30 Μαΐ 2008

MayDays '08 στο Ηράκλειο Κρήτης (30 - 31/5)


Παρασκευή 30 Μαΐου

19:30 "Η γενιά που άλλαξε τον κόσμο" Συζήτηση για τη δεκαετία των θυελλών ·Νίκος Σερντεδάκις, κοινωνικές επιστήμες, Παν/μιο Κρήτης
·Γιώργος Τσίπρας, ΚΟΕ
·Μπάμπης Σαρίδης, ΣΥΡΙΖΑ Λασιθίου
21:00 "Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο" Ντοκιμαντέρ, Κρις Μάρκερ, 1978
Συναυλία με τους:
·The Lift
·Moebius Band
·Black Pears
·Whatever To Be
Σάββατο 31 Μαΐου

19:00 "Οπλισμένες κάμερες" Συζήτηση για το σινεμά και το '68
·Γιώτα Μήνη, Ιστορικός Κινηματογράφου, Παν/μιο Κρήτης
·Νέστορας Πουλάκος, Κριτικός Κινηματογράφου, περιοδικό Γαλέρα
21:00 Παράσταση Καραγκιόζη από τους Θ. Γαρεφαλλάκη & Μ. Δερμιτζάκη (Σητεία)
Συναυλία με τους Ανάδυση

29 Μαΐ 2008

"Εύλογος Προβληματισμός" - Νίκος Καλόγηρος


Συνηθίζω να γράφω περίεργες ώρες.

Κάτι αυγουστιάτικα μεσημέρια
που οι υπόλοιποι ξεκουράζονται στα δωμάτια,
ή το ξημέρωμα, τότε που ξέρω
πως όλοι κοιμούνται.

Έτσι, κρατώ την ποίησή μου μυστικό.

Σε κάτι παλιά ντοκιμαντέρ
της κρατικής τηλεόρασης
-λίγοι τα βλέπουν υποθέτω-
είδα το Σαχτούρη και
τον Αναγνωστάκη
να τους βραβεύει η πολιτεία.

Περήφανοι γέροι, αγέρωχοι.
Στεκόντουσαν ένα κεφάλι ψηλότεροι
από όλους τους άλλους.

Εγώ δε φτάνω 1.70.
Τι γράφω;
Όλοι οι ποιητές πεθάναν.

Γράφω ποιήματα και τα κρύβω.
Δεν τολμώ να το πω πουθενά.
Δεν είμαι γω για αυτές τις μέρες.

28 Μαΐ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧVIΙΙ. Στο Μεταίχμιο του Μοντερνισμού" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ Ezra Pound, Ενας νεωτερικός Οδυσσέας «ΡΟΕΣ»

Ισως αποτελεί κοινό τόπο, μπορούμε όμως να το επαναλάβουμε: ανέκαθεν οι ποιητές μιλούσαν και έγραφαν για τους ομότεχνούς τους με πιο διεισδυτικό και ενδιαφέροντα τρόπο απ' ό,τι οι κριτικοί και οι φιλόλογοι. Ισως γιατί μονάχα ένας ποιητής μπορεί να νιώσει τη θερμοκρασία, την υγρασία και το σχέδιο αποδιάρθρωσης και εν συνεχεία επανασυναρμολόγησης του κόσμου, που αποτελεί πάθος και καθήκον της ποίησης. Ισως γιατί μονάχα ένας ποιητής διαθέτει τον απαιτούμενο θελκτικό κι επικίνδυνο ερασιτεχνισμό που επιτρέπει την εξιχνίαση ποιητικών μυστηρίων και την αναμόχλευση ποιητικών παθών.

Στον παρόντα τόμο, ο Στέφανος Ροζάνης (δοκιμιογράφος, ποιητής κι εδώ και δεκαετίες μέλος της ομάδας των «Σημειώσεων» και του «Ερασμου») συγκεντρώνει δοκίμια γραμμένα και δημοσιευμένα ανάμεσα στα 1970 και 1980, συν ένα γραμμένο πιο πρόσφατα, το 1996. Τα δοκίμια αυτά καταπιάνονται με την ανάγνωση του έργου ενός μυθικού, για πολλούς λόγους, ποιητή, του Ezra Pound, και φαίνεται να αποτελούν μια καλή αφορμή να θυμηθούμε τι θαύματα μπόρεσε να κάνει ο Pound με τα είκοσι κάτι γράμματα μερικών αλφαβήτων. Αξίζει, πράγματι, να θυμηθούμε, τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του «μεγάλου τεχνίτη» (το 1972), ότι ο Pound ώθησε στα ακραία του όρια το μοντερνισμό, κάτι που έκανε, στη σφαίρα του μυθιστορήματος, και ο James Joyce με το «Finnegans Wake».

Αναγιγνώσκοντας, με πάθος έλλογο και μεθοδικό, τον Pound, ο Ροζάνης καταφέρνει να μιλήσει για την ίδια την ποίηση μετά το μοντερνισμό, για την ουσία της ποιητικής δημιουργίας αμέσως μετά τον κατατεμαχισμό της, το σπαραγμό της μέσα σε μια κατατεμαχιζόμενη πραγματικότητα και μια σπαρασσόμενη κοινωνία.

«Η ποίηση», γράφει ο Ροζάνης, προγραμματικά, «είναι ο τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα, να γεμίζει τις λέξεις όχι με ένα νόημα, μα με μια παρουσία. Παρόντα τα πράγματα, αναπνέοντας τη μοναδική ουσιαστική ύπαρξή τους, δεν μιλούν, υποβάλλουν. Κι εκείνος που έμαθε να τα κοιτάει, καθώς ο βοτανολόγος πίσω απ' το φακό του τα βότανα, έμαθε και να τα ανακαλύπτει, έμαθε να τα συνταιριάζει σε μίαν αρμονία που δεν βρίσκεται μέσα στα ίδια τα πράγματα, μα που ο ποιητής την είδε να βγαίνει μέσα από τη σχέση που δημιούργησε».

Σύμφωνα με τον Ροζάνη, ο Pound μεταμορφώνει τις ιδέες, τη συγκίνηση, τις στιγμές, τα όσα βλέπει, αισθάνεται, στοχάζεται και φαντάζεται σε μύθο, ωθεί τις λέξεις σε συνδυασμούς απίστευτης λιτότητας, που όμως, συνάμα, αποτελεί πύκνωση μεγάλη και περίτεχνη κρυστάλλωση. Ωθεί τη συγκίνηση προς τη μεριά του μύθου με μια τέτοια στρατηγική, που θα του επιτρέψει την έκρηξη της πράξης, έστω τη νύξη ότι μπορεί να μετασχηματιστούν σε πράξη. Οι πηγές της έμπνευσης του Pound ανάγονται στον τόπο της ποίησης, μεταστοιχειώνονται μέσω του θρύλου, γίνονται μεγαλειώδεις, καίτοι πολυδιασπασμένες και πολύπτυχες, μπαλάντες, πολυφωνικά τραγούδια, βυθίζονται στην ιστορία των πράξεων και στην ιστορία των γλωσσών, μολονότι αυτό που πάνω απ' όλα ενδιαφέρει τον ποιητή δεν είναι οι «αρχέτυπες ανθρώπινες καταστάσεις», αλλά, όπως τονίζει ο Ροζάνης, «αυτά τα ίδια τα πράγματα, ο κόσμος ο ζωντανός, ο περιβάλλων, ο κόσμος της αίσθησης... Το άδραγμα της συγκεκριμένης στιγμής ήταν ό,τι τον συγκλόνιζε».

Ο Pound ζει σε έναν καθημαγμένο κόσμο, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εποχής του, μιας εποχής του χαμού, της απώλειας, της βαναυσότητας, του κατακερματισμού. Και δεν αποδρά. Οσο οδυνηρό κι αν είναι, παραμένει εντός αυτού του κόσμου, εντός αυτής της εποχής, και επιχειρεί σπαρακτικά να εκφράσει αυτόν τον κόσμο και αυτήν την εποχή. Τα «ταξίδια» του στο παρελθόν -των μύθων, των κοινωνιών, των γλωσσών- δεν αποτελούν φυγή, αλλά γίνονται προκειμένου να αποσπαστεί από αυτό το παρελθόν πολύτιμο υλικό, που θα ενσωματωθεί, κατακερματισμένο κι αυτό, στο έργο του, στο εκάστοτε ποίημα, για να καταδειχθεί ποιητικά ο κατακερματισμός, η ιστορία των χειρονομιών που οδηγούν στον κατακερματισμό, στη βαναυσότητα, στο σπαραγμό.

Ο κόσμος είναι κόσμος του χαμού, είναι κόσμος που ψυχορραγεί στο κατώφλι της εξουσίας, η πόλη είναι κατεστραμμένη πόλη, ο μεσοπόλεμος είναι ο χρόνος των ουτοπιών και της απελπισίας που γεννά η βεβαιότητα ότι οι ουτοπίες θα μείνουν τέτοιες, δεν θα πραγματωθούν, γιατί η απειλή του επόμενου ολέθρου είναι κάτι παραπάνω από ορατή, «καθώς το κλάμα του φωνόγραφου τσακίζει τα κόκαλα και η τζάζμπαντ, ο τελευταίος ερωτικός σπασμός μιας μεσοπολεμικής ουτοπίας, σφυροκοπά και σφυροκοπά», σημειώνει ο Ροζάνης.

Η ποιητική του Pound εκφράζει την τάση προς τη συντριβή μιας κοινωνίας που συντρίβει το χρόνο, αφού προηγουμένως έχει καταφέρει, ολέθρια, να συντρίψει το χώρο. Εκφράζει τη συντριβή (και συνάμα τη θεαματοποίηση, τον ψευτοεκθειασμό) του παρόντος, ενός παρόντος αποκομμένου από το παρελθόν και ενός παρόντος χωρίς μέλλον, χωρίς όραμα, ενός παρόντος εγκλωβισμένου στην κενότητα και τη φρίκη του, για την οποία κενότητα και για την οποία φρίκη σχεδόν μας απαγορεύεται πια να μιλάμε. Η ποιητική τού Pound, παίζοντας δημιουργικά, αναπλασιακά, με το παρελθόν, μπορεί να στηλιτεύσει το παρόν και να διαισθανθεί την απελπισία που προκαλεί στον καθένα η απουσία οράματος για το μέλλον.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο του Pound, τα περιλάλητα Cantos, είναι μια μεγαλειώδης προσπάθεια σηματοδότησης του τέλους μιας ποίησης που εκκινεί από τον Ομηρο. Ο κύκλος κλείνει. Από τα Cantos και μετά, η ποίηση δεν μπορεί να είναι παρά ο υπομνηματισμός του χαμού της, και, συνάμα, η αναγγελία μιας νέας κοινωνίας που, ενδεχομένως, θα μπορέσει να γεννήσει μια νέα ποίηση. Ορθά επισημαίνει ο Ροζάνης ότι «η ποίηση και οι ενοράσεις τού Pound αποτελούν ένα όριο και συγχρόνως μια αφετηρία για την παγκόσμια λογοτεχνική τοπογραφία». Μετά τον Pound και τα Cantos, όπως ακριβώς μετά τον Joyce και το Finnegans Wake (ήγουν, μετά την άκρη, μετά το όριο, στο οποίο οδήγησαν οι αναζητήσεις του μοντερνισμού και των λεγόμενων ιστορικών πρωτοποριών), δεν μπορούμε να γράφουμε όπως πριν, δεν μπορούμε καν να διαβάζουμε όσο αθώα συνηθίζαμε να διαβάζουμε. Ας πάμε λίγο πιο μακριά: μετά τα Cantos δεν μπορούμε καν να διαβάζουμε ποίηση χωρίς, συνάμα, να διαβάζουμε πολιτική θεωρία, οικονομία, εφημερίδες, προκηρύξεις -μετά τα Cantos δεν μπορούμε να διαβάζουμε ποίηση χωρίς να ξέρουμε ότι η ποίηση, όπως την ξέραμε, πέθανε, γιατί πέθαναν οι κοινωνίες που μπορούσαν να παράγουν την ποίηση όπως την ξέραμε- μετά τα Cantos δεν μπορούμε να διαβάζουμε ποίηση χωρίς να οραματιζόμαστε μιαν άλλη κοινωνική οργάνωση του υπάρχειν, ριζικά διαφορετική από την τόσο, μα τόσο παρατεταμένη παρούσα οργάνωση του υπάρχειν.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπιας στις 31/5/2002.

27 Μαΐ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΔΩΡΟ της άνοιξης, αηδόνι του νερού,
δροσιά πετούμενο στον ουρανό της πέτρας,
ποιαν εφηβεία σφύζεις στα βαθιά;

Ψυχή ο πόθος άνθρωπος κι άνθρωπος η ψυχή του.

Δώρο της άνοιξης, κεράσι τ' ουρανού,
φλόγα ερπετό, ψυχή, στη γη του ανέμου,
ποιαν ωριμότητα βαθαίνεις στα ρηχά;

Ψυχή ο πόνος άνθρωπος κι άνθρωπος ψυχή του.

Δώρο της άνοιξης, οργή του δειλινού,
σφαγή του άμαχου μεσημεριού
και θρίαμβε της νύχτας,
ποιαν εξουσία προσδοκείς με τόσων φύλλων ήττες;

Θάνατος ο άνθρωπος ψυχή κι άνθρωπος ο θάνατος ψυχή του.
*
ΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑ μόνο η ψυχή
που σαν το κρύσταλλο νερό χαρίζει
τον ήλιο και στην πέτρα του βυθού,
αυτός που αναγνωρίζει
στης σαύρας τη φριγμένη ραθυμία
τη φτερούγα του πουλιού
κι αυτός που αναγνωρίζει
στου γέρου την αμήχανη αγωνία,
το νικηφόρο τρόμο του παιδιού·

Ας κυβερνά μόνο η ψυχή που αποβραδίς θεσπίζει
την πρωινή αυτονομία των βουνών
κι αυτός που αναγνωρίζει
στου δέντρου το επίμονο επάνω
την αρχαία δημοκρατία των δασών.
*
ΞΕΚΙΝΗΣΑ έναν κάμπο προσδοκία
και λάσπωσα ένα βάλτο επιστροφή.
Λαχάνιασα ένα βουνό ελπίδα
και παραπάτησα ένα φαράγγι συντριβή.

Τα βράχια κατεβαίνουν βιαστικά,
εξακοντίζοντας δαιμονισμένους θάμνους.
Το φίδι σέρνεται ανάπηρη κραυγή
που λέει ολόκληρη την ερημιά του κόσμου σκόνη
και το φιδόχορτο καραδοκεί
έναν πλανήτη θάνατο στον πνιγηρό χυμό του.

Εδώ βαθιά ορθώνεται το μάκρος
που επιστρέφει άνθρωπος για να τελειώσει τόπος.

26 Μαΐ 2008

" . . . " - Στράτος Π.



Χάρτινη πόλη, κόσμος γυάλινος με όνειρα αεροστεγή
διασκορπισμένοι στην ομοιομορφία της μάζας – διαμελισμένοι
συνεχής αποσύνθεση και κατακερματισμός των ιδεών
Πάλι θα βγω να πιω, να μεθύσω, να φωνάξω

Στο σκοτάδι ξεγυμνώνεται η αλήθεια
αέναη ένσταση της πραγματικότητας
Στη νεκρή ουτοπία της καθημερινότητας
ξερνώ χρώματα φτιάχνοντας ουράνια τόξα

Το πέπλο της άνοιξης κρύβει τη δυσωδία
μ’ ένα ήλιο να προσδίδει μια λάμψη εκτυφλωτική
η βραδινή μπόρα ποτίζει τα μυαλά των ηλιθίων
και βροντές καλύπτουν της νύχτας τα ουρλιαχτά

Οι ουλές μου βαθύτερες τώρα πια
γένια πυκνά καλύπτουν την ασχήμια
ριζωμένα βαθιά – δέντρα ψηλά αειθαλή
φύλλα τους οι αναμνήσεις και κλαδιά τα μονοπάτια

Ναυάγιο που ολοένα και βυθίζεται
Πότε πιάνουμε πάτο; Μ’ ακούς; Μάλλον όχι.
κ εκείνη αυτοαποκαλείται Νέμεσις. Ίσως, κάποια άλλη εποχή.
Εδώ δε νιώθω τ’άρωμά σου, εδώ δε φτάνει η φωνή σου.

Εδώ ειναι όλα πιο απλά, γαλήνια, σκοτεινά...

25 Μαΐ 2008

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Μάης '68 Η Γιορτή της Ποίησης Η Ποίηση της Γιορτής [Οξύ, 2008]

Η ιστορία προσφέρει λίγα παραδείγματα ενός κοινωνικού κινήματος με τόσο βάθος όσο αυτό που ξέσπασε στη Γαλλία την άνοιξη του 1968. Δεν προσφέρει κανένα παράδειγμα κινήματος όπου οι σχολιαστές συμφώνησαν για να πουν ότι ήταν απρόβλεπτο. Κι όμως, η έκρηξη αυτή ήταν μια από τις λιγότερο απρόβλεπτες. Απλούστατα, τυχαίνει να μη βρέθηκε ποτέ τόσο παραπλανημένη η ιστορική γνώση και συνείδηση μιας κοινωνίας.

«Θα ζήσουμε άραγε αρκετά για να δούμε μια πολιτική επανάσταση, εμείς οι σύγχρονοι αυτών των Γερμανών; Φίλε μου, παίρνετε τις επιθυμίες σας για πραγματικότητα….», έγραφε ο ΄Αρνολντ Ρούγκε στον Μαρξ τον Μάρτιο του 1844 και τέσσερα χρόνια αργότερα, η επανάσταση ήταν εκεί. Η δύστυχη φράση του Ρούγκε, σαν ένα διασκεδαστικό παράδειγμα μιας έλλειψης ιστορικής συνείδησης, που διατηρούμενη πάντα πιο πλούσια από παρόμοιες αιτίες παράγει ανέκαθεν τα ίδια αποτελέσματα, παρατέθηκε σαν προμετωπίδα στην Κοινωνία του Θεάματος, που κυκλοφόρησε την Δεκέμβριο του 1967 και έξι μήνες μετά ακολούθησαν τα κινήματα των καταλήψεων, το πιο μεγάλο επαναστατικό κίνημα που γνώρισε η Γαλλία ύστερα απ’ την Κομμούνα του Παρισιού.

Οι καταστασιακοί (situationnistes) , για παράδειγμα, που είχαν καταγγείλει και καταπολεμήσει «την οργάνωση των φαινομενικοτήτων» στο θεαματικό στάδιο της εμπορευματικής κοινωνίας, είχαν προβλέψει με μεγάλη ακρίβεια, πριν από χρόνια, την τωρινή έκρηξη και τα επακόλουθά της.

Η μεγαλύτερη γενική απεργία που σταμάτησε ποτέ την οικονομία μιας αναπτυγμένης βιομηχανικής χώρας και η πρώτη άγρια γενική απεργία της ιστορίας, οι επαναστατικές καταλήψεις και τα πρώτα βήματα προς την άμεση δημοκρατία, η όλο και πιο μεγάλη εξάλειψη της κρατικής εξουσίας, σχεδόν για δύο εβδομάδες, η επιβεβαίωση όλης της επαναστατικής θεωρίας και ακόμα, εδώ κι εκεί, η αρχή της σταδιακής πραγματοποίησής της, η πιο πρόσφατη εμπειρία του σύγχρονου προλεταριακού κινήματος, που σήμερα σε όλες τις χώρες διαμορφώνει την ολοκληρωμένη του φυσιογνωμία και το μοντέλο που πρέπει από δω και πέρα να ξεπεράσει ιδού αυτό που υπήρξε ουσιαστικά το γαλλικό κίνημα του Μάη του ’68, και αυτό ήταν ήδη η νίκη του.

Ιδού το τέλος των άλλοθι. Μα αυτό ας σημάνει κατ’ αρχάς το τέλος όλων αυτών που συντηρούν το ψέμα και την αμφιβολία για το επαναστατικό εγχείρημα. Μια πρώτη φορά, τον Μάη του 1968, η ευκαιρία που δόθηκε από την ιστορία στην ατομική υποκειμενικότητα χάραξε ξεκάθαρα τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους ρεφορμιστές της επιβίωσης και τους εξεγερμένους της θέλησης για ζωή.


*Ως συνέχεια της άριστης συνεργασίας τους ο συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης και ο εικαστικός Πάρις Κούτσικος σχεδίασαν και επιμελήθηκαν ένα βιβλίο - αφιέρωμα στα γεγονότα του Μάη του 68, με αφορμή τους εορτασμούς για τα σαράντα χρόνια από την έκρηξή τους. Το βιβλίο είναι ένα φωτογραφικό άλμπουμ, γραφιστικώς πειραγμένο από τον Κούτσικο, στο οποίο παραθέτονται φράσεις και κείμενα του Γ.Ι. Μπαμπασάκη (.. ο οποίος υπενθυμίζουμε ότι είχε επιμεληθεί τη μελέτη "Μάης του 68 η Περιπέτεια" για τις Εκδόσεις Ερατώ το 2001) καθώς και των Μαρξ, Ένγκελς, Ντυρκας, Ντεμπόρ κ.ά. Επίσης περιλαμβάνει ένα κείμενο - πρόλογο του συγγραφέας καθώς και μια σειρά εικαστικών έργων και πινάκων των μεταπτυχιακών φοιτητών της ΑΣΚΤ Αθηνών, των οποίων καθηγητής είναι ο Γ.Ι.Μ. Πίσω από αυτή την πρωτοβουλία βρίσκονται οι Εκδόσεις Οξύ, οι οποίες συνεχίζουν τη συνεργασία τους με τον Γ.Ι. Μπαμπασάκη, που βαστά από την περίοδο 1995 - 6 και την πειραματική σειρά "Φωτοβολίδα" (Η Λογική των Γεγονότων, Προλογίζοντας έναν Αιώνα, Αλεξάντερ Τρόκκι, Ουρλιαχτά για Χάρη του Σαντ), τη βιογραφία του Ουίλλιαμ Μπάροουζ το 2000, την επανέκδοση του "Βορειοδυτικού Περάσματος" το 2001, την ποιητική συλλογή "Ω!" του 2007 καθώς και μια σειρά μεταφράσεων (Μπέρνστάιν, Τόμσον, Κλάιν).

Διαβάστε άλλες συνεργασίες του Γ.Ι. Μπαμπασάκη :
- "H Έρημη Γη" με τον Ηλία Λάγιο (1996) http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/1996.html
- "Μπόμπυ Φίσερ Αυτοδίδακτη Μεγαλοφυία" με τον Ηλία Κουρκουνάκη (2004) http://vakxikon.blogspot.com/2008/04/2005-bobby-fischer-2004.html

24 Μαΐ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Tα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/blog-post_17.html

ΠΑΤΑ ΤΟ ΧΑΜΟΥ (microDiaries 10)

Σπίθες τινάχτηκαν από την πέτρα του αναπτήρα μου κι άξαφνο φως πολύ κοντά στο πρόσωπο μού θάμπωσε τα μάτια μες στο απόλυτο σκοτάδι όπου βγήκα για να καπνίσω ακόμη ένα τσιγάρο. Ανάβω άλλη μια φορά, λίγο πιο μακριά αυτή τη φορά από τα μάτια μου, τον αναπτήρα που κρατάω στα χέρια μου και τον κοιτάζω στο φως από την ίδια του τη φλόγα (όπως οι ερωτευμένοι κοιτάζουν ο ένας τον άλλο μες στο δικό τους φως λουσμένοι)· είναι ένας συνηθισμένος μικρός bic, μπλε χρώματος από αυτούς που προτιμώ, γιατί ποτέ δεν μένουν για πολύ στην κατοχή μου, μα διαρκώς χάνονται και διαρκώς άλλοι βρίσκονται ακουμπισμένοι επάνω στο πακέτο μου, για να έρθει μετά από μέρες (και νύχτες) ξανά στα χέρια μου εκείνος που ίσως να ήτανε δικός μου τις προάλλες – μια κοινοκτημοσύνη της φωτιάς που δεν με αφήνει ασυγκίνητο, ιδίως αν έχω πιει λιγάκι παραπάνω. Που δεν είναι ωστόσο η σημερινή περίσταση.

Όλο το απόγευμα το πέρασα στην καρέκλα μου, μπροστά στο παράθυρο μ’ απέναντι το πέλαγος, διαβάζοντας, δεύτερη φορά μετά από δεκαπέντε και βάλε χρόνια, το βιβλίο του Φίσερ για τον Μαρξ (τι είπε πραγματικά ο Μαρξ – το είχε δανείσει κάπου τότε ο Στεφάτος στον αδελφό μου κι είχα προσπαθήσει κι εγώ να το διαβάσω, αλλά, θα ‘μουν δεν θα ‘μουν δεκαπέντε χρονών, δεν νομίζω να έφτασα καν ως το τέλος του ή να κατάλαβα οτιδήποτε, εκτός ίσως από εκείνο το σαφές και ξεκάθαρο Πρέπει να δηλώσουμε στις κυβερνήσεις: ξέρουμε ότι είσαστε η ένοπλη δύναμη που κατευθύνεται ενάντια στο προλεταριάτο. Θα προχωρήσουμε εναντίον σας με ειρηνικά μέσα, όπου είναι δυνατόν, και με τη δύναμη των όπλων, όπου είναι αναγκαίο. Και πώς αλλιώς να γίνει; Τα τραγούδια που άκουγα δεν έλεγαν τίποτε διαφορετικό κι η εφηβεία που με διέτρεχε απ’ άκρη σ’ άκρη δεν φώναζε τίποτε διαφορετικό.

Έτσι τότε μεθούσαμε εύκολα χωρίς κρασί. Και τόσα χρόνια μετά νηφάλιος και νοήμονας, κάνοντας ένα διάλειμμα ανάμεσα στο πρόβλημα της αυξανόμενης αθλιότητας και τη θεωρία της επανάστασης, με ελαφρά μελαγχολική διάθεση και Billie Holiday που τραγουδάει τα μπλουζ κι ακούγεται απ’ τα ηχεία μου ως έξω στη βεράντα, βγήκα κι απόψε να καπνίσω και ν’ αφουγκραστώ το σκοτάδι (από το οποίο όχι σπάνια λαμβάνω ενδιαφέρουσες πληροφορίες και ανταποκρίσεις). Αφού εξάλλου δεν γίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, ν’ ακούσω και να δω ολίγη αγαπημένη πολιτεία – και παραξενεμένος συνειδητοποιώ και σημειώνω εδώ ότι αυτή είναι η δεύτερη φορά ετούτη την εβδομάδα που φτάνει ως τα χείλη μου, παρεφθαρμένος ή αυτούσιος, κάποιος στίχος του Καβάφη, του οποίου, χωρίς να έχω πάψει να τον εκτιμώ, έχω χρόνια να διαβάσω τα ποιήματα (ίσως επειδή θυμάμαι απ’ έξω αρκετές ποιητικές φράσεις ή θραύσματά του, ίσως ακόμη επειδή κυκλοφορεί τόσο πολύ με τη μορφή ποιητικής κοινοτοπίας και λόγιας καραμέλας στα χείλη και στα πλήκτρα πολιτικών και δημοσιογράφων, ώστε διαρκώς να τον βρίσκω μπροστά μου και μάλιστα με ενοχλητικά συμφραζόμενα).

Τα βιβλία του Εμπειρίκου αντιθέτως βρίσκονται συχνά πυκνά στο κομοδίνο και στα χέρια μου κι αν το αναφέρω εδώ είναι γιατί είναι αυτός ακριβώς ο ποιητής που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή, καθώς τα μάτια μου συνηθίζουν σιγά – σιγά στο σκοτάδι κι ετοιμάζομαι να ονομάσω τη νύχτα σκοτεινή αυλαία του τετραχώρου και με αυτή τη φράση στα χείλη να περάσω την υπόλοιπη βραδιά. Γιατί του Εμπειρίκου τα βλέφαρα είναι αυλαίες διάφανες: όταν τ' ανοίγει βλέπει εμπρός του ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνει βλέπει εμπρός του ό,τι ποθεί. Έτσι κι η νύχτα για μένα, που την ανοιγοκλείνω ανάλογα με τις διαθέσεις μου. Σαν σήμερα για παράδειγμα, που την θέλησα ορθάνοιχτη, γεμάτη φωτεινές πινέζες να την στηρίζουν στο στερέωμα και τον ήχο ενός βενζινοκάικου να συνοδεύει από μακριά την κυρία που τραγουδάει τα blues – που είναι εξάλλου (το βενζινοκάικο) ο μόνος μηχανικός ήχος που ανέχεται η φύση, σύμφωνα με τη γνωμάτευση του Ελύτη, τον οποίο ξέρω καλά και εμπιστεύομαι όταν πρόκειται για το Αιγαίο ή τη Μεσόγειο θάλασσα (για τον Ατλαντικό Ωκεανό προτιμώ βεβαίως, άλλη μια φορά, τον Εμπειρίκο και τα ωραία υπερωκεάνια που διαπλέουν προς όλες τις κατευθύνσεις τα ποιήματά του).

Πιάνω λοιπόν πρώτη θέση στο αστεροσκοπείο Ικαρίας και στρέφω το βλέμμα μου προς το στερέωμα. Αν και θεωρούνται αμέτρητα και παρόλο που παλαιά πρόληψη απαγορεύει την καταμέτρησή τους, θεωρώντας την αιτία τής εμφάνισης εξανθημάτων στο πρόσωπο, οι επιστήμονες εν τούτοις έχουν υπολογίσει τον αριθμό των αστεριών, που είναι ορατά από τους παρατηρητές του βορείου ημισφαιρίου, σε περίπου τρεις χιλιάδες, από τα οποία τα μισά σχεδόν, αν υπολογίζω σωστά, πρέπει να τα βλέπω αυτή τη νυχτερινή ώρα. Το μόνο ωστόσο που ξέρω να ξεχωρίσω με βεβαιότητα και να ονομάσω είναι ο σχηματισμός της Μεγάλης Άρκτου, για την οποία μπορώ να προσκομίσω και λίγες πληροφορίες γλωσσικού ως επί το πλείστον ενδιαφέροντος. Γνωρίζω λοιπόν ότι η λέξη άρκτος κατάγεται από τον υποθετικό ινδοευρωπαϊκό τύπο rksos που σημαίνει καταστροφέας, ενώ οι παλαιότεροι την έλεγαν αλετροπόδι. Η Ρεβέκκα μια νύχτα που πίναμε στη βεράντα κοιτάζοντας τ' αστέρια μού την είπε τηγάνι και ο Σίλερ την ονόμαζε Πλοιάριο του Αγίου Πέτρου. Εδώ πια έχουν θέση φαντάζομαι και λίγοι στίχοι από την Ursa minor (ήτοι Μικρή Άρκτος) του Τάκη Παπατσώνη, οι οποίοι μάλιστα συνδέονται κάπως και με όσα εδώ συμβαίνουνε:

Έπεσε αναμμένη στάχτη στα μάτια
και είδαμε το φως
ασημόσκονη έφτασε από τις συστροφές
και τους νεφελοειδείς και μας στόλισε
σταλαγματιά μάς έσταξε
γάλα του γαλαξία
και μας εύφρανε.

Κατά τ' άλλα, μπορώ να διακρίνω στα δεξιά μου φώτα ψηλά και φώτα χαμηλά, που, αν ήδη δεν το γνώριζα, δεν θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα αν πρόκειται για αστέρια ή για σπίτια υποφωτισμένα. Όπως και να ‘χει πάντως, τα αστέρια στον ουρανό, τα φώτα των σπιτιών και των δρόμων στην πλαγιά δεξιά μου, τα φώτα, σχεδόν αόρατα, της Τουρκίας και της Χίου στο βάθος μπροστά μου και τα φώτα από τα ψαροκάικα μέσα στη σκοτεινή μαύρη θάλασσα δημιουργούν ως σύνολο ένα δίχτυ φωτός μέσα στο οποίο πιασμένος ο νυχτερινός παρατηρητής μπορεί να νιώσει ηδονικά αιχμαλωτισμένος. Δημιουργούν ένα πεδίο δημιουργικής ονειροπόλησης για τον μοναχικό καπνιστή, εντελώς διαφορετικό, αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και την απόλυτη ησυχία της ώρας, από όποιο άλλο συναντάει στην κατάφωτη πόλη. Και παρόλο που θεωρώ πάντα δευτερεύοντα παράγοντα για τη δημιουργική εργασία τον φυσικό περίγυρο, δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι αυτός ο χώρος, θέλοντας και μη, παρεμβάλλεται ανάμεσα στη συνείδηση και στο χέρι που καταγράφει τα – εσωτερικά και εξωτερικά – γεγονότα και τελικά υπεισέρχεται αποφασιστικά στο παραγόμενο προϊόν.

Που σημαίνει πως το ερώτημα από εδώ και πέρα είναι για μένα (και πρέπει πια να το θέσω και να το αντιμετωπίσω, όπως μπορώ) τι επακολουθεί τώρα που ετοιμάζομαι να αφήσω οριστικά την υποφωτισμένη, αλλά πλήρη αστέρων, Ικαρία για τη υπερφωτισμένη Αθήνα και για την επόμενη άγνωστη πόλη λίγο αργότερα. Το ερώτημα εν τούτοις δεν μπορεί παρά να μείνει για την ώρα αναπάντητο και τα μελλούμενα όπως πάντα σκοτεινά, όμως ο Ελύτης μπορεί να κλείσει ωραιότατα ετούτο το γραπτό κι εγώ να σβήσω το τσιγάρο μου και να γυρίσω στο δωμάτιό μου:

ψάξαμε ψάξαμε όσο γίνεται
να ‘μαστε άνθρωποι σωστοί
(to be men not destroyers, το λέει στα στερνά του με πικρή πείρα ετών ο σιωπηλός Πάουντ)
σε μια ταράτσα πάνου από τη θάλασσα
κοίταξε:
σπαν τ' αστέρια ένα – ένα
και το ύστερο πάει φωσάκι του τσιγάρου σου
κι εκείνο σώνεται
πάτα το χάμου
αντίο.

Ο φάρος ανάβει μια στιγμή, για να μείνει σβηστός πάλι μέχρι να μετρήσω ως το εφτά και να ανάψει, ξανά και ξανά, στο πιο προωθημένο σημείο της στεριάς μέσα στη θάλασσα, στο πιο προωθημένο σημείο του παρόντος μέσα στο μέλλον. Πάτα το χάμου. Αντίο.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Εκτός από τους δυο μας δεν υπάρχει άλλος στο κατάστρωμα. Φυσάει πολύ εδώ πάνω κι ένα μόνο σημείο κατάφερα να εντοπίσω όπου ο αέρας εμποδίζεται να φτάσει ορμητικός· εκεί ακριβώς καθόμαστε, πλάτη με πλάτη και άγνωστοι μεταξύ μας, εγώ, επιστρέφοντας για τελευταία φορά από την Ικαρία στον Πειραιά, κι αυτή αγγλόφωνη μ’ ένα μαντήλι σκούρο μπλε επάνω στα μαλλιά της, που αφήνει ελάχιστα από αυτά, καθώς φυσάει ο άνεμος, να ξεφεύγουν ολόξανθα και να αγγίζουνε την πλάτη μου. Στα χέρια της White teeth το βιβλίο που διαβάζει, κοιτάζοντας την περισσότερη ώρα τη θάλασσα στ’ αριστερά, ενώ στα δεξιά μας έχει κιόλας φανεί ο βράχος του Σουνίου. Στα χέρια μου ανοιγμένος ο πρώτος τόμος του Δον Κιχώτη, από τον οποίο λίγες λέξεις στην τύχη επιλεγμένες, όπως είναι η συνήθεια, υπεισέρχονται κι εδώ για να επηρεάσουν τη συνέχεια: την κοιτούσε αντί να της μιλά, και στοχαζόταν πόσο άξιζε να την αγαπούν.

Αγνοώντας τα συμφραζόμενα, αφού στην τύχη γυρίζω τις σελίδες του βιβλίου μου, και με καμία διάθεση να βρω ποιος έμενε στοχαστικός αντί να της μιλά, αναρωτιέμαι εντούτοις για ποιαν άραγε γίνεται λόγος εδώ πέρα. Ένας νεαρός, που πέρασε από κοντά καπνίζοντας, παραμέρισε προσώρας το ερώτημα, καθώς έμεινα να κοιτάζω τον καπνό που έβγαινε απ’ το στόμα του κι αμέσως χανότανε στο παρελθόν από τον δυνατό αέρα διαλυμένος, μα στριφογύριζα για ώρα μες στο νου μου τη διατύπωση την κοιτούσε αντί να της μιλά, όπως γίνεται τις περισσότερες φορές δηλαδή, και στοχαζόταν πόσο άξιζε να την αγαπούν. Ποια είναι αλήθεια; Μήπως αυτή με τα λευκά της δόντια και τα μαύρα πέδιλα, που καθισμένη στον πάγκο πίσω μου αφήνει τα μαλλιά της να ερίζουν με τον άνεμο; Η θάλασσα άραγε με τα γαλάζια ρούχα της, όπως έλεγα κάποτε, και τα λευκά εσώρουχα – και με θυμάμαι ώρες ατελείωτες να την κοιτώ αμίλητος και να την αγαπώ, στη Ρόδο, στην Κόρινθο, στον Ωρωπό, στην Ικαρία. Κάθε ερμηνεία, για ν’ αποσπάσει απ’ αυτό που λένε οι λέξεις εκείνο που θέλουν να πουν, πρέπει αναγκαστικά να χρησιμοποιήσει τη βία, προτείνει ο Heidegger κι ούτε ξέρω πώς το θυμήθηκα τώρα, μα ωστόσο ασκώντας κι εγώ στον Θερβάντες (που ήδη στη ζωή του έχει δεχτεί αρκετή) όση βία απαιτείται γυρίζω άλλη μια φορά με το μυαλό στην Ικαρία, όπως την άφησα οριστικά λίγες ώρες νωρίτερα.

Έχοντας ξεκινήσει πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι με τσίπουρο στο καφενείο κι ύστερα μπύρες και ούζα, μεζέδες και αποχαιρετισμούς, ούτε θυμάμαι πια ποιοι πέρασαν από εκεί και σε ποια κατάσταση ο καθένας (η Ρεβέκκα πάντως έλειπε, το θυμάμαι αυτό), έφτασε η ώρα τρεις νυχτερινή, ώσπου, μετά από άλλα κρασιά κι άλλους μεζέδες και άλλους αποχαιρετισμούς με τον Δημήτρη και τον Ζαχαρία, να περάσω για τελευταία φορά από το Περίπου για άλλη μια τεκίλα (ήταν κι ο Άγγελος εκεί) και να βαδίσω ύστερα προς το λιμάνι να σταθώ στην πιο σκοτεινή γωνιά του μόλου και να κοιτάω αμίλητος προς το νησί, που κρέμεται από πάνω του κίτρινο το φεγγάρι. Στο πλάι μου εξίσου σιωπηλή αγγίζει τον ώμο μου η Κωνσταντίνα, μα δεν γνωρίζουμε εκείνη την ώρα το χρυσό φως της σελήνης που λούζει τα πρόσωπά μας. Κοιτάζουμε τη θάλασσα, τα σπίτια και τον δρόμο πιο ψηλά, λίγα δέντρα κι ακόμη πιο πάνω το βουνό και το φεγγάρι, καρφωμένο θα ‘λεγες επάνω απ’ το νησί, σαν να μην έριχνε το ίδιο φως παντού στον κόσμο ετούτο. Έμενα αμίλητος και στοχαζόμουνα πόσο άξιζε να την αγαπώ. Νοσταλγώ την Ικαρία πριν ακόμη την αφήσω, που θα ‘λεγε και ο Ηλίας Πετρόπουλος (που στ’ αλήθεια το έχει πει σ’ ένα του ποίημα, μιλώντας όμως για το Βερολίνο, αν θυμάμαι καλά), ενώ ο Θερβάντες, στον οποίο καταφεύγω άλλη μια φορά, προτείνει: ας τους αφήσουμε όμως εδώ, γιατί σίγουρα θα εμφανιστεί κάποιος να τους βοηθήσει – άλλωστε, ας έχει υπομονή κι ας σιωπά όποιος καταπιάνεται με πράγματα πάνω απ’ τις δυνάμεις του.

Όπως και έγινε εξάλλου, γιατί φάνηκε από την άλλη πλευρά της θάλασσας το πλοίο να έρχεται ολόφωτο και λύθηκαν τα μάγια του φεγγαριού. Της Ικαρίας όμως; Όπως και αλλού, όπως και άλλοτε, όπως πάντοτε, αναρωτιέμαι αν πιο πολύ αγάπησα όλες εκείνες τις ανηφοριές που έκοβαν την ανάσα μου, τους κακοφωτισμένους δρόμους και τον μικρό φακό που είχα πάντα σε κάποια τσέπη μου, μα που μονίμως ξεχνούσα την ύπαρξή του, όταν νύχτα και με αμφισβητούμενη νηφαλιότητα περπατούσα, τον άνεμο που δεν έπαυε να φυσάει και να παρασύρει την ομπρέλα μου και τα ρούχα που άπλωνα στο μπαλκόνι μου, το μπαλκόνι μου που έβλεπε μίλια ανοιχτής θαλάσσης ως πέρα στον μακρινό ορίζοντα και τα φευγάτα σύννεφα, τα δεκαπέντε-είκοσι χιλιόμετρα διαδρομή που έκανα για ν’ ανέβω στις Ράχες, τις στροφές και τα αλκοτέστ, που με ανάγκαζαν να περιμένω το ξημέρωμα για να γυρίσω στο σπίτι, τα μαγαζιά που φιλοξένησαν τις νύχτες και τα μεσημέρια μας, τα πρωινά και τ’ απογεύματα, το Περίπου, το Σκνίπα-bar, τα Κύμματα, το ταβερνάκι της Αγγελικής, τη Φωλιά του κούκου. Είναι αυτά, αναρωτιέμαι, που αγάπησα ή είναι οι άνθρωποι που συντροφεύανε τις ώρες που περνούσαν;

Κι αν έτσι πράγματι γίνεται, ο Αντώνης και ο Φίλιππος, η Σύλια και ο Δημήτρης, η Ευγενία και η Ρεβέκκα, η Βούλα και ο Θανάσης, όλοι αυτοί που γνώρισα στην Ικαρία και αγάπησα θα είναι και αλλού οι ίδιοι, θα είναι πάλι ο Αντώνης και ο Φίλιππος, η Σύλια και ο Δημήτρης, η Ευγενία και η Ρεβέκκα, η Βούλα και ο Θανάσης, που γνώρισα και αγάπησα ή μήπως, όταν ξανά τους συναντήσω, στην Αθήνα ή στη Λάρισα, στη Μυτιλήνη ή στο Παρίσι θα είναι κάποιοι άλλοι; Κι αν δεν τους δω ξανά κι αν μείνουν μόνο ονόματα, που θα ‘ρχονται και θα ξανάρχονται στο νου ή που θα ξεχαστούν μετά από λίγο καιρό, τι θα έχει απομείνει τότε πια από την Ικαρία; Είναι αρκετά τα χώματα και οι κακοφωτισμένοι δρόμοι για να υπάρξει η δεκάμηνη μικρή Ικαρία μου ή όλα αυτά κηρύσσονται ανυπόστατα δίχως ανθρώπους που αγάπησα;

Ο καπνός που ο αέρας λίγο πρωτύτερα τον είχε διαλύσει επιστρέφει συμπαγής και αρωματικός, το στόμα, που λίγο νωρίτερα τον είχε φυσήξει προς τα έξω, ανοίγει πάλι για να τον δεχτεί ως βαθιά στα πεισιθάνατα πνευμόνια, ο ίδιος νεαρός, βαδίζοντας ανάποδα, σαν τα καρέ του κινηματογράφου να πηγαίνουν προς τα πίσω, ξαναπερνάει κι εγώ, άλλη μια φορά, έμεινα να κοιτάζω, μα στριφογύριζα για ώρα μες στο νου μου τη διατύπωση την κοιτούσε αντί να της μιλά και στοχαζόταν πόσο άξιζε να την αγαπούν. Που, χωρίς αμφιβολία, σημαίνει ότι μπορώ, με τον νου ακόμη μια φορά στην Ικαρία, ν’ ανοίξω το βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου κι ενώ βλέπω κιόλας, πέντε η ώρα το ξημέρωμα, τα πρώτα πορτοκαλιά φώτα του Πειραιά, λάμπες του δρόμου, φωτεινές επιγραφές και διαφημίσεις, να κλείσω αυτό το μικρό χρονικό της επιστροφής ως εξής: Δε θα μου αρνηθείς όμως ένα πράγμα, Σάντσο: όταν τη ζύγωσες, δεν κατάλαβες μια μοσχοβολιά, μιαν αρωματική γλύκα, κάτι όμορφο που δεν μπορώ να του βρω όνομα;
Αυτό που μπορώ να πω, αποκρίθηκε ο Σάντσο, είναι ότι κατάλαβα μια μυρωδιά ανθρωπίλας. Ίσως αυτό.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

23 Μαΐ 2008

Συνέντευξη του Γιώργου Μπλάνα...


“Ο Κωσταβάρας έμεινε έξω από τον κανόνα της μεταπολεμικής ποίησης”

Σε μια συνάντηση που είχαμε με τον Γιώργο Μπλάνα, μιλώντας για διάφορα θέματα της λογοτεχνικής επικαιρότητας και μη, μπήκε στην κουβέντα μας και η πρόσφατη απώλεια του ποιητή Θανάση Κωσταβάρα. Από τη συζήτησή μας για τα έργα και τις ημέρες του σπουδαίου αυτού ανθρώπου, συγκρατήσαμε τα παρακάτω.

- Είχες γνωρίσει τον Θανάση Κωσταβάρα. Πότε έγινε αυτό και τι εντυπώσεις σου είχε αφήσει ως άνθρωπος;
- Είχαμε γνωριστεί στα πλαίσια κάποιας λογοτεχνικής εκδήλωσης, πριν από επτά χρόνια. Δεν άνηκα στο στενό φιλικό περιβάλλον του, όμως πάντα έτρεφα μια συμπάθεια στο πρόσωπο του, γιατί, πάνω απ’ όλα, έβλεπα έναν άνθρωπο αξιοπρεπή, συνετό, που δεν έμπαινε στη διαδικασία σχολιασμού της λογοτεχνικής επικαιρότητας, που δεν μίλαγε αλλά άκουγε πολύ τον συνομιλητή του. Αν και ιδιαίτερα κοινωνικός, δεν είχε τα «συνήθη» χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου του «χώρου», ενώ σεβόταν πολύ την προσωπική του ζωή.
- Άνηκε στην πρώτη μεταπολεμική γενιά ποιητών, το έργο του αντλήθηκε από τους αγώνες και τις ήττες της Αριστεράς. Πως θα χαρακτήριζες και τι διάσταση θα έδινες στην ποίηση αλλά και στο ευρύτερο λογοτεχνικό του έργο;
- Πρώτη ή δεύτερη ή τρίτη μεταπολεμική γενιά δεν ξέρω τι σημαίνει. Αυτό που ξέρω είναι πως αν και ενταγμένος στην επιλεγόμενη ποίηση της ήττας, ο Θανάσης Κωσταβάρας έμεινε έξω από το την ομάδα των «αστέρων» της μεταπολεμικής ποίησής μας, ακριβώς λόγω των αρετών του έργου του. Η ουσία της ποίησης του χρωματίζει μια διαφορετική πλευρά του βιώματος της ήττας, που δεν μπορούσε να δει ούτε η Αριστερά, αλλά ούτε και εκείνοι οι ποιητές που δεν έκαναν βήμα πέραν της εκδοχής του μοντερνισμού που εισήγαγε από την Αγγλία ο Σεφέρης. Το βίωμα του Κωσταβάρα υπερβαίνει την αποτυχία μιας ιδεολογίας και της ήττας των ελπίδων για τη μετατροπή της κοινωνίας. Παίρνει χαρακτήρα οντολογικό, δεδομένου ότι δεν αντλεί τα εκφραστικά στοιχεία του αποκλειστικά από το αστικό περιβάλλον, αλλά κυρίως από τη φύση. Και παίρνει χαρακτήρα καινοτόμο, δεδομένου ότι προχωρά πέραν του γνωμικού στοιχείου που χαρακτήρισε το σεφερικό ρεύμα. Η συμμετοχή της φύσης στη βίωση του αποπνικτικού μεταπολεμικού περιβάλλοντος, ανοίγει ξαφνικά τις πόρτες της ποίησης στη μεταφυσική, την οικολογία, την ανθρωπολογία. Το ίδιο έκανε και ο Κατσαρός και ο Μέσκος και ο Δάλλας. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η ποίηση του Θανάση Κωσταβάρα, έχει δυο κύρια στοιχεία : ευρύτητα, αφού περιέχει μια ανθρωπολογία σημαντική. Και οξύτητα, αφού δεν περιορίζεται σε μιαν ιστορικά καθορισμένη αίσθηση ήττας, αλλά στην ήττα του ανθρώπου εν γένει. Η ποίηση του Κωσταβάρα μπορεί να διαβαστεί από έναν άνθρωπο σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, γιατί τα σύμβολά της είναι καθαρά, απαλλαγμένα από την στενότητα της ιστορικής συγκυρίας.
- «Όταν σωπαίνουν τα πουλιά, βγαίνουν τα ψάρια στη στεριά και πιάνουν να βελάζουν, βγαίνουν τα μαύρα τέρατα». Στίχοι που δείχνουν αυτό που λες, Γιώργο. Άρα λοιπόν τι αίσθηση μας αφήνει η σαραντάχρονη πορεία του;
- Οι στίχοι που παρέθεσες παραπάνω, μας παρέχουν μιαν εικόνα αποκάλυψης, διαφορετικής από τις εξπρεσιονιστικές διαθέσεις του Σαχτούρη. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι ο Κωσταβάρας ξεχωρίζει με την τέχνη του και όχι με την «αντιπροσωπευτικότατα» του. Διαθέτει κάτι προσωπικό αυτή η τέχνη. Στην ποίησή του έχεις την αίσθηση ότι κυριολεκτεί. Έχει κάτι από τη γαλήνια επιθετικότητα του Αρχίλοχου. Και αυτό είναι το διαφορετικό. Η αίσθηση, λοιπόν, της κωσταβαρικής ποίησης έχει στοιχεία μοντερνιστικά, μετα-σεφερικά, που προέρχονται από τον Εγγονόπουλο(κι εκείνου από τον Καρυωτάκη), και δεν μπαίνει σε καλούπια, όπως αυτά οριοθετούνται από τον «συναισθηματικό» σεφερικό κανόνα. Ο στοχασμός στον Κωσταβάρα, όπως και στους άλλους ποιητές που προανέφερα, έχει μια δική του συναισθηματικότητα.
- Κι ολοκληρώνοντας την πρώτη ερώτησή μου για τον Θανάση Κωσταβάρα. Ως ποιητής, τι εντυπώσεις σου άφησε;
- Ο Θανάσης Κωσταβάρας, όσο λίγοι μεταπολεμικοί ποιητές είχε μια δική του ποιητική και μια ανθρωπολογία, εξαιρετικά ιδιαίτερη. Στην πραγματικότητα και στο τέλος όλων αυτών, εκείνο που ζητάμε από τους ποιητές είναι η ιδιόμορφη ανθρωπολογία τους. Ας αφήσουμε τις ιστορίες της ποίησης και ας κοιτάξουμε τους ποιητές. Η ποίηση δεν ταυτίζεται με την ιστορία της ποίησης. Οι ποιητές είναι πηγάδια. Τραβάει δροσιά κανείς από τα σπλάχνα τους, ή κάθεται και φτιάχνει χάρτες, όπου σημειώνει τις θέσεις των πηγαδιών, μέχρι να πεθάνει από δίψα.

Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής και μεταφραστής. Γράφει τακτικά στην εφημερίδα «Η Αυγή».

Νέστορας Ι. Πουλάκος - Λογοτεχνικό Περιοδικό "Μανδραγόρας" (Τεύχος 38 - Μάιος 2008)

22 Μαΐ 2008

"Iδιοτροπία" - Νίκος Καλόγηρος


Γράφω ποιήματα για τη ζωή.
Όχι με όρους γενικούς.
Γράφω για τη ζωή μου.

Τους ερωτικούς μου στίχους
δεν έγραψε ένα κανονικό μελάνι.
Ήτανε δάκρυα δικά μου,
για τις αγαπημένες μου.

Δεν αναφέρομαι αντικειμενικά
σε Τέχνη και Αλήθεια.
Έχω δικές μου έννοιες.

Γράφω για να θυμάμαι τον εαυτό μου.
Τα χρόνια μου που τα ‘κανα κομμάτια
τα σκόρπησα μες στα ποιήματα.

Γράφω μονάχα για να σκίζω φίμωτρα,
Λέξεις αγκαλιές για τους θλιμμένους,
στίχοι γροθιές για τους προσκυνημένους.

Δε γράφω ποιήματα στο πλαίσιο της ποίησης.
Για αυτό οι λέξεις μου δεν κρύβουν
αιώνια μηνύματα και πανανθρώπινα πάθη.

Τα ποιήματα μου δύσκολο
ν’ αναλυθούν σε σχολικές αίθουσες.

Δεν είναι καν ποιήματα.

Είναι οι πληγές μου.

*Το mail επικοινωνίας του Σπύρου Καλόγηρου είναι nkalogiros@hotmail.com

21 Μαΐ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧVIΙ. Όπλα, Ποίηση και Κάμερα" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΝΤ. ΓΚΑΡΣΙΑ - ΟΣΚΑΡ ΣΟΛΑ Che, Εικόνες μιας ζωής
ΜΤΦΡ.: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»

- Πού είσαι, ιππότη, πιο αγνέ, ιππότη εσύ, καλύτερε ιππότη;

- Ανάβω την αντάρτικη λαμπάδα, μες στο σκοτάδι, κυρά, μες στο σκοτάδι.

Μίρτα Αγίρε, «Παλιό τραγούδι στον Τσε Γκεβάρα»

Ξεκινάς από την ποίηση, από τον Baudelaire, από τους μπίτνικς, από τη διάθεση της περιπλάνησης, της περιπέτειας, και, πληγωμένος από το άσθμα (ίσως η ασθένεια των επαναστατών, όπως η φυματίωση ήταν η ασθένεια των συγγραφέων), ανθίστασαι σε ό,τι χαμηλώνει τη ζωή, σε ό,τι την ευτελίζει, σε ό,τι την καθηλώνει. Ξεκινάς από το γράψιμο, γράφεις έστω και σπασμωδικά, αδέξια έστω, την ιστορία του σώματός σου, το υπερβαίνεις, υπερβαίνεις τη λογοτεχνία, προκρίνεις την ίδια τη ζωή, την παθιασμένη αναζήτηση μιας ζωής υποδειγματικής, μιας ζωής που να είναι, όπως έλεγε ο δικός μας ποιητής, «πλήρης εν τέλει». Ξεκινάς από ολιγάριθμους, μικρούς, παράνομους πυρήνες, για να θριαμβεύσεις, και ύστερα εγκαταλείπεις το θρίαμβο, εγκαταλείπεις την παγιωμένη κατάσταση, για να ξαναβρεθείς στην παρανομία, να ξαναστήσεις μικρούς παράνομους πυρήνες.

Αυτή ήταν η περιπέτεια του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, μιας από τις εμβληματικότερες μορφές του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, μιας μορφής που άγγιξε τα όρια του θρύλου. Η περιλάλητη φωτογραφία που του τράβηξε ο Αλμπέρτο Κόρντα έχει κάνει εκατοντάδες φορές το γύρο του κόσμου, τυπωμένη όπου μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Ακόμη κι έτσι, ο Τσε παρέμεινε ένα διεθνές σύμβολο (αποστομώνοντας όσους δολίως έχουν προσπαθήσει να τον εμπλέξουν με βδελυρές απόπειρες οικειοποίησης, -προσφάτως, και στη χώρα μας). Αργεντινή, Κούβα, Βολιβία: οι τόποι του επαναστάτη. Ποίηση, σκάκι, φωτογραφία: Οι τρόποι του Τσε. Και μαζί, το αδιάκοπο κάπνισμα, οι έρωτες, η ακόπαστη κίνηση, η εναντίωση σε κάθε στασιμότητα, είτε πολιτική είτε κοινωνική. Ενας άνθρωπος που, με τους τόπους και τους τρόπους του, διαλαλεί ότι δεν ανήκει πουθενά και σε κανέναν, ότι το πάθος που τον συγκλονίζει είναι η επανάσταση ως υποδειγματική ζωή, ως εκείνο το «τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο», όπως έλεγε ο Andre Breton, ως η αέναη προσπάθεια άρσης των καταπιέσεων, των εξουσιών, των βαναυσοτήτων.

Πολλά σημαντικά κείμενα έχουν γραφτεί για τον Τσε. Θυμίζουμε ότι έχουν γράψει γι' αυτόν και ο ρομαντικός μαρξιστής Michael Lowy και ο θαυμάσιος μυθιστοριογράφος Paco Ignacio Taibo, μεταξύ τόσων άλλων. Το λεύκωμα που μας πρόσφερε το «Μεταίχμιο» είναι διπλά πολύτιμο: Το κείμενο ρέει, σε μαγεύει η αφηγηματική δεινότητα της Ματίλδε Σάντσες και οι φωτογραφίες που το κοσμούν κατ' ουσίαν αποτελούν ένα θελκτικό ντοκουμέντο όσων ιστορεί η Σάντσες. Παρακολουθούμε την τεθλασμένη διαδρομή του Τσε, από την παιδική του ηλικία, από τα χρόνια της φλεγόμενης νιότης και από τις πρώτες επαναστατικές ενοράσεις, έως τη θρυλική απόδραση στη Σιέρα Μαέστρα, την αλληλουχία των μαχών μέχρι την επικράτηση των επαναστατών στην Κούβα, τις προσπάθειες οικοδόμησης του σοσιαλισμού εκεί, τη φυγή στη Βολιβία, την ενέδρα και την εκτέλεση στο Λα Ιγέρα. Και, ενδιαμέσως, η καταγραφή πολιτικών κειμένων, ημερολογιακών σημειώσεων, ρήσεων του ίδιου του Τσε, αλλά και ιστορική τεκμηρίωση, σχολιασμός, πολιτικές αναλύσεις.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η αντιπαραβολή του ύφους των νεανικών κειμένων του Τσε, όπου φαίνεται να φυσάει ένας κόκκινος άνεμος παραληρηματικού λυρισμού, και του μεστού ύφους των σημειώσεων στα διαλείμματα ανάμεσα σε δύο μάχες των ανταρτών με τον εκάστοτε τακτικό στρατό ή ανάμεσα στις πολιτικές δραστηριότητες μετά τη νίκη των επαναστατών.

Στα είκοσι τέσσερά του χρόνια ο Γκεβάρα, φλεγόμενος από ενθουσιασμό, γράφει: «Θα είμαι με το μέρος του λαού και ξέρω, γιατί το βλέπω χαραγμένο στη νύχτα, ότι εγώ, ο εκλεκτικιστής ανατόμος δογμάτων και ψυχαναλυτής θεωριών, ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένος, θα ορμήσω στα οδοφράγματα και τα χαρακώματα, θα βάψω τα όπλα μου στο αίμα... τεντώνω κιόλας το κορμί μου, έτοιμο για μάχη, και προετοιμάζω την ύπαρξή μου σαν ιερό τέμενος, για να αντηχήσει εντός του με νέους παλμούς και νέες ελπίδες η μεγαλύτερη κραυγή του θριαμβεύοντος προλεταριάτου».

Λίγα χρόνια αργότερα, το ύφος αλλάζει ριζικά. «Για τον αντάρτη πιο σημαντική είναι η μπότα παρά το τουφέκι του», θα γράψει ο Τσε, θυμίζοντας εντυπωσιακά τη ρήση του Βοναπάρτη, «Στον πόλεμο ξεμένεις από μπότες». Ή κάποια άλλη στιγμή, ύστερα από μια δραματική αψιμαχία κι έχοντας νιώσει την καυτή ανάσα του θανάτου, σημειώνει, αναφερόμενος στις εφτά ζωές της γάτας: «Μάνα, έχω φάει τις δύο και μου μένουν πέντε».

Κι ακόμη, με ψύχραιμο ύφος, εν είδει απολογισμού, ο Τσε θα σημειώσει, το 1959: «Από εκείνη την εποχή και μετά, εμείς, δεχόμενοι πολύ λιγότερες επιδρομές λόγω της ελάσσονος πολιτικής μας σημασίας, μπορέσαμε να εγκαθιδρύσουμε τις βάσεις των πρώτων βιομηχανικών κατασκευών και των εμπέδων στρατοπέδων και να τελειώνουμε με τη νομαδική ζωή». Ετσι μπόρεσαν να στηθούν οι πρώτες βάσεις ενός τρόπου ζωής που ήθελε να υπερασπίζεται την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την προκοπή: να εγκατασταθεί ένα σχολείο, για να μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή οι επαναστάτες, ένα σαγματοποιείο, ένα οπλουργείο με έναν τόρνο, φούρνοι για ψωμί, μια φάμπρικα για παπούτσια και ούτω καθεξής.

Οι φωτογραφίες που κοσμούν το κείμενο (ας σημειωθεί ότι είναι επιδέξια μεταφρασμένο από τη Χριστίνα Θεοδωροπούλου) λένε πολλά για τους τόπους και τους τρόπους τού Τσε. Βλέπουμε τον νεαρό Γκεβάρα με το ποδήλατό του, έτοιμο για μιαν ακόμη περιπλάνηση. Βλέπουμε την Τίτα Ινφάντε, συμφοιτήτρια κι έμπιστή του. Βλέπουμε τη γοητευτικότατη Τσιτσίνα Φερέιρα να διαβάζει μιαν επιστολή -μια φωτογραφία που μιλάει εύγλωττα για το τι σημαίνει γυναικεία ομορφιά, μελαγχολία, πείσμα και ευφυΐα. Βλέπουμε τον Τσε να σημαδεύει πότε με μια καραμπίνα και πότε με μια φωτογραφική μηχανή. Τον βλέπουμε να καπνίζει πούρο, τον βλέπουμε να γελάει πλατιά, να δημηγορεί, να συμμετέχει στο Τουρνουά Ψαρέματος Χέμινγουεϊ, να ανταλλάσσει χειραψίες με ηγέτες όπως ο Μάο Τσε-Τουνγκ ή ο Νικήτας Κρούτσεφ. Και τον βλέπουμε, πάμπολλες φορές, σε διάσελα, ξέφωτα, ποτάμια, σκοτεινές ατραπούς, σκαρφαλωμένο σε ψηλά δέντρα, έφιππο σε μουλάρια, να οδηγεί τους άνδρες του σε μίαν ακόμη σύγκρουση, με τον κλασικό πια μπερέ και το αστέρι τού κομαντάντε. Ο Τσε που όλοι ξέρουμε. Με το αμπέχονο, τα άρβυλα και το αγέρωχο (αλλά πάντα μελαγχολικό) βλέμμα.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 10/05/2002.

20 Μαΐ 2008

"To Μπαούλο με τις Μπίλιες" - Νίκος Σταμπάκης (2007)

Νίκος Σταμπάκης, «Το Μπαούλο με τις Μπίλιες», Ποίηση, Εκδ. Φαρφουλάς, Σελ. 155, Έτος 2007.

Η ζωή
Δεν θυμάται
Όσους ζουν κάτω
Απ’ το τραυλό φως

Και όλες
Οι απελπισμένες
Δεήσεις
Κι οι εκλεπτυσμένες κινήσεις
Δεν θα τους σώσουν

Όταν κοιμούνται
Θυμούνται τον έρωτα που χάθηκε
Στην λεωφόρο των σκοτεινών
Μπλε κυμβάλων
Που την λικνίζουν
Οι τσιμπίδες των καστανάδων.

(από το ποίημα «Οδός Αποβλήτων», σελ. 24)

Σαν πέφτει κόκκινη βροχή
Όλοι θαρρούν
Πως ο θεός
Έκοψε τις φλέβες του
Κι ανησυχούν.

(«Charles Fort», σελ. 37)

Ο Νίκος Σταμπάκης συγκεντρώνει έναν ογκώδη τόμο 96 ποιημάτων, μιας περιόδου από το 1988 μέχρι και σήμερα, χωρισμένο σε τρεις ενότητες (Τα μυστήρια των δασών – Το μπαούλο με τις μπίλιες – Αυτόματος τηλεφωνητής), που μπορούν να διαβαστούν και ως τρεις διαφορετικές ποιητικές συλλογές. Με υπέροχα γραφιστικά σχέδια (του Διαμαντή Καραβόλα) να παρεμβάλλονται, ο ποιητής αποτυπώνει στο χαρτί εικόνες σ' ένα κλίμα ελευθερίας, αντισυμβατικότητας, τολμηρών μυθοπλαστικών εφευρημάτων και απροσδόκητων εξελίξεων.

«Κι άραγες ποιος θα το φορέσει
-Ποιος άραγες θα το φορέσει-
Ένα ρολόγι έτσι παλιό;
Μια μοναχή που βράζει τσάγι
Μες σε τσουκάλι ταπεινό;»

Ο ποιητής διηγείται σε κάθε σελίδα του βιβλίου του ιστορίες και παραμύθια της καθημερινής ζωής που τον συγκλόνισαν, τον ανησύχησαν και τον υποκίνησαν να γράψει, ή μάλλον να ζωγραφίσει πίνακες για αυτά (όπως το ποίημα «ο Ακύλας και ο Πολυδέβκης»). Το δεύτερο μέρος της συλλογής («Το μπαούλο με τις μπίλιες»), που είναι και το χαρακτηριστικότερο του ύφους του ποιητή, απαρτίζεται από ποιήματα, σε πεζή μορφή, που δίνουν τόσο το στίγμα όσο και την κατεύθυνση που θέλει να περάσει στον αναγνώστη.

«Μόλις προσπεράσαμε ένα παγωμένο παγώνι μ’ ορθάνοιχτα μάτια, μες στα οποία η έκπληξη του αιφνιδίου τέλους αντισταθμιζόταν από την ήμερη γνώση του κλίματος».
Μελετητής του Μπουνιουέλ με μεγάλο μεταφραστικό έργο και επιμέλειες εκδόσεων, ο Νίκος Σταμπάκης δημοσίευσε τα πρώτα ποιήματά του στη «Νεφέλη» το 1992. Είναι μέλος της επονομαζόμενης Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, με συνεχείς δημοσιεύσεις ποιημάτων και κειμένων στα περιοδικά «Φαρφουλάς» και «Κλήδονας» όσο και μεταφράσεις στο περιοδικό «Νέα Συντέλεια».



Νέστορας Ι. Πουλάκος

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 38 του λογοτεχνικού περιοδικού "Μανδραγόρας" (Μάιος 2008).

19 Μαΐ 2008

Ο "Μάης '68 η Γιορτή της Ποίησης η Ποίηση της Γιορτής" του Γ.Ι. Μπαμπασάκη..


Παρουσίαση του φωτογραφικού λευκώματος "Μάης '68 η Γιορτή της Ποίησης η Ποίηση της Γιορτής" του Πάρι Κούτσικου με κείμενα του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη και καλλιτεχνικές δημιουργίες των μεταπτυχιακών φοιτητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών στο καφέ - μπαρ "Barrio" (Κεραμεικού 53 Μεταξουργείο) στις 22.30 το βράδυ.

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΑΓΩΝΙΟΥΝ να σε εικονίσουν αγαθό
και προσπαθούν να σ' εννοήσουν μόχθο.
Δεν ξέρουν και δε νοιάζονται αν η σάρκα
φυλάει τους δρόμους της ζωής
μ' εκατομμύρια μαχαίρια αίμα.

Ε, ναι λοιπόν! Αίμα αν δε στάξει
δε γίνεται εμπόρευμα η μορφή σου.
Ε, ναι λοιπόν! Μαχαίρι αν δεν ουρλιάξει
δε γίνεται δουλειά το νόημά σου.

Αδημονούν να σε χορτάσουν δυνατό
κι αργούν να σε μοχθήσουν σκέψη.
Δε βλέπουν και δε σκέφτονται αν ο ύπνος
φυλάει τα λιμάνια της ζωής
μ' εκατομμύρια νάρκες δάκρυ.

Ε, ναι λοιπόν! Δάκρυ αν δεν τρέξει
δε γίνεται εξουσιά η δύναμή σου.
Ε, ναι λοιπόν! Νάρκη αν δεν γαυγίσει
δε γίνεται τροφή το φάντασμά σου.

Δίδαξέ μου, την πολιτική οικονομία των δασών.
Γνώρισέ μου, την ιστορία των σπηλιών.
Δείξε μου την πάλη των χεριών και των φιλιών.
Αμήν.
*
ΨΥΧΗ θρασύτατη δεν ξέρεις τίποτε από δέντρο.
Τολμάς κορμό με ρίζα καν μια δρασκελιά.
Τολμάς καρπό με φύλλωμα καν χούφτα.
Ψυχή, ψυχή θρασύτατη διδάξου δάσος·
πώς υπομένει η πέτρα κατεπάνω στη βροχή,
πως ισχυρίζεται η πλαγιά τ’ αντίστροφα του ανέμου,
πως αποδέχεται το πράσινο τον πάγο.
Ψυχή, λογίσου την ορμή
που μαστιγώνει το άλογο στα βράχια.
Ψυχή, ισχυρίσου την οργή
που απειλεί τον θάμνο η πέτρα.
Ψυχή θρασύτατη, μάθε ν' ανθίζεις.
*
ΟΙ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ανηφορίζουν μιαν απόγνωση βουνό.
Αρπάζουν πέτρες, ρίζες, κούτσουρα, κλαδιά και προσπαθούν
πόσο κόκκινο μπορεί να λαχανιάσει το λευκό.
πόση σάρκα το ρόδινο, πόσο χάδι ο πυρίτης.
Το μήνα Μάη δεν μπορείς να κοιμηθείς από τ' αηδόνια
και τα κεράσια βάφουν σαν τη νύχτα
ολόκληρα όνειρα πορφύρα.
Ωστότε οι κερασιές μπαίνουν στα σπίτια,
αναστατώνουν τις αυλές, τρομάζουν ζώα και παιδιά.
Μαζεύονται όλες στην κορφή και παριστάνουν
ένα λευκό παράδεισο επιστροφή.
Όταν βλέπεις ανθισμένη κερασιά,
είναι μια απόγνωση βουνό που προσπερνάει.
*
ΩΡΥΕΣΑΙ τον ύπνο της ελιάς, μέσα στη νύχτα·
μαύρος καρπός, χυμός καθηλωμένος
σε τέσσαρων ανέμων φυλακή.
Αυτή η γαλήνη λέγεται ερπετό
κι αυτή η σιωπή γεράκι.
Κοιμάται αιώνες σκόνη το ερπετό
κι ασφυκτιά χρόνια αιθέρα το γεράκι.
Σκοτάδι έγκλειστο· πιο πέρα μια πλαγιά·
δυο βράχια δρόμος προς το φως
που αγκομαχά ένα χωριό να σε προφτάσει.
Βιάζεσαι, βιάζεσαι, ψυχή,
αυτή την πολυσύχναστη σιωπή του ελαιώνα·
στοιχειά, νεράιδες, ποιητές,
νεκροί, τρελοί κι οργανοπαίχτες
κρύβονται πίσω απ' τους κορμούς,
παρατηρούν πώς πέφτεις στην ελιά,
πώς κομματιάζεις τον καρπό της μεσημέρι.
Κοιτάζονται με φλόγες σκοτεινές·
«Ό,τι προλάβουμε τη νύχτα που ξυπνάει
θεός βρικόλακας λυκάνθρωπο τον κόσμο.
Σε λίγο ξημερώνει συνήθεια κι ανία!»
*
ΑΧ, ΟΝΕΙΡΑ βουβά των αφανών
και ύπνε 'αλαλε των ανωνύμων·
σφόδρα τριγμών καταφυγή,
επέραντο άσυλο σιωπή
μιας ακατέργαστης ελευθερίας.

Δεδομένου ότι ο άνεμος, φυσάει δε φυσάει,
τα σύμβολα εργάζονται
κλαδιά και φύλλα στους αδένες,
κάποιος περνάει και προσπερνάει
και κάποιος στέκει εδώ το σκέλεθρό του.

Διάσημοι και αφανείς,
ανώνυμοι καιευτραφείς με τα ονόματά τους,
κορμοί όσων δέντρων έχασαν
το δρόμο για τη γλώσσα των βουνών.

Άλλο σκοτάδι ο κάμπος καθενός,
ίδιο το χώμα που εγκλείει.

18 Μαΐ 2008

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Μάης του '68 Η Περιπέτεια [Ερατώ, 2001]

Ο Μάης του '68 ήταν εκείνη η κομβική στιγμή στο βιβλίο της Ανησυχίας του εικοστού αιώνα, που μπόρεσε να συνοψίσει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα όλες τις κρίσιμες απειλές εναντίον ενός καταρρέοντος πολιτισμού. Πέρα από την επιτυχία ή την αποτυχία του στο πολιτικό επίπεδο, ο Μάης, εναντιωμένος με ευφορική σφοδρότητα ακόμη και σε ό,τι παλιό, μολυσματικό και φθαρτό δέσποζε σε αυτό το επίπεδο, εναντιωμένος σε μιαν αντίληψη για την πολιτική που, με τη σειρά της, εναντιωνόταν επί δεκαετίες σε ό,τι γνησίως ανθρώπινο υπάρχει στην ποίηση της εξέγερσης, κατάφερε μια σημαντική επιτυχία: έστειλε για πάντα στη λήθη τις κυρίαρχες αυταπάτες του αιώνα μας.

*Το βιβλίο - φόρος τιμής στην εποχή που δεν έζησε και που ήθελε τόσο να ζήσει από τον Γιώργο - Ίκαρο Μπαμπασάκη. Οι Εκδόσεις Ερατώ επιμελούνται το βιβλίο με αφορμή τα τριάντα χρόνια (ήταν αρχικά να κυκλοφορήσει το 1998), όμως τελικά οι λογικές και οι μουσικές των γεγονότων, το καθυστέρησαν τρία ολόκληρα χρόνια. Ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης, στο 266σέλιδο καλαίσθητο και, υπερόχως, επιμελημένο τόμο για τα περίφημα γεγονότα του Μάη '68, αναμοχλεύει την Λεττριστική και, κυρίως, την Καταστασιακή Διεθνούς, ως προάγγελος όλων των μετέπειτα συμβάντων του Μάη '68 στο Παρίσι αλλά και σε όλο τον κόσμο. Στοιχεία και αποσπάσματα που συναντήσαμε στο "Βορειοδυτικό Πέρασμα" (Ελεύθερος Τύπος, 1992), μια έκδοση που ανατυπώθηκε σαφώς καλύτερα το 2001 από τις Εκδόσεις Οξύ. Με τον δικό του, προσωπικό τρόπο, ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης, σαφώς, ωραιοποιεί εκείνα τα χρόνια, όχι όμως με άτσαλο τρόπο. Έτσι κι αλλιώς προσφέρει μια διαφορετικού είδους επισκόπηση των γεγόνότων πολύ μακριά από το μάτι ενός ακαδημαϊκού ιστορικού, κι αυτό του δίνει μια άλλη αίγλη. Τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας αποδείχθηκαν αρκούντως δημιουργικά για τον "παγκρατιώτη", τότε, κ. Ίκαρο Μπαμπασάκη, αφού εκδίδει μια σειρά μελετών όπως εκείνη για τον Ουίλλιαμ Μπάροουζ (Οξύ, 2000), τον Γκυ Ντεμπόρ (Printa, 2001), τους αγαπημένους του ήρωες για τον 20ο αιώνα (Κέδρος, 2001), την ανατύπωση του Βορειοδυτικού Περάσματος από το Οξύ και φυσικά ο Μάης από την Ερατώ.

Διαβάστε άλλες μελέτες του Γ.Ι. Μπαμπασάκη :
- Marilyn Monroe (Βασδέκης, 1982) :
http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/marilyn-monroe-1982.html
- Bορειοδυτικό Πέρασμα [Cobra-Λεττριστές-Καταστασιακοί] (Ελεύθερος Τύπος, 1992/ Oξύ, 2001) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/08/cobra-1992-2001.html
- Προλογίζοντας Έναν Αιώνα [Φουτουρισμός-Νταντά-Σουρρεαλισμός] (Οξύ, 1995) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/1995.html
- Πολύ Αργά για Ήρωες (Κέδρος, 2001) :http://vakxikon.blogspot.com/2007/11/2001.html
- Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Το Ιλιγγιώδες Καλειδοσκόπιο (Οξύ, 2000) : http://vakxikon.blogspot.com/2008/03/william-s-burroughs-2000.html
- Τροβαδούροι (Ιανός, 2006) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/2006_30.html *Ν.Ι.Π.

17 Μαΐ 2008

Εκδήλωση του Περιοδικού Γραμμάτων και Τεχνών "Βακχικόν" στις 17/5/2008 στον Πολυχώρο Ash In Art..


«Κάποτε χύνεται το φως απ’ το κορμί»
Μουσικό-ποιητική βραδιά του Περιοδικού Γραμμάτων και Τεχνών Βακχικόν και του Πολυχώρου Τεχνών Ash In Art

Παρασκευή 17 Μαΐου 2008
Ώρα 20.30
Καρέας 11 Μετς

Στην κεντρική σκηνή οι ποιήτριες Αθηνά Πολυκανδριώτη και Μαίρη Αλεξοπούλου, πλαισιωμένες από τον μουσικό προπαγανδιστή Τάσο Ρήτο και τον συντονιστή δημοσιογράφο Νέστορα Ι. Πουλάκο θα απαγγέλουν «τραγουδιστά» στίχους δικούς τους αλλά και αγαπημένων τους ποιητών, της ημεδαπής και της αλλοδαπής, υπό τους ζωντανούς ήχους του ραδιοφωνικού παραγωγού Arch Stanton.

Ως ένδειξη φιλίας και ευγνωμοσύνης θα ακουστούν στίχοι των στυλοβατών του περιοδικού Γ.Ι. Μπαμπασάκη, Γιώργου Μπλάνα, Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, Στράτου Π. και Ζ.Δ. Αϊναλή, χωρίς να αποκλείεται η «ξαφνική» είσοδος τους στον χώρο.Στη συνέχεια, τη σκυτάλη θα την πάρουν η μεταφράστρια Ευτυχία Παναγιώτου και η αρθρογράφος Ανθή Ντάρδη, οι οποίες υπό τις μουσικές των The National και της PJ Harvey, θα μας αποκαλύψουν εξαίσιες μεταφράσεις και υπέροχες ποιήσεις ξένων στιχοπλόκων, που με σύνεση και νηφαλιότητα μας προσέφεραν απλόχερα και τις απολαμβάνουμε, δεκαετίες τώρα.

Και στο τέλος, ως άλλος Corto Maltese, ο τέως διαχειριστής μπαρ στο Δουβλίνο, λοστρόμος σε φαλαινοθηρικό και νοσοκόμος σε ψυχιατρική κλινική της Νότιας Αγγλίας, περιβόητος Arch Stanton, θα αφήσει τη μουσική να παίζει και θα διαβάζει, όλο πάθος, κείμενα και διηγήματα του «περιπετειάρχη» της σύγχρονης Αθήνας, Νάσου Ριτζ.Στα παρασκήνια η εικαστικός Κατερίνα Καντσού θα καταγράφει το «έγκλημα» με την κάμερα και την ψηφιακή φωτογραφική μηχανή της.
*
Τίποτα δεν είναι αληθινό, η Προπαγάνδα συνεχίζεται

Απ’ τις ακρώρειες των πόλεων, από το πουθενά, σιγά-σιγά και αθόρυβα, συγκεντρωνόμαστε. Κάτω από το χαμηλό φως των χαμόγελων, ανοίγουμε το χάρτη της ονειρικής μας πολεοδομίας και σχεδιάζουμε τις διαδρομές μας. Δεν πρόκειται να τις ακολουθήσουμε, το ξέρουμε. Άγνωστοι οιωνοί και συγχρονίες απρόβλεπτες θα μας οδηγήσουν. Καίμε το χάρτη, από τις φλόγες ανάβουμε τσιγάρα, και ξεκινάμε.
Στην Προβηγκία και στην Ήπειρο, σε βόρεια πλάτη και θάλασσες ζεστές, περιπλανιόμαστε. Χανόμαστε στον κόσμο, συναντιόμαστε. Έχουμε μάθει ότι ο δρόμος είναι μονόδρομος, ο γυρισμός ανέφικτος. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Γονατίζουμε, βουτάμε τα χέρια μας στο χώμα, στο νερό, και με τη λάσπη υψώνουμε ναούς αφιερωμένους στην ετοιμόρροπη δόξα της διαπροσωπικής περιπέτειας. Ανυπόληπτοι ιερείς μας δίνουν την ευχή τους. Κι ένα μπουκάλι για το δρόμο.

Σε δρόμους πολυσύχναστους, στη μέση της ερήμου, σταματάμε. Αφουγκραζόμαστε. Σε καπνισμένα μπαρ αφήνουμε ενθύμια – βλέμματα και μουσικές, βιβλία και αγγίγματα. Μας έχετε δει, σίγουρα, απασχολημένους σε ατέρμονες προσπάθειες να βρούμε, ψηλαφίζοντας, τους διακόπτες της οριστικής διάζευξης του χαζού από το χαρούμενο.

Παιδιά της Προπαγάνδας και των Happy Few, είμαστε οι μεθυσμένοι φρουροί της ομορφιάς και της υποκειμενικότητας. Εισαγωγοί από καιρό της υποψίας για την υπεροχή της αμφιβολίας απέναντι σε όλες τις πεποιθήσεις, μαθητεύουμε αδιάκοπα στην αυθεντική χειροτεχνία του χαμογελωτοποιού. Η μόνη γευσιγνωσία την οποία αναγνωρίζουμε, και στην οποία επιδιδόμαστε, είναι εκείνη των φιλιών.

Χωρίς κραυγές – ποτέ με κραυγές – αλλά με έναν ψίθυρο που θα γίνει καταρράκτης, υπερασπιζόμαστε τη συκοφαντημένη συντροφικότητα. Τα λόγια και οι πράξεις μας, όταν μεγαλώσουν, θέλουν να γίνουν τραγούδια. Δεν έχει σημασία αν θα τα τραγουδήσουμε εμείς ή άλλοι. Άλλωστε εμείς, Εμείς, είμαστε οι Άλλοι, είμαστε ο Καθένας.

Αφήνουμε πίσω μας τα πένθιμα παγοπέδια της ιδεολογίας για να ασκηθούμε χαμηλόφωνα στη φαντασία και στην ξεχασμένη τέχνη των συναντήσεων. Θα ξεκινήσουμε, ξεκινάμε, έχουμε ξεκινήσει. Αλλά δεν είμαστε ακόμα εδώ. Ερχόμαστε.

Χάρτινοι ήρωες μας δείχνουνε το δρόμο…

(Βακχικόν Μανιφέστο – http://www.vakxikon.gr/)

ΣΑΒΒΑΤΟ 17 ΜΑΙΟΥ 2008 ΚΑΙ ΩΡΑ 20.30 ΤΟ ΒΡΑΔΥ

ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΩΡΟ ASH IN ART (ΚΑΡΕΑΣ 11 ΜΕΤΣ) ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΦΙΕΣΤΑ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ “ΒΑΚΧΙΚΟΝ”.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΟΥΝ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ “ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ” ΤΟΥ Ν.Ι. ΠΟΥΛΑΚΟΥ, “ΓΥΜΝΗ ΡΑΨΩΔΙΑ” ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΑΝΤΣΟΥ ΚΑΙ “Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΟΥ” ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΡΗΤΟΥ.

ΣΤΗ ΒΡΑΔΙΑ ΘΑ ΜΟΙΡΑΣΤΕΙ ΑΦΘΟΝΟ ΠΟΤΟ ΑΨΕΝΤΙ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ “ΟΜΟΡΦΑ” ΠΟΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΟΥΒΑΛΟΥΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΟΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΒΑΚΧΙΚΟΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥΣ.

ΘΑ ΠΡΟΛΟΓΙΣΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ Ο Ν.Ι. ΠΟΥΛΑΚΟΣ.

ΘΑ ΑΠΑΓΓΕΙΛΟΥΝ ΠΟΙΗΣΕΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΩΝ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Η ΑΘΗΝΑ ΠΟΛΥΚΑΝΔΡΙΩΤΗ, Η ΜΑΙΡΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, Ο ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ.

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ ΚΑΙ ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ ΘΑ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΗ ΝΤΑΡΔΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ.

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΘΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΑΕΙ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ Ο Γ.Ι. ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ.

ΘΑ ΑΚΟΥΣΤΟΥΝ, ΕΠΙΣΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ, ΜΠΑΜΠΗ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΤΡΑΤΟΥ ΠΡΟΥΣΑΛΗ ΚΑΙ Ζ.Δ. ΑΪΝΑΛΗ.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ - ΕΚΠΛΗΞΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΑΣΟ ΡΙΤΖ (ARCH STANTON)

ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ARCH STANTON
ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΜΕΡΑ ΘΑ ΜΑΣ ΠΑΙΡΝΕΙ “ΜΑΤΙ” Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΝΤΣΟΥ.

.. ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΟΛΟΙ ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΙ ΣΕ ΜΑΛΑΚΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΧΑΛΙΑ ΘΑ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΕΣ, ΘΑ ΣΥΖΗΤΑΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΠΙΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΟΤΑ ΜΑΣ.

ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ.

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/blog-post_10.html

SINGLE FATHER (microDiaries 9)

Όταν γράφω απευθείας στον υπολογιστή, όπως τώρα καλή ώρα, δεν αφήνω πίσω μου ίχνη και σημάδια της πορείας μου. Στα τετράδια ωστόσο και στα ποικίλα σημειωματάρια, όπου όχι σπάνια καταγράφω σκέψεις και στιγμιότυπα του βίου μου (με στενό πάντοτε διάφραγμα), γίνεται φανερή η προσπάθειά μου να ξεκινήσω, με τον τρόπο που κάθε φορά κρίνω ως πιο κατάλληλο και ταιριαστό. Κι έτσι η πρώτη σελίδα είναι γεμάτη σβησίματα και διορθώσεις, μέχρι να βρω τη σωστή λέξη κι από εκεί και ύστερα κυλάνε οι φράσεις μου σχεδόν αναίμακτα, ως την τελευταία πρόταση, όπου πάλι σημειώνονται μικρές αψιμαχίες, ανάμεσα στην αδιευκρίνιστη πρόθεση του γράφοντος και στις επιταγές της γραφής, η οποία συχνά πυκνά έχει την τάση να αυτονομείται και να ξετυλίγει μόνη τα επιχειρήματά της, έτσι που θα νόμιζε κανείς πως στ’ αλήθεια ο θάνατος του συγγραφέα είναι αληθινός – ενώ η μόνη αλήθεια είναι πως ο ρυθμός του λόγου και η αναπνοή του συγγραφέα είναι που επιτάσσουν τη συνέχιση του γραψίματος με αυτόν ή τον άλλον τρόπο, με κείνη ή τούτη τη λέξη.

Και η γραφή συνεχίζει το έργο της. Όπως η σελήνη που κάθε βράδυ, αψηφώντας ποιητές και επιστήμονες, συνεχίζει να ξαφνιάζει την όραση και τη νοημοσύνη του αθώου νυχτερινού παρατηρητή και όπως ο Thelonious Monk που δεν παύει χρόνια τώρα να συνοδεύει με τα πλήκτρα του τις ώρες που εγώ συνεχίζω να καμώνομαι τον δημιουργό χτυπώντας σε άλλον ανάκουστο ρυθμό τα δικά μου πλήκτρα. Ή όπως το τζιν με sprite που χρόνια τώρα συμπληρώνει τις νύχτες του καλοκαιριού με φεγγάρι που μ’ αρέσουν (και δεν είναι και λίγες). Οπότε έχουμε πια και τα συστατικά της σημερινής βραδιάς: χθεσινή πανσέληνο στον ουρανό, blue Monk ν’ ακούγεται στα ηχεία, τζιν με sprite να λιγοστεύει και να ξαναγεμίζει στο ποτήρι μου και ένα κείμενο που ακόμη δεν κατάφερε να βρει τον δρόμο του.

Κι όμως λίγες ώρες νωρίτερα, το απόγευμα, ο δρόμος ήταν στρωτός και ξεκούραστος. Στον πηγαιμό τουλάχιστον, γιατί στον γυρισμό, με τον Νικόλα αποκαμωμένο στην αγκαλιά μου και τον ανήφορο να μου κόβει τα γόνατα, ομολογώ πως τα βρήκα σκούρα. Στην κάθοδο πάντως όλα είναι εύκολα· ο ήλιος αυτή την ώρα ζεστός στην πλάτη μας δεν ενοχλεί την όραση, που κοιτάζει πέρα μακριά το πέλαγος και το απογευματινό καράβι που έρχεται από τη Σάμο, και το αεράκι δροσερό πάνω στα μέτωπό μας, ενώ ο Νικόλας κρατάει σφιχτά το χέρι μου και δεν βάζει γλώσσα μέσα: Γιατί ο ήλιος δεν έχει μάτια και στόμα; Αφού εμείς του ζωγραφίζουμε. Πως περπατάνε τα δέντρα, αφού δεν έχουν πόδια; Πώς τη λένε αυτή τη γάτα; Της δίνουμε ένα όνομα; Θα μου πάρεις ένα μεγάλο καράβι; Γιατί το φεγγάρι φαίνεται και μέσα στη θάλασσα; Πού πάει εκείνος ο δρόμος; Από πού έρχεται ο άνεμος; Θυμάμαι τον Ντύλαν Τόμας να ρωτάει επίμονα τις ίδιες ερωτήσεις και να παίρνει πάντοτε σκοτεινές απαντήσεις:

Γιατί φέρνει την παγωνιά ο βοριάς και τη δροσιά το μελτέμι
Δεν πρόκειται να μαθευτεί ώσπου να στεγνώσει το πηγάδι των ανέμων
Και να μην πλημμυρίζουν πια τη δύση
Άνεμοι φορτωμένοι με καρπούς και φλούδες
Από χιλιάδες πτώσεις.
Γιατί ‘ναι το μετάξι απαλό γιατί η πέτρα πληγώνει
Δεν θα πάψει ποτέ να ρωτάει το παιδί,
Γιατί η βροχή της νύχτας και του στήθους το αίμα
Τα δυο σβήνουν τη δίψα του σκοτεινή θα ‘ναι η απάντηση.

Χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να ρωτάει το παιδί φτάνουμε ανάλαφροι στο επίπεδο της θάλασσας, για να βρούμε εκεί ήδη καθισμένους την Κωνσταντίνα και τον Αργύρη (να στέλνει μηνύματα από το κινητό του τηλέφωνο) και για να εμφανιστούν λίγο αργότερα ο Σάκης (στρίβοντας αιωνίως τσιγάρο) και η Ζωή, ο Νίκος και ο Κυριάκος (με την Ελευθεροτυπία, όπως πάντα, στο χέρι) και να αρχίσουνε σιγά – σιγά να καταφθάνουνε οι μεζέδες και τα ουζάκια της Βαγγελιώς, ενώ ο Νικόλας χαζεύει γύρω εκεί κοιτάζοντας τους αχινούς στα ρηχά της θάλασσας και περιμένει τη μικρή Ζωή για να εξαφανιστούνε παίζοντας μέχρι να πεινάσουνε ή να κουραστούνε. Οπότε τότε πια παίρνουμε τον ανήφορο για το σπίτι, λέμε δυο λόγια με τη Ρεβέκκα, που συνέρχεται από ερωτική απογοήτευση βλέποντας τηλεόραση (που πολύ γρήγορα πάντως θα συνέλθει και θα μου κουβαλήσει την τηλεόραση στο δωμάτιό μου), και βαθύς ύπνος μέχρι το πρωί, για τον Νικόλα.

Δέκα η ώρα και ξεκινάει η υπόλοιπη βραδιά για μένα. Τα έχουμε ήδη πει, μα η επανάληψη είναι, ως γνωστόν, η μήτηρ της μαθήσεως (γι’ αυτό εξάλλου διαβάζω και ξαναδιαβάζω μια ζωή ολόκληρη Καρούζο κι Εγγονόπουλο): Monk στο κασετόφωνο, τζιν με sprite στο ποτήρι μου και χαρτί με μολύβι στο αμήχανο δεξί μου χέρι. Μια βδομάδα single father στην Ικαρία δεν τα πήγα και άσχημα – και μέλλει ν’ ακολουθήσουν αρκετές ακόμα. Ο Νικόλας καλοπερνάει εξάλλου βολτάροντας και παίζοντας όλη τη μέρα κι εγώ επίσης: τα πρωινά τού διαβάζω Νικόλα Κάλας (το υπέρτατο μήνυμα της τέχνης – όπως μεταδίδεται από εκείνους που έχουν «βάλει τη μεγαλοφυΐα τους» στη ζωή τους είναι να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αποτυχία να λύσουμε το αίνιγμα της ζωής είναι πιο σημαντική από το να βρούμε επιτυχημένες απαντήσεις) και ακούμε Courtney Love και Duke Ellington. Τα μεσημέρια, που ο Νικόλας κοιμάται, εγώ διαβάζω Νόρμαν Μέιλερ εναλλάξ με Κώστα Παπαϊωάννου, τα απογεύματα ούζα στο καφενείο και παιχνίδι στην παιδική χαρά και στον μόλο (ο καθένας πολεμάει το ανείπωτο με τα όπλα που διαθέτει) και τα βράδια Thelonious Monk Quartet, τζιν με sprite και τα πλήκτρα του υπολογιστή στην άκρη των δαχτύλων μου ή/και ψιλή κουβέντα με τη Ρεβέκκα, τσιγάρα και ανομολόγητες εκμυστηρεύσεις μέχρι αργά τη νύχτα. Κι αν η ποίηση κερδίζει με εμάς, τόσο το καλύτερο ή τόσο το χειρότερο. Μα το θέμα δεν είναι αυτό (που λέει και ο Μπρετόν).

Η ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Αν, όπως συχνά υποψιάζομαι, όλα μου τα γραψίματα, που με ακατάστατη επιμονή κι ανυποχώρητη ραθυμία επιχειρώ, δεν είναι παρά νήματα που δένουν το παρόν μου με το παρελθόν ή, στις πιο εμπνευσμένες και σπάνιες στιγμές, και με το μέλλον, τότε ο υπολογιστής, στον οποίο τώρα δα καταγράφω τις σκέψεις μου, δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος ραπτομηχανής, δια της οποίας χειρίζομαι όπως-όπως τα εν λόγω χρονονήματα. Επειδή όμως αυτό που πάντα επιχειρώ πάνω στο σώμα του καιρού μοιάζει πιο πολύ με χειρουργική δουλειά, μπορώ κάλλιστα να φανταστώ το γραφείο μου σαν ένα τραπέζι ανατομίας και αν, για να τελειώνουμε με τα σχήματα λόγου, προσθέσω σε αυτή τη σύνθεση και τη βιβλιοθήκη που βρίσκεται πίσω και πάνω από το κεφάλι μου ως προστατευτική ομπρέλα, τότε το φάσμα του Λοτρεαμόν, περί του οποίου ποτέ δεν αμφέβαλλα ότι από κάπου με παρακολουθεί διακριτικά, έχει κάθε λόγο να χαμογελάει ειρωνικά, καθώς βλέπει την ωραία και αναπάντεχη συνάντηση μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας επάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας, που πρώτος αυτός φαντάστηκε και γοητεύτηκε από αυτήν, να συνεχίζει να προκαλεί τέτοιες εύκολα αμφισβητήσιμης ποιότητος πολύπλοκες εμπνεύσεις. Κι εγώ, ένας καθόλου επιμελής μιμητής τού γερμανού γιατρού-καλλιτέχνη Γκίντερ φον Χάγκενς, βρίσκομαι τότε στη θέση του ανατόμου και αδιακρίτως εκτελώ τομές αμφιβόλου ακριβείας στα, νεκρά ή ζωντανά, υπαρκτά ή ανύπαρκτα, δευτερόλεπτα που υποπίπτουν στην αντίληψή μου· και καμία ελπίδα δεν υπάρχει να βρεθεί τουλάχιστον ένας Ρέμπραντ (ή οποιοσδήποτε άλλος) για ν’ απαθανατίσει με τον χρωστήρα του τα τεκταινόμενα.

Είναι παράξενος ο μηχανισμός που, πάντοτε αιφνιδιαστικά και ανεξέλεγκτα, μπαίνει σε λειτουργία και ζωντανεύει σκηνές του παρελθόντος χρόνου μαζί με άλλες που μέλλει να συμβούν και όλες μαζί τις θέτει επί τάπητος και απαιτεί, με οποιοδήποτε τίμημα, μια επεξεργασία τους. Είναι μεσημέρι Δεκεμβρίου και, καθώς πλησιάζει το τέλος του τρέχοντος ημερολογιακού έτους κι είναι εποχή πρόσφορη σε ποικίλους απολογισμούς, επιχειρώ κι εγώ, με τη Γερμανική Ιδεολογία ανά χείρας, έναν προσωπικό μου απολογισμό πράξεων και παραλείψεων. Ξεκινάω, όπως είναι πρέπον και επιτάσσει και η διαλεκτική, από τον πρωτόγονο κομμουνισμό, περνώντας κατόπιν στην εποχή της δουλείας και, μέσω της φεουδαρχίας, φτάνω και στον καπιταλισμό. Από εκεί όμως, χωρίς να το περιμένω και ενώ έξω βρέχει ακάθεκτος ο ουρανός και δίπλα μου λαγοκοιμάται η Μικρή μου Αγαπημένη, φτάνει αυθαίρετα από κάποια βάθη της μνήμης μου μια εικόνα του εαυτού μου κατά τρία χρόνια νεότερου να κάθομαι μπροστά σ’ ένα τραπέζι και να πίνω μαρτίνι σημειώνοντας ταυτόχρονα σ’ ένα ανοιχτό μπροστά μου σημειωματάριο στίχους και παραγράφους ανολοκλήρωτες (όπως γίνεται συνήθως).

Μπορώ εύκολα να θυμηθώ τις περιστάσεις που με οδήγησαν εκείνη τη μέρα, και κάθε Πέμπτη πάλι με έφερναν, σε αυτή την ίδια πάντα θέση ενός ζαχαροπλαστείου στα Βριλήσσια για περισσότερο από δύο ώρες κάθε φορά. Επιρρεπής όπως είμαι πάντα στο, με τα συνήθη κριτήρια, χάσιμο χρόνου, είχα φροντίσει εκείνη τη δύσκολη χρονιά να διαμορφωθεί έτσι το πρόγραμμά μου (διατηρούσα ακόμη τότε κάτι που έμοιαζε κάπως με πρόγραμμα), ώστε μια φορά την εβδομάδα, και ενώ κανονικά έπρεπε να εργάζομαι, να βρίσκομαι για δυο-τρεις απογευματινές ώρες εντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε υποχρέωση (όπως συνέβαινε και με όλα μου τα πρωινά, εξάλλου). Έτσι λοιπόν, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, άφηνα το αυτοκίνητο και έκανα μακρινούς και άσκοπους περιπάτους στους άγνωστους για μένα δρόμους του προαστίου αυτού ή οδηγούσα τα βήματά μου σε ένα μικρό και συμπαθητικό βιβλιοπωλείο της περιοχής, όπου μια επίσης μικρή και συμπαθητική βιβλιοπώλισσα μου πρόσφερε ευχάριστη και ενδιαφέρουσα συντροφιά, όπως και δύο ιδιότυπα βιβλιαράκια με συνταγές σε σχήμα πιπεριάς και ντομάτας και μ’ ένα μικρό μαγνήτη στη ράχη τους για να κολλάνε επάνω στο ψυγείο. Από εκεί, αν δεν με ξεγελάει η μνήμη μου, αγόρασα το Αρχαίο ερωτικό και συμποσιακό λεξιλόγιο (και έμαθα, μεταξύ άλλων, τη δεύτερη σημασία της λέξης σκύλαξ, που είναι η στάση του σώματος εκείνου που γλείφει κατά την αιδοιολειχία), αγόρασα τους Στοχασμούς (εκδόσεις Στιγμή) του Σοπενχάουερ και το Δοκίμιο με θέμα το γούστο του Μοντεσκιέ, γιατί, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε και το εξηγεί και ο γάλλος διαφωτιστής, η ψυχή αγαπά τη συμμετρία, χαίρεται όμως και τις αντιθέσεις.

Τις περισσότερες φορές ωστόσο, ιδίως τα παγωμένα και βροχερά απογεύματα του χειμώνα, προτιμούσα να χωθώ σ’ ένα ζαχαροπλαστείο που γρήγορα εντόπισα και το οποίο είχε το πλεονέκτημα σε σχέση με άλλα γειτονικά του καταστήματα να έχει στο βάθος μια αίθουσα υπερυψωμένη και ήσυχη (κι έναν μικρό εγκαταλειμμένο κήπο ακόμα πιο πίσω), όπου δεν υπήρχε άμεση επαφή με τους συνήθεις πελάτες των ζαχαροπλαστείων και όπου μόνο λίγοι σιωπηλοί θαμώνες ερχόντουσαν και ελάχιστοι παρεπίδημοι. Μια φορά μόνο οι μετέχοντες σ’ ένα μνημόσυνο έδωσαν για λίγη ώρα έναν διαφορετικό τόνο στον χώρο και την ευκαιρία στους παρόντες, για λίγο έστω, να παρακολουθήσουν το μνημόσυνο ενός αγνώστου και έτσι να πληρούν στο εξής έναν τουλάχιστον από τους ρομαντικούς όρους που θέτει ο Νίκος Καρούζος (ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ) για την καλύτερη ανάγνωση των ποιημάτων του (μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων ή έστω μνημόσυνα). Ένας από τους θαμώνες, που πάντα ερχόταν τις Πέμπτες που ήμουν κι εγώ εκεί, ήταν ένας γέρος που καθόταν κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι, έπινε ένα ουίσκι με πάγο, που δεν χρειαζόταν να το παραγγείλει, γιατί του το έφερναν αμέσως μόλις τον έβλεπαν, καθόταν είκοσι λεπτά περίπου και έφευγε. Θυμόμουν μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του Ελύτη, στην οποία έλεγε πως πίνει πια μόνο ένα ποτήρι Ballantines κάθε βράδυ, γιατί τόσο του επιτρέπουν οι γιατροί, και θυμόμουν τον Μπουνιουέλ που στα στερνά του ζητούσε από τον Μεφιστοφελή να του δυναμώσει το συκώτι και τους πνεύμονες, για να μπορεί να πίνει και να καπνίζει περισσότερο.

Εγώ έπινα συνήθως μαρτίνι, αν και κάποιες φορές προτιμούσα έναν καφέ ή μια ζεστή σοκολάτα. Σκυμμένος πάνω από το τραπεζάκι μου προαλειφόμουν για τον ρόλο του homme des lettres, ή, πιο σωστά, του ανθρώπου των βιβλίων, που μου καλάρεσε εκείνη την εποχή, διαβάζοντας το βιβλιαράκι της Anne Fadiman Ex libris, Confessions of a common reader και άλλα παρόμοιου περιεχομένου και γράφοντας εγώ ο ίδιος μικρά κείμενα βιβλιοφιλικού προσανατολισμού, με τίτλους όπως Χωροταξία της ανάγνωσης, Καφέ-αναγνώστες, Το ένα βιβλίο της ζωής σου, Επιθυμίες αναγνώστου κλπ. Η διάθεση μου να μιλάω για βιβλία δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου, μα το συγγραφικό μου σχέδιο έμεινε τελικά ανολοκλήρωτο εξαιτίας ενός άλλου σταθερού επίσης χαρακτηριστικού μου, της τάσης μου να πετάγομαι από το ένα στο άλλο και τίποτε τελικά να μην ολοκληρώνω. Αυτή τη φορά ήταν η φιλοσοφία που με συνεπήρε και μάλιστα ένας από τους πιο δύσβατους για μένα κλάδους της, που ελάχιστα γνώριζα από τα χρόνια του πανεπιστημίου, η γνωσιοθεωρία· έπεσα λοιπόν με τα μούτρα τις επόμενες μέρες εκείνου του έτους στον Σέξτο τον Εμπειρικό και τους άλλους σκεπτικούς φιλοσόφους, στον Descartes και τον Berkeley, στον Hume και τον Popper, για να μη βγω από εκεί παρά μόνο μετά από αρκετές εβδομάδες.

Η μόνη παραχώρηση που έκανα εκείνες τις Πέμπτες ήταν όταν μια φορά έφερα μαζί μου, για να ξεσκάσω κι εγώ λιγάκι, βρε αδελφέ, τα ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου και τα διάβασα πολύ ευχαρίστως άλλη μια φορά. Τα ποιήματα αυτά τα πρωτοδιάβασα, αν δεν κάνω λάθος, το 1991, όταν κυκλοφόρησαν μεταφρασμένα στα γαλλικά, με το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο στ’ αριστερά και με πρόλογο του Jacques Lacarriere. Κατά τύχη είχα πέσει πάνω τους μια μέρα που χάζευα στο παλιό βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Νεφέλη – ελληνική έκδοσή τους μάλλον δεν κυκλοφορούσε τότε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα εγώ. Ας θυμίσω μόνο πως όταν είχε περιληφθεί το Σώμα, πρώτο από τα ποιήματα του τόμου, στην ύλη του θρυλικού περιοδικού Τραμ, εκδότες και ποιητής είχαν καταδικαστεί από τη χουντική δικαιοσύνη σε πρόστιμο και φυλάκιση, λόγω στίχων όπως Ω, αοίδιμον αιδοίον· ω, σχισμή αμφίστομη με την αργυρή υγρασία. Ενώ ο Πετρόπουλος συνεπής σε ό,τι από τότε ήδη δήλωνε, η κάθε μέρα που σβήνει, η κάθε αυγή που έρχεται, δυναμώνει την ασέβειά μου, συνέχισε να γράφει ποιήματα απερίφραστου ερωτισμού κι εγώ τέτοια διαβάζοντας παρασύρθηκα, όπως κάθε φορά παθαίνω, και, για μια ώρα περίπου, σκυμμένος στο τραπεζάκι μου και πίνοντας τα μαρτίνια μου έπιασα και έγραψα μια σειρά ποιημάτων πετροπουλικής εμπνεύσεως και εμπνευσμένης αθυροστομίας, για τα οποία ένιωθα πολύ υπερήφανος όση ώρα τα σημείωνα. Και καθώς δεν είχε διαφύγει της προσοχής μου το βλέμμα της όμορφης σερβιτόρας που συνεχώς κρυφοκοίταζε με περιέργεια προς το σημειωματάριό μου, όταν ήρθε η ώρα να σηκωθώ για να φύγω, έσκισα τις πέντ’-έξι σελίδες που είχα γράψει, μάζεψα τα πράγματά μου και αποχώρησα αφήνοντας το προϊόν της εμπνεύσεως μου σκόπιμα επάνω στο τραπεζάκι, για να το μαζέψει και να το διαβάσει εκείνη μόλις θα έβγαινα από την πόρτα.

Την Πέμπτη της επόμενης εβδομάδας εισέβαλα γεμάτος προσδοκίες στο μαγαζί, έπιασα τη συνήθη μου θέση στη γωνία της αίθουσας και με μεγαλύτερο ενθουσιασμό από την περασμένη φορά βάλθηκα για άλλη μια φορά να συνθέτω ποιήματα με παρόμοιο περιεχόμενο και έκφραση – είχε προηγηθεί η ανάγνωση της ακόλουθης παραίνεσης του Ηλία Πετρόπουλου κι εγώ την είχα πάρει τοις μετρητοίς και την εφάρμοσα εκείνη τη μέρα για μια ώρα περίπου:

Χτίζε το ποίημα, καθώς χτίζουν ένα σπίτι.
Γράφε ποιήματα με το ζόρι,
και, μάλιστα, τις μέρες που δε θε να γράψεις ποιήματα.
Καθόρισε, εκ των προτέρων, το θέμα και τη φόρμα των στίχων.
Σκάρωνε ποιήματα παίζοντας.
Άσε την Ποίηση των Ιδεών και των Συμβόλων και των Χρωμάτων.
Να προτιμάς τις Καθημερινές Εικόνες
και τα ασήμαντα διαδοχικά Στιγμιότυπα·
τουτέστιν, την Φτωχή Ποίηση.
Γεια σου, Γκίνσμπεργκ, γεροπούστη!

Δεν ήταν ποτέ αυτή η αντίληψή μου για την ποίηση, μα ακριβώς αυτό έκανα εκείνη την ώρα και όσο έβλεπα, αντί για την όμορφη αναγνώστριά μου, να με σερβίρει ο συνονόματος μου συνάδελφός της, με αυξανόμενο εκνευρισμό πέταγα λέξεις στο χαρτί, που αυτή τη φορά πήρα μαζί μου φεύγοντας. Κόντευε καλοκαίρι πια και από την επόμενη Πέμπτη ξανάρχισα τους μακρινούς περιπάτους μου στα περίχωρα αντί να κλείνομαι στο άχαρο ζαχαροπλαστείο και να ανταλλάσσω αδιάφορους χαιρετισμούς με τον γέρο-ένα-ουίσκι και την κυρία-εκατό-κιλά στο ταμείο.

Μια εποχή είχε τελειώσει και μια καινούρια ξεκινούσε· η γνωσιοθεωρία έδωσε τη θέση της στον Μαρξ και τον ρομαντισμό και ο Πετρόπουλος υποχώρησε χάριν του Hölderlin και του Shelley (πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, εξάλλου;), ενώ τα Βριλήσσια έγιναν πολύ γρήγορα Ικαρία και η ώρα που ήταν αφιερωμένη στα μαρτίνια και στις ζεστές σοκολάτες αφιερώθηκε στο εξής στα κονιάκια (όπως τα έλεγε η Ρεβέκκα) και όχι σπάνια στα ούζα και τους μεζέδες της Βαγγελιώς. Κι όταν πια κόντευε κι αυτή η περίοδος να φτάσει στο τέλος της, έπιασα πάλι στο χέρι μου τα ποιήματα του Πετρόπουλου. Ήταν ένα από τα τελευταία ταξίδια που έκανα προς την Ικαρία, ίσως το τελευταίο, και, καθώς άρχιζε σιγά-σιγά η τουριστική περίοδος, είχαν αλλάξει και οι ώρες αναχωρήσεων των πλοίων, μα δεν είχα φροντίσει εγκαίρως να ενημερωθώ κι έτσι βρέθηκα στο λιμάνι του Πειραιά τρεις-τέσσερις ώρες νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε. Γνώριζα ήδη τα καφενεία που υπάρχουν μέσα στον χώρο του λιμανιού και γι’ αυτό προτίμησα να πιάσω θέση στον πάνω όροφο ενός άλλου που είναι μέσα στον σταθμό του ηλεκτρικού, να παραγγείλω φραπέ και να κοιτάζω απ’ το παράθυρο τα πλοία που γεμίζανε φορτίο κι επιβάτες. Μες στο σακίδιό μου είχα τρία βιβλία με ποιήματα του Πετρόπουλου κι ένα βυσσινί, σχεδόν άγραφο σημειωματάριο· απέναντί μου καθόταν μια παρέα ένστολων αστυνομικών κι, αφού δεν μπορούσα με άλλο τρόπο να αποφύγω τη θέα τους, άνοιξα και ξεφύλλισα για μισή ώρα περίπου τα βιβλία που είχα μαζί μου.

Γρήγορα όμως και χωρίς καλά – καλά να το συνειδητοποιήσω, άφησα κατά μέρος τα βιβλία, άνοιξα το σημειωματάριό μου, κι αφού προσπέρασα μια φράση του Νίτσε που βρίσκεται με μαύρο μελάνι στην πρώτη σελίδα (και που θα ταίριαζε, εδώ που τα λέμε, γάντι και στην περίπτωση του Ηλία Πετρόπουλου), το γκρέμισμα των ειδώλων (η λέξη μου για τα «ιδεώδη») αυτό ταιριάζει καλύτερα στη δουλειά μου, έπιασα από την επόμενη σελίδα να γράφω λίγα πρόχειρα σχόλια για την ποίηση του Πετρόπουλου. Κι όταν γέμισα έτσι πέντε περίπου σελίδες, χωρίς να αλλάξω καθόλου διάθεση και ταχύτητα γραφής, άρχισα να καταγράφω πια στίχους που δεν ήταν παρά η συνέχεια των προηγούμενων εγγραφών, ποιήματα εμπνευσμένα από τον ποιητή Πετρόπουλο ή γραμμένα με τον τρόπο εκείνου, όπως τον φαντάζομαι συχνά να κάθεται σ’ ένα καφέ στο Παρίσι και να κοιτάζει τις γυναίκες που περνάνε από μπροστά του. Καθόμαστε σε ψάθινες καρέκλες μπρος στην Palette / και κοιτάζομε τα πόδια των γυναικών, εξηγεί ο ίδιος σ’ ένα από τα ποιήματά του κι ο Ανδρέας Εμπειρίκος πενήντα χρόνια νωρίτερα βάζει τα πράγματα στη θέση τους διευκρινίζοντας: εκ πρώτης όψεως, ο άνθρωπος με το βελούδινον καπέλλο εφαίνετο να ρεμβάζη μέσα στην τύρβην της φθινοπωρινής βραδιάς. Ωστόσο δεν ερέμβαζε. Κρατούσε στο αριστερόν του χέρι το ωρολόγιόν του και μετρούσε πόσες ξανθές και πόσες μελαχροινές εδιάβαιναν κατά λεπτόν ενώπιόν του, και μόλις παρήρχοντο εμπρός από την διαφημιστικήν στήλην, εσημείωνε την κάθε μια, σύμφωνα με την απόχρωσιν της κόμης της, σε ένα κυτίον σιγαρέττων.

Με παρόμοια στοχαστική διάθεση κι εγώ εκείνη την ημέρα, μα δίχως ρολόι, κοίταζα ως συνήθως γύρω μου και σημείωνα στίχους στο τεφτέρι μου, ενώ το μυαλό μου γύριζε στα περασμένα και μάλιστα σ’ εκείνες ακριβώς τις Πέμπτες που καθόμουνα στο ζαχαροπλαστείο των Βριλησσίων και διάβαζα Ηλία Πετρόπουλο και φιλοσοφία. Έτσι δεν είναι καθόλου παράδοξο που έβαλα σε στίχους αυτή μου την ανάμνηση και που αυτή η διάθεση συνεχίστηκε και τις επόμενες ώρες, αφού δηλαδή είχα πια επιβιβαστεί στο πλοίο και είχα πιάσει θέση στο κατάστρωμα με τον ήλιο απέναντί μου σε μεγαλοπρεπή δύση. Επτά τέτοιου τύπου ποιήματα γεννήθηκαν τελικά έτσι και πιθανότατα θα ακολουθούσαν κι άλλα, αν δεν με εντόπιζε ο Φίλιππος, που με γύρευε από νωρίτερα, και μαζί του κι η Ευγενία φορώντας μια μαύρη φαρδιά μπλούζα, χωρίς μανίκια και χωρίς σουτιέν από μέσα, οπότε όλοι μαζί κατευθυνθήκαμε προς το μπαρ του καραβιού και πήραμε παγωμένες μπίρες για να πιάσουμε την κουβέντα και να βγάλουμε το ταξίδι.

Κι αν από κάτω παραθέτω εκείνα τα ποιήματα (παρόλο που η θέση τους δεν είναι εδώ πέρα) το κάνω μόνο και μόνο γιατί δεν μπορώ να τα εντάξω σε καμία άλλη ποιητική ενότητα και δεν μου πάει να τα πετάξω και αυτά, όπως αστόχαστα είχα κάνει παλιότερα, μα κυρίως επειδή θέλω κάπως να εκφράσω την αγάπη μου για τα ποιήματα του Πετρόπουλου και δεν νομίζω να καταφέρω σύντομα να ολοκληρώσω εκείνα τα σχόλια που είχα ξεκινήσει να γράφω γι’ αυτόν. Ιδού λοιπόν αντιγραμμένα από το βυσσινί μου σημειωματάριο Τα ποιήματα εκείνης της ημέρας:


Κυρίως αυτό

Πώς είναι δυνατόν να μην προτιμώ το καλοκαίρι από τις άλλες εποχές του χρόνου, αφού είναι τότε που οι γυναίκες και τα κορίτσια (κυρίως αυτά) φοράνε τα λιγότερα ρούχα, τα πιο διάφανα ρούχα, τα πιο ελάχιστα ρούχα (κυρίως αυτό)

κι αφήνουνε απ’ όλες τις πλευρές σχισμές και ανοίγματα για να κοιτάζουμε με ευγνωμοσύνη και με θαυμασμό (με σεβασμό) τα στήθη και τη μέση τους, τους ώμους και τα πόδια τους, τις στρογγυλές κοιλίτσες και τον κώλο τους (κυρίως αυτόν);

Ακόμη μετανιώνω

Πάνε τέσσερα – πέντε χρόνια πια που, δύο διαδοχικές Πέμπτες, από δημιουργική ζήλια παρακινημένος (διάβαζα ποιήματα του Πετρόπουλου εκείνες τις μέρες, όπως και πάντα) καθόμουνα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι κι έγραψα μια σειρά ποιημάτων εμπνευσμένης αθυροστομίας που όμως πια δεν τα έχω κι ακόμη μετανιώνω.

Την πρώτη φορά, φεύγοντας τα άφησα στο τραπεζάκι που καθόμουνα, για να τα μαζέψει και να τα διαβάσει η όμορφη μικρή σερβιτόρα που όλη την ώρα κρυφοκοίταζε πάνω από τον ώμο μου για να δει τι σημειώνω μα δεν ξαναγύρισα, ο ανόητος κι ακόμη μετανιώνω.

Την άλλη φορά, φεύγοντας από το ίδιο μαγαζί, τα πήρα μαζί μου και, μήνες αργότερα, παρακινημένος ποιος ξέρει από ποια κριτική διάθεση, τα κατέστρεψα – δικαίως ή αδίκως, δεν γνωρίζω, μα ακόμη μετανιώνω.

Woman in uniform

Φαίνεται τελικά πως υπάρχει κάποια αλήθεια στην άποψη, η οποία είναι κι αρκετά διαδεδομένη άλλωστε, που υποστηρίζει πως από κάποια οπτική γωνία μια γυναίκα με στολή μπορεί να είναι ερεθιστική ακόμη κι αν φοράει τη στολή του μπάτσου (που χειρότερή της μόνο αυτή του στρατιωτικού είναι).

Αλλιώς πώς να εξηγήσω την τάση του βλέμματός μου που χωρίς να το επιδιώκω στρέφεται διαρκώς προς την αστυνομικίνα που πίνει καφέ απέναντί μου εν πλήρει εξαρτύσει;

Ίσως επειδή προκαλεί τη διάθεση να της πετάξεις πέρα το καπέλο και ξεσχίζοντας τα ρούχα της ν’ αποκαλύψεις τα βαριά βυζιά της κι αυτό, δίχως αμφιβολία, μπορεί να είναι ερεθιστικό.

Τα τρία αγαπημένα μου βιβλία

Να πάρει ο Διάολος! Ήρθα στην Ικαρία χωρίς να πάρω μαζί μου την όμορφη έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού του Εμπειρίκου (έναν τόμο τουλάχιστον). Ευτυχώς, δεν ξέχασα τα Αξιώματα του La Rochefoucauld και την Ιλιάδα

– τα τρία αγαπημένα μου βιβλία (αυτή την εποχή).

Στο πλοίο

Στο κατάστρωμα του πλοίου τα καθίσματα είναι λευκά, γεμάτα αλμύρα από τη θάλασσα κι αντικριστά το ένα στ’ άλλο· στο ένα κάθομαι εγώ κι αποτυπώνω στο χαρτί μου στιγμιότυπα και σκέψεις της στιγμής· απέναντί μου μια καστανόξανθη ελληνικής καταγωγής μ’ ένα μικρό ασημένιο χαλκά στ’ αριστερό ρουθούνι γράφει τα δικά της σ’ ένα μικρό καφέ τετράδιο και κάθε τόσο πιάνω το βλέμμα της λαθραία να κοιτάζει στο τεφτέρι μου (καθόμαστε αρκετά κοντά άλλωστε)·

και αυτή υποθέτω κάπου – κάπου θ’ αντιλαμβάνεται τα μάτια μου να στρέφονται σ’ εκείνη,

μα εγώ δεν κοιτάζω το πράσινο τετραδιάκι της.

Μέσα από το φαρδύ της ρούχο παρατηρώ το πόδι της, που μαυρισμένο αστράφτει ψηλά σχεδόν ως το εσώρουχο, και την κοιλίτσα της που φαίνεται γυμνή κάτω απ’ την κοντή της μπλούζα.

Παράδοξο

Καθώς είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα στο κατάστρωμα του πλοίου που με φέρνει στην Ικαρία, και πήρε πια να νυχτώνει κι ανάψανε τριγύρω τα φώτα, μια ξανθιά μακριά τρίχα ήρθε και στάθηκε για μια στιγμή πάνω στο πρόσωπό μου προτού ο αέρας την παρασύρει πάλι μακριά.

Παραδόξως δεν σήκωσα το κεφάλι να δω από πού ήρθε· συνέχισα να κοιτάζω τ’ αστέρια.

8.00 – 9.30 μ.μ.

Για να ξορκίσω μια γαμημένη μελαγχολία και ανεξήγητη, που απ’ το πρωί με τυραννάει (που από δεκαεπτά χρονών, εδώ που τα λέμε, με τυραννάει) ξαναδιάβασα, από τις οχτώ η ώρα το απόγευμα κι ως τις εννέα και μισή το βράδυ, όλα τα ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου που έχω στη βιβλιοθήκη μου.

Τι άλλο μου μένει να κάνω τώρα;
[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

16 Μαΐ 2008

"Στίχοι" - Γιώργος Γριβάκος

ΑΘΑΝΑΤΗ ΨΥΧΗ

ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ
ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΣΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΤΑ ΣΤΕΝΑ
ΧΑΘΗΚΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΜΟΙΡΑΙΟ
ΝΟΣΤΑΛΓΩ ΠΑΛΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟ ΠΟΣΟ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΚΛΑΙΩ

ΑΓΓΕΛΕ ΜΟΥ ΣΤΕΙΛΕ ΜΟΥ 2 ΦΤΕΡΑ
ΝΑ ΕΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ
ΘΕΛΩ ΝΑ ΝΙΩΣΩ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΜΟΥ ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΣΟΥ ΤΑ ΦΙΛΙΑ
ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΝΑ ΜΗ ΒΛΕΠΩ ΤΗΝ ΛΑΜΠΕΡΗ ΣΟΥ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ

ΝΟΣΤΑΛΓΩ 2 ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΤΑΚΙΑ
ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΧΙΛΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΦΟΡΑ

ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΕΧΩ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ

ΤΡΕΛΗ ΑΓΑΠΗ

ΤΡΕΛΟ ΜΕ ΛΕΓΑΝΕ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΟΙ
ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

ΑΧ ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΩΡΑ ΑΥΤΗ
ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΣΟΥ

ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ ΣΟΥ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ ΜΕ ΣΤΕΛΝΕΙΣ
ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΙΛΙ ΑΧ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΑΔΙ

ΟΣΗ ΑΓΑΠΗ ΘΑ ΜΟΥ ΔΙΝΕΙΣ ΤΟΣΗ ΚΑΙ ΕΣΥ ΘΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΟΥ ΜΕ ΣΤΕΛΝΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Η ΑΓΑΠΗ ΛΕΝΕ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΗ
ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ
ΑΓΓΕΛΟ ΣΟΥ ΣΤΕΛΝΩ ΦΥΛΑΚΑ

ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΑΡΠΑΞΕΙ ΑΛΛΟΣ

15 Μαΐ 2008

O "Mέγας Κηπουρός" της Ευτυχίας Παναγιώτου

Πέμπτη 15 Μαίου 2008 και ώρα 20.00

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "Μέγας Κηπουρός"
της Ευτυχίας Παναγιώτου

στο "Σπίτι της Κύπρου"
Ηρακλείτου 10 Κολωνάκι

14 Μαΐ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧVI. Το Παιχνίδι του Πολέμου" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ANDREW HUSSEY The Game of War [ΤΗΕ LIFE AND DEATH OF GUY DEBORD] «JONATHAN CAPE», ΛΟΝΔΙΝΟ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2001
CHRISTOPHE BOURSEILLER Vie et mort de Guy Debord «PLON», ΠΑΡΙΣΙ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1999

ANSELM JAPPE Guy Debord «DENOEL», ΠΑΡΙΣΙ, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001

Υστερα από δεκαετίες γεμάτες παρεξηγήσεις, ανυπόστατες φήμες και ανενδοίαστη κατασυκοφάντηση, ο βίος και το έργο του Guy Debord γίνονται αντικείμενο συστηματικής και μεθοδικής μελέτης. Τρία έργα είδαν το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό, ενώ αναμένονται κάμποσα άλλα, τα οποία ήδη έχουν αναγγελθεί από εκδοτικούς οίκους όπως ο Pluto Press, στη Μεγάλη Βρετανία, και η Librairie Fayard στη Γαλλία. Επίσης, από τη Librairie Fayard, εκδίδεται η Αλληλογραφία του Debord (κυκλοφόρησαν, το 1999 και το 2001, ο πρώτος και ο δεύτερος τόμος, ενώ αναμένονται άλλοι τέσσερις), με τις φροντίδες της τελευταίας γυναίκας του, της Alice Becker-Ho, και του συγγραφέα Patrick Mosconi.

Αυτή η διαδικασία θα συμβάλει στην άρση των παρεξηγήσεων, στη διάλυση των μύθων και στο τέλος των διαστρεβλώσεων. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι τα εν λόγω πονήματα προέρχονται από μελετητές και συγγραφείς αρκετά νέους αλλά και αποφασιστικά ώριμους ώστε να γνωρίζουν τις απαιτήσεις που εγείρει το εγχείρημά τους. Το βιβλίο του Christophe Bourseiller έχει την αρετή να είναι η πρώτη απόπειρα συγκροτημένης βιογράφησης του ιδρυτή της Καταστασιακής Διεθνούς [Internationale Situationniste]. Ο Bourseiller (γενν. 1958) φρόντισε να αναζητήσει όλους όσοι γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν με τον Debord, να συνομιλήσει ή να αλληλογραφήσει με σημαίνουσες προσωπικότητες της περιπέτειας των πρωτοποριακών κινημάτων που έδρασαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, να συλλέξει ένα πλούσιο υλικό, και να οργανώσει στρωτά την αφήγησή του. Είναι πράγματι ένα σημαντικό βήμα, αν αναλογιστούμε ότι προηγουμένως είχαν κάνει την εμφάνισή τους βιβλία που καμώνονταν ότι είναι «βιογραφίες», ενώ επρόκειτο για φαιδρότατα σκαριφήματα, αδέξιες συγκολλήσεις κειμένων, συνήθως λεηλατημένων από πηγές που δεν αναφέρονταν καν (π.χ. το βιβλίο Guy Debord - Revolutionary: Α Critical Biography του Len Bracken, ή τα ασήμαντα ψευδοπονήματα Pour Guy Debord της Cecile Guilbert και Guy Debord, L'Atrabilaire του Frederic Schiffterr).

Η ποίηση του αρνητικού

Αντίθετα, ο Bourseiller είναι αν μη τι άλλο φιλότιμος και φιλόπονος ως προς την προκαταρκτική έρευνά του. Αν διέθετε κι ένα γερό συγγραφικό ταλέντο, θα κατάφερνε να συνδυάσει τις πάμπολλες λεπτομέρειες που καταγράφει με έναν τρόπο ο οποίος θα αναδείκνυε καλύτερα την προσωπικότητα και, κυρίως, το χαρακτήρα του Debord, ενώ, ταυτόχρονα, θα έδειχνε πόσο οι λεπτομέρειες του βίου συνδέονται με κρίσιμες, αποφασιστικές στιγμές του έργου - αυτού που ήδη έχει αποκληθεί «η ποίηση του αρνητικού». Οπως και να 'χει, μπορεί ο αναγνώστης να επιχειρήσει τους απαραίτητους συνδυασμούς ώστε να εμπλουτίσει νοερά τα όσα παραλαμβάνει και μαθαίνει από τον Bourseiller.

Μπορούμε, φέρ' ειπείν, να καταλάβουμε πολλά από τον τρόπο με τον οποίο συνδέθηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο Debord με την ομάδα Socialisme ou Barbarie του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Κλοντ Λεφόρ, και από το γιατί και, κυρίως, από το πώς φρόντισε να αποχωρήσει. Επίσης, μπορούμε να μάθουμε πολλά από το πώς δεχόταν και πώς έκανε δώρα ο Debord, πώς άσκησε στην καθημερινότητά του, στην πραγματική ζωή, και όχι μονάχα στις σελίδες των κειμένων, την πρακτική του potlatch, που συνίσταται σε μια απόλυτα παιγνιώδη και απόλυτα αντι-οικονομική προσφορά (δίχως προσδοκίες ή υπολογισμούς ανταπόδοσης). Τέλος, μπορούμε πολλά να αντιληφθούμε από το ποια ήταν η συνεισφορά του Debord στην κοινωνική κριτική των καιρών του (και των καιρών μας, φυσικά). Και, βέβαια, όχι μονάχα στο θεωρητικό πεδίο, αλλά και σε αυτό της πρακτικής - έτσι ώστε, για τον Debord, και για τους καταστασιακούς [situationnistes], να δικαιούται κανείς να μιλάει για μίαν απολύτως επιτυχή διαλεκτική θεωρίας και πρακτικής, να μιλάει για θεωρία της πρακτικής και για πρακτική της θεωρίας.

Το βιβλίο του Andrew Hussey συμβαίνει να είναι οργανωμένο με έναν τρόπο σχεδόν όμοιο μ' εκείνον του Bourseiller. Και ο ένας και ο άλλος μίλησαν με την Michele Bernstein και την Alice Becker-Ho, τις δύο συζύγους του Debord, και με όλες σχεδόν τις μορφές του λετριστικού και καταστασιακού κινήματος (Ralph Rumney, Constant, Jacqueline de Jong, Isidor Isou, κτλ.). Ο Hussey (γενν. 1963) ταξίδεψε όσο περισσότερο μπόρεσε προκειμένου να συλλέξει ένα, πραγματικά εντυπωσιακό, υλικό και επιχείρησε να το συνθέσει με έναν τρόπο που να είναι θελκτικός και να μην προδίδει το θέμα του. Οι προθέσεις του είναι καλές και το αποτέλεσμα όντως πλούσιο και καλοφροντισμένο. Ο αναγνώστης παρασύρεται, απορροφάται από την αφηγηματική δεινότητα του Hussey, συναρπάζεται από τις περιγραφές και τις επισημάνσεις του. Μαθαίνουμε πολλά - όχι πολύ περισσότερα από όσα μας κοινολογεί ο Bourseiller, πάντως -, και πρόκειται πράγματι για μία βιογραφία.

Στη σκακιέρα των ημερών

Μολαταύτα, και πάλι, ο βίος και το έργο του Debord δεν συνδυάζονται έτσι ώστε να έχουμε τη διαύγαση του ενός από το άλλο, και αντιστρόφως. Ο αναγνώστης υποχρεώνεται και εδώ να προβεί μόνος του σε σχολιασμούς, συνδυασμούς και αλληλεπιδράσεις. Κάθε περιστατικό, από τα όσα έχει φροντίσει να μας αφηγηθεί ο Hussey, μπορεί κάλλιστα να παραπέμψει σε μια θεωρητική ψηφίδα του Debord, σε μία αποφασιστική κίνηση πάνω στην αχανή σκακιέρα των ημερών και των νυχτών, στη σκακιέρα όπου διεξήχθη επί τέσσερις δεκαετίες μια συγκλονιστική αναμέτρηση - η αναμέτρηση ανάμεσα σ' εκείνους που «εργάζονται για τη διατήρηση του συστήματος της θεαματικής κυριαρχίας» και σε εκείνους που «θα επιμείνουν μανιωδώς στην επίτευξη του εντελώς αντίθετου», όπως έγραψε ο Debord στις αρχές του 1988 (βλ. «Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος», μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος). Και εδώ, βλέπουμε το θρίαμβο της πρακτικής του potlatch, βλέπουμε έναν Debord που ποτέ δεν δίσταζε να ριχτεί σε ερωτικές περιπέτειες γεμάτες ποίηση, ευγένεια και πάθος, μακριά από κάθε μικροαστική σύμβαση. Εναν Debord που φρόντισε να λαβώνει επί του πρακτέου την κυρίαρχη νοοτροπία της εποχής του, είτε οργανώνοντας σκάνδαλα στο Αμστερνταμ και στις Βρυξέλλες είτε ενοποιώντας προσωπικότητες και δυνάμεις της πρωτοπορίας σε ένα κοινό σχέδιο, είτε ξεκόβοντας από όσους δυσκολεύονταν να κατανοήσουν την πρωτοτυπία, το βάθος και τον πλούτο του εγχειρήματός του. Βλέπουμε έναν Debord αριστοκράτη της σπατάλης, βαθύ γνώστη της Ιστορίας - αλλά και του πώς μπορούμε να παρέμβουμε στην Ιστορία -, έναν Debord που ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει χρήση του χρόνου, τι σημαίνει διαλεκτική της διάρκειας, τι σημαίνει τακτική και στρατηγική.

Το βιβλίο του Anselm Jappe, το οποίο επανεκδόθηκε προσφάτως, επιχειρεί και καταφέρνει να αναδείξει ακριβώς τις ιστορικές, θεωρητικές και στρατηγικές ικανότητες του Debord. Ο Jappe (γενν. 1962) συνδέει, ορθότατα, τον Debord με τον Hegel, τον Marx και τον Lukacs: όλοι αυτοί θέλησαν να ασκήσουν κριτική στο σχηματισμό της σύγχρονης κοινωνίας, και μπόρεσαν πράγματι να αναλύσουν την έκπτωση του «είναι» σε «έχειν», και τη διολίσθηση του τελευταίου σε «φαίνεσθαι».

Οι έννοιες που επεξεργάστηκαν αυτοί οι μεγάλοι διαλεκτικοί είναι ακριβώς οι έννοιες που μας επιτρέπουν μίαν επακριβή και πλήρη κατανόηση των απαρχών και της πορείας, που συνετέλεσαν στο να είναι ο κόσμος μας αυτός που είναι και να λειτουργεί ο κοινωνικός μηχανισμός με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Σήμερα πια, και ασχέτως του τι διατείνεται ο καθένας, ουδείς παραγνωρίζει το ρόλο αυτών των εννοιών, ουδείς αρνείται ότι αυτή την πορεία ακολούθησαν τα πράγματα. Απλώς πολλοί το κρύβουν, γιατί έτσι τους συμφέρει, και γιατί αυτό επιβάλλουν τα όσα έχουν αποφασίσει να υπηρετούν. Ο Jappe το δείχνει αυτό με καλομελετημένη ακρίβεια, ιδίως όταν αναλύει το opus magnum του Debord, το βιβλίο «Η Κοινωνία του Θεάματος» (1967), και την έννοια «θέαμα» σε όλες τις πτυχές της.

Αν έχει κάποιο μικρό ψεγάδι το πόνημα του Jappe, τούτο είναι το ότι δεν τονίζει επαρκώς την επίδραση που άσκησε στον Debord το έργο ενός άλλου, αρκετά παραγνωρισμένου θεωρητικού, του Karl Korsch (βλ. «Γιατί είμαι Μαρξιστής;» μτφρ. Γιάννης Ιωαννίδης, και «Μαρξισμός και Φιλοσοφία», μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος και Μάριος Λαμπρίδης, εκδ. Υψιλον, αμφότερα), καθώς επίσης και τη συμβολή του Debord στην πρωτοποριακή τέχνη του δευτέρου ημίσεως του εικοστού αιώνα - μια συμβολή εξαιρετικά σημαντική, για την οποία είναι σίγουρο ότι θα γραφτούν πολλά στο άμεσο μέλλον.

Πράγματι, με έξι κινηματογραφικές ταινίες (Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ, Σχετικά με το πέρασμα ορισμένων προσώπων μέσα από μια σχετικά μικρή μονάδα χρόνου, Κριτική του Διαχωρισμού, Η Κοινωνία του Θεάματος, Κατάρριψη όλων των κριτικών είτε επαινετικών είτε εχθρικών που έγιναν μέχρι τώρα σχετικά με την ταινία «Η Κοινωνία του Θεάματος», και In girum imus nocte et consumimur igni), με δύο πειραματικά βιβλία («Απομνημονεύματα» και «Το Τέλος της Κοπεγχάγης»), με τα δώδεκα τεύχη της επιθεώρησης Internationale Situationniste, και με τους δύο τόμους της αυτοβιογραφίας του (Πανηγυρικός Ι και Πανηγυρικός ΙΙ), ο Debord αναδεικνύεται ως η κορυφαία και πιο ακραία μορφή της πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα.

Πέρα από αυτές τις δύο μικρές ανεπάρκειες, το μελέτημα του Jappe είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για τον Debord μέχρι σήμερα. Ο Debord έπαιξε καλά το «παιχνίδι του πολέμου», μάλιστα ο ίδιος επινόησε ένα τέτοιο παιχνίδι και συνέταξε τους κανόνες του -, και ο Jappe μπόρεσε να διαισθανθεί ότι, πάνω απ' όλα, ο Debord ήταν ένας άνθρωπος της περιπέτειας και ένας στρατηγός. «Θέλησε μια περιπετειώδη ζωή», γράφει ο Jappe, και αντί να την αναζητήσει στην εξερεύνηση των σπηλαίων ή στις οικονομικές κερδοσκοπίες, επέλεξε να οργανώσει την επίθεση ενάντια στην υφιστάμενη κοινωνία, ως την πλέον σαγηνευτική περιπέτεια. Πραγματοποίησε για τον εαυτό του αυτό που, σύμφωνα με τη θεωρία του, είναι στο εξής εφικτό σε παγκόσμια κλίμακα: να ζήσει τη ζωή του σαν ιστορική περιπέτεια».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας στις 2/11/2001.