανολοκλήρωτη έρευνα για τους απόηχους των φουτουριστικών ιδεών στην ελληνική ποίηση και κυρίως σε αυτήν του Εγγονόπουλου).

Εδώ βρίσκομαι σήμερα λοιπόν, μ’ ένα σωρό ματαιωμένα, φιλόδοξα συγγραφικά σχέδια στα συρτάρια και στ’ αρχεία του υπολογιστή μου (για τον Εμπειρίκο και τον Μπάροουζ, για τα βιβλιοπωλεία και τα καφενεία, για τον Jim Morisson και το Σούνιο, για τον Ελύτη και τις αντιφάσεις μου, για να μην αναφέρω και τις αρχινισμένες μεταφράσεις μου από ένα σωρό γλώσσες που ελάχιστα γνωρίζω) κι έχοντας πλέον σχεδόν συμβιβαστεί με την προοπτική τής ολοκλήρωσης μόνο όσων γραπτών μου καταφέρνω να φέρω σε πέρας χωρίς να σηκωθώ καθόλου από τη θέση μου. Γι’ αυτό ίσως και τα μόνα γραπτά μου που έφτασαν σε μια τελική μορφή είναι κάποια μικρού μεγέθους ποιήματα και ό,τι γράφτηκε εκτός σπιτιού και μακριά από τη βιβλιοθήκη μου, σε καφενεία, σε παγκάκια, μέσα στο αυτοκίνητο, πάντα περιμένοντας κάποιον που ευτυχώς αργούσε να φανεί.

Είναι όμως ώρα να σταματήσω το γράψιμο, για να βάλω ακόμη ένα ποτό στο ποτήρι μου και να πάω προς αναζήτηση της ακριβούς διατύπωσης τού Cioran – με πρώτο κέρδος τη φράση του: Μερικές φορές σκεφτόμαστε ότι είναι καλύτερα να αυτοπραγματωθούμε από το να αφεθούμε στην τεμπελιά. Άλλοτε σκεφτόμαστε το αντίθετο. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε απόλυτο δίκιο.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

21 Μαρ 2008

"Διόρθωσε τα Κακώς κείμενα" [Οι Πρεμιέρες της Εβδομάδας]

Η οπτική του Θάνου Αναστόπουλου στην κοινωνική περιθωριοποίηση και τον εθνικό πατριωτισμό προσφέρει μια ταινία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η καλύτερη ελληνική παραγωγή της χρονιάς. Τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στο Βερολίνο η ταινία λατρεύτηκε και αυτό γεμίζει με αισιοδοξία για έναν καλύτερο ελληνικό κινηματογράφο.

Διόρθωση : Με τον Γιώργο Συμεωνίδη, σε σκηνοθεσία Θάνου Αναστόπουλου. «Ένας άντρας που αποφυλακίστηκε προσπαθεί να επιβιώσει στη ζούγκλα της Αθήνας, ανάμεσα σε άστεγους και περιθωριακούς, μια γυναίκα κι ένα παιδί». Στη δεύτερη ταινία του, ο Αναστόπουλος σκηνοθετεί ένα ωμό κοινωνικό δράμα στηλιτεύοντας τον ρατσισμό, τη ξενοφοβία και την υπέρμετρη εθνικοφροσύνη..
Βαθμολογία : 4/5

Γύρνα το Μόνος σου : Με τον Τζακ Μπλακ, σε σκηνοθεσία Μισέλ Γκοντρύ. «Δύο φίλοι καταστρέφουν άθελά τους τις βιντεοκασέτες ενός βίντεο κλαμπ και αποφασίζουν να ξαναγυρίσουν ταινίες, όπως τον Ρόμποκοπ». Ο πετυχημένος Γκοντρύ (Αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού) γυρίζει μια απολαυστική κωμωδία καταστάσεων, παρωδία γνωστών ταινιών του παγκόσμιου σινεμά.
Βαθμολογία : 3/5

Πριν ο Διάβολος καταλάβει ότι πέθανες : Με τον Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν, σε σκηνοθεσία Σίντνευ Λούμετ. «Δύο αδέρφια οργανώνουν ληστεία στο μαγαζί των γονιών τους, η δουλειά όμως πάει στραβά». Ο αειθαλής Λούμετ (Σέρπικο, Σκυλίσια μέρα) προσφέρει μια περιπέτεια δράσης με διάσημους ηθοποιούς του Χόλυγουντ.
Βαθμολογία : 3/5

Το Ημερολόγιο των Νεκρών : Με τον Τζόσουα Κλόουζ, σε σκηνοθεσία Τζορτζ Ρομέρο. «Μια ομάδα φοιτητών κινηματογράφου καθώς γυρίζουν μια ταινία τρόμου με ζόμπι, θα έρθουν αντιμέτωποι με πραγματικά ζόμπι». Ο Ρομέρο σαν άλλος Λούκας (Ο πόλεμος των άστρων) συνεχίζει με την 5η συνέχεια των ταινιών ζόμπι, που πρωτοξεκίνησε το 1968 (Η νύχτα των ζωντανών νεκρών).
Βαθμολογία : 2/5

Η Νύχτα των Ηλιοτροπίων : Με τον Μαριάνο Αλαμέντα, σε σκηνοθεσία Χορχέ Σάντσεζ-Καμπεθούντο. «Δύο τρομερά εγκλήματα. Ένα φρικτό λάθος. Το δίλημμα: δικαιοσύνη ή εκδίκηση». Από την Ιβηρική χερσόνησο έρχεται η πρόταση για ένα δυνατό θρίλερ μικρών ιστοριών με εμφανείς αδυναμίες όμως.
Βαθμολογία : 2/5

Υπόλοιπες Πρεμιέρες :

Doomsday : του Νικ Μάρσαλ. Μελλοντολογική περιπέτεια κοινότυπου θέματος και σεναρίου.
U2 3D : των Μ. Πέλινγκτον και Κ. Όουενς. Παρουσίαση παγκόσμιας περιοδείας των U2 σε 3D μορφή.
Μπαμπάς για γκολ : του Άντι Φίκμαν. Χαζοκωμωδία νοσταλγικών προεκτάσεων από εκείνες του σωρού.

Νέστορας Ι. Πουλάκος - Εφημερίδα Το Παρασκήνιο (21-3-08)

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Paris, Παρίσι [Κέδρος, 2003]

Η Ποίηση είναι ένας παρατεταμένος στεναγμός. Η Ποίηση είναι ένα δάκρυ που δεν χάνεται μες στη βροχή, μα μένει αιώνιο. Η Ποίηση είναι ένα γέλιο που ακούγεται μες στον Ύπνο της Λογικής, μες στη Νύχτα του Θεάματος, όπου όλες οι αγελάδες είναι γκρίζες, όλοι οι Φιλισταίοι καθεύδουν, όλοι οι άλλοι θαυμάσιοι τρόποι μας σιωπούν. Η Ποίηση είναι ένα ουρλιαχτό με σιγαστήρα. Η Ποίηση είναι ένας ψίθυρος που κραυγάζει. Η Ποίηση είναι ένα σημάδι ανεξίτηλο στο εσωτερικό του αριστερού μηρού μας που λέει ότι ζούμε ακόμα. Η Ποίηση είναι ένα χρυσό βλέμμα που χαμογελάει, που βουρκώνει, που σπαρταράει, που τήκεται, που λιώνει. Η Ποίηση είναι η επέλαση του Καλού. Η Ποίηση είναι ο εκθειασμός της Αθωότητας. Η Ποίηση είναι η εορτή του Έρωτος. Η Ποίηση είναι η φίλη των Θεών. Η Ποίηση είναι η μουσική των κορμιών. Η Ποίηση είναι ο ιδρώτας των εραστών. Η Ποίηση είναι η παρανομία της επίσημης πραγματικότητας. Η Ποίηση είναι ο δόλος του Λόγου. Η Ποίηση είναι η άρση της ηλικίας. Η Ποίηση είναι η θέωσις της ευαισθησίας. Η Ποίηση είναι ο θάνατος της οίησης. Η Ποίηση είναι η διασάλευση των παραισθήσεων. Η Ποίηση είναι η άριστη αποκατάσταση των αισθήσεων.
*
Στο Mabillon,στη rue de Buci,
ήπιαν κιρ
(εκείνος, πολλά),
κιρ ρουαγιάλ
(εκείνη, τέσσερα).
Στη rue de la Seine
εκείνος έγειρε και τη φίλησε
στο χνούδι του αυχένα,
εκείνη γέλασε
και του άγγιξε
με το ακροδάχτυλο τη μύτη,
και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Στη rue de Vaugirard
μοιράστηκαν ένα σάντουιτς
κι ένα λίτρο λευκό κρασί,
μιλώντας ακατάπαυστα
και οι δύο
για τον άνεμο
που κάνει τα σύννεφα
λαγωνικά τ’ ουρανού.
Στη rue Dauphine
εκείνος άναψεδύο […]

(220Words [Mια Περιπλάνηση])

*Κε Μπαμπασάκη σας ευχόμαστε, όλοι οι συντελεστές του "Βακχικόν", κάθε δημιουργική ποιητική συνέχεια. Με τη συλλογή "Paris, Παρίσι" κλείνει ο κύκλος των έξι ποιητικών συλλογών, που έχει κυκλοφορήσει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, από το 1985 και τα "Σκοτεινά Τοπία" μέχρι το 2007 και το "Ω!". Το "Paris, Παρίσι" είναι μια σημαδιακή αλλά και σημαντική συλλογή. Είναι, πάνω απ' όλα, η μεγάλη επιστροφή, η μεγάλη αλλαγή. Δέκα χρόναι πέρασαν από τον "Έγγραφο Ίλιγγο" (Άρκτος, 1993) και η ποιητική έμπνευση του χτύπησε την πόρτα.. στο Παρίσι, στα Πατήσια, στα Εξάρχεια. Επίσης ήρθε και ερωτικός, επιθετικό στίχος, που θα συνεχιστεί με το "La vie est belle et facile" και το "Ω!". 63 σελίδες, 19 ποιήματα, όλο πάθος, όλο χάρη. Το ποιητικό βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κέδρος το 2003. Μυρίζει γυναίκα, έρωτα και ποτό, Ικαρούλη, ο στίχος σου.. Αυτό μας αρέσει.. Αλόχα, my friend!

Διαβάστε τις υπολοιπες ποιήσεις του Γ.Ι. Μπαμπασάκη :
- Σκοτεινά Τοπία [Ερατώ, 1985] http://vakxikon.blogspot.com/2007/08/blog-post.html
- Εκδρομή Στο Παρελθόν [Ερατώ, 1990] http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/1990.html
- Έγγραφος Ίλιγγος [Άρκτος, 1993] http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/1993.html
- La Vie Est Belle Et Facile [Ερατώ, 2004] http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/la-vie-est-belle-et-facile-2004.html
- Ω! [Οξύ, 2007] http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/2007.html *Ν.Ι.Π.

20 Μαρ 2008

"Visuals Poets : Stanley Kubrick : 2001 : A Space Odyssey (1968)" - Ιωάννα Κουτζούκου

Σε κάποια φάση ο Kubrick είχε οραματιστεί να παρουσιάσει το “Dr. Strangelove” σαν ένα ντοκιμαντέρ που έχουν δημιουργήσει εξωγήινοι. Παρόλο που αργότερα απέρριψε αυτήν την ιδέα, ενδιαφερόταν ακόμα να ασχοληθεί με μία ταινία επιστημονικής φαντασίας και γι’ αυτό έψαξε τους καλύτερους συγγραφείς αυτού του είδους. Το Φεβρουάριο του 1964, του συνέστησαν τον Arthur Clarke και 2 μήνες μετά συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου ο Clarke βρισκόταν για να επιμεληθεί ένα βιβλίο. Ο Kubrick εντυπωσιάστηκε από το μυθιστόρημα του Clarke, “Childhood’s end”, το οποίο μιλούσε για μία ανώτερη φυλή εξωγήινων όντων που θα βοηθούσε την ανθρωπότητα να καταστρέψει τον παλιό της εαυτό και να ξαναγεννηθεί πιο αναπτυγμένη. Τα δικαιώματα για την ταινία είχαν ήδη αγοραστεί, αλλά η κεντρική ιδέα του βιβλίου αποτέλεσε τον πυρήνα της ταινίας που δημιούργησαν από κοινού οι Kubrick και Clarke. Ο Clarke θεώρησε ότι θα ήταν καλό να χρησιμοποιήσουν ως αφετηρία το διήγημά του, του 1948, “The Sentinel” - ένα “τετράεδρο” βρίσκεται στο φεγγάρι, το οποίο αποκαλύπτει στους εξωγήινους την ανθρώπινη παρουσία, όταν εισχωρούν σ’ αυτό. Από το Μάιο μέχρι τα Χριστούγεννα του 1964, ο Clarke έγραψε το μυθιστόρημα 2001: A Space Odyssey, όπως ονομάστηκε αργότερα, στο Chelsea Hotel (με πελάτες το William S. Burroughs κι άλλους beatnik συγγραφείς), όταν ο Kubrick εργαζόταν πάνω στο σενάριο. Δούλευαν ο ένας στις ιδέες του άλλου ώστε να δημιουργήσουν ένα συνεχές σύνολο.

Η ιστορία αναπόφευκτα κατέληξε σε ένα οπτικό πόνημα για την εξέλιξη του ανθρώπου. Οι αρχέγονοι πίθηκοι μαζεύονται για φαγητό και νερό και κοιμούνται μαζί. Αναγκάζονται να φύγουν από το νερόλακκο κι έτσι δεν μπορούν να επιβιώσουν εύκολα. Τότε ο μονόλιθος κάνει την εμφάνισή του. Ένας πίθηκος ανακαλύπτει πώς να χρησιμοποιεί τα κόκαλα σαν εργαλεία ή όπλα. Μαθαίνουν να κυνηγούν και να τρώνε τα ζώα που κάποτε έτρωγαν πλάι τους. Οι πίθηκοι ανακαταλαμβάνουν το νερόλακκο από τους αντιπάλους τους και χτυπάνε έναν από αυτούς μέχρι θανάτου.

Σε μία μελλοντική κοινωνία βλέπουμε τους ανθρώπους να τρώνε και να πίνουν σε διαστημόπλοια. Ο μονόλιθος εμφανίζεται στο Φεγγάρι. Μετά απ’ αυτό οι Αμερικάνοι κι οι Ρώσοι συμμαχούν για μια κοινή αποστολή στο Δία ώστε να ανακαλύψουν την πηγή του σήματος του μονόλιθου. Στο Discovery, ο Bowman κι ο Poole τρώνε, πίνουν, παίζουν σκάκι και ζωγραφίζουν. Ο εχθρός τους είναι ο “supercomputer”, γνωστός ως HAL, που κυβερνά το διαστημόπλοιο και που σκοτώνει τον Poole και τους Ρώσους αστροναύτες κι εξοστρακίζει τον Bowman από το “νερόλακκο”. Ο Bowman αποσυνδέει το HAL. Ο μονόλιθος εμφανίζεται στο διάστημα κι ο Bowman περνάει μια αστρική πύλη, βλέποντας τα θαύματα του σύμπαντος. Σε ένα οικείο σκηνικό, ένα δωμάτιο του 18ου αιώνα, γερνάει και μεταμορφώνεται σωματικά σε ένα Αστρικό Παιδί, τέλος γυρνάει στη Γη μεταφέροντας μαζί του κι αυτά που έχει αποκομίσει.

Πρωταγωνιστούν: Keir Dullea, Gary Lockwood, William Sylvester, Daniel Richter/ Σενάριο: Stanley Kubrick, Arthur Clarke/ Σκηνοθεσία: Stanley Kubrick/ Διάρκεια: 141’.

Κέρδισε το Όσκαρ για τα καλύτερα ειδικά εφέ κι ήταν υποψήφιο για άλλα τρία.
Γυρίστηκαν πολλές συνέχειες, όπως σκηνές από την οικογενειακή ζωή των αστροναυτών, παραλληλισμοί σ’ αυτές των πιθήκων, αλλά σιγά σιγά ο Kubrick τις έκοψε όλες. Μετά την πρώτη προβολή που έγινε για τα στελέχη της MGM, που χρηματοδοτούσε την ταινία, κόπηκε επίσης κι ένας δεκάλεπτος πρόλογος, που περιείχε συνεντεύξεις από ειδικούς του διαστήματος, της θεολογίας, της βιολογίας, της χημείας και της αστρονομίας. Τέλος, διαγράφηκε κι ο διάλογος που εξηγούσε γιατί ο νοήμων υπολογιστής HAL υπέστη νευρικό κλονισμό. Όσο περισσότερες περικοπές έκανε ο Kubrick, τόσο λιγότεροι διάλογοι έμεναν. Ο Kubrick είπε ότι: “Strangelove was a film were much of its impact hinged on the dialogue, the mode of expression, the euphemisms employed. As a result, it’s a picture that is largely destroyed in translation or dubbing. 2001, on the other hand, is basically a visual, nonverbal experience. It avoids intellectual verbalization and reaches the viewer’s subconscious in a way that is essentially poetic and philosophic. The film thus becomes a subjective experience which hits the viewer at an inner level of consciousness, just as music does, or painting” . Ακόμη κάνει την ταινία πιο ασαφή. “It has always seemed to me that really artistic, truthful ambiguity – if we can use such a paradoxical phrase – is the most perfect form of expression. Nobody likes to be told anything. Take Dostoyevsky. It’s awfully difficult to say what he felt about any of his characters. I would say ambiguity is the end product of avoiding superficial pat truths”.

Ένα από τα “pat truth” στα οποία μπορεί να αναφερόταν ο Kubrick ήταν το πρωτότυπο τέλος, σύμφωνα με το οποίο το Αστρικό Παιδί γυρνάει στη Γη και καταστρέφει το δακτύλιο της πυρηνικής βόμβας που περικυκλώνει τον πλανήτη. Παρόλο που δεν έγινε φανερό, στη διάσημη μετάβαση όταν οι πίθηκοι ρίχνουν το κόκαλο /όπλο στον αέρα ο Kubrick το κόβει σε μία πυρηνική βόμβα σε τροχιά. Μετά την προειδοποίηση για τον πυρηνικό Αρμαγεδόνα στο “Dr. Strangelove”, ο Kubrick δεν ήθελε να φανεί ότι επαναλαμβανόταν με το 2001: A Space Odyssey, έτσι το τέλος άλλαξε υιοθετώντας μια πιο διφορούμενη και πιο ικανοποιητική οπτική απέναντι στο Αστρικό Παιδί. Και στην αρχή αλλά και στο τέλος της ταινίας, ένα εξελικτικό βήμα πυροδοτείται από μία εξωτερική δύναμη. Ο άνθρωπος συνεχίζει να σκοτώνει για να προστατεύσει την περιοχή του, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Η ερώτηση που γεννάται είναι αν η εξέλιξή του σε Αστρικό Παιδί θα αλλάξει κάτι στη φύση του ή θα παραμείνει η ίδια; Τελικά, η ταινία γεννά απείρως περισσότερα ερωτήματα από όσα λύνει.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Kubrick συρρίκνωσε το “2001: A Space Odyssey” στα πιο σημαντικά στοιχεία του ήταν ενδεικτικός της αναδυόμενης μεθόδου του να βρίσκει ιστορίες. Με την πάροδο των χρόνων, ο Kubrick είχε αποδώσει τόσα πολλά βιβλία σε ταινίες που είχε συνειδητοποιήσει ότι αυτό που χρειαζόταν, όπως είπε αργότερα στον Brian Aldiss, ήταν “6 or 8 non-submersible units”. Μία ενότητα “μη καταδυόμενη”, είναι ένα μέρος- νόημα της ιστορίας που δεν μπορεί να συρρικνωθεί. Όταν αυτά τα νοήματα της ιστορίας ενώνονται μαζί διαμορφώνουν μια αφήγηση που θα περιέχει μια ισορροπημένη μείξη από όλα τα θέματα, τις εικόνες και τους χαρακτήρες. Κάτι που μπορεί να φανεί και στο “Dr. Strangelove”, το οποίο έχει λιγότερες από 20 σκηνές.

Παρόλο που το ίδιο το θέμα του “2001: A Space Odyssey” αφήνει χώρο για διάφορες ερμηνείες, η εμμονή του Kubrick στην ακρίβεια και τη λεπτομέρεια, σε συνδυασμό με το κινηματογραφικό του όραμα, σήμαινε ότι έψαξε κάθε εκδοχή του ευλογοφανούς μέλλοντος ώστε να φαίνεται αληθινό. Η παραγωγή, που μεταφέρθηκε από τη Νέα Υόρκη στα studios της MGM στο Borehamwood στο βόρειο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 1965, έπρεπε να παρακολουθεί τις τελευταίες εξελίξεις για τον διαστημικό αγώνα – ο Ρώσος Andrei Leonov ήταν ο πρώτος άνθρωπος που περπάτησε στο διάστημα στις 18 Μαρτίου του 1965, το Ranger R φωτογράφησε για πρώτη φορά χιλιάδες λεπτομερείς φωτογραφίες το Φεγγάρι κι ο Αμερικανός Ed White “πάτσισε” με το Leonov και τη βόλτα του στο διάστημα στις 3 Ιουνίου. Η ομάδα παραγωγής συνεργάστηκε με τη NASA και τις εταιρίες που κατασκεύαζαν διαστημικά σκάφη, για τις προσγειώσεις στο Φεγγάρι, και τους επισκέφτηκαν για να μάθουν πώς είναι, αλλά και πώς δουλεύουν τα διαστημόπλοια.

Παρόλα αυτά, η πραγματική πρόκληση που αντιμετώπιζε ο Kubrick ήταν να βρει τρόπους να αποδώσει πράγματα που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα. Για να το καταφέρει συγκέντρωσε μία άνευ προηγουμένων ομάδα τεχνικών για τα ειδικά εφέ. Όταν ο Clarke κι ο Kubrick πήγαν στην παγκόσμια έκθεση της Νέας Υόρκης το 1964, ο Kubrick εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το ντοκιμαντέρ της NASA, “To the Moon and Beyond”, που ζήτησε από την εταιρία παραγωγής να κάνουν κάποια προπαρασκευαστική δουλειά γι’ αυτόν. Ο Con Pederson κι ο Douglas Trumbull μετακόμισαν στο Λονδίνο με την παραγωγή, με τον τελευταίο να ξεκινάει μια λαμπρή καριέρα με ταινίες όπως “Silent Running”(1971), “Close Encounters of the third kind”(1972) και “Blade Runner”(1982).

Στον Kubrick άρεσε επίσης το πλήθος των νεφελωμάτων και το σμήνος των αστέρων που είδε σε ένα ντοκιμαντέρ του 1959 στο Εθνικό Φεστιβάλ του Καναδά, με τίτλο “Universe”, έτσι προσέλαβε την ομάδα παραγωγής του για το “2001: A Space Odyssey”. Ξαναπροσέλαβε και το Wally Weevers, τον άνθρωπο που είχε αναλάβει και τα ειδικά εφέ για το “Dr. Strangelove”, επίσης ζήτησε από το βετεράνο Tom Howard, που δούλευε στα οπτικά εφέ για πάνω από 20 χρόνια, να ξεπεράσει τη μαγεία που είχε δημιουργήσει για το “The thief of Bagdad”(1940), το “Blithe Spirit”(1945) και πολλές ταινίες του επιστημονικής φαντασίας. Τελικά συγκέντρωσε μια ομάδα αποτελούμενη από 25 ανθρώπους, ειδικούς για τα εφέ, 35 σχεδιαστές και 70 ακόμα γι’ αυτήν την παραγωγή μαμούθ.

Το γύρισμα ξεκίνησε στις 29 Δεκεμβρίου του 1965 με την ανασκαφή του μονόλιθου στο Φεγγάρι. Από τις 8 Ιανουαρίου του 1966, τα πλάνα για το διαστημικό σταθμό και το Φεγγάρι διήρκησαν ένα μήνα. Στη συνέχεια το εσωτερικό του Discovery 1 γυριζόταν με τους ηθοποιούς Gary Lockwood (Poole) και Keir Dullea (Bowman) μέχρι το τέλος του Αυγούστου. Σε μια ταινία γεμάτη με εντυπωσιακές εικόνες, το μηχανολογικό κομμάτι ήταν το κέντρο ελέγχου του Discovery για το οποίο οι Vickers Engineering κατασκεύασαν ένα φυγοκεντρωτή που κόστιζε 750.000 δολάρια. Ήταν ψηλότερος από ένα σπίτι, 20 πόδια φαρδύ και ζυγίζοντας 30 τόνους, ο τροχός γυρνούσε έτσι ώστε να δώσει την αίσθηση μιας φυγόκεντρου δύναμης μέσα στο Discovery. Το εξωτερικό του τροχού είχε κατασκευαστεί με ηλεκτρικό εξοπλισμό και προβολείς για τις επιδείξεις του υπολογιστή, τα οποία σε συνδυασμό παρήγαν μια αποπνικτική ζέστη. Συνεπώς, αναγκαστικά τεράστιοι αγωγοί ρουφούσαν τη ζέστη έξω και διοχέτευαν αέρα μέσα στο στροβιλιζόμενο σκηνικό.

Ο Kubrick παρακολουθούσε το γύρισμα μέσα από ένα δικτυωτό κλουβί, όπου βίντεο εξοπλισμός το τροφοδοτούσε με εικόνες από το εσωτερικό του τροχού. Το αποπροσαναλιστικό εφέ του τροχού έδινε στο θεατή την αίσθηση του θαύματος για τα καταπληκτικά εργαλεία που μπορεί να κατασκευάσει ο άνθρωπος. Ήταν μία έντονη αντίθεση με την επόμενη ακολουθία σκηνών που κυριαρχούσε η φωτογραφία. Αφού μια μικρή ομάδα είχε φωτογραφήσει την έρημο στη Ναμίμπια για κάποιους μήνες στις αρχές του 1967, οι φωτογραφίες που προέκυψαν προβλήθηκαν σε μία οθόνη πίσω από τους ηθοποιούς. (Μάλλον δεν ήταν τυχαίο ότι το Discovery 1 έμοιαζε με το κόκαλο που χρησιμοποιούταν από τους πιθήκους σαν εργαλείο και σαν όπλο.)

Παρά το ό,τι οι σκηνές με τους πιθήκους είχαν τελειώσει από το τέλος του 1967, η ομάδα των ειδικών εφέ συνέχισε με το περίπλοκο και κοπιαστικό γύρισμα μέχρι το τέλος του 1967, συχνά δουλεύοντας σε 24ωρη βάση. Στο τέλος, πάνω από 16.000 πλάνα τραβήχτηκαν για να δημιουργήσουν τα 205 που θα έδιναν την ώθηση στο οπτικό κομμάτι της ταινίας. Σ’ αυτό δόθηκε μία συναισθηματική διάσταση από μία ποικίλη σειρά μουσικής από τους Aram Khachaturyan, Richard Strauss και Johann Strauss. Η αγγελική αλλά και απειλητική φωνή του György Ligeti συνοδεύει την εμφάνιση του μονόλιθου. Ο ήχος ήταν πολύ σημαντικός για τον Kubrick, που συνήθιζε να τον χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει ένα ακουστικό τοπίο. Το διάστημα είναι σιωπηλό, απαγορευτικό, μυστηριώδες, ενώ μέσα στο Discovery ακούμε τους θερμούς, παρήγορους, ουδέτερους τόνους του HAL 9000. Ο Kubrick δοκίμασε τους ηθοποιούς, Martin Balsam (πολύ Αμερικάνος) και Nigel Davenport (πολύ Άγγλος) πριν καταλήξει στον Douglas Rain, που ήταν ο αφηγητής στο “Universe”.

Αφού ο Kubrick προέβαλε την ταινία για τα στελέχη της MGM, έκανε πολλές αλλαγές κι έκανε κι ακόμη περισσότερες μέχρι την πρεμιέρα της – είκοσι λεπτά αφαιρέθηκαν και προστέθηκαν υπότιτλοι για να δείχνουν το χρόνο και τον τόπο.

Πολλοί κριτικοί και σινεφίλ σάστισαν με την ταινία και πήρε περίπου ένα μήνα για να δημιουργηθεί από στόμα σε στόμα ένα ουσιαστικό κοινό. Παρόλο που το κόστος του “2001: A Space Odyssey” ήταν 10.5 εκατομμύρια δολάρια, απέφερε 31 εκατομμύρια μέχρι το τέλος του 1972 παγκοσμίως. Κέρδισε ένα Όσκαρ για τα καλύτερα ειδικά εφέ, το μόνο Όσκαρ που κέρδισε ποτέ ο Stanley Kubrick. Η ταινία από τότε πήρε μυθικές διαστάσεις κι η δύναμή της παραμένει ακέραιη με το πέρασμα του χρόνου.

Παρασκήνιο:

1. O
Stanley Kubrick σχεδίαζε να ζητήσει από τον Alex North (που είχε γράψει και τη μουσική για το Spartacus (1960) να γράψει το μουσικό θέμα για την ταινία. Όμως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ο Kubrick έπαιζε κλασσική μουσική στο πλατό για να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Ενθουσιασμένος με το αποτέλεσμα, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει κλασσική μουσική και στο τελικό προϊόν. Η μουσική του North κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Alex North's 2001”.
2. Η μέθοδος που χρησιμοποίσαν για να δημιουργήσουν τις άγριες, καλειδοσκοπικές εικόνες που βλέπει ο Bowman περνώντας από την αστρική πύλη, είναι γνωστή ως "Slitscan photography". Το είχε αναπτύξει ο Douglas Trumbull.
3. Με την εξαίρεση δυο χιμπατζήδων σε νηπιακή ηλικία, όλοι οι άλλοι πίθηκοι στην αρχή της ταινίας παίζονται από μίμους, χορευτές κι ηθοποιούς σε κουστούμια.
4. Ο
Daniel Richter, που παίζει τον πίθηκο “Moonwatcher”, χορογράφησε το περισσότερο από το “Dawn of Man”.
5. Αρχικά, το Discovery θα ταξίδευε στον Κρόνο, αλλά η ομάδα των ειδικών εφέ δεν μπορούσε να φτιάξει αληθοφανείς δακτυλίους γύρω από τον πλανήτη. Ο
Douglas Trumbull τελικά τελειοποίησε μια τεχνική για να φτιάχνει δακτυλίους, αφού όμως ολοκληρώθηκε η παραγωγή. Έτσι την χρησιμοποίησε στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο “Silent Running” (1972).
6. Ο μονόλιθος αρχικά θα ήταν ένα μαύρο τετράεδρο, αλλά δεν αντανακλούσε καλά το φως. Τότε ο
Stanley Kubrick αποφάσισε να χρησιμοποιήσουν ένα διάφανο κύβο, αλλά κι αυτό αποδείχτηκε πολύ δύσκολο λόγω των αντανακλάσεων που δημιουργούνταν από τα φώτα του studio. Επόμενος στη σειρά ήταν ένας ορθογώνιος μονόλιθος που δεν ήταν ιδιαίτερα πειστικός και τελικά επικράτησε η γνωστή μαύρη πλάκα.
7. Ο
Stanley Kubrick δούλεψε για αρκετούς μήνες με τους τεχνικούς των εφέ μέχρι να δημιουργήσει ένα πειστικό αποτέλεσμα για το αιωρούμενο στυλό. Αφού δοκίμασαν πολλές διαφορετικές μεθόδους, χωρίς επιτυχία, ο Kubrick αποφάσισε να χρησιμοποιήσει απλά ένα στυλό που θα ήταν κολλημένο σε ένα φύλλο γυαλιού και θα αιωρούταν μπροστά από την κάμερα.
8. Αν προχωρήσουμε ένα γράμμα στο "HAL" μας δίνει "IBM". Ο
Arthur C. Clarke υποστήριζε ότι έγινε κατά λάθος κι ότι αν το είχε καταλάβει θα το είχε αλλάξει. Τα αρχικά ΗAL σημαίνουν Heuristic Algorithmic Computer (Αυτοδίδακτος Αλγοριθμικός Υπολογιστής).
9. Ο
Rock Hudson βγήκε από την πρεμιέρα στο Λος Άντζελες, λέγοντας, "Will someone tell me what the hell this is about?"
10. Η κόρη του
Stanley Kubrick, Vivian Kubrick, παίζει την κόρη του Dr. Floyd.
11. Η πρώτη ατάκα της ταινίας λέγεται από μια αεροσυνοδό, 25 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα αφού έχει αρχίσει η ταινία.
12. Ο τίτλος επιλέχθηκε επειδή το 2001 είναι η πρώτη χρονιά του 21ου αιώνα και της τρίτης χιλιετίας. Το 1999 ο
Arthur C. Clarke σε μία συνέντευξη τύπου είπε ότι απογοητευόταν όταν τόσοι πολλοί άνθρωποι (συμπεριλαμβανομένων και καθηγητές πανεπιστημίου και δημοσιογράφους) θεωρούσαν λανθασμένα ο 2000 την αρχή του 21ου αιώνα.
13. Σχεδόν αόρατα αν βλέπετε την ταινία στην τηλεόραση, οι τρεις δορυφόροι στην πρώτη σκηνή στο διάστημα φέρουν γερμανικά, γαλλικά και κινεζικά σημάδια.
14. Ολόκληρο το κείμενο από τις οδηγίες στις Zero Gravity τουαλέτες είναι το ακόλουθο:
“ZERO GRAVITY TOILET PASSENGERS ARE ADVISED TO READ INSTRUCTIONS BEFORE USE
1. The toilet is of the standard zero-gravity type. Depending on requirements, System A and/or System B can be used, details of which are clearly marked in the toilet compartment. When operating System A, depress lever and a plastic dalkron eliminator will be dispensed through the slot immediately underneath. When you have fastened the adhesive lip, attach connection marked by the large "X" outlet hose. Twist the silver coloured ring one inch below the connection point until you feel it lock.
2. The toilet is now ready for use. The Sonovac cleanser is activated by the small switch on the lip. When securing, twist the ring back to its initial-condition, so that the two orange line meet. Disconnect. Place the dalkron eliminator in the vacuum receptacle to the rear. Activate by pressing the blue button.
3. The controls for System B are located on the opposite wall. The red release switch places the uroliminator into position; it can be adjusted manually up or down by pressing the blue manual release button. The opening is self adjusting. To secure after use, press the green button which simultaneously activates the evaporator and returns the uroliminator to its storage position.
4. You may leave the lavatory if the green exit light is on over the door. If the red light is illuminated, one of the lavatory facilities is not properly secured. Press the "Stewardess" call button on the right of the door. She will secure all facilities from her control panel outside. When green exit light goes on you may open the door and leave. Please close the door behind you.
5. To use the Sonoshower, first undress and place all your clothes in the clothes rack. Put on the velcro slippers located in the cabinet immediately below. Enter the shower. On the control panel to your upper right upon entering you will see a "Shower seal" button. Press to activate. A green light will then be illuminated immediately below. On the intensity knob select the desired setting. Now depress the Sonovac activation lever. Bathe normally.
6. The Sonovac will automatically go off after three minutes unless you activate the "Manual off" over-ride switch by flipping it up. When you are ready to leave, press the blue "Shower seal" release button. The door will open and you may leave. Please remove the velcro slippers and place them in their container.
7. If the red light above this panel is on, the toilet is in use. When the green light is illuminated you may enter. However, you must carefully follow all instructions when using the facilities during coasting (Zero G) flight. Inside there are three facilities: (1) the Sonowasher, (2) the Sonoshower, (3) the toilet. All three are designed to be used under weightless conditions. Please observe the sequence of operations for each individual facility.
8. Two modes for Sonowashing your face and hands are available, the "moist-towel" mode and the "Sonovac" ultrasonic cleaner mode. You may select either mode by moving the appropriate lever to the "Activate" position. If you choose the "moist-towel" mode, depress the indicated yellow button and withdraw item. When you have finished, discard the towel in the vacuum dispenser, holding the indicated lever in the "active" position until the green light goes on... showing that the rollers have passed the towel completely into the dispenser. If you desire an additional towel, press the yellow button and repeat the cycle.
9. If you prefer the "Sonovac" ultrasonic cleaning mode, press the indicated blue button. When the twin panels open, pull forward by rings A & B. For cleaning the hands, use in this position. Set the timer to positions 10, 20, 30 or 40... indicative of the number of seconds required. The knob to the left, just below the blue light, has three settings, low, medium or high. For normal use, the medium setting is suggested.
10. After these settings have been made, you can activate the device by switching to the "ON" position the clearly marked red switch. If during the washing operation, you wish to change the settings, place the "manual off" over-ride switch in the "OFF" position. you may now make the change and repeat the cycle”.

15. Η NASA προς τιμήν του βιβλίου και της ταινίας ονόμασε τον δορυφόρο στον Άρη: 2001 Mars Odyssey.
16. Αρχικά, ο
Stanley Kubrick δεν σχεδίαζε να δείξει τον πρώιμο άνθρωπο σαν τριχωτό πίθηκο. Είχε μάλιστα ζητήσει από το Stuart Freeborn να δημιουργήσει ένα πρωτόγονο αλλά πιο ανθρωπόμορφο make-up για τους ηθοποιούς, αλλά δεν μπορούσε να βρει ένα τρόπο για να τους φωτογραφήσει χωρίς να έχει προβλήματα, αφού θα έπρεπε να είναι γυμνοί.
17. Στο πρώτο μέρος, το "Dawn of Man", δείχνει μια πεθαμένη ζέμπρα. Η ζέμπρα ήταν στην πραγματικότητα ένα νεκρό άλογο ζωγραφισμένο με ρίγες.
18. Αρχικά, ο HAL θα ονομαζόταν Athena και θα είχε γυναικεία φωνή.
19. Όταν ο
Stanley Kubrick έμαθε ότι η ταινία του θα προβαλλόταν με διάλειμμα στα περισσότερα σινεμά όχι μόνο διέταξε πότε θα γινόταν το διάλειμμα, αλλά ηχογράφησε συγκεκριμένη μουσική για να παίζει κατά τη διάρκειά του. Επίσης, ζήτησε να είναι η αίθουσα βυθισμένη στο σκοτάδι για ένα λεπτό πριν ξαναρχίσει η ταινία.
20. Ο HAL τραγουδάει το "Daisy Bell" ("A Bicycle Built for Two") καθώς απενεργοποιείται, αυτό ήταν και το πρώτο τραγούδι που “τραγουδήθηκε” από υπολογιστή, ένα IBM 7094 στα Bell Labs το 1961.

19 Μαρ 2008

"Το Βιβλίο της Παιδικής Ηλικίας" - Ευγένιος Αρανίτσης (1983)

Η κοινωνία και το παιδιί μισιούνται αμοιβαία. Η κοινωνία όμως έχει τον τελευταίο λόγο : "το δικαστήριο του Μπρίσμπον της Αυστραλίας (του οποίου ο πρόεδρος ήταν φαλακρός) απάλλαξε από κάθε κατηγορία τον Ουίλσον Μόρτζον (επίσης φαλακρό) ο οποίος έσπασε ένα μπαστούνι στο κεφάλι του μικρού γιου του. Όπως αποδείχθηκε ο γιος του Μόρτζον είχε την κακή συνήθεια να υποδέχεται τον πατέρα του κάθε φορά που γύριζε από τη δουλειά του στο σπίτι του, με την παρακάτω προσβλητική φράση : "Ήρθε ο γέρο-Μαδημένος!" (Από τις εφημερίδες)

(από το κεφάλαιο Το Δικαστήριο)

*Το τελευταίο των αποκηρυγμένων βιβλίων ενός σημαντικού συγγραφέα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής πραγματικότητας. Ο Ευγένιος Αρανίτσης, δημοσιογράφος, συγγραφέας και χρονογράφος, επιχείρησε στα 1983 να αποδώσει σε 240 σελίδες μια ανθολόγηση των πιο σημαντικών στιγμών της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναμεμειγμένης με στοιχεία του -τότε- παρόντος (στατιστικά, εφημερίδες, μαρτυρίες), που αναφέρεται στα παιδιά. Η σχέση τους με τους μεγάλους, με τους συγγραφείς, με τις αρρωστημένες ή μη σχέσεις τους. Έτσι, λοιπόν, ο Αρανίτσης τοποθετεί τον Τόμας Μαν δίπλα στον Μαρκήσιο Ντε Σαντ, τον Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ στον Λιούις Κάρολ, τον Κάρολο Ντίκενς στον Στήβεν Σπίλμπεργκ (Ε.Τ. ο Εξωγήινος), την Κοκκινοσκουφίτσα στον Πινόκιο κτλ κτλ κτλ. Συνολικά 74 κεφάλαια μιας σημαντικής, πρωτότυπης ανθολογίας για τα ελληνικά δεδομένα.

Βιογραφικό του Ευγένιου Αρανίτση

Διαβάστε το, μαζί με το "Ξενοδοχείο των Ντελικάτων Εραστών" στο παρακάτω λινκ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/1982.html * Ν.Ι.Π.

O Γ.Ι. Μπαμπασάκης στο Κανάλι Ένα του Πειραιά (90.4 fm)..


Ο Μπουκόβσκι άκουγε μια ζωή κλασσική μουσική από το ραδιόφωνό του. Ο Όρσον Ουέλλες ξεσήκωσε θύελλες μέσα από μια ραδιοφωνική εκπομπή. Μεγαλώσαμε ακούγοντας ραδιόφωνο, ακούγοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες, άσματα θεσπέσια, αναμεταδόσεις ποδοσφαιρικών ματς, θέατρο, Ιωάννη Σεβαστιανό, ρεμπέτικα, μπλουζ, ροκ, τζαζ.

Ο Γιάννης Τριάντης αναλαμβάνει με μιαν αέρινη μπαγκέτα να διευθύνει το Κανάλι 1 του Πειραιά (90.4 FM), και υπόσχεται σθεναρά να περνάμε ώρες γόνιμες και τερπνές, ψυχωφελείς και ηδύτατες, ποντάροντας και πάλι στα ερτζιανά. Με ενημέρωση στα ίσια, με μουσικές εξαίσιες, με φωνές. Σταύρος Λυγερός και Κώστας Βεργόπουλος, Νίκος Μπουρσινός και Γιώργος Αλλαμανής, Λίνα Νικολακοπούλου και Βασίλης Σταυρόπουλος, Κώστας Καββαθάς και Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Κοντά σας, με όλο τους το κέφι και την έμπνευσή τους όλη.

Μαζί τους, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, κάθε μέρα στις 11 παρά πέντε το πρωί, με το ραδιοχρονογράφημα «Το Θρόισμα των Φύλλων», και κάθε Σάββατο, από τις δέκα το βράδυ ως τα μεσάνυχτα, με την εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», με τζαζ διαθέσεις και ροκ ιστορίες. Και με έκτακτους καλεσμένους.

Αυτό το Σάββατο, 22 Μαρτίου, φιλοξενεί την Σώτη Τριανταφύλλου, συνομιλούν για το νέο της μυθιστόρημα «Λίγο από το Αίμα Σου» (εκδ. Πατάκης), και ακούν Μπομπ Ντύλαν, Νικ Κέιβ, Λέοναρντ Κοέν, Τζόνι Κας, Νηλ Γιανγκ, Κρις Κριστόφερσεν, και άλλους θρύλους.

Συντονιστείτε, παίδες!

18 Μαρ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : Χ. Δυο Εμπρηστικές Μεταμφιέσεις" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Δύο καλοστημένες ανατρεπτικές μεταμφιέσεις που υπερέβησαν κατά πολύ τα όρια μιας απλής φιλολογικής φάρσας

Ανέκαθεν κέντριζαν το ενδιαφέρον μας οι φιλολογικές απάτες, τα παιχνίδια της ψευδωνυμίας, τα τεχνάσματα που ακροβατούσαν στη μεθόριο της λογοτεχνίας. Ο Φερνάντο Πεσόα δεν παύει να μας εκπλήσσει με τα ποικίλα ετερώνυμά του, ο Μπόρχες εξακολουθεί να μας διασκεδάζει με τα αφηγήματά του που προσποιούνται ότι είναι λογοτεχνικές κριτικές ή δοκίμια, ακόμη και ένας σταρ της μουσικής όπως ο Ντέιβιντ Μπόουι ενέδωσε στον πειρασμό να στήσει μια φάρσα, συνεπικουρούμενος από το συγγραφέα Γουίλιαμ Μπόιντ, εις βάρος των φιλότεχνων και των τεχνοκριτικών.

Λίγοι, πάντως, είναι αυτοί που γνωρίζουν δύο καλοστημένες «προβοκάτσιες» που σκοπός τους δεν ήταν η διασκέδαση ή η αποκάλυψη της σύγχυσης και της άγνοιας των δημοσιογράφων και των κριτικών, αλλά η φανέρωση των ανατρεπτικών στοιχείων που εμπεριέχονται εκρηκτικά σε ένα φιλοσοφικό σύστημα (στη μία περίπτωση) και η κατάδειξη της ανημπόριας μιας κυρίαρχης κάστας να σκεφτεί ιστορικά και στρατηγικά (στη δεύτερη περίπτωση). Είναι εξόχως ενδιαφέρον ότι και οι δυο αυτές «πολεμικές» επιχειρήσεις συνδέονται διαλεκτικά, προέρχονται από διαλεκτικούς, αποτελούν ένα είδος διαλεκτικής συνέχειας - άλλωστε η δεύτερη αντλεί την έμπνευσή της από την πρώτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι, καίτοι δεν παρέμειναν άγνωστες -η δεύτερη μάλιστα προκάλεσε ένα σκάνδαλο σεβαστών διαστάσεων- σπανίως σχολιάζονται και σπανίως αποτιμώνται. Ο βασικός λόγος είναι ότι υπερέβησαν κατά πολύ τα όρια μιας απλής φιλολογικής φάρσας, ότι ήσαν «δώρα επικίνδυνα» για την κοινωνική οργάνωση της εποχής τους, ότι επρόκειτο για εγχειρήματα επαναστατών.

Το κείμενο «Η Σάλπιγγα της Τελικής Κρίσεως κατά του Χέγκελ, του Αθεου και Αντίχριστου» εκπονήθηκε από τον Καρλ Μαρξ και τον Μπρούνο Μπάουερ (6 Σεπτεμβρίου 1809 - 13 Απριλίου 1882) και κυκλοφόρησε ανωνύμως, με τη μορφή φυλλαδίου, το 1841. Υποτίθεται ότι ήταν γραμμένο από εκπροσώπους της μεταφυσικής άκρας δεξιάς και κατήγγειλλε τον Χέγκελ σαν άθεο. Στην πραγματικότητα, το ανώνυμο λιβελογράφημα φανέρωνε όλα τα απειλητικά επαναστατικά στοιχεία που ελλόχευαν στο έργο του Χέγκελ, αποδείκνυε ότι το ουσιώδες στο έργο αυτό είναι η μέθοδος, καταδείκνυε και αναδείκνυε τι ανατρεπτικό εκόμιζε η εγελιανή διαλεκτική και πώς θα μπορούσε να οδηγηθεί σε συνέπειες μάλλον δυσάρεστες για τους κρατούντες. Από αυτή την πλευρά, όπως σημειώνει ένας επαρκής μεταγενέστερος αναγνώστης της «Σάλπιγγας», πρόκειται για το πρώτο ντοκουμέντο που προαναγγέλλει το θάνατο της μεταφυσικής και την «καταστροφή όλων των νόμων του Κράτους» που ακολουθεί σαν συνέπεια αυτού του θανάτου.

Τον Αύγουστο του 1975, σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά τη «Σάλπιγγα», ο Ιταλός Τζανφράνκο Σανγκουϊνέτι εξέδωσε σε μόλις 520 αντίτυπα το έργο «Φιλαλήθης έκθεση σχετικά με τις τελευταίες δυνατότητες επιβίωσης του καπιταλισμού στην Ιταλία», με το ψευδώνυμο Censor (τιμητής, κήνσορας). Τα αντίτυπα αυτά εστάλησαν δωρεάν στους υπουργούς, βουλευτές, βιομηχάνους, συνδικαλιστές και δημοσιογράφους που είχαν τη μεγαλύτερη εκτίμηση της κοινής γνώμης στην Ιταλία. Υιοθετώντας τον τόνο ενός εξαιρετικά καλλιεργημένου ευπατρίδη και μεγαλοκαπιταλιστή, ο οποίος τάχατες έχει προσβάσεις στα πλέον υψηλά κέντρα αποφάσεων και γνωρίζει πολλά κρατικά μυστικά. Οι πάντες ξεγελάστηκαν, και παρέμειναν ξεγελασμένοι επί μήνες ολόκληρους, αναγορεύοντας έτσι το εγχείρημα του Σανγκουϊνέτι σε ανυπέρβλητο πείραμα κοινωνικής κριτικής και ανατρεπτικής θεώρησης των πραγμάτων μέσα από τον καθρέφτη του αρνητικού.

Ο Censor εκθέτει την αγωνία ενός πολιτικοκοινωνικού και οικονομικού συστήματος που είναι αναγκασμένο να ψεύδεται για όσα κάνει. Μιλάει για καυτά γεγονότα, για κρατικές προβοκάτσιες, για το ρόλο των μυστικών υπηρεσιών, για το πώς χρησιμοποιούνται οι σταλινικοί και ποιος είναι ο κατασταλτικός τους ρόλος, για το γιατί ακριβώς αποκρύπτονται όσα αποκρύπτονται, για το στάδιο του θεάματος στο οποίο έχει φτάσει ο σύγχρονος καπιταλισμός. Στις σελίδες της «Εκθεσης» αφθονούν οι παγίδες. Δεκάδες λέξεις προέρχονται, χωρίς καμία αλλαγή, από το έργο του Γκι Ντεμπόρ «Το πραγματικό σχίσμα στη Διεθνή», το οποίο συνυπέγραψε ο Σανγκουϊνέτι και είχε κυκλοφορήσει ευρέως το 1972 (από τον εκδοτικό οίκο Champ Libre). Μια επιστολή που αποδίδεται σε έναν Ρώσο διπλωμάτη είναι ένα πολύ γνωστό απόσπασμα από ένα γνωστότατο έργο του Νίτσε. Μια άλλη επιστολή, που αποδίδεται στον Λουδοβίκο XVIII, αποτελεί φιλολογική απομίμηση του Πολ Λουί Κουριέ. Η μέθοδος της μεταστροφής (detoutnement), που είχε κατά κόρον χρησιμοποιηθεί και θεωρητικοποιηθεί από τον Ντεμπόρ κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, χρησιμοποιείται και στην «Εκθεση», χωρίς να κινήσει τις υποψίες των υψηλά ισταμένων ή των πολιτικών αναλυτών. Ο Εντσο Μάγκρι, ο Κάρλο Ροσέλα, ο Τζόρτζιο Μπόκα, ο Βιτόριο Κορέζιο, ο Τζιάνι Ματζολένι, και τόσοι άλλοι έσπευσαν να σχολιάσουν την «Εκθεση», να αποδεχτούν πάραυτα ότι ο Censor υπάρχει και είναι αυτός που διατείνεται πως είναι.

«Παρά το συντηρητισμό», ο Censor βλέπει με ευνοϊκό μάτι τους κομμουνιστές και τον ιστορικό συμβιβασμό, υπολογίζοντας ότι «η καινούργια αυτή πολιτική ισορροπία θα χρησμεύσει στη διατήρηση του καπιταλισμού», έγραφε η Corriere d' Informazione. «Ο Censor αποτελεί από μόνος του ένα κόμμα: θα μπορούσε να είναι ο πραγματικός ευπατρίδης μιας παλιάς εποχής, που έτυχε να συνδυάζει στη ζωή του τα μορφωτικά γούστα και τα οικονομικά ενδιαφέροντα, διατηρώντας πάντα ακέραια την ευπρέπεια της ζωής και της σκέψης, μ' ένα ορισμένο στιλ συμπεριφοράς και μια ηθική, την αληθινή», διαβάζουμε στη La Stampa. Και πάει λέγοντας.

Εξι μήνες μετά τη μεγάλη επιτυχία της «Εκθεσης», ο Σανγκουϊνέτι συγκλόνισε τον πολιτικό κόσμο της Ιταλίας δημοσιοποιώντας το σύντομο κείμενο «Αποδείξεις σχετικά με την ανυπαρξία του Censor από το συγγραφέα του». Στα τρία κεφάλαια του κειμένου («Περί Φαινομενολογίας», «Περί Οντολογίας», και «Περί Ιστορίας») αποκαλύπτει ποιος είναι ο συγγραφέας της «Εκθεσης» και αποδεικνύει γιατί ο Censor όχι μονάχα δεν υπάρχει αλλά και δεν θα μπορούσε πλέον να υπάρξει. Υστερα από μια αναφορά στο φυλλάδιο των Μαρξ και Μπάουερ, λέγει: «Σήμερα, το θέμα δεν ήταν ν' αποδείξουμε τον άθεο και επαναστατικό χαρακτήρα της εγελιανής διαλεκτικής, αλλά να δούμε αν, μέσα στην κυρίαρχη τάξη, υπάρχει ένα στρατηγικό μυαλό ικανό να συλλάβει νέες προοπτικές για τον καπιταλισμό. Απέδειξα ότι το μυαλό αυτό δεν υπάρχει. Χρησιμοποίησα την ακόλουθη μέθοδο: αν η ταξική εξουσία διέθετε σήμερα μια σκέψη κι ένα σχέδιο πάνω στη διατήρηση του κυρίαρχου συστήματος, τι θα μπορούσε να είναι αυτά; Ολοι μπόρεσαν να διαπιστώσουν, σε πολλές περιπτώσεις, ότι οι αντιπρόσωποι της εξουσίας δεν λένε τίποτα το σοβαρό, ακόμα και για θέματα που τους αγγίζουν από πολύ κοντά. Θα μπορούσε όμως ν' αναρωτηθεί κανείς τι λένε μεταξύ τους, μακριά από το κοινό... Αν οι βιρτουόζοι θαυμαστές του Censor ήταν έξυπνοι, θα είχαν σκεφτεί αμέσως ότι ένα τέτοιο λιβελογράφημα δεν μπορούσε να έχει γραφτεί παρά από την πλευρά της κοινωνικής επανάστασης... Μέσα σ' αυτή τη Φιλαλήθη Εκθεση δεν υπάρχουν παρά μόνον αλήθειες, αλήθειες όμως που η καπιταλιστική σκέψη όχι μόνο δεν έχει το κουράγιο να τις πει αλλά ούτε και τη δύναμη να τις σκεφτεί. Θα έπρεπε λοιπόν να ρωτήσει κανείς: ποιον βλάπτει η αλήθεια; Και ποιον ωφελεί; Η αλήθεια υπήρξε πάντα, στην ανθρώπινη ιστορία, ο υπ' αριθμόν ένα δημόσιος εχθρός κάθε εξουσίας, και ο κύριος σύμμαχος των εκμεταλλευομένων».

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο Ντεμπόρ βοήθησε αποφασιστικά τον Σανγκουϊνέτι στη σύλληψη και τη συγγραφή της «Εκθεσης» (η οποία στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τον «Ακμωνα», το 1979). Μάλιστα, αν κρίνουμε από τα όσα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια (οι δύο τόμοι της Αλληλογραφίας του Ντεμπόρ, το γεγονός ότι το «Σχίσμα» είναι γραμμένο αποκλειστικά από τον Ντεμπόρ και ότι ο Σανγκουϊνέτι απλώς συνυπέγραψε, η μετέπειτα συγγραφική πορεία και του ενός και του άλλου) μπορούμε να εικάσουμε ότι η συνδρομή του Ντεμπόρ στην «επιχείρηση Censor» είναι κάτι παραπάνω από αποφασιστική.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας στις 23/2/2001.