30 Ιουν 2008

"Bookworm" - Ν.Ι. Πουλάκος

«Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν

Μυθιστόρημα, μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, σελ. 638, Εκδόσεις Εστία, 2007

Στο Παρίσι του 1914, οι πολεμικές ιαχές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου παρασέρνουν το νεαρό γιατρό Φερντινάν Μπαρταμού να καταταγεί στο στρατό και να πολεμήσει εναντίον των Γερμανών. Η πορεία του προς την ανθρώπινη εξαθλίωση και μιζέρια έχει μόλις αρχίσει. Το ταξίδι του θα είναι ένας φαύλος κύκλος αρνητικών καταστάσεων που αποκαλύπτει τη μικροψυχία και το σκοτεινό πρόσωπο της ανθρώπινης φύσης. Ο ήρωας θα βιώσει τον παραλογισμό, τη φρίκη και την ανοησία του πολέμου. Θα επιχειρήσει να ξεφύγει, να βγει από αυτόν τον πόλεμο, να φύγει μακριά. Λιποτάκτης, τραυματίας αναγκάζεται να επιστρέψει στο Παρίσι. Ταξίδι στην Αφρική, ένα σημείο καμπής της ζωής του, αφού θα βρεθεί μπροστά στην αθλιότητα της βαρβαρότητας των αποικιοκρατών. Βαριά άρρωστος μπαίνει σε ένα πλοίο και ταξιδεύει για τη χώρα των ονείρων του, την Αμερική. Εκεί όμως θα βιώσει τη μοναξιά και το ξεπεσμό, τη φτώχεια και τη βαναυσότητα του Νέου Κόσμου. Έρωτες και φίλοι δε θα μπορέσουν να γλυκάνουν τη ζωή του. Γυρίζει οριστικά στην Ευρώπη.
Πρωτόλειο μυθιστόρημα της πιο αμφιλεγόμενης προσωπικότητας των γραμμάτων του 20ου αιώνα, του Λουί Φερντινάν Σελίν, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1932, αποδεχόμενο ακόμη και σήμερα αντιφατικούς χαρακτηρισμούς. Αριστούργημα ή όχι, μηδενιστικό ή έκφυλο, ο Σελίν, ο άνθρωπος που χαρακτηρίστηκε μισάνθρωπος, αντισημίτης, φιλοναζί παραδίδει με περίσσιο θράσος και ωμό τρόπο ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«Μικρός δακτύλιος» του Κώστα Κατσουλάρη

Διηγήματα, σελ. 179, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2007

Από την Πλατεία Μαβίλη μέχρι το Κολωνάκι (τη Βουκουρεστίου, τη Σκουφά, την Ηρακλείτου) και από την οδό Ευρυπίδου μέχρι τα σύνορα με το Παγκράτι. Η έκπληξη γίνεται με την Κυψέλη. Με επίκεντρο την περιοχή του Λυκαβηττού, τα φημισμένα στέκια όπως το «Φίλιον», το «Σκουφάκι», τη «Δεξαμενή» και το θέατρο της Οδού Κυκλάδων, ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Κατσουλάρης, με σπουδές στην Αθήνα (οικονομικά) και στο Παρίσι (κινηματογράφος) υπογράφει έντεκα νέες αθηναϊκές ιστορίες προσφέροντας και μια δωδέκατη ως… δώρο έκπληξη. Με ένα κοσμοπολίτικο στυλ γραφής και με φόντο το αστικό τοπίο που περιλαμβάνει ως ήρωες προσωπικότητες της περιοχής και της εποχής (όπως οι Κ.Τζούμας, Κ.Σημίτης, Κ.Λαλιώτης, Μ.Θεοδωράκης), κινεί τα νήματα σε μέρη που όλοι αγαπήσαμε, ερωτευτήκαμε, ζήσαμε έντονα και διασκεδάσαμε. Όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας, ως φαίνεται, βιώνοντας στιγμές αναλόγου ύφους, ήθους και συναισθημάτων αποφάσισε να μας χαρίσει μερικά διηγήματα σε πρώτο πρόσωπο, τα όποια θα θρέψουν τη φαντασία μας ή θα μας υποκινήσουν, αν θέλετε, καθώς τα διαβάζουμε στο παγκάκι της πλατείας Κοραή να περπατήσουμε προς το Λυκαβηττό, να πιούμε ένα ποτό, να γελάσουμε με τους φίλους μας, να φιλήσουμε την καλή μας και να απολαύσουμε τη θέα όλης της Αθήνας, ανεβαίνοντας μια ακόμη φορά στο ιστορικό θέατρο.

«Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής» του Φίλιπ Ροθ

Μυθιστόρημα, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, σελ. 569, Εκδόσεις Πόλις, 2007

Ένα φανταστικό αλλά άκρως εφιαλτικό σενάριο κατασκευάζει ο σημαντικός αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ Ροθ : Τι θα γινόταν αν στις εκλογές του 1940 κέρδιζε ο ρεπουμπλικάνος υποψήφιος Tσάρλς Λίντμπεργκ, ήρωας της αμερικανικής αεροπορίας και φανατικός απομονωτιστής, αντισημίτης και προσωπικός φίλος του Xίτλερ, τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ; Ο Λίντμπεργκ, με ένα διάγγελμά του προς τον αμερικανικό λαό, κατηγορεί δημόσια τους εβραίους, ότι ωθούν την Αμερική ν' αναμειχθεί σ' έναν άσκοπο πόλεμο κατά της ναζιστικής Γερμανίας. Μόλις αναλαμβάνει τα καθήκοντά του ως 33ος Πρόεδρος των Η.Π.Α., υπογράφει ένα σύμφωνο «εγκάρδιας συνεννόησης» με τον Αδόλφο Χίτλερ, του οποίου οι κατακτητικές βλέψεις στην Ευρώπη καθόλου δεν δείχνουν να τον ενοχλούν. Με επίκεντρο τη φανταστική αυτή ιστορία, ο Φίλιπ Ροθ, ανασύρει από την παιδική του ηλικία μνήμες από εκείνη την περίοδο, όταν ο ίδιος και η οικογένειά του στο Νιούαρκ, όπως και πολλές άλλες εβραϊκές οικογένειες στην Αμερική, ζούσαν υπό το φόβο αυτής της απειλής. Ήρωας, το alter ego του, ο 7χρονος Φίλιπ, με την οικογένειά του. Ως μια πολιτική αλληγορία της σημερινής Αμερικής μπορεί να αναγνωσθεί το τελευταίο μυθιστόρημα του διεθνώς αναγνωρισμένου συγγραφέα Φίλιπ Ροθ, χαρίζοντας μια ακόμη λογοτεχνική τέρψη στους απανταχού φανατικούς αναγνώστες του.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 του περιοδικού Bang (Μάρτιος - Απρίλιος 2008).

26 Ιουν 2008

Το performance art "Όίστρος" (extended version) στο 8ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Εικαστικών Τεχνών "Ecofilms" στη Ρόδο.


Την Κυριακή 29 Ιουνίου 2008 και ώρα 15.00 στο Φουαγιέ του Εθνικού Θεάτρου (ΔΗΠΕΘΕ) στην πόλη της Ρόδου θα προβληθεί το performance video art "Οίστρος" (extended version).

25 Ιουν 2008

"Το Ξέφτι" - Αργύρης Παλούκας (2007)

Όσο διαρκεί η μουσική
τινάζουμε από πάνω μας τη θλίψη,
χάνεται στο διπλανό δωμάτιο.

(Κοντά στη Φτώχεια)

Ό,τι ο δυνατός αέρας είναι για τα δέντρα
είναι για εμάς ο φόβος,
μας σπρώχνει να ριζώσουμε.
Τέτοια λέμε μέσα στο πηγάδι.
Απάνω βολεύουν τις πληγές όπως - όπως
και ζούνε μια ήσυχη ζωή
χωρίς θαύματα.

(Χωρίς Θαύματα)

*Πρώτη ποιητική συλλογή του 33χρονου επιμελητή βιβλίων Αργύρη Παλούκα, ένα θεαματικό ντεμπούτο -για το οποίο μάλιστα έγραψε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Βακχικόν η Ευτυχία Παναγιώτου-. 14 ποιήματα ολιγόστιχα, σπαρμένα μέσα σε ένα καλώς επιμελημένο -από τη Αγγελική Ασπρογέρακα και τον Κώστα Κρεμμύδα- βιβλίο 24 -μόλις- σελίδων. Ο στίχος του Παλούκα είναι απλός, λιτός και απέριττος με την απαραίτητη δόση ποιητικής αδείας που του δίνει ώθηση να οδηγήσει τον αναγνώστη σε έννοιες που θέλει εκείνος να περάσει. Το υπέρβατο, το τυχαίο ή μάλλον το κανονισμένο από τη μοίρα τυχαίο κάνουν τον Παλούκα να αισθάνεται ένας "δυνατός" ποιητής αφού είναι στοιχεία που ξέρει να τα χειρίζεται τόσο καλά αλλά και ο ίδιος μοιάζει με ισχυρός παίκτης στο τερέν της ποίησης.
Ποιήματα του Αργύρη Παλούκα έχουν δημοσιευτεί σε ποικίλα λογοτεχνικά περιοδικά. Ο ίδιος άνηκε κάποτε στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Μανδραγόρας, από τις εκδόσεις του οποίου κυκλοφορεί η πρώτη αυτή συλλογή. * Ν.Ι.Π.

24 Ιουν 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧΙ. Κιβωτός της Μνήμης" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Μεσσιανισμός, εσχατολογικά οράματα, ανατρεπτικές προσδοκίες

MICHAEL LOWY Λύτρωση και Ουτοπία ΜΤΦΡ.: ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ «ΨΥΧΟΓΙΟΣ» ΣΕΛ. 362,

Μολονότι παρουσιάζεται ως κοινωνιολογικό και ιστορικό πόνημα, και είναι βεβαίως, τούτο το βιβλίο του Michael Lowy είναι συνάμα ένα συναρπαστικό αφήγημα, είναι η εξιστόρηση μιας συναρπαστικής περιπέτειας: ο μεσσιανισμός συμπλέκεται με την κοινωνική ουτοπία, τα εσχατολογικά οράματα συνδέονται με τις ανατρεπτικές προσδοκίες ενάντια στην καπιταλιστική και εξουσιαστική οργάνωση του υπάρχειν, ο Walter Benjamin, κεντρικός πρωταγωνιστής αυτής της περιπέτειας, και παραμένοντας πάντα ένας αιρετικός μαρξιστής, ανταλλάσσει χειραψίες με τους ρομαντικούς, τους αναρχικούς, τους υπερρεαλιστές.

Και μόνο το casting αυτού του έγγραφου φιλμ είναι εντυπωσιακό, βαθιά ανθρώπινο, διεισδυτικά γοητευτικό: Martin Buber, Franz Rosenzweig, Gershom Scholem, Leo Lowental, Franz Kafka, Walter Benjamin, Gustav Landauer, Ernst Bloch, Georg Lukacs, Erich Fromm -η αφρόκρεμα της (όχι και τόσο πια) κρυφής ιστορίας του εικοστού αιώνα, εκείνοι που στο κέντρο της Ευρώπης και στο κέντρο του εικοστού αιώνα στοιχημάτισαν υπέρ της κοινότητας, υπέρ της άρσης της αλλοτρίωσης, υπέρ της ανεμπόδιστης εκτύλιξης των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου, υπέρ της ελπίδας και της ελευθερίας. Εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, οι θαυμάσιοι αυτοί άνθρωποι, βαθιά ποιητές και ανεπίσημοι νομοθέτες, υπήρξαν οι άδολοι και άοπλοι προφήτες, αυτοί που, σύμφωνα με τον Lowy, όντας «ηττημένοι, περιθωριακοί που κολυμπούν στο αντίθετο ρεύμα της εποχής τους, πεισματώδεις ρομαντικοί και αθεράπευτοι ουτοπιστές» συνέταξαν ένα έργο, σχεδόν ένα μεγάλο συλλογικό κείμενο, ένα άλλο Βιβλίο της Ανησυχίας του Εικοστού Αιώνα, που ολοένα και περισσότερο μάς αφορά, που το νόημά του γίνεται ολοένα και περισσότερο μεστό και επίκαιρο στη συγκεχυμένη εποχή μας.

Ο Lowy κινείται με δύο αλληλοσυνδυαζόμενους τρόπους. Πρώτον, χρησιμοποιεί τη μέθοδο της επισήμανσης και ανάλυσης των εκλεκτικών συγγενειών - όχι απλώς ομοιοτήτων ή αντιστοιχιών, αλλά μιας ενεργητικής σύγκλισης ρευμάτων και ιδεών, μιας πορείας που οδηγεί εντέλει στη δημιουργία μιας νέας μορφής μέσα από τη συγχώνευση συστατικών στοιχείων, η οποία δεν αναπτύσσεται βέβαια «μέσα στο κενό ή μέσα στον ουρανό της καθαρής πνευματικότητας» αλλά «ευνοείται από ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες». Δεύτερον, χρησιμοποιεί μία γλώσσα βαθιά πολιτική και, συνάμα, ζωντανή και εύληπτη -αποτέλεσμα τόσο της θητείας του σε πολιτικούς χώρους (όπου όφειλες να είσαι σαφής και συγκεκριμένος) όσο και της πολύχρονης ενασχόλησής του με καλλιτεχνικά/ποιητικά ρεύματα όπως ο ρομαντισμός και ο υπερρεαλισμός. Η κρυστάλλινη διαύγεια δεν είναι προσόν του οιουδήποτε σε καιρούς σύγχυσης και κατάλυσης της λογικής.

Ο Lowy καταπιάνεται εδώ με την ενεργητική και δημιουργική σύγκλιση του εβραϊκού μεσσιανισμού και της ελευθεριακής ουτοπίας, μια σύγκλιση που προήλθε από κείμενα και πράξεις, από επεξεργασίες ιδεών και στάσεις ζωής, από μιαν ερωτοτροπία της φιλοσοφίας με την ποίηση και της αρνητικής θεολογίας με την αρνητική ουτοπία. Οι πρωταγωνιστές αυτής της περιπέτειας δεν έστερξαν ούτε για μια στιγμή να διανοηθούν τον (πανταχού παρόντα σήμερα) διαχωρισμό λόγου και έργου, θεωρίας και πράξης, σκέψης και ζωής. Γι' αυτούς ήταν ένα. Πολλοί άλλωστε οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία (Tucholsky, Toller, Wolfenstein, Carl Einstein, Walter Benjamin), πολλοί δολοφονήθηκαν (Rosa Luxemburg, Gustav Landauer, και τόσοι, μα τόσοι, άλλοι). Αλλοι επέζησαν, μπόρεσαν να ελιχθούν και να συνεχίσουν την περιπέτεια (Adorno, Lukacs), πληρώνοντας ωστόσο, συχνά-πυκνά, το τίμημα μιας τέτοιας περιπέτειας.

Ο Lowy καταγράφει ένα επεισόδιο από τη ζωή του Lukacs, που φαίνεται ότι συνοψίζει εντυπωσιακά τη στάση όσων επέζησαν -μια στάση που, με την πικρή ειρωνεία της, όπως εκείνη του μπρεχτικού κυρίου Κόινερ, καθίσταται εξίσου υποδειγματική με την περισσότερο τραγική στάση όσων επέλεξαν την αυτοκτονία. Μετά την ήττα της ουγγρικής επανάστασης του 1956 (μιας ιστορικής στιγμής για την πορεία του επαναστατικού κινήματος και της διάλυσης κάμποσων ψευδαισθήσεων), ο συγγραφέας του περιλάλητου έργου «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν Σοβιετικό αξιωματικό, ο οποίος τον απειλούσε με το πολυβόλο του. «Παραδώστε τα όπλα σας!» διέταξε επιτακτικά ο Σοβιετικός. Και τότε, ο γηραιός Lukacs, αυτός ο σημαντικός Ουγγροεβραίος φιλόσοφος, μην έχοντας άλλη επιλογή, έβγαλε από την τσέπη του το στυλογράφο του και τον παρέδωσε στις δυνάμεις της καταστολής... Τέτοιοι ήσαν οι άοπλοι προφήτες!

Οι στοχαστές αυτοί -στοχαστές και ποιητές- προχώρησαν, ανεξαρτήτως αφετηρίας, σε μια ριζική άρνηση του εθνικισμού, του κράτους, της εξουσίας. Μπόρεσαν, όπως ο Kafka, να διακρίνουν τις αυταρχικές, γραφειοκρατικές, πολιτικάντικες τάσεις ακόμη και μέσα στο εργατικό κίνημα και να τις καυτηριάσουν. «Αυτοί οι άνθρωποι», γράφει ο Kafka, αναφερόμενος σε μιαν εργατική διαδήλωση, «έχουν τόσο έντονη επίγνωση του εαυτού τους και έχουν τόσο καλή διάθεση! Είναι κύριοι του δρόμου και θεωρούν τον εαυτό τους κύριο του κόσμου. Και όμως, απατώνται. Πίσω από αυτούς προχωρούν ήδη οι γραμματείς, οι γραφειοκράτες, οι επαγγελματίες πολιτικοί, όλοι οι σύγχρονοι σουλτάνοι, την άνοδο των οποίων στην εξουσία προετοιμάζουν... Η επανάσταση εξατμίζεται, απομένει μονάχα ο βούρκος μιας νέας γραφειοκρατίας. Οι αλυσίδες της βασανισμένης ανθρωπότητας βρίσκονται μέσα στα χαρτιά των υπουργείων». Οι στοχαστές αυτοί -στοχαστές και επαναστάτες- επέμειναν στο όραμα (πάντα εφικτό κατ' αυτούς) μιας αντιαυταρχικής οργάνωσης της ύπαρξης, μιας κοινότητας -ένα όραμα βαθιά διαποτισμένο από τη μεσσιανική φιλολογία, από τον αντικαπιταλιστικό ρομαντισμό και από τον αιρετικό μαρξισμό. Επέμειναν, οι πιο πολλοί, σε μίαν επανεξέταση της έννοιας (και της χρήσης) του χρόνου. Και συνεπώς, της ιστορίας, και των τρόπων με τους οποίους μπορούμε να παρέμβουμε στην ιστορία. Ο Landauer θα γράψει: «Για μας, η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι κατασκευασμένη από ανώνυμες διαδικασίες και δεν είναι μονάχα μία συσσώρευση από αναρίθμητα μικρά συμβάντα... Εκεί όπου πραγματοποιήθηκε κάτι υψηλό και μεγαλειώδες για την ανθρωπότητα, ανατρεπτικό και καινοτόμο, ήταν το αδύνατο και το απίστευτο αυτά τα οποία έφεραν την καμπή». Σχεδόν με όμοιο τρόπο, ο Benjamin θα υπερασπιστεί μια ποιοτική σύλληψη της χρονικότητας, μιαν ασυνέχεια του ιστορικού χρόνου. Οι επαναστάτες δεν συμμορφώνονται με τη γραμμική θεώρηση και βίωση του χρόνου, προτιμούν τα ποιοτικά άλματα, τις λάμψεις του μεσσιανικού χρόνου, δεν περιορίζονται οπωσδήποτε στην αναμονή αλλά αδράχνουν την ευκαιρία να επιταχύνουν το χρόνο, επωφελούνται από κάθε γόνιμη ιστορική στιγμή. 'Η, όπως τόσο συμπυκνωμένα το διατύπωσε ο τεχνοκριτικός Henri Focillon, και δεν αμέλησε να επαναλάβει αυτολεξεί ο Walter Benjamin, «το να αφήσεις εποχή δεν σημαίνει να επέμβεις παθητικά στη χρονολογία, σημαίνει να επισπεύσεις τη στιγμή».

Σήμερα, βιβλία όπως αυτό επαναφέρουν πολύτιμες στιγμές στο ιστορικό προσκήνιο, αποτελούν κιβωτούς μνήμης, μας επιτρέπουν να συζητήσουμε εκ νέου -με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο, όπως έλεγε και ο Καζιμίρ Μάλεβιτς- το ζήτημα του νοήματος, της χρήσης του χρόνου, της οργάνωσης του υπάρχειν. Γι' αυτό και είναι πολύτιμα.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 23/8/2002.

23 Ιουν 2008

"Σ' έναν ελεύθερο κόσμο... χύνεται αίμα!" - Ν.Ι. Πουλάκος

«Θα χυθεί αίμα» του Πολ Τόμας Άντερσον

Κάτι από το αμερικάνικο σινεμά του Φρανκ Κάπρα, τον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Ουέλς και το «Θησαυρό της Σιέρα Μάδρε» του Τζων Χιούστον, φαίνεται ότι αναμιγνύει ο ταλαντούχος Πολ Τόμας Άντερσον ακολουθώντας την κατεύθυνση των ταινιών εκείνων, που καταβαράθρωσαν το αμερικάνικο όνειρο. Το «Θα χυθεί αίμα», στα 158 λεπτά του, χτίζεται από την προσεκτική σκηνοθεσία του, τις ερμηνείες του Ντέι Λιούις και του Πολ Ντάνο, την εξαίσια μουσική του Τζόνι Γκρίνγουντ των Radiohead και τη φωτογραφία του Ρόμπερτ Ελσγουιτ, τα οποία λειτουργούν καταλυτικά για το χτίσιμο και το ξέφτισμα ενός έπους με ιδεολογικό-πολιτικές προεκτάσεις και ουμανιστικές συνιστώσες. Με μια οπτική εντελώς διαφορετική από τις προηγούμενες δουλειές του («Ξέφρενες νύχτες», «Μανόλια») και μια μανιασμένη φιλοδοξία να κραυγάσει το γεγονός του ανθρώπινου μίσους και της απληστίας του χρήματος και της εξουσίας, ο Άντερσον θα στηριχθεί στο πραγματικό πρόσωπο του μεγιστάνα των πετρελαίων Έντουαρντ Ντόχενυ, που έδρασε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Τα χαρακτηριστικά του Ντόχενυ τοποθέτησε ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ στο χαρακτήρα του Ντάνιελ Πλέινβιου, ήρωα του «Oil!», στο οποίο βασίστηκε ο Άντερσον. Ο οραματιστής Πλέινβιου (ή Ντόχενυ) είναι ο διάβολος που θα χύσει αίμα για να ικανοποιήσει τα όνειρα και οράματά του, σκιαγραφώντας το αληθινό πρόσωπο της Αμερικής της εποχής, όπου οι πλούσιοι μεγιστάνες ήταν οι αληθινοί δολοφόνοι και εγκληματίες, οι εκβιαστές, οι δολοπλόκοι και οι απατεώνες, που χρησιμοποιούσαν την πολιτική, τη θρησκεία και τον ανθρώπινο πόνο για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Στην πολιτεία του Τέξας, ελάχιστα μίλια από τα γυρίσματα της ταινίας του Άντερσον, ένα ακόμη «αιματηρό» αμερικάνικο έπος, που καταδείκνυε τον αποτροπιασμό της ανθρώπινης φυλής, έπαιρνε σάρκα και οστά…

«Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν

Το σύγχρονο γουέστερν, που κινείται στα όρια του νουάρ και του αστυνομικού θρίλερ είναι εδώ και είναι αριστούργημα! Τέσσερα Όσκαρ και βραβευμένο σε δεκάδες, ακόμα, φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ο Ίθαν και ο Τζόελ Κοέν επιστρέφουν στην καλύτερη εποχή τους («Μόνο αίμα», «Το πέρασμα του Μίλερ», «Φάργκο»). Στις ερήμους του Τέξας και του Ρίο Γκράντε, με τις παραπομπές στις ταινίες του Τζων Φορντ εμφανείς, η υποβλητική μουσική του Κάρτελ Μπέργουελ σε τοποθετεί αυτόματα στη βία και την ωμότητα των χαρακτήρων, που συνέθεσε με τόση μαεστρία ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ. Ο σημαντικότατος Αμερικανός συγγραφέας με τα σπουδαία μπεστ-σέλερ, που σε κάνουν να πιάνεις το στομάχι σου εξαιτίας της σκληράδας τους, παραδίδει απλόχερα το μυθιστόρημά του στους αδελφούς Κοέν, βλέποντας τη δεύτερη μεταφορά βιβλίου του («Όλα τα όμορφα άλογα» από τον Μπίλυ Μπομπ Θόρντον το 2000) να αποδίδεται αριστοτεχνικά στο πανί. Ο στίχος «no country for old men» του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς απ’ το ποίημα του «Sailing to Byzantium», ήταν η αφορμή για να ξεδιπλωθεί στο χαρτί ένα απολαυστικό μυθιστόρημα. Από κει και πέρα το σινεμά των Κοέν μπορεί να κάνει θαύματα και το έχει αποδείξει αυτό πολλές φορές στο παρελθόν. Η σκοτεινή, παγωμένη ατμόσφαιρα οφείλεται στη φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς, ο οποίος συντελεί καταλυτικά στην εξαιρετική ερμηνεία του Χαβιέ Μπαρδέμ. Εκείνος σαν άλλος Κληντ Ίστγουντ (στο «Για μια χούφτα δολάρια») παίρνει «αμπάριζα» ότι βρίσκεται στο διάβα του. Στόχος του τόσο τα χρήματα, που τα άρπαξε ένας μικρό-κλέφτης, αλλά κυρίως το αίμα, που τον θρέφει, τον ωθεί και τον κινεί ως ανθρώπινο ον. Σε κάθε νέα προβολή της ταινίας ο θεατής βλέπει όλο και περισσότερες τις αρετές της. Σε κάθε κίνηση του Μπαρδέμ παρατηρεί το ασυνήθιστο και ιδιότυπο χιούμορ ενός ψυχοπαθή δολοφόνου, του οποίου το μίσος και το παιχνίδι (ζωή ή θάνατος, κορώνα ή γράμματα) δίνουν νόημα στην ύπαρξή του. Χαρακτηριστικότερη η σκηνή στο πρατήριο βενζίνης, όταν ο μικροαστός Τεξανός ιδιοκτήτης βλέπει να περνά όλη του η ζωή μέσα από το στρίψιμο μιας δεκάρας. Εκεί δεν είναι όλο το παιχνίδι, άραγε;

«Ένας ελεύθερος κόσμος» του Κεν Λόουτς

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι η κοινωνικό-πολιτική κραυγή διαμαρτυρίας του μεγαλύτερου Βρετανού σκηνοθέτη του σύγχρονου κινηματογράφου της Γηραιάς Αλβιόνας, δε βρήκε ποτέ διανομή στη χώρα της και κυκλοφόρησε κατευθείαν σε dvd. Επίσης δεν είναι τυχαία τα υμνολόγια, που εισπράττει σε όλο τον κόσμο, τα βραβεία και η διάκριση στο Φεστιβάλ της Βενετίας, τα εισιτήρια που κόβει και η καθολική αναγνώρισή της. Ο Κεν Λόουτς, σε εκπληκτική φόρμα, κάνει το βήμα παραπέρα και δεν επαναπαύεται στις δάφνες του περυσινού Χρυσού Φοίνικα με το «Ο άνεμος χορεύει στο κριθάρι». Άλλωστε, δεν μας έχει συνηθίσει σε κάτι τέτοιο όλα αυτά τα σαράντα χρόνια ενεργής παρουσίας στο χώρο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πετυχημένη «Γη και ελευθέρια» και τη σπουδαία συνέχειά του. Το πρόβλημα των μεταναστών καίει πολλές χώρες και τις πολιτικές τους, όπως επίσης καίει πολλούς κοινωνικούς κλάδους και φορείς και τις ενέργειές τους. Το σύγχρονο δουλεμπόριο, κεκαλυμμένο από θεσμικές ρυθμίσεις και «ανθρώπινους» νόμους, σε συνάρτηση με τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα και τις δυσκολίες στις συνθήκες διαβίωσης σε πολλές χώρες του κόσμου, φέρνει τα πράγματα σ’ ένα αδιέξοδο. Ο σεναριογράφος Πωλ Λαβέρτυ, μόνιμος συνεργάτης του Λόουτς χρόνια τώρα, πλέκει μια ιστορία με αριστοτεχνικό τρόπο και ο αειθαλής δημιουργός βάζει τη σκηνοθετική μαεστρία του μπροστά. Εκπληκτική η ερμηνεία της γοητευτικής Κίρστεν Γουέρινγκ, η οποία ερμηνεύει μια σύγχρονη femme fatale, όπου εντός της συγκρούονται οι αδηφάγες φιλοδοξίες της, τα ηθικά της όρια, η αγάπη της για την κοινωνία και την οικογένειά της. Συντρίβεται, συγκρούεται και τελικά σπάει.. Νικήτρια πρέπει να βγει η κοινωνική δικαιοσύνη. Ο ωμός ρεαλισμός, οι βασανιστικοί, γνώριμοι ρυθμοί του Λόουτς, σε κάνουν από θεατή, κοινωνό μιας πικρής πραγματικότητας. Η Αγγλία και το καπιταλιστικό σύστημά της, δεν άντεξε τη θέασή της. Ίσως, αυτοί που εθελοτυφλούν δεν αντέχουν να βλέπουν τι κάνουν. Στο τέλος μπορεί να κερδίσει ο πιο δυνατός.. ίσως και ο πιο καλός όμως..

«Απ’ την άκρη του ουρανού» του Φατίχ Ακίν

Πολλοί λένε ότι, επιτέλους, μετά από καιρό, η Τουρκία βρήκε τη φωνή της. Από τα χρόνια του εξόριστου και «βασανισμένου» Γιλμάζ Γκιουνέι, η γείτονα χώρα είχε χάσει το σινεφίλ χρώμα της διεθνώς. Ο Φατίχ Ακίν, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Γερμανία, στην οποία έκανε τα πρώτα του κινηματογραφικά πειράματα, έγινε ευρύτατα γνωστός με το, προ τετραετίας, «Μαζί Ποτέ», μια ερωτική ιστορία, ένα κοινωνικό δράμα, δυο λαών και πολιτισμών. Από τότε έγινε ο κυρίαρχος εκφραστής του τουρκικού σινεμά και, αυτό το γεγονός, γύρισε τούμπα. Αφού πέρυσι ταξίδεψε όλη την Ευρώπη στη νοσταλγική ζωή της Κωνσταντινούπολης, με το μουσικό ντοκιμαντέρ «Ο ήχος της πόλης», φέτος αποφάσισε να τα «βάλει» και με τις δυο πατρίδες του. Η κοινωνική δικαιοσύνη της Γερμανίας καταδικάζεται, η ανενδοίαστη πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας προβάλλεται. Στο επίκεντρο ο έρωτας, η οικογένεια, η μοναξιά, η γέννηση και ο θάνατος. Γύρω από τις σχέσεις γονιών-παιδιών και τις ερωτικές ιδιαιτερότητές τους, προβάλλεται η πολιτική δράση, η κοινωνική αφύπνιση. Οι μικρές ιστορίες περιπλέκονται, συνδέονται, συζητιούνται. Στον αγώνα της επιβίωσης και της ευμάρειας ο αγώνας για έναν καλύτερο κόσμο. Οι αντιστασιακοί στη Τουρκία καταδικάζονται και τιμωρούνται. Το πολιτικό άσυλο στη Γερμανία, σχεδόν ρατσιστικά δε χορηγείται. Τα αποτελέσματα μοιραία, οι σχέσεις των ανθρώπων σε κρίση. Ο Ακίν, παίρνοντας το ρόλο του Ιναρίτου («21 Γραμμάρια», «Βαβέλ») της Ευρώπης, φτιάχνει μια βαθιά ανθρώπινη ταινία, καταδεικνύοντας τα πολιτικά κακώς κείμενα. Μας κλείνει το μάτι κι εμείς τον ακολουθούμε στο ταξίδι του.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 του περιοδικού Bang (Μάρτιος - Απρίλιος 2008).

22 Ιουν 2008

"Ασυγκράτητα Που Είναι Τα Όνειρα Όταν Μεθύσουν" - Παναγιώτης Αργυρόπουλος (2007)

Καλησπερίζω
τα βράδια που μου 'μαθαν
τι θα πει μέρα
*
Και μια άσχημη
Ελένη πάντα είναι
καλή αφορμή.
*
Φανατίζεται
το κουνούπι που θέλει
πιο πολύ αίμα.
*
Χίλια ψέματα
προσπαθούν να με πείσουν
πως δεν έφυγες.

*Μια πολύ όμορφη, καλαίσθητη και λεπτοδουλεμένη ποιητική συλλογή από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας, μια σειρά εκκωφαντικών χαϊκού, τρίστιχου δεκαπεντασύλλαβου, με τραχιά φωνή και βαριά χροιά, από τον εκπαιδευτικό Παναγιώτη Αργυρόπουλο, ο οποίος στην τέταρτη ποιητική του συλλογή αποδεικνύει την όρεξη του για ποίηση, καλή ποιήση και αυθεντικότητα στο στίχο. Το ιαπωνικό χαϊκού, που φαίνεται ότι μαγνητίζει όλο και πιο πολλούς έλληνες ποιητές στους καιρούς μας, αποτυπώνεται με αριστοτεχνικό τρόπο από τον Αργυρόπουλο και τα κομψοτεχνήματά του, αριθμού 55, φαντάζουν σαν μικρές σφαίρες που σου καρφώνονται στο μυαλό και συ, σαν άνθρωπος ευφυής, καλείσαι να το πας παραπέρα.. το ζήτημα!

Ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσηνία, έχει σπουδάσει φιλολογία στα Ιωάννινα και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Ποίηματα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε αρκετές ανθολογίες της Ελλάδας και του εξωτερικού. Επίσης, έχουν μετφραστεί στα αγγλικά, ρουμανικά και αλβανικά. Έχει εκδόσει της ποιητικές συλλογές : "AΡ.ΠΑ. σε περισυλλογή" (Χριστοδουλίδης, 2001) / "Εκκωφαντική σιωπή" (University Studio Press, 2004) / "Εκεί που χτυπάει η φλέβα" (Θύαμις, 2005) / "Ασυγκράτητα που είναι τα όνειρα όταν μεθύσουν" (Μανδραγόρας, 2007). *Ν.Ι.Π.

21 Ιουν 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/blog-post_24.html

Στο δωμάτιο

ΔΥΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Αν όχι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πιθανότητα πάντως την οποία δεν μπορώ με σιγουριά να αποκλείσω, δεδομένου ότι είμαι σε θέση να εντοπίσω κάποιες αμυδρές έστω σχετικές ενδείξεις στη μνήμη μου, σίγουρα όμως από την εποχή που πρωτοδιάβασα τις Περιπέτειες του Τομ Σόγερ, γεγονός που συνέβη εξάλλου αρκετά νωρίς στην παιδική μου ηλικία, έχω τη συνήθεια, που ώρες – ώρες μετατρέπεται σε ψυχαναγκαστική νεύρωση – χωρίς ωστόσο να με ενοχλεί ιδιαίτερα ή να δυσκολεύει τη ζωή μου – να επιλέγω και, πολύ συχνά, να καταγράφω κιόλας αντικείμενα, τα οποία θα ήθελα μαζί μου σε περίπτωση αναχώρησής μου για κάποιο χρονικό διάστημα από τον μόνιμο τόπο διαμονής μου, όπως πράγματι συνέβη ορισμένες φορές στη ζωή μου ως τώρα.

Ο ευφυής κύριος Μαρκ Τουέιν (Mark twain! – δύο οργιές! – φώναζαν οι ναύτες στα ατμόπλοια βυθομετρώντας τον Μισισιπή και ο κατά κόσμον Σάμιουελ Κλέμενς έσπευσε να το υιοθετήσει ως ψευδώνυμο), συγγραφέας του προαναφερθέντος Τομ Σόγερ, καθώς και του διάσημου Χάκλμπερυ Φιν, βιβλίο περισσότερο κατάλληλο για αλήτες παρά για ευφυείς, ευσεβείς ανθρώπους, σύμφωνα με εκτιμήσεις εφημερίδων της εποχής του, συγγραφέας επίσης και άλλων ενδιαφερουσών αφηγήσεων, στις οποίες κατά καιρούς με ευχαρίστηση προστρέχω, περιγράφει σχολαστικά, σε αυτό που υπήρξε για πάρα πολλά χρόνια το πιο αγαπημένο μου βιβλίο και που υπάρχει ακόμη και σήμερα στη βιβλιοθήκη μου σε τουλάχιστον πέντε διαφορετικές εκδόσεις και δύο γλώσσες, τα αντικείμενα, μικρούς θησαυρούς για την ακρίβεια, που περιείχαν οι απύθμενες τσέπες των ηρώων του, του Τομ Σόγερ κυρίως, καθώς και τα εφόδια και τις προμήθειες που έφεραν μαζί τους, όταν το έσκασαν από τα σπίτια τους και, για λίγες μέρες (φευ!), έζησαν σε ένα κοντινό νησί μες στον απέραντο Μισισιπή, τρία αγόρια μόνα σ’ ένα μικρό παράδεισο, σε μια Νέα Ιερουσαλήμ, σε μια μικρή Ικαρία.

Στην ίδια προοπτική κι εγώ, της φυγής και της αναζήτησης ενός προσωπικού μου παραδείσου, από την ηλικία των δέκα ετών τουλάχιστον (εάν όχι κι από νωρίτερα), είχα πάντοτε έτοιμη στο δωμάτιό μου κι επιμελώς κρυμμένη μια τσάντα με ορισμένα απαραίτητα, σύμφωνα με την παιδική μου φαντασία και νοημοσύνη, εφόδια. Ένα μαχαιράκι, που δεν έκοβε σχεδόν τίποτα, σπίρτα κι ένα μικρό κερί τυλιγμένα σε αδιάβροχο σακουλάκι, λίγα μέτρα σπάγκος, ένας φακός, δυο-τρία αγκίστρια με πετονιά, ένα μολύβι κι ένα μικρό σημειωματάριο και βέβαια ένα αντίτυπο του αγαπημένου μου βιβλίου ήταν όλα όσα έκρινε η νεογέννητη λογική μου ότι χρειαζόμουν για ν’ αντιμετωπίσω τον έξω κόσμο μόνος (ή με παρέα), αλλά με στοιχειώδη ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Κι ομολογουμένως δεν χρειαζόμουν πολύ περισσότερα εκείνη την εποχή για να ζήσω.

Έκτοτε, και προτού περάσει πολύς καιρός, πολλά πράγματα άλλαξαν (ήταν εξάλλου η εποχή που ανέβηκε στην εξουσία ο Ανδρέας Παπανδρέου, χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να επηρεάσει σε οποιονδήποτε βαθμό τις βασικές κατευθύνσεις της σκέψης μου), πολλά λοιπόν πράγματα άλλαξαν, μα τα βασικά παρέμειναν ως είχαν, όπως δηλαδή συμβαίνει πάντα με τον άνθρωπο, που διαρκώς νομίζει ότι άλλαξε (ή, συχνότερα, ότι θ’ αλλάξει) και πάντα μένει ο ίδιος – να στέκεται άεργος μπροστά σε έναν ποταμό, που μπορεί να είναι ο ανώνυμος ποταμός τού Ηράκλειτου ή του Εμπειρίκου ο Αμούρ ή κι ο Μισισιπής ίσως του Μαρκ Τουέιν – και παρατηρεί τα νερά που διαρκώς αλλάζουν και παρατηρεί το ποτάμι που πάντα μένει το ίδιο. Μπορεί να μην κουβαλάω πια μαζί μου, όταν δεν βρίσκομαι στο σπίτι, κεράκια και αγκίστρια (με τα οποία εξάλλου ποτέ δεν κατόρθωσα να πιάσω έστω ένα ψαράκι), μα ένα σημειωματάριο κι ένα στυλό, κάποιο βιβλίο κι ένας φακός ακόμα (χρησιμότατο εργαλείο, όταν βρίσκομαι στην υποφωτισμένη νυχτερινή Ικαρία) πολύ συχνά, σχεδόν πάντα, βρίσκονται στις τσέπες μου ή στο πράσινο σακίδιο που μονίμως αναπαύεται στον δεξιό μου ώμο. Μόνο που δεν πρόκειται πια για τις Περιπέτειες του Τομ Σόγερ ή για τον Ροβινσόνα, αλλά για τη μικρή μου Ιλιάδα με το σκληρό εξώφυλλο, για ν’ αντέχει στις κακουχίες, και για τα ποιήματα του Καρούζου ή του Σολωμού και του Εγγονόπουλου, για την Κόλαση του Δάντη και γι’ αυτό που ήταν η κόλαση του Malcolm Lowry στη δική του τριλογία, το Κάτω από το ηφαίστειο.

Αυτά και ορισμένα ακόμη είναι όσα δεν λείπουν ποτέ από δίπλα μου για περισσότερες από δέκα ημέρες, μα υπάρχουν και πολλά ακόμη που συνοδεύουν τους περιπάτους ή τα σύντομα ταξίδια που κατά καιρούς επιχειρώ. Για πολύ καιρό ήταν ο Πανηγυρικός του Ντεμπόρ μόνιμος συνοδός μου μέσα στην πόλη (ποτέ όμως όταν απομακρυνόμουν από αυτήν), όπως για πολλούς μήνες στη σειρά είχα διαρκώς ένα οποιοδήποτε βιβλίο του Ροζάνη μαζί μου – και την αστήρικτη πεποίθηση ότι κάπου θα τον συναντήσω. Κάποια ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα (με σκληρό εξώφυλλο, επίσης) του Χέμινγκουεϊ στάθμευσαν επί πολύ στα τραπεζάκια των καφενείων όπου σύχναζα, καθώς και οι αφορισμοί ή κι άλλα μεγαλύτερα κείμενα του Σιοράν κρίθηκαν κάποτε κατάλληλα για τα παγκάκια όπου μ’ αρέσει να κάθομαι και να χαζεύω τον κόσμο που περνάει. Υπάρχει όμως και ένα βιβλίο που βρέθηκε να έχει εισχωρήσει στην τσέπη μου χωρίς να το έχω συνειδητά επιλέξει γι’ αυτό τον σκοπό. Πρόκειται για την Ενδοχώρα του Εμπειρίκου κι ήταν σ’ ένα όνειρο, στα τέλη του Απριλίου, που ξύπνησα και το θυμόμουνα σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να το καταγράψω.

Βρίσκομαι σε κάποιο νησί κοντινό στην Αθήνα, μάλλον στην Αίγινα, και πληροφορούμαι ότι ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο οποίος βρίσκεται επίσης στο ίδιο νησί, συνελήφθη από τους Γερμανούς (άρα είναι η περίοδος της Κατοχής) και κρατείται φυλακισμένος. Πηγαίνω αμέσως στην Αθήνα με σκοπό να συναντήσω τον Οδυσσέα Ελύτη και να τον ενημερώσω για το γεγονός. Περνάω μια μισοκατεστραμμένη γέφυρα πάνω από ένα ποτάμι που πια δεν έχει νερό και φτάνω στο καφενείο όπου θα με περίμενε ο Ελύτης. Είμαστε κάπου στα Πατήσια. Μπαίνω στο σκοτεινό καφενείο, που έχει καμιά δεκαριά όλα κι όλα τραπέζια με καρέκλες γύρω τους και έξι-εφτά ανθρώπους καθισμένους σ’ αυτές. Αναγνωρίζω τον Ελύτη και κάθομαι απέναντί του στο τραπέζι του. Τον ρωτάω αν με περίμενε πολλή ώρα και αν βαρέθηκε και, ταυτόχρονα, παρατηρώντας πως δεν υπάρχει κανένα βιβλίο στο τραπέζι ή στα χέρια του, τον ρωτάω πώς και δεν έχει μαζί του κάτι για να διαβάζει. Πριν ακόμη μου απαντήσει, ετοιμάζομαι να βγάλω από την τσέπη μου το βιβλίο που εγώ κρατάω μαζί μου και να του το δείξω, μα έντρομος σταματάω την κίνηση του χεριού μου, γιατί συνειδητοποιώ ότι η Ενδοχώρα του Εμπειρίκου που έχω στην τσέπη μου δεν πρόκειται να κυκλοφορήσει προτού περάσουν μερικά χρόνια ακόμα! Ευτυχώς ο Ελύτης δεν κατάλαβε τον δισταγμό μου και, αφού παραγγείλει φωναχτά ένα ρυζόγαλο για τον ίδιο και μια σοκολάτα για μένα, μου λέει κάποιο αστείο για τους μαγαζάτορες, που είναι από τη Μασσαλία.

Παρόλη ωστόσο τη φροντίδα που, ακόμη και στον ύπνο μου, δείχνω, προκειμένου να είμαι σωστά εφοδιασμένος με έντυπο υλικό όποτε βγαίνω από το σπίτι μου και παρόλες τις φορές που έχω συλλάβει τον εαυτό μου να στέκει μπροστά στα ράφια της βιβλιοθήκης μου και να επιλέγει ποια από τα βιβλία εκείνων των ραφιών θα ήθελα μαζί μου για τον δρόμο, εάν επρόκειτο εκείνη τη στιγμή αιφνιδίως να φύγω, παρόλα αυτά λοιπόν έχω βρεθεί αμέτρητες φορές στην ίδια δυσάρεστη (ή, τουλάχιστον, ενοχλητική) θέση με τον Ηλία Πετρόπουλο, όταν το 1983 πηγαίνοντας στο Βερολίνο έγραφε στο ποιητικό του σημειωματάριο:

Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να πάρω μαζί μου
την όμορφη έκδοση των Memoires του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα τον Walden του Thoreau
και την Ιλιάδα
τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.

Έτσι ακριβώς! Με τη μόνη διαφορά ίσως πως στη θέση των Memoires (που δεν τα έχω διαβάσει καθόλου) εγώ θα έβαζα τον Μεγάλο Ανατολικό του Εμπειρίκου (έναν τόμο, έστω, όπως έχω ξαναπεί) και αντί για το Walden (που το εκτιμώ εντούτοις) θα προτιμούσα μάλλον τα Αξιώματα του La Rochefoucauld. Όσο για την Ιλιάδα, αυτή τουλάχιστον δεν λείπει σχεδόν ποτέ από τη βαλίτσα μου.

Με αυτά στο νου μου, καθώς ετοιμάζω την τσάντα μου για να φύγω για μια σύντομη αναγνωριστική βόλτα λίγων ημερών στην Πύλο, δεν μπορώ παρά να προσθέσω στα δυο-τρία ρούχα που παίρνω μαζί μου και άλλα τόσα βιβλία κι ας είναι σχεδόν σίγουρο σε αυτή τη φάση πως δεν θα τα ανοίξω καθόλου – πόσο μάλλον που μεσολαβεί και η Κυριακή με τις ογκώδεις εφημερίδες της και πόσο μάλλον που έχω ήδη μέσα στο αυτοκίνητο αδιάβαστο και το τελευταίο τεύχος του Ποπ και Ροκ. Από τη μία, λοιπόν, το cd των Sex Pistols που συνοδεύει το περιοδικό και από την άλλη εκείνο το διαρκώς επανερχόμενο στη ζωή μου λεττριστικό κύμα κι η εξαίσια εργασία του Αρνητικού που επιτέλεσαν εκείνοι οι όμορφοι νεαροί στα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα, που μ’ έχει για άλλη μια φορά συνεπάρει, με οδηγούν χωρίς κανένα δισταγμό να τοποθετήσω ανάμεσα στα πράγματά μου το Lipstick Traces του Greil Marcus, στη σελίδα 173 του οποίου διαβάζω: Ο καθένας κάποια στιγμή θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον τελικό εχθρό, την υπάρχουσα τάξη. Η πρώτη μάχη «ήταν να επιτεθούμε στον εχθρό στη βάση του, δηλαδή μέσα μας». Είναι ο Αλεξάντερ Τρόκκι που μιλάει και την εγκυρότητα των λόγων του δεν σκοπεύω ούτε τώρα ούτε και στο κοντινό μέλλον τουλάχιστον να την αμφισβητήσω, και αφού λοιπόν γίνεται λόγος για μάχες και για εχθρούς, δια παν ενδεχόμενο τοποθετώ, προτού ξεκινήσω, μέσα στο ταξιδιωτικό μου σακίδιο και ένα τόμο από τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, που όλο και κάτι γνώριζε από μάχες και από εχθρούς – και μάλιστα στις ελληνικές θάλασσες, στη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Με αυτά και μ’ αυτά, μπορώ πια να ξεκινήσω, καλό μου ταξίδι!

ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΟΥ ΚΙ ΕΞΗΣ

Θα περιγράψω πρώτα τον εαυτό μου
αρχίζοντας απ’ το κεφάλι μου
ή καλύτερα απ’ τα πόδια μου
ή απ’ το χέρι μου
απ’ το μικρό δάχτυλο του αριστερού μου χεριού

το μικρό μου δάχτυλο
είναι ζεστό
ελαφρά κυρτωμένο προς τα μέσα
τελειώνει σ’ ένα νύχι
είναι καμωμένο από τρία κομμάτια
ξεκινάει κατ’ ευθείαν απ’ την παλάμη μου
αν θα ήταν μόνο του
θα έμοιαζε ένα μεγαλόσωμο σκουλήκι

Όπως κι ο Ζβίγκνιεφ Χέρμπερτ, του οποίου αντιγράφω μεταφρασμένη την αρχή ενός ποιήματος, έλεγα κι εγώ να αποπειραθώ μιαν εκ του φυσικού περιγραφή του εαυτού μου, μήπως και διακρίνω έτσι καλύτερα πού βρίσκομαι σήμερα και πού πατώ, ύστερα από τόσα κύματα που πέρασα κι από τόσες όμορφες συναντήσεις με ανθρώπους, τόπους και βιβλία. Μα όταν κι ένας μεγάλος ποιητής στην προσπάθεια μιας τέτοιας περιγραφής αναγκάζεται πολύ σύντομα να παρομοιάσει το μικρό του δαχτυλάκι μ’ ένα μεγαλόσωμο σκουλήκι, γίνεται πια φανερό πως η μέθοδος δεν είναι η πιο κατάλληλη για το προς περιγραφή υποκείμενο. Εγκαίρως λοιπόν αλλάζω κι εγώ μέθοδο κι αφήνοντας γι’ άλλη ώρα πιο κατάλληλη το υποκείμενο, πιάνω να περιγράψω τουλάχιστον τα αντικείμενα που το περιβάλλουν.

Στην άκρη των δαχτύλων μου είναι τα μαύρα πλήκτρα του υπολογιστή κι απέναντι ακριβώς απ’ τα μάτια μου η υπόλευκη οθόνη του, όπου μπορώ να διαβάσω, μα δεν θα το κάνω ακόμα γιατί δεν είναι και πολλά, όσα έγραψα ως τώρα. Και ο υπολογιστής και τα χέρια μου, από τους αγκώνες και κάτω, καθώς και ολόκληρο τούτο το κείμενο, έχουν ως βάση στήριξης ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο τόσο γεμάτο από χαρτιά και άλλα αντικείμενα, που με δυσκολία διακρίνεται το χρώμα και το υλικό του, οπότε δικαίως υποθέτω το αφήνω ασχολίαστο. Στα δεξιά μου ένας εκτυπωτής με καμιά εικοσαριά φύλλα μεγέθους Α4 να περιμένουν δια παν ενδεχόμενο και κολλημένο επάνω του ένα μικρό κίτρινο χαρτάκι στο οποίο με μαύρο μελάνι μπορεί ο αδιάκριτος επισκέπτης να διαβάσει τις εξής κωδικοποιημένες εγγραφές: manguel, Α.Γ., marcus, ΒΔ πέρασμα, Συντέλεια, Νικολαΐδης, που όλες τους αναφέρονται σε βιβλία ή περιοδικά, όπου για κάποιο λόγο σκοπεύω να ανατρέξω κι είναι κιόλας σ’ εκείνη τη θέση για περισσότερο από ένα μήνα κι έχει αρχίσει να ξεκολλάει από τη μια πλευρά και να μπατάρει επικίνδυνα, όπως εξάλλου και το συγγραφικό μου σχέδιο για το οποίο θα μου ήταν χρήσιμα αυτά τα έντυπα.

Στην ίδια κατάσταση δημιουργικής αναμονής βρίσκονται και τα τρία βιβλία ποίησης που καταλαμβάνουν τον χώρο στο δεξί μέρος του γραφείου που αφήνει ακάλυπτο ο εκτυπωτής, επάνω ακριβώς από τα συρτάρια. Κάτω-κάτω τα Ποιήματα του Μαγιακόβσκη (τα βουλεβάρτα, οι κήποι, τα προάστια μ’ έχουν καταβροχθίσει! Πέστε μου πού βρίσκεται ένα παλαιοπωλείο; Αγοράζω ένα μαχαίρι. Είναι όμορφο να νιώθεις πως η εκδίκηση πλησιάζει) σε απόδοση του Γιάννη Ρίτσου, με τη συνδρομή και του Άρη Αλεξάνδρου. Πάνω στο βιβλίο τού ρώσου φουτουριστή (αν ζούσατε, τον ακούω αυτάρεσκα να μου λέει, στο ΛΕΦ συνδιευθυντή μου σίγουρα θα σας είχα βάλει) αναπαύεται Μετά είκοσι έτη ο Μάριος Μαρκίδης, ο οποίος, μέχρι το 1978 τουλάχιστον, δεν είχε ξεχάσει κι ετούτος τον Άρη Αλ. (όπως και τώρα που σου γράφω μού ήρθε να μπήξω τις φωνές, μα όπως πάντα, άμα πρέπει να φωνάξω, δεν εφώναξα) κι από πάνω ο Γιώργος Μπλάνας διαλέγεται με παράφορα πνεύματα, σ’ ένα του βιβλίο αφιερωμένο (πώς η τύχη δένει λοιπόν τα πράγματα!) στον Μάριο Μαρκίδη, απ’ όπου εγώ διαλέγω σήμερα για συνομιλητή μου εκείνον τον έντιμο γραφέα Νέτφαλ, που, βλέπεις, λάτρεψε κάποτε κι αυτός μια γυναίκα και κάπως έπρεπε να το αποσιωπήσει.

Ψηλότερα από το ύψος του γραφείου και δεξιά μου βρίσκεται το παράθυρο δια του οποίου το βλέμμα περνώντας επάνω από τα κεραμίδια της πόλης φτάνει στη θάλασσα όπου και σταματάει, για να συλλογιστώ μία στιγμή την αρχή από τον Διάλογο του Σολωμού (τι σου αρέσει περσότερο, η ησυχία της θάλασσας ή η ταραχή;) κι ολόκληρο τον Κρητικό. Για να συλλογιστώ τους Πέρσες του Αισχύλου (είναι μαθημένοι μες στην πλατειά τη θάλασσα, που οργισμένος άνεμος την κάνει να ασπρίζει, να αντικρίζουνε με σιγουριά το δάσος των κυμάτων), τον Εμπειρίκο (ένα παράθυρο μυστήριον που ανοίγει σαν αυλαία / σ’ αιγιαλόν όπου το κύμα βοά ή ψιθυρίζει / και φέρνει με ανοικτοπέλαγους ρυθμούς / τα μυστικά της θάλασσας / και του βυθού / τα πιο πολύτιμα και πιο κρυφά κογχύλια), τον Μόμπι Ντικ (όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα· όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει· όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ· και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου – τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ).

Με διάθεση λίγο-πολύ εφάμιλλη κι εγώ του Ισμαήλ και έξω Νοέμβριο υγρό που όλο ψιλοβρέχει και από προδιάθεση ευεπίφορος στη συγγραφική μελαγχολία (ο Leonard Cohen σιγοντάρει από τα ηχεία του υπολογιστή μου), ρίχνω τριγύρω μια ματιά και συνεχίζω την καταγραφή αντικειμένων, παραπομπών και συνειρμών που εκπορεύονται από το γραφείο μου, το οποίο βλέπει προς τη δύση του ηλίου· είναι η μέθοδός μου σήμερα για να ξεγελάσω τη συγγραφική δυστοκία που αδικαιολόγητα με ρίχνει ώρες-ώρες κάτω. Άλλοτε παίρνω τους δρόμους δίχως εμφανή προορισμό, άλλοτε παίρνω τηλέφωνο τη Μαρία ή τη Ρεβέκκα πίνοντας απανωτά κονιάκ, άλλοτε ανακατεύω τους αγαπημένους μου συγγραφείς και αποθαυμάζω το αποτέλεσμα ή διαβάζω τα ρήματα του Εκκλησιαστού (να τον σκέφτεσαι πριν κοπεί η ασημένια αλυσίδα και πριν σπάσει η κούπα η χρυσή· πριν η στάμνα γίνει κομμάτια στην πηγή, και πριν ο τροχός του μαγκανιού πέσει μες στο πηγάδι) και ακούω Σαββόπουλο. Σήμερα βάζω να παίζει το cd του Cohen από την αρχή και στρέφω το βλέμμα μου, για λίγο, προς τα αριστερά.

Πάνω-πάνω σε μια στοίβα από χαρτιά μπορώ να δω φωτοτυπημένο το μεγάλο ποίημα του Kenneth Koch Η τέχνη της ποίησης και μάλιστα όχι στην πρώτη από τις δεκαοκτώ σελίδες που καταλαμβάνει αλλά στη δέκατη, όπου και οι καθησυχαστικοί στίχοι ο φόβος του χαμένου ταλέντου είναι ένα φυσικό μέρος της ύπαρξης του ποιητή. Ώστε προετοιμάσου γι’ αυτόν και μην αφήνεσαι να σε καταβάλλει – εμένα μου λες; σχολιάζω και συνεχίζω. Από κάτω υπάρχουν διάφορα χαρτιά, πρόχειρες σημειώσεις, φωτοτυπίες, ένας τιμοκατάλογος των ένδοξων εκδόσεων Αναγνωστίδη (Η αγία οικογένεια – κριτική της κριτικής Κριτικής, Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, Σκέψεις πάνω στη βία, Τι είναι ιδιοκτησία, Η φιλοσοφία της ιστορίας κλπ, κλπ), μερικές σελίδες από το κόμιξ του Αρκά Μετά την καταστροφή, τρεις σελίδες από το δεύτερο τεύχος (νέα σειρά) της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Littérature, όπου περιέχεται το εξαίσιο κείμενο του Μπρετόν Lâchez tout (παρατήστε τα όλα, πάρτε τους δρόμους), ένας πράσινος φάκελος κλειστός, μια λευκή κόλλα χαρτί.

Ως βοήθημα για την ανάγνωση του κειμένου του Μπρετόν υπάρχει παραδίπλα το Τέλειον γαλλοελληνικόν λεξικόν του Arnold Mandeson, που είχα αγοράσει, μαζί με το συμπληρωματικό του, εξίσου τέλειον και ευρισκόμενο τώρα στη βιβλιοθήκη πίσω από την πλάτη μου, ελληνογαλλικόν, γύρω στο 1984, αφού δηλαδή βεβαιώθηκα ότι οι ζοφερές προβλέψεις του Όργουελ περί Νέας Ομιλίας δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθούν, τουλάχιστον μέχρι το 2050, οπότε θα μπορούσα έως τότε να παραμείνω παλαιόσκεπτος και πολύγλωσσος (άλλο αν τελικά δεν τα κατάφερα όσο θα ήθελα σε αυτό το τελευταίο). Πιο κει ωστόσο, ως μερική διάψευση, εμφανίζεται αυτού ακριβώς του Γεωργίου Όργουελ το κείμενο Why I write στα αγγλικά, όπου ομολογεί πως από την ηλικία των πέντε ή έξι του χρόνων ήξερε πως θα γινόταν συγγραφέας. Εμένα μου πήρε κάτι παραπάνω μέχρι να το συνειδητοποιήσω, χρειάστηκε να φτάσω τα δεκαπέντε περίπου, να διαβάσω Καζαντζάκη και Νίτσε, τον Φάουστ και την Οδύσσεια κι ακόμη δεν είμαι σίγουρος αν είναι σωστή η κρίση μου.

Και πάρα πολλά αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών ή και ολόκληρα ένθετα που περιμένουνε να διαβαστούν ή να αρχειοθετηθούν (που λέει ο λόγος), όπως Η θεωρία των αναγκών της ουγγαρέζας φιλοσόφου Άγκνες Χέλερ, Λέξεις πριν απ’ το τέλος – οι έσχατες λέξεις διάσημων προσώπων (το θνήσκειν είναι μια τέχνη, όπως τα πάντα – Σύλβια Πλαθ, πάει τόσος καιρός από τότε που ήπια σαμπάνια – Άντον Τσέχοφ, ήπια δεκαοκτώ ουίσκι· νομίζω πως έκανα ρεκόρ – Ντύλαν Τόμας, αν και αυτός συνέχισε στην πραγματικότητα να μιλάει και μετά από αυτό του το ρεκόρ, όχι για πολύ όμως), Ματαντόρ (αφιέρωμα στον Χοσέ Τομάς, τον μεγαλύτερο ταυρομάχο της εποχής μας), ένα άρθρο του Κωστή Παπαγιώργη από τον Επενδυτή της δωδεκάτης Οκτωβρίου με τίτλο Η διεσπαρμένη εξουσία (δεν αρκεί η «επανάσταση» να προτείνεται ως λύση, θα πρέπει συνάμα να μη διασώζει τίποτα από τους καταδικαστέους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που την προκάλεσαν). Κάτω απ’ όλα αυτά μία μαύρη δισκέτα για τον υπολογιστή, στην ετικέτα της οποίας είναι σημειωμένη η φράση, δηλωτική κάποιων ακόμη ημιτελών αυτοβιογραφικών σημειώσεων, Έφερα τη ζωή μου ως εδώ.

Ως πού άραγε, αναρωτιέμαι. Ως πού άραγε έφτασα με τη ζωή μου και πού τελειώνουνε αυτές οι σημειώσεις; Στην Ικαρία μήπως να τοποθετήσω το τέλος τους, στο κατάστρωμα ενός πλοίου διαβάζοντας τον Δον Κιχώτη, στο Πανελλήνιον όπου συχνάζουνε οι σκακιστές και συνάντησα κι εγώ πρώτη φορά τον Ίκαρο Μπαμπασάκη ή, μήπως, εδώ στην Πύλο, σε τούτο το γραφείο από ξύλο καρυδιάς με το μαύρο φωτιστικό, που και αυτό έχει σπάσει στη βάση του και το έχω κολλήσει από μέσα με άσπρη μονωτική ταινία που διακρίνεται λίγο μέσα από τη ραγισματιά. Ακόμα και τώρα υπάρχει δίπλα του το κατσαβίδι, με την πορτοκαλιά λαβή, που χρησιμοποίησα για να το ξεβιδώσω και μαζί με το σκούρο καφέ φλιτζάνι του καφέ μου και το μικρό πράσινο πιάτο με τα φλούδια από τα μανταρίνια που έτρωγα νωρίτερα αποτελούν ένα πολύ όμορφο σύνολο επάνω στο γραφείο, όμορφο σαν την αναπάντεχη συνάντηση μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας επάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας.

Έχοντας από παλιά τη συνήθεια, που για πολλά χρόνια την είχα εγκαταλείψει, μα την ξανάπιασα από πρόπερσι, να σημειώνω στην πρώτη σελίδα των βιβλίων που αγοράζω (ή με άλλον τρόπο αποκτώ) την ημερομηνία ή και όποιο άλλο στοιχείο θεωρώ αξιομνημόνευτο, μπορώ σε κάποιο βαθμό να παρακολουθήσω την επαφή μου με τον κόμητα του Λοτρεαμόν (αλλιώς: Ιζιντόρ Ντυκάς). Στον γυρισμό μιας σύντομης εκδρομής στην Τήνο που είχα κάνει με τον αδελφό μου, στις τριάντα Ιουλίου του έτους 1987, προτού καταλήξουμε στο Πεδίο του Άρεως για να πάρουμε το λεωφορείο που θα μας πήγαινε πάλι στον Ωρωπό, τον τόπο καλοκαιρινής διαμονής μας, περάσαμε από ένα βιβλιοπωλείο (την παλιά Πρωτοπορία μάλλον), απ’ όπου εγώ, μεταξύ άλλων, αγόρασα και τη Δεύτερη Γραφή του Ελύτη. Ήταν η εποχή που πρωτοάρχιζα να διαβάζω Ελύτη και σχεδόν κάθε εβδομάδα αγόραζα κι ένα άλλο βιβλίο του. Είχα αρχίσει δανειζόμενος τα ποιήματά του από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη του δήμου Αμαρουσίου και το πρώτο δικό του που αγόρασα ήταν, βέβαια, Το Άξιον Εστί, στις 9/6.

Μέσα από τη Δεύτερη Γραφή πολύ σύντομα διαβάσαμε και εγώ και ο αδελφός μου Τα άσματα του Μαλντορόρ και θυμάμαι έντονα τις ατελείωτες συζητήσεις που κάναμε και για τον Λοτρεαμόν και για τους υπόλοιπους ποιητές που πρωτογνωρίσαμε μέσω του Ελύτη ενώ περπατούσαμε πλάι στη θάλασσα του Ωρωπού ή, λίγο αργότερα, στους δρόμους του Αμαρουσίου και της Αθήνας – ζούσαμε τα δικά μας χρόνια του ’30, ο αδελφός μου και εγώ, όπως περίπου και ο Εγγονόπουλος, ο οποίος στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου “του ‘30” ξεκίνησε νεότατος παρέα με τον Ανδρέα Εμπειρίκο να δημιουργήσει και να ζήσει. Έτσι μιλάει παρομοιάζοντας τον εαυτό του με τον Βελισάριο ο Νίκος Εγγονόπουλος Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, την οποία απέκτησα στις οχτώ Σεπτεμβρίου της επόμενης χρονιάς, το 1988, κι ήταν αυτή η δεύτερη και καθοριστική επαφή μου με το έργο του Λοτρεαμόν (γιατί και ο Εγγονόπουλος έχει μεταφράσει αποσπάσματα από το βασικό έργο του ποιητή αυτού του τόσο αγαπητού στους υπερρεαλιστές). Πέντε μόλις μέρες αργότερα αγόρασα Τα άσματα του Μαλντορόρ στην ελλιπή μετάφραση της Έλλης Νεζερίτη και φυσικά τα καταβρόχθισα τάχιστα. Πολύ σύντομα έφερα στο γραφείο μου και τις Δύο μελέτες για τον Λοτρεαμόν των Βανεγκέμ – Καραντέκ και κάπου εκεί κοντά και τα Ποιήματα (σε μετάφραση Γιάννη Ιωαννίδη), τα οποία, αφού την πρώτη φορά τα έχασα, τα ξαναγόρασα στις δύο Μαΐου του 2000 και, τέλος, μια νέα, ολοκληρωμένη αυτή τη φορά, μετάφραση των Ασμάτων από τον Γιάννη Ευαγγελίδη με ημερομηνία σημειωμένη στην πρώτη σελίδα, επάνω δεξιά, 4/4/89.

Είναι κάπου τότε, αν δεν κάνω λάθος, που η Μαρία από το Λονδίνο μού ταχυδρόμησε άλλη μια βαρυσήμαντη επιστολή με μέσα μεταξύ άλλων τούς στίχους του Leonard Cohen: Suzanne takes you down / to her place near the river / you can hear the boats go by / you can spend the night beside her / and you know that she ‘s half crazy / but that’s why you want to be there. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι τα λόγια αυτά και όσα ακολουθούσαν ήταν τότε πέρα για πέρα αυτοβιογραφικά τής πιο καλής μου φίλης, όπως και ό,τι άλλο μου έστελνε εκείνα τα ένδοξα χρόνια, κι η πεποίθησή μου αυτή επιβεβαιώθηκε λίγους μήνες αργότερα, όταν η Μαρία ήρθε για λίγο από το Λονδίνο και μου τραγούδησε το τραγούδι καθισμένη αρχικά μπροστά στο πιάνο της και μετά συνοδεύοντας τη φωνή της με την κιθάρα της. Ένα cd λοιπόν με τραγούδια ακριβώς αυτού του Καναδού τραγουδοποιού και ποιητή, μεταξύ των οποίων βέβαια και το Suzanne, βρίσκεται αυτή την ώρα στο γραφείο μου, δίπλα στο αριστερό μου χέρι, ενώ ταυτόχρονα ακούγεται από το μηχάνημα ένα τραγούδι από αυτό το άλμπουμ, όχι πια το προμνημονευθέν, αλλά το εξίσου αγαπημένο μου So long, Marianne. Ας προσθέσω, προτού προχωρήσω παρακάτω, πως στο εξώφυλλο του δίσκου, για τον οποίο σας μιλώ, υπάρχει μια φωτογραφία taken, μας λέει ο δημιουργός των τραγουδιών, in a mirror of a hotel in Milan by Gino – I rarely ever look this good, or bad, depending on your politics, ενώ στο εσωτερικό εμφανίζεται άλλη μια φωτογραφία, πραγματικά πολύ καλή, όπου ο Λεονάρδος Κοχένιος καθισμένος σ’ ένα κρεβάτι καπνίζει το τσιγάρο του κάνοντας δακτυλίδια με τον καπνό που βγαίνει από το στόμα του.

Δεν είναι αταίριαστο να προσθέσω σ’ αυτό το σημείο, κι έτσι να λάβουν τέλος επιτέλους τούτα της αργίας τα γραφόμενα, δυο-τρία πράγματα ακόμη, όπως, για παράδειγμα, τα κουτιά από δύο κασέτες που μπορώ να διακρίνω πίσω από την οθόνη του υπολογιστή μου, που όμως δεν γράφουν επάνω τίποτε διαφωτιστικό, κι αφού βέβαια δεν σκοπεύω να σταματήσω τον Cohen που ακούγεται χαμηλοφώνως αυτή την ώρα, δεν θα μάθουμε προς το παρόν κάτι για το περιεχόμενό τους. Passons. Λίγο αριστερότερα της πτυσσόμενης οθόνης βρίσκεται ένα κατασκεύασμα, την ονομασία του οποίου αγνοώ, προορισμένο πάντως για την τοποθέτηση σε αυτό χαρτιών ποικίλου μεγέθους και περιεχομένου, όπως, ας πούμε, μια φωτογραφία του Μπρετόν, που την είχα ζητήσει και λάβει πέρσι από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Πλέθρον, όταν είχα πάει να αγοράσω την ποιητική συλλογή που προ αμνημονεύτων χρόνων είχε εκδώσει εκεί η Γλυκερία Μπασδέκη. Από πίσω διακρίνεται μια άλλη ασπρόμαυρη φωτογραφία, του Μπέκετ αυτή, που τον δείχνει να βαδίζει με μια τσάντα κρεμασμένη λοξά στον ώμο του (η λήψη έχει γίνει από πίσω του, καθώς αυτός απομακρύνεται, οπότε βλέπουμε την πλάτη του). Και τις δύο αυτές φωτογραφίες, μεταξύ άλλων, τις είχα κολλήσει στον τοίχο που βρισκόταν δεξιά του γραφείου μου, όταν βρισκόμουνα στην Ικαρία – άλλο γραφείο τότε, άλλος υπολογιστής, άλλος τοίχος, ίδια εν τούτοις τα μυαλά.

Και άλλα χαρτάκια υπάρχουν πίσω από τις δύο αυτές φωτογραφίες, και άλλοι συνειρμοί γεννιούνται στο μυαλό μου και άλλες αναμνήσεις ξυπνάνε μέσα στον νου μου στη θέα όλων αυτών, ακόμη και ο πειρασμός, à la manière de George Perec, να στρέψω την προσοχή μου προς την οθόνη του υπολογιστή και να αντιγράψω ολόκληρο το κείμενό που ως τώρα έγραψα άλλη μια φορά και ξανά και ξανά, γεμίζοντας σελίδες in perpetuum. Θα συγκρατηθώ ωστόσο, θα τοποθετήσω πάλι στα ράφια τα βιβλία που με αφορμή το γραφείο μου κατέβασα από εκεί και ηδονικώς όσο και επωφελώς ξεφύλλισα (τα έργα του Λοτρεαμόν, το Άξιον Εστί και τη Δεύτερη Γραφή, την Κοιλάδα με τους Ροδώνες, τους Πέρσες του Αισχύλου και τον Μόμπι Ντικ, τον Εμπειρίκο) και θα πιάσω τον δεύτερο τόμο των Ποιημάτων του Έκτορα Κακναβάτου, για να διαβάσω, μια και το ‘φερε η κουβέντα, άλλη μια φορά το αγαπημένο μου In perpetuum:

Ω λογισμέ διαστροφή μου
φιλήδονε ηνίοχε ευθειοβάτη Από
τις ερωμένες σου η μόνη που σου έμεινε
πιστή είναι η χλομάδα σου



4 ΩΡΕΣ


Η τροπή που έχει το τελευταίο διάστημα πάρει η ζωή μου (και ήδη τείνει να παγιωθεί ως μόνιμη κατάσταση ή, έστω, μακράς διάρκειας μεταβολή) έχει ως αποτέλεσμα να στερηθώ (για να κερδίσω πολλά άλλα) εκείνο το χαρακτηριστικό τού έως τώρα βίου μου που ανέκαθεν θεωρούσα, μεταξύ των άλλων, ως το πιο σημαντικό. Μιλάω για τη μοναξιά και εννοώ την ηθελημένη απομάκρυνση, για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, από τους ανθρώπους που μου είναι οικείοι και γνωστοί και ανάμεσα στους οποίους συνήθως περνάνε οι μέρες και τα βράδια μου. Δεν κάνω λόγο – ας το ξεκαθαρίσω σε αυτό το σημείο – για την απομόνωση του ερημίτη ή του αποσυνάγωγου, αλλά για μια μοναξιά μέσα στο πλήθος, αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση απαλλαγμένη από το κοινωνιολογικό και υπαρξιακό της φορτίο, ή για τη μοναξιά που γνωρίζω, ήδη από την πρώτη εφηβική μου ηλικία, μες στο δωμάτιό μου, όταν για λίγη ώρα κλείνομαι και βρίσκομαι, με τη διαμεσολάβηση του τυπωμένου ή του λευκού χαρτιού, ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό μου, με τη ζωή μου και με τον κόσμο ολόκληρο (άλλοτε με τη συνοδεία πλαγιαύλου ή άλλης μουσικής και άλλοτε μέσα στην πιο βαθιά σιγή).

Τίποτε λογικότερο, λοιπόν, αφού έτσι έχουν τα πράγματα, από το να εκμεταλλεύομαι κάθε ευκαιρία που μου παρουσιάζεται (σπανίως, αλίμονο!), για να αποτραβηχτώ προσωρινά από την περικλείουσα κοινότητα και να οδηγήσω τα βήματά μου (ή το αυτοκίνητό μου) μπροστά στη θάλασσα, εκεί όπου το κύμα έρχεται και ξανάρχεται με επιμονή αιώνων (και όμως, από κάποιους αυτή η τάση μου, η τόσο ανθρώπινη εντούτοις, συχνά παρεξηγείται – ευτυχώς όχι από εκείνους των οποίων η γνώμη είναι σημαντική για μένα· όσο για τους υπόλοιπους, προσπερνάω και τους αφήνω στην τρωκτική κριτική των ποντικιών). Με αυτή τη διάθεση λοιπόν για άλλη μια φορά και εφοδιασμένος με τον πρώτο τόμο της Γερμανικής Ιδεολογίας, καθώς και με ένα σύντομο δοκίμιο (σε φωτοτυπίες) τού Châtelet περί Χέγκελ, οδήγησα ως λίγο έξω από τη χαριτωμένη παραθαλάσσια πολίχνη που εδώ και πέντε μήνες με φιλοξενεί και σταμάτησα κάτω από τα πεύκα στην άκρη ενός δρόμου ερημικού, για να κοιτάξω δεξιά μου προς τη θάλασσα, όπου ένα πλοίο φορτηγό με χαιρέτησε βγάζοντας από το φουγάρο του μερικές τολύπες μαύρου καπνού. Αγνοώντας τον κώδικα που έπρεπε να χρησιμοποιήσω, άναψα κι εγώ ένα τσιγάρο και φύσηξα δυο-τρεις φορές τον καπνό έξω από το παράθυρό μου, που όμως γρήγορα λόγω του ψύχους που επικρατούσε αυτή την πρωινή ώρα το έκλεισα διακόπτοντας εσπευσμένα την επικοινωνία με την ένδοξη ναυτοσύνη του τόπου μας.

Έμεινα λίγη ώρα να κοιτάζω τα κύματα που χτύπαγαν αγριεμένα πάνω στα βράχια της ακτής. Κι όπως συμβαίνει πάντοτε όταν βρίσκομαι μπροστά στην ταραχή της θάλασσας, ήρθε στον νου μου ο Σολωμός, που εξεχαζότανε με τον κρότο και την ανακάτωση του πελάγου, κι ήρθαν στον νου μου εκείνα τα δύο άλογα από έναν πίνακα του Giorgio de Chirico που στέκονται μπροστά στη θάλασσα, για τα οποία έγραψε κι ο Εμπειρίκος ένα ποίημα. Κι ήρθαν στον νου μου ύστερα δυο άλλα άλογα από έναν πίνακα του Giorgio de Chirico πάλι, για τα οποία έγραψε ένα ποίημα κι ο Άγγελος Σικελιανός (κι έχουν να λένε πως είχε δει στον ύπνο του αυτά τα δύο άλογα κι έμεινε έκπληκτος όταν αργότερα τα είδε ζωγραφισμένα από τον μεγάλο εκ Βόλου ιταλό ζωγράφο). Τέτοια σκεφτόμουνα και άλλα, που είναι της ζωής μου τα ασήμαντα και τα σημαντικά, κι όπως το ένα έφερνε το άλλο, έμενα εγώ να στοχάζομαι και να ρεμβάζω και έμεναν αδιάβαστες στα χέρια μου οι σελίδες του Χέγκελ, που εξάλλου Να σκεφτούμε τη ζωή, αυτό είναι το έργο, έλεγε σε κάποιο σημείο όπου τυχαία έπεσε το μάτι μου – κι αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ με την προσοχή μου στραμμένη πότε στα έξω τεκταινόμενα και πότε στις ένδον εξελίξεις.

Θέλησα ν’ αλλάξω θέα (δίχως ωστόσο να απομακρυνθώ από τη θάλασσα ή να κινδυνεύσω να διαταραχθεί η ηρεμία μου από κάποια ανθρώπινη παρουσία) και οδήγησα παραλιακά καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα, ακούγοντας δυνατά Brian Ferry από το κασετόφωνο, ώσπου έφτασα σε ερημική αμμουδιά απομακρυσμένη αρκετά κι από το τελευταίο σπίτι και εκτεινόμενη σε μήκος τουλάχιστον δύο χιλιάδων μέτρων. Το καλοκαίρι τα πλήθη των λουομένων με τις φωνές, τις μουσικές και τα σταθμευμένα τροχοφόρα τους θα με έσπρωχναν σίγουρα μακριά από εκεί, προς την πλατεία όπου οι σερβιτόροι φέρνουνε καφέδες και παγωμένες μπύρες, διασχίζοντας με ταχύτητα και με κίνδυνο της ζωής τους τον δρόμο. Προς το παρόν πάντως επικρατούσε βαθιά σιγή και, εκτός από δύο μικρά αεροπλάνα που ψηλά στον ουρανό έγραφαν κύκλους και καμπύλες γραμμές, καμία ανθρώπινη παρουσία δεν γινότανε αντιληπτή – μπορούσε κανείς κοιτώντας προς τη θάλασσα να πάρει μια ιδέα για τον κόσμο προτού αναπνεύσει ο πρώτος άνθρωπος έξω από τα νερά. Εκεί λοιπόν σταμάτησα και βγήκα να περπατήσω πάνω στην υγρή άμμο κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα και πετροβολώντας κάθε τόσο τα κύματα που σε αυτό το σημείο της ακτής έφταναν με ολότελα σβησμένη την ορμή τους. Οι πέτρες που έριχνα έσκαγαν πάνω στο παγωμένο αλμυρό νερό και βουτούσαν με φόρα προς τον βυθό, όπως (σκέφτηκα εκείνη την ώρα) οι μέρες μας μέσα στη χοάνη του χρόνου – και χάνονται.

Περπάτησα ώρα πολλή καπνίζοντας και γράφοντας στην άμμο, μ’ ένα καλάμι που μάζεψα από το έδαφος, σχήματα αγεωμέτρητα και γράμματα δίχως νόημα. Χωρίς να το καταλάβω κάθισα σε μια πέτρα μπροστά στα κύματα κι έμεινα εκεί, όπως ο Οδυσσέας, να προσπαθώ να τραβήξω τις μέρες μου από τη λήθη του χρόνου. Πρώτες ήρθανε οι ψυχές των ημερών που πέρασα μπροστά στη θάλασσα, όπως και τώρα, όταν ήμουνα στη Ρόδο το 1994, μακριά απ’ όσους και ό,τι αγαπούσα και μέτραγα τα κύματα που έσκαγαν στα πόδια μου γράφοντας κείμενα αυτοματικά που δεν ήξερα μετά μήτ’ εγώ πώς να τα εξηγήσω· η μικρή ερωτομανής λεμβούχος με όλα τα τρυγόνια της μορφής της ξεσπάθωσε πια την αιχμή του πόθου της κι αψήφησε όσους πηδάν απ’ τα ψηλά παράθυρα με μία κίνηση από βάθους που ‘θεσε τέλος σ’ ένα σωρό αχρηστεμένες εξουσίες κι απαρηγόρητες μοιρολογήτρες του καιρού. Επτά μήνες κράτησε αυτό κι ήταν αρκετός καιρός για να γεμίσω δυο τετράδια με αλλόκοτα γραψίματα και με τόσο γαλάζιο την όραση που έβαψαν για πάντα τα σωθικά μου (όπως γίνεται και στα ποιήματα του Ελύτη, που τόσο αγαπάω).

Το καλάμι στα χέρια μου έγραφε και ξανάγραφε το όνομα της γυναίκας που αγαπώ, όπως ο (λογοτεχνικός) ήρωας της παιδικής μου ηλικίας όταν για λίγες μέρες βρέθηκε σ’ έναν παρόμοιο επίγειο παράδεισο έγραφε το δικό της, και το απαλό κύμα που έφτανε ως τα πόδια μου έσβηνε με το ψυχρό του χάδι τα γραμμένα. Αφού δεν καταφέρνω, όπως επιθυμώ, να συγγράψω αντάξιό της έναν ύμνο δοξαστικό, ας μείνω εδώ όλη μου τη ζωή να χαράζω και να ξαναχαράζω στην άμμο τ’ όνομά της, σκεφτόμουνα και συνέχιζα μ’ επιμονή την εργασία μου. Μα στο μυαλό μου, όπως γίνεται συνήθως, ερχόντουσαν άλλες μέρες και νύχτες που τις πέρασα κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα με άνεργα τα χέρια. Στον Ωρωπό, τα καλοκαίρια που φαινόντουσαν ατέλειωτα όσο κι η παιδική ηλικία, μα ήρθε καιρός που πέρασαν και αυτά· στο Σούνιο, κάτω από τα εξαίσια ερείπια, με το βλέμμα μου χαμένο στο Αιγαίο· στο ίδιο αυτό Αιγαίο, όπου, χρόνια αργότερα και μίλια μακρύτερα, θα βρισκόμουνα σε ένα σπίτι πάνω από το πέλαγος, να κοιτάζω τα βράχια και τη θάλασσα, να βαδίζω στην απαλή άμμο και να οδηγώ σε δρόμους με απότομες στροφές.

Όπως εκείνο το απόγευμα με τη Ρεβέκκα που, αποφασισμένοι να μη μείνουμε στον ίδιο τόπο για πολλή ώρα, περιπλανηθήκαμε περπατώντας σε χωματόδρομους και σε αδιέξοδες ανηφοριές, ανάμεσα στις κουμαριές και στα θυμάρια, για να καταλήξουμε, λίγο προτού πάρει να σκοτεινιάζει, με το αυτοκίνητο πια, να περιμένουμε τη δύση του ηλίου μπροστά στα κύματα της θάλασσας και πλάι σ΄ ένα άσπρο με γαλάζιο τρούλο εκκλησάκι. Είχα ήδη υπόψη μου από τη σχετική βιβλιογραφία πως το αποτέλεσμα θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα κατώτερο των προσδοκιών μας (κι όταν καμιά φορά μάς τύχει να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα και να κοιτάξουμε κανένα ηλιοβασίλεμα το αποτέλεσμα τζίφος, κατά τα λεγόμενα του Καρούζου, ο οποίος κάτι ήξερε από ποιητικές συμπεριφορές), παρόλα αυτά βάλαμε στο ραδιόφωνο Amalia Rodriguez να ακούγεται (όπως γινόταν διαρκώς εκείνο τον χειμώνα), ανάψαμε τσιγάρα και περιμέναμε κουβεντιάζοντας να σημάνει το σιωπητήριο του φωτός. Δεν έχει σημασία να θυμηθώ παρακάτω· ερχόμενοι ο ένας από την Αθήνα κι ο άλλος από τη Σκόπελο συναντηθήκαμε για λίγους μήνες στην Ικαρία για να σκορπίσουμε τον άλλο χρόνο ο ένας κατά τη Πάτμο κι ο άλλος στην Πύλο.

Μου έλειψες, θα σου τηλεφωνήσω το απόγευμα, έστειλα μήνυμα στη Ρεβέκκα (γιατί δεν ήθελα εκείνη την ώρα να μιλήσω στο τηλέφωνο – ποτέ δεν θέλω εξάλλου και όσο γίνεται το αναβάλλω) και συνέχισα να περπατάω πάνω-κάτω στην ακρογιαλιά. Στα χέρια μου βαστούσα ακόμα το καλάμι, μα το ψάρεμα στ’ απόνερα των ημερών μου τελείωνε και μ’ άφηνε με τον νου μου όχι πια στη Ρεβέκκα, μα ολότελα κυριευμένο από εκείνη που είναι πάντοτε κυρίαρχη των λογισμών μου. Την σκεφτόμουνα καθώς περπατούσα καπνίζοντας και έσερνα ξοπίσω μου το άχρηστο καλάμι αφήνοντας μία λεπτή γραμμή ανάμεσα στεριάς και θάλασσας ώσπου πήρε να μεσημεριάζει και πήρα κι εγώ, παίζοντας ανάμεσα στα χείλη μου τους πρώτους στίχους που μπόρεσα να γράψω εδώ και πολύ καιρό, τον δρόμο της επιστροφής προς αυτήν που είναι πάντα όμορφη και ακόμη ομορφότερη μέσα στον νου μου εμφανίζεται:

Όμορφη όταν βαδίζει κατά μήκος του νερού
φορώντας φούστα μακριά
που με τα χέρια της ανάλαφρα μισοανασηκώνει
κι αφήνει, με τα γυμνά της πέλματα,
σημάδια εφήμερα της παρουσίας της
πάνω στην άμμο που πατά

Όμορφη όταν ανοίγει τα παντζούρια το πρωί
και χύνεται επάνω της όλο το φως της μέρας
και ένα φύλλο κάποτε
από του κήπου μας τα εσπεριδοειδή
(λεμονιές, πορτοκαλιές, βρύσες που στάζουνε και νεραντζιές)
πιάνεται στα μαλλιά της

Όμορφη όταν παίρνει από τα χέρια το ποτήρι μου
και πίνει μια γουλιά λευκό κρασί
επίτηδες αφήνοντας τα χείλη της υγρά
για να της τα φιλήσω

Όμορφη ανάμεσα στις άλλες γυναίκες
όταν την βλέπω να γελά, να συζητά μαζί τους
όταν την βλέπω απ’ την απέναντι γωνιά του δωματίου
να με κοιτάζει μια στιγμή
και με τα μάτια της μισόκλειστα να μου χαμογελά

Όμορφη πάντοτε κι ακόμη ομορφότερη
μέσα στον νου μου εμφανίζεται
και με αποκρυπτογραφεί
και με αναγιγνώσκει

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

20 Ιουν 2008

"Η Σιωπή των Άλλων" - Γιάννης Γκούμας (1997)

Ακουμπώντας τον αντίχειρα στη μύτη
με τα υπόλοιπα δάχτυλα ανοιγμένα
ένα αγοράκι κοροϊδεύει ένα άλλο
που -

(ο θάνατος δεν
χαρίζει ούτε ένα δευτερόλεπτο
για να είμαστε
πάτσι)

(θανατηφόρο ατύχημα)

Δεν μπορούσε πια ν' αντέξει
τη γυμνή πραγματικότητα του παραθύρου.

Κι έτσι τοποθέτησε κάγκελα οριζοντίως
ανατέμνοντάς την.

Κι έτσι τοποθέτησε ένα δικτυωτό
κόβοντας την σε κύβους.

Κι έτσι συμβιβάστηκε μ' ένα πλέγμα
κοσκινίζοντας την πραγματικότητα.

Κι έτσι τώρα ζει,
με σκούπα και φαράσι.

(πραγματικότης)

*Αν και ζώντας χρόνια, πλέον στην Ελλάδα, πάντα βεβαίως πηγαινό-ερχόμενος στην Αγγλία, ο σημαντικός έλληνας ποιητής και μεταφραστής Γιάννης Γκούμας κάνει την πρώτη σημαντική απόπειρα έκδοσης ελληνόφωνου βιβλίου ποίηση, ύστερα από 9 αγγλόφωνα (1967 - 1990), ενώ το 1995 εβγαλε το πρώτο ελληνόφωνο από τις Εκδόσεις Άμαξα ("Στην άκρη της γλώσσας"). Η "Σιωπή των άλλων" είναι ένα βιβλίο 48 ποιημάτων, χωρισμένων σε 4 ενότητες, και προέρχεται από το αγγλόφωνο "The silence of others", που κυκλοφόρησε το 1990 από το Osmosis Books. Η γραφή του Γκουμά παραμένει δυνατή, γαλουχημένη με τα μυστηρία της ψυχολογίας του ανθρώπου της, των κόμπλεξ και των περιέργων καταστάσεων που βιώνει. Η αγγλική χροιά ή μάλλον αίσθηση του στίχου της είναι εμφανή σημάδια απόπειρας ελληνικής μεταφράσης. Το σημαντικότερο απ' όλα είναι ότι από κει και μετά ο Γιάννης Γκούμας κυκλοφορεί μόνο ελληνόφωνα βιβλία από τις Εκδόσεις Μπιλιέτο και τις Εκδόσεις Heteron, έως τώρα.

Διαβάστε για τον Γιάννη Γκούμα στο "Βακχικόν" :

19 Ιουν 2008

"Με Φόντο Τα Οδοφράγματα" - Ν.Ι. Πουλάκος

Τρεις σπουδαίοι σκηνοθέτες συµµετείχαν στο έργο της νοσταλγικής κατάθεσης και καταγραφής των ιστορικών γεγονότων.

Περπατώντας τον µακρύ δρόµο τής ιστορίας, διαµέσου των καύσιµων ρωγµών της, επισκοπώντας τα γεγονότα και τα φαινόµενα στο πέρασµα του χρόνου, φτάνουµε στο τέλος τής απογύµνωσής της. Σαράντα χρόνια συµπληρωµένα από τον περιβόητο Μάη τού ’68 του Παρισιού, αλλά και όλου του κόσµου. Ένα κίνηµα νεανικό, αντικοµφορµιστικό, υπαρξιακό απέναντι στη νεκρή τάξη τής µικροαστικής εξουσίας. Η κινηµατογραφική λέσχη του έχει να µας επιδείξει την κληρονοµιά που άφησε στο σελιλόιντ, στο πανί ή µάλλον στις καρδιές των κινηµατογραφιστών που τον έζησαν, τον ένιωσαν, γαλουχήθηκαν από αυτόν. Ταινίες µυθοπλασίας µε φόντο το Παρίσι τού Μάη εκείνου, όχι πολλές, µα σηµαντικές, ιστορικές στο ανάγνωσµά τους. Ο Λουί Μαλ τής «Ζαζί στο µετρό» και του «Ασανσέρ για δολοφόνους», ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι τού «Κοµφορµιστή» και του «Τελευταίου ταγκό στο Παρίσι», ο Φιλίπ Γκαρέλ τού «Μυστικού του παιδιού» και της «Επανάστασης στη νύχτα», είναι τρεις σκηνοθέτες που ανέλαβαν το «βρώµικο» έργο τής νοσταλγικής κατάθεσης των εµπειριών και των καταγγελιών τους για το µετέπειτα, αλλά και το βάρος τής καταγραφής των ιστορικών γεγονότων, που υποσυνείδητα, και µόνο, άλλαξαν τούτον ’δω τον κόσµο.

«Ο Μιλού τον Μάη» του Λουί Μαλ (1989)

«Αποφάσισα να είµαι ευτυχής γιατί κάνει καλό στην υγεία», Βολταίρος.Σ’ ένα αγρόκτηµα στη Νότια Γαλλία, ο Μιλού ζει µε τη µητέρα του και την υπηρέτρια-ερωµένη του. Όταν η πρώτη πεθαίνει, σε προχωρηµένη ηλικία, όλα στη ζωή του αλλά και στο σπίτι του ταράζονται από την πεζή, µικροαστική απληστία. Συγγενείς, αδέλφια, ανίψια και παιδιά συνωστίζονται εκεί τόσο για να οικειοποιηθούν την κληρονοµιά όσο και για να βρίσκονται µακριά από τις ταραχές τού Παρισιού. Ετερόκλητες προσωπικότητες κάθε ηλικίας, φύλου και τάξης καταθέτουν τις δικές τους κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις και προτάσεις για τα τεκταινόµενα της εποχής. Από επαναστάτες νέους, σε αριστερίζοντες δηµοσιογράφους και από υποστηρικτές τού Ποµπιντού και του Ντε Γκωλ, σε βολεµένες νοικοκυρές και ατίθασες λεσβίες γκαλερίστες. Η έξοχη ερµηνεία τού Πικολί, όπως και το σενάριο του Ζαν-Κλωντ Καριέρ, δίνουν απευθείας το µπουνιουελικό στίγµα τής ταινίας, της ειρωνείας τού σπουδαίου Ισπανού δηµιουργού για τους αστούς. Δυο συνεργάτες-φετίχ τού σουρεαλιστή Μπουνιουέλ βάζουν το δικό τους λιθαράκι σε µια ταινία-καταγγελία, για τα αποτυχηµένα µηνύµατα της επανάστασης και την απαισιόδοξη, πικρή αστική εξέλιξη των πραγµάτων, από τον Μαλ. Σαφής, επίσης, και η αναφορά τού τελευταίου στον «δάσκαλο» Ζαν Ρενουάρ και ιδιαίτερα στην ταινία τού 1959 «Πρόγευµα στη χλόη», ένα έπος που προσφέρει µάθηµα αισθησιασµού στους φυσικούς νόµους και απαλλαγής από τις νευρώσεις τού ψευδο-πολιτισµού των πόλεων. Το ήσυχο, γαλήνιο φυσικό τοπίο τού Μιλού, που παραµένει πιστός στα αγνά όνειρά του, διαστρέφεται από τα κακά ζιζάνια της πόλης. Εκεί µπαίνουν και τα γεγονότα τού παρισινού Μάη, που αποτελούν φόβητρο ενός άγνωστου κινδύνου, πολλαπλασιασµένου από την απόσταση έως το Παρίσι.

«Οι Ονειροπόλοι» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (2003)

Στο «παλάτι» τής Cinematheque, της Γαλλικής Ταινιοθήκης τού Παρισιού, τοποθετείται ο χώρος δράσης των νέων τού φλεγόµενου Μάη τού ’68. Η απόλυση του Ανρί Λανγκλουά, του ανθρώπου που έφερε την άνοιξη στο σινεµά τής εποχής, είναι ο πρώτος λίθος που πέφτει κατά τής ελευθεριότητας της εποχής και κατεβάζει στον δρόµο τους φοιτητές. Ο Αµερικανός Μάθιου και τα δίδυµα αδέλφια, Ιζαµπέλ και Τεό, γόνοι αστικής και, οριακά, µποέµικης οικογένειας, δεν χάνουν προβολή για προβολή και «τρώνε» τις ώρες τής νεότητάς τους παρακολουθώντας, αδηφάγα, κάθε ταινία κάθε είδους. Αφού περνά τις εξετάσεις του και αναδεικνύεται σαν ένας από αυτούς, ο Μάθιου θα δεχτεί την πρόσκληση να περάσει έναν µήνα στο σπίτι των δύο νέων και µοναδικών του φίλων, διευρύνοντας κατά πολύ τις απόψεις του πάνω στη συγκατοίκηση και την αδελφική αγάπη, µε µια ενδιαφέρουσα πρόσµιξη στοιχείων πολιτικής, σεξουαλικότητας και κινηµατογραφικού πάθους. Ο Μπερτολούτσι, βασισµένος στο βιβλίο «The Holy Innocents» τού Γκίλµπερτ Αντέρ, καταθέτει τον δικό του Μάη, έτσι όπως τον έζησε εκείνος, όντας µαζί µε τους ηγέτες τής Νουβέλ Βανγκ. Με συνεχείς ντοκιµαντερίστικες αναφορές και πλάνα των γεγονότων, ο Ιταλός δηµιουργός, που εκείνη την περίοδο γύριζε το «Partner» και θεωρείτο µια ενδιαφέρουσα, επαναστατική, φιλµική φωνή τής εποχής, φαίνεται να χτίζει ένα µωσαϊκό περιστατικών άρρηκτα συνδεδεµένων µε φιλµ και ηθοποιούς-σταθµούς τής ιστορίας τού κινηµατογράφου, όπως την Γκρέτα Γκάρµπο και τη «Βασίλισσα Χριστίνα», τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Μπάστερ Κίτον, τον Τζέηµς Ντιν και τον «Επαναστάτη χωρίς αιτία», µε τις γάµπες τής Μάρλεν Ντίτριχ σε πρώτο πλάνο. Σαφής και η αναφορά του στο «Με κοµµένη την ανάσα» τού Γκοντάρ, αναγεννησιακής ταινίας τού γαλλικού νέο-κύµατος, µε υπέροχη την αναβίωση της σκηνής τού τρεξίµατος µέσα στο Λούβρο σε παράλληλο µοντάζ µε το φιλµικό πρότυπο!

«Συνήθεις Εραστές» του Φιλίπ Γκαρέλ (2005)

Ο εικοσάχρονος Φρανσουά και η φοιτητική συντροφιά του, συµµετέχουν στις αναταραχές στους δρόµους τής πρωτεύουσας της Γαλλίας. Ένα γεγονός, που το θεωρούσαν κάτι το εξ ορισµού δεδοµένο, αφού µέσα από το βίαιο επαναστατηµένο µανιφέστο που γράφεται πάνω στις κοχλάζοντες ταραχές που λαβαίνουν χώρα, ελπίζουν να τερµατίσουν τα πλάνα για µια προδιαγεγραµµένη βαρετή ζωή και να αποδράσουν από την ανία τής καθηµερινότητάς τους. Με τον καιρό, όµως, ο Φρανσουά, και µέσα από την γνωριµία του µε την Λίλι που θα ερωτευτεί, θα αντιληφθεί πως οι ανατρεπτικές κινήσεις των συντρόφων του στην επανάσταση του Παρισιού γρήγορα θα ακολουθηθούν από µια τάση εκπλήρωσης προσωπικών τους φιλοδοξιών. Στην κορύφωση της φιλµικής του καριέρας, ο Φιλίπ Γκαρέλ αναπλάθει όλες τους τις αναµνήσεις και εµπειρίες από τον περιλάλητο Μάη τού Παρισιού και, µε νοσταλγικές προθέσεις, αποτυπώνει όσα του έχουν µείνει στον νου. Σαν άλλος Μπερτολούτσι άλλωστε, κάνει συχνές αναφορές στην ταινία «Πριν από την επανάσταση» (1964), ενώ χρησιµοποίησε πολλά από τα κοστούµια και τους κοµπάρσους των «Ονειροπόλων». Ο Γκαρέλ στην ουσία προσπαθεί να καταγράψει τι απόµεινε από την πάλη που ξεκίνησαν οι νέοι τις ανοιξιάτικες µέρες τού ’68. Η εξαιρετική φωτογραφία, που τιµήθηκε µε βραβεία, φέρνει κάτι από την ξεχασµένη ατµόσφαιρα της Νουβέλ Βανγκ, ενώ η λατρεία στο έργο τού Γκοντάρ είναι εµφανής σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ο Αργυρός Λέοντας που έλαβε στο Φεστιβάλ τής Βενετίας τού 2005, ήταν η µικρότερη δυνατή διάκριση που θα µπορούσε να πάρει η καλύτερη γαλλική παραγωγή εκείνης της χρονιάς, η οποία, µε τα ασπρόµαυρα πλάνα και την µπρεσονική σκηνοθετική διάθεση ανάγλυφη στο πανί, χάρισε ζωντανές στιγµές ενός «δονκιχωτικού» παρελθόντος.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 32 του περιοδικού "Γαλέρα" (Μάιος 2008).

18 Ιουν 2008

"Η Σιωπή του Καλοκαιριού" - Στέλιος Ροΐδης (2007)

Όσοι άνθρωποι θέλουν να είναι και άνθρωποι δεν είναι καν άνθρωποι.
*
Τέχνη είναι το ψέμα αυτό που λέει περισσότερα από την αλήθεια.
*
Μπροστά στην αηδία πόσο δυνατός είσαι;
*
Ένα καλό υπάρχει μόνο, το καλό αποτέλεσμα.
*
Η σιωπή είναι το έλεος της φωνής.
*
Όταν κινείσαι εναντίον σε κάτι κινείσαι μαζί του. Η αντίσταση δεν είναι ο δρόμος.
*
Τίποτα δε μένει και τίποτα δεν τελειώνει.
*
Άραγε ο Χριστός ήξερε ότι η γη είναι στρογγυλή;
*
Kaι ήταν η σιωπή.
Και έφυγε.
Και απόμεινα μόνος.

*Κάτι τέτοια βιβλία ποίησης που φέρνουν εμφανώς στο "ΥΓ" (1983) του σπουδαίου Μανόλη Αναγνωστάκη, με συγκινούν τόσο πολύ. Ο Στέλιος Ροΐδης είναι ηθοποιός, σπουδαγμένος στη Σχολή Φωτιάδη και στον Πειραϊκό Σύνδεσμο. Μένει στην Καλλίπολη στον Πειραιά και με θέα τη θάλασσα του Σαρωνικού έχει αφοσιωθεί -πλέον- στην ποίηση. Μια πολύ δυνατή φωνή, κατά τη γνώμη μου. Η "Σιωπή του Καλοκαιριού" είναι το 6ο βιβλίο ποίησης που εκδίδει σε 6 χρόνια (!). Και διατείνεται ότι έχει τουλάχιστον άλλα 1000 ποιήματα προς έκδοση. Μανιώδης γραφιάς, ποιητής ολκής, ίσως. Το τελευταίο βιβλίο του, που διαβάσαμε, είναι ένα 48σέλιδο λεύκωμα για τη σιωπή του καλοκαιριού, γεμάτο τσιτάτα, φράσεις, εκφράσεις και υπονοούμενα. Με αρχή, μέση και τέλος.

Άλλα βιβλία του Στέλιου Ροΐδη : "Μόδα" (Οδός Πανός - Σιγαρέττα, 2002), "Ο Χαρακτήρας του Χρόνου" (Έψιλον, 2003), "Παλιά Παπούτσια" (Έψιλον, 2004), "Οικοδομή" (Έψιλον, 2005), "Ανοιχτοί Χώροι" (Έψιλον, 2006). *Ν.Ι.Π.

17 Ιουν 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧΙ. Το Κενό των Ημερών και ο Καινός Λόγος" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Ενας ανατόμος του εφιάλτη, ένας ερμηνευτής των κακών ονείρων της σύγχρονης ζωής

JEAN BAUDRILLARD Συνθήματα ΜΤΦΡ.: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΟΜΑΝΑΣ «ΝΗΣΙΔΕΣ»

Είναι ίσως ο λιγότερο κοινωνιολόγος των κοινωνιολόγων, ο περισσότερο πειραματικός των πανεπιστημιακών, ξέρει πάντα να ελίσσεται και να εκπλήττει, ακόμη και να προκαλεί μερικά μικρά σκάνδαλα και μερικές μικρές εκρήξεις με τα κείμενά του, που ερωτοτροπούν πότε με το ύφος της μοντέρνας ποίησης, πότε με του μανιφέστου, πότε με της προκήρυξης: ο Jean Baudrillard, γερμανοθρεμμένος, βοηθός του σημαντικού και ανήσυχου Henri Lefebvre, γνώστης της κριτικής που άσκησαν στη σύγχρονη οργάνωση του υπάρχειν οι καταστασιακοί και ο Guy Debord.

Στον παρόντα τόμο των «Νησίδων» (πρώτη έκδοση «Fayard», Παρίσι, 2000), ο Baudrillard επιχειρεί με εξαιρετικά σύντομα κείμενα («ολιγόλεκτα» θα τα έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «ακαριαία» θα τα έλεγε ο Τάσος Δενέγρης) να συνοψίσει το έργο του και, συνάμα, να ασκήσει με καινό λόγο κριτική στο κενό των ημερών. Κάτι που είχε κάνει, όχι τόσο λακωνικά, τόσο συνθηματολογικά, στο «L'Autre par lui meme» («Η έκσταση της επικοινωνίας», μτφρ. Βαγγέλης Αθανασόπουλος, εκδ. «Καρδαμίτσα», Αθήνα, 1991).

Το κενό των ημερών και ο καινός λόγος, ο σαγηνευτικός, ο δελεαστικός και συνεπώς ο πειστικός, μάλλον αυτός που θα σε κάνει να σκεφτείς, ιδού το στοίχημα του Baudrillard. Τα ακραία φαινόμενα, η ταυτότητα της εποχής μας, δελεάζουν τον κοινωνιολόγο, τον «ιντριγκάρουν», τον παρασύρουν ευπρόσδεκτα στο να είναι δηκτικός, προκλητικός, σχεδόν επαναστάτης. Και λέμε «σχεδόν», γιατί αν λείπει κάτι από τα κείμενά του είναι ακριβώς ο πυροκροτητής. Λείπει εκείνη η διάσταση της κριτικής σκέψης που ωθεί στην πράξη, σ' εκείνο το περίφημο project του Walter Benjamin, που ήθελε να γίνει η Πράξη Αδελφή του Ονείρου. Με μία λέξη, αν απουσιάζει κάτι από τη σκέψη του Baudrillard αυτό είναι η διαλεκτική.

Ο Baudrillard είναι μέσα στο λαβύρινθο, δεν μπόρεσε (ή δεν θέλησε) ποτέ να βγει από τον Πύργο, είναι ένας ανατόμος του εφιάλτη, ένας ερμηνευτής των κακών ονείρων της σύγχρονης ζωής, των δεινών, και όχι ο εξεγερμένος. Η σκέψη του στροβιλίζεται γύρω από το κέντρο των δεινών, το οποίο όμως δεν θίγει ποτέ. Και το κέντρο των δεινών, είτε το θέλει ο Baudrillard είτε όχι, παραμένει η υλική βάση της κοινωνικής μας οργάνωσης, ήτοι η παραγωγή, με όλες τις αντιφάσεις της.

Ο Baudrillard επιμένει σε μια σκέψη που «διαχειρίζεται την ψευδαίσθηση με την ψευδαίσθηση», μοιάζει κλεισμένος στην αίθουσα με τους καθρέφτες που πολλαπλασιάζει τα είδωλα προκαλώντας τον ίλιγγο. Οσο κι αν δυσφορεί μέσα σ' αυτήν την αίθουσα, όσο κι αν καμώνεται ότι καταγγέλλει την τερατώδη και απάνθρωπη λειτουργία της, εντέλει αποδέχεται την ύπαρξή του εντός της, γίνεται ένα είδος καινοτόμου σχολιαστή του κενού, γίνεται ο «σπίκερ» της ξέφρενης πορείας προς τον όλεθρο και αρκείται μια χαρά στο ρόλο αυτό -γράφει πολύ έξυπνα, πολύ δελεαστικά, οφείλουμε να ομολογήσουμε. «Η υπόθεσή μου είναι ότι έχουμε ήδη περάσει το σημείο της αντιστρεπτότητας», γράφει ο Baudrillard, «ότι είμαστε ήδη σε μία εκθετική, απεριόριστη μορφή, στην οποία όλα αναπτύσσονται μέσα στο κενό, επ' άπειρον, χωρίς να μπορούν να επανακτηθούν σε μία ανθρώπινη διάσταση, στην οποία [εκθετική, απεριόριστη μορφή] ο άνθρωπος χάνει συγχρόνως τη μνήμη του παρελθόντος, την προβολή του μέλλοντος, τη δυνατότητα να εντάξει τούτο το μέλλον σε μία παρούσα δράση». Τα πάντα, κατά τον Baudrillard, έχουν ήδη γίνει απενσαρκωμένα, ανούσια, ομοιώματα του εαυτού τους, κινούμενα από απλή αδράνεια. Τα πάντα είναι πλαστογραφήσεις πλαστογραφιών, ενώ το πρωτότυπο δεν έχει χαθεί απλώς, όχι, το πρωτότυπο, το αυθεντικό, δεν υπήρξε ποτέ. Κι έτσι, η ιστορία, πάντα κατά τον Baudrillard, δεν έχει πια τέλος, άρα ούτε και τελικότητα. Βεβαίως, ο ίδιος φροντίζει να συμπληρώσει, κριτικά αυτή τη φορά: «Αλλά αν δεν υπάρχει πια τέλος, περατότητα, αν είναι αθάνατο, το υποκείμενο δεν ξέρει πια τι είναι. Κι αυτή ακριβώς η αθανασία είναι το ύστατο φάντασμα [phantasme] των τεχνολογιών μας».

Ωστόσο, απουσιάζει πάντα η διαλεκτική, το σημείο φυγής, η οπτική γωνία του αρνητικού, της «κακής πλευράς». Ο Baudrillard κάνει σαν όλοι να βράζουμε στο ίδιο καζάνι, σαν όλοι να είμαστε συνυπεύθυνοι, σαν όλοι να έχουμε επιλέξει τούτη την ειμαρμένη. Μελετάει τα φαινόμενα, μελετάει το θέαμα, αλλά αφήνει απ' έξω το πιο σημαντικό και ουσιώδες: ότι το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης, ώστε να μετατρέπεται σε εικόνα (Debord). Το εικονικό από κάπου προήλθε, έχει, όπως οι γοητευτικές, μοιραίες γυναίκες, ένα κακό και πλούσιο παρελθόν. Υπάρχει μια συγκεκριμένη ιστορική διάσταση, οι συστατικοί παράγοντες του θεάματος, όπως και του κεφαλαίου, έχουν εξεταστεί «μέσα στην πορεία της κίνησής τους και συνεπώς από την εφήμερη πλευρά τους», ήδη από τον Debord και από τον Marx. Ο Baudrillard παρακάμπτει με επιτηδειότητα την ιστορική διάσταση, συνεπώς παρακάμπτει το πολύ απλό «πώς φτάσαμε έως εδώ», και μιλάει μονάχα για το αποτέλεσμα, αφήνοντας στην άκρη τα αίτια, αυτό που εγκαθιδρύει μια τάξη πραγμάτων, άρα και τη δυνατότητα διάλυσης και υπέρβασής της από μίαν άλλη, ανώτερη τάξη πραγμάτων.

Κεντρικός άξονας της θεωρίας του Baudrillard είναι η προσομοίωση, κάτι που πλησιάζει πολύ, καίτοι αντιστρέφοντάς την και αλλοιώνοντάς την, τη θεωρία του θεάματος όπως την επεξεργάστηκε ο Debord. Ηδη, έχει ασκηθεί εύστοχη κριτική στον Baudrillard, τόσο από τη Sadie Plant (βλ. «The Most Radical Gesture, The Situationist International in a Postmodern Age», εκδ. «Routledge», Λονδίνο, 1992) όσο και από τον Anselm Jappe («Guy Debord», εκδ. «Tracce», «Pescara», 1993, και εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα, Ιούλιος 1998). Ο Jappe συνοψίζει: «Η ανάλυση του Baudrillard αποδέχεται τον ορισμό της υφιστάμενης κοινωνίας ως "θέαμα". Ομως, αποσπά αυτήν την έννοια από τις υλικές της βάσεις και τη μετατρέπει σε ένα σύστημα "αυτοαναφοράς", όπου τα σημεία δεν αποτελούν πλέον μεταμόρφωση της πραγματικότητας, αλλά είναι όντως η πραγματικότητα. Οπότε, χαίρεται που δεν έχει πλέον να ασχολείται με κάποια βαρετή "αλήθεια", αφού αυτή δεν είναι αθέατη, αλλά απλούστατα ανύπαρκτη. Σύμφωνα με τον Baudrillard, η ανταλλαγή των σημείων έχει κυριεύσει όλον τον κοινωνικό χώρο. Αρα, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αντίσταση σ' αυτήν, διότι η υποθετική αυτή αντίσταση θα έπρεπε να αναφέρεται σε έννοιες όπως περιεχόμενο, σημασία ή υποκείμενο που, κατά τη γνώμη του Baudrillard, έχουν γίνει και οι ίδιες σημεία. Είναι πράγματι περίεργος ο τρόπος με τον οποίο ο Baudrillard παίρνει τις έννοιες του Debord και, παριστάνοντας ότι τις ριζοσπαστικοποιεί, στην πραγματικότητα τις αντιστρέφει. Αυτή η δήθεν κριτική θεωρία ονειρεύεται, απλώς, ένα τέλειο θέαμα που έχει απαλλαχτεί από την υλική του βάση -με άλλα λόγια, μια κατανάλωση που έχει απαλλαχτεί από την παραγωγή- και, κατά συνέπεια, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τις αντιφάσεις της δεύτερης».

Σωστά ιδωμένο, σωστά ειπωμένο...

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 19/7/2002.

16 Ιουν 2008

Συνέντευξη της Σώτης Τριανταφύλλου...

Δεν έχω σχέση με τα τέρατα και τα λαμόγια της δημοσιογραφίας»

Με τη Σώτη Τριανταφύλλου συναντηθήκαμε «διαδικτυακά» στα πλαίσια μιας επικείμενης κινηματογραφικής μας συνεργασίας. Με αφορμή αυτή, μου μίλησε για τα πράγματα που την απασχολούν αλλά και για αυτά που την ιντριγκάρουν, τη μαγνητίζουν και την υποκινούν να ασχοληθεί μαζί τους, με οποιοδήποτε τρόπο. Στη συζήτηση που ακολούθησε μου έδωσε και κατάλαβα, τόσο τον δυναμισμό που διαθέτει, όσο και εκείνα τα στοιχεία που την έχουν κάνει γνωστή στο συγγραφικό κι όχι μόνο χώρο. Μάλιστα, η συνέντευξη ξεκίνησε κάπως απροσδόκητα, όταν μου… επιτέθηκε (δικαιολογημένα), για μια δική μου παρανόηση, αναφορικά με τη σχέση της με τις Η.Π.Α. (αποδίδεται αυτούσια παρακάτω).

- Καλησπέρα Σώτη.
- Γεια σου Νέστορα.
- Καταρχάς μίλησε μου για τις συχνές ταξιδιωτικές σου εμπειρίες στην Αμερική; Πόσο τελικά σ’ αρέσει αυτή η χώρα; Με τι σε γεμίζει και σε τραβάει συνεχώς κοντά της;
- Νέστορα, προφανώς δεν με ξέρεις. Δεν έχουμε συναντηθεί. Κρίμα που σου έχω δώσει την εντύπωση ότι κάνω «ταξίδια» στην Αμερική. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική: περνάω πολύ χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, διεκπεραιώνοντας διάφορες δουλειές που σχετίζονται με τις σπουδές γύρω από την αμερικανική ιστορία και τον πολιτισμό τις οποίες έχω κάνει και οι οποίες δεν τελειώνουν ποτέ. Δεν μπορώ λοιπόν να απαντήσω όπως μια ταξιδιώτισσα. Είμαι ιστορικός, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Βλέπω τις ΗΠΑ ως ένα αντικείμενο της επιστήμης και των συναφών ενασχολήσεων. Το γιατί σπούδασα αμερικανική ιστορία είναι ένα πολύ παλιό ζήτημα. Από μικρή ήμουν δίγλωσση (για λόγους που δεν χρειάζεται να εξηγήσω εδώ) και αυτή η διγλωσσία με έφερε κοντά στον αγγλο-αμερικανικό πολιτισμό. Όπως με έφερε και το ροκ εντ ρολ. Έτσι, έγινα, ας πούμε, ειδική στις αμερικανικές υποθέσεις.
- Απότομη η προσγείωση στην ελληνική πραγματικότητα, όπως συνήθως λένε οι ταξιδευτές, ή έχει και αυτή τα καλά της;
- Η ελληνική πραγματικότητα ελάχιστα διαφέρει από την αμερικανική. Η Ελλάδα μοιάζει με αμερικανική επαρχία. Το έχω πει άπειρες φορές. Έτσι, δεν προσγειώνομαι απότομα. Εξάλλου, είμαι πολύ μεγάλη για να θεωρώ οτιδήποτε απότομο. Κατανοώ βαθύτερα τον κόσμο μέσα στον οποίον ζούμε. Η ζωή είναι δύσκολη παντού.
- Ας μιλήσουμε για το «Λος Άντζελες». Κείμενα από τα πρώτα σου βιβλία, με τις φωτογραφίες του Πέτρου Νικόλτσου. Τι γεύση σου άφησε το βιβλίο; Μήπως είδες με άλλο μάτι πλέον, τα τότε κείμενά σου;
- Όσο παλιότερα είναι τα κείμενα, τόσο χειρότερα. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που αποθεώνουν τον εαυτό τους, που δεν μετανιώνουν για τίποτα κτλ. Έχω διανύσει μακρύ δρόμο, και ελπίζω ότι άλλο τόσο θα διανύσω. Το βιβλίο «Λος Άντζελες» προέκυψε επειδή ο Πέτρος Νικόλτσος αναζητούσε κείμενα για να συνοδέψουν τις φωτογραφίες του. Από όσο ήξερε, κι από όσο ήξερα κι εγώ, δεν υπήρχε άλλος Έλληνας συγγραφέας που να έχει ασχοληθεί με το Λος Άντζελες. Έτσι χρησιμοποιήσαμε αποσπάσματα από το «Εναέριο τρένο στο Στίλγουελ» και το «Άλφαμπετ Σίτυ»...Ανόητοι κριτικοί έγραψαν πως πρόκειται για τα καλύτερα κείμενά μου «με διαφορά»...Όταν ακούω κάτι τέτοια μού έρχεται να μπήξω τις φωνές. Το τι ηλιθιότητες και προχειρότητες λέγονται...Ό,τι κατεβαίνει στον καθένα...
- Πολυγραφότατη συγγραφέα σε έχουν χαρακτηρίσει. Επίσης δημοσιογράφο, μεταφράστρια, δοκιμιογράφο κινηματογραφικών και πολιτικών/ κοινωνιολογικών κειμένων. Επαγγελματίας γραφιάς απαντάς. Τι σε ελκύει τελικά σε αυτή τη δουλειά; Όλα τα παραπάνω ή κάποιο κομμάτι ξεχωρίζεις ιδιαίτερα;
- Ζούσα και ζω από το γράψιμο. Δεν θυμάμαι να έχω χαρακτηρίσει τον εαυτό μου «γραφιά». Αυτή τη λέξη την χρησιμοποιεί ο Κωστής Παπαγιώργης, όχι εγώ. Είμαι επαγγελματίας σίγουρα. Και συγγραφέας σίγουρα. Επίσης είμαι δημοσιογράφος, συνήθως μαχόμενη, αν και όχι στη γραμμή του πυρός. Τέλος, μεταφράζω, όταν μπορώ και θέλω, από τέσσερις γλώσσες. Άλλοτε καλά, άλλοτε λιγότερο καλά...καμιά φορά πολύ καλά...πιθανότατα έχει συμβεί να μεταφράσω χάλια...
- Τα περισσότερα από τα διηγήματα και μυθιστορήματά σου διαδραματίζονται στην Αμερική, την Αγγλία, την Αφρική, την Ελβετία, τη Ρωσία. Πιθανότατα επειδή θα έχεις κουραστεί να σου τονίζουν συνεχώς την κοσμοπολίτικη πτυχή των βιβλίων σου γιατί η Αθήνα ή γενικά η Ελλάδα βρίσκονται στο στόχαστρο σου ολοένα και λιγότερο;
- Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, όπως έλεγε απειλητικά ένας καθηγητής μας στο σχολείο. Ωστόσο, το χωριό μου είναι ο κόσμος. Δεν είναι ο κόσμος το χωριό μου. Εξάλλου, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ξέρει όλα όσα γράφω. Γράφω πολλά με σκηνικό την Ελλάδα...όσα της αντιστοιχούν...
- Λύσε μια απορία πολλών συνδαιτυμόνων σε μπαρ και ταβερνεία: γιατί μας άφησες μια πικρή, περίεργη γεύση με το τέλος των «Κινέζικων Κουτιών» (Πατάκης, 2006) ;
- Γιατί έτσι.
- Γιατί η ενασχόληση σου με την πολιτική σκηνή ως θεωρία; Ως ιστορικός, ως αγωνίστρια της αριστεράς, ως σκεπτόμενη πολίτης και διανοούμενης; Τι σε τράβηξε να γράψεις τα πολιτικό-κοινωνιολογικά βιβλία με τον Ηλία Ιωακείμογλου; (σημ. «Αριστερή τρομοκρατία, δημοκρατία και έθνος» (Πατάκης, 2003), «Για τη σημαία και το έθνος» (Μελάνι, 2007))
- Έχω καμιά δεκαριά πολιτικά δοκίμια στο κεφάλι μου. Αν δεν τα γράψω θα σκάσω. Υπάρχουν πολλά ζητήματα που πρέπει να αναλυθούν και να συζητηθούν. Αγωνίστρια της αριστεράς δεν είμαι: δεν συμφωνώ με κανένα «αγωνιστικό» κόμμα: είμαι ένας πολίτης μόνος του.
- Ενισχύοντας την άποψη ότι το τοπίο της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας σιγά σιγά αλλάζει, τα κατά καιρούς ταξίδια σου στο παιδικό βιβλίο ικανοποιούν κάποιο εσωτερικό βαθύτερο αίσθημα, το οποίο φαίνεται ότι σε συναρπάζει;
- Γράφω πού και πού «για τα παιδιά», για να μην έχουν να διαβάζουν μόνο για κοτούλες και γατούλες. Όχι ότι όλοι οι συγγραφείς παιδικών βιβλίων γράφουν για κοτούλες και γατούλες...Αλλά ο διδακτισμός καραδοκεί παντού...Για να δούμε λοιπόν πώς τα σημερινά παιδιά θα γίνουν ελεύθεροι και ανυπότακτοι άνθρωποι...
- Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε ιστορίες σου να διανθίζονται εικαστικά από καλλιτέχνες όπως ο σχεδιαστής Βουγιουκλής («Ιστορίες απόγνωσης»), οι ζωγράφοι Χαλυβοπούλου («Ιστορίες του σώματος») και Αδαμάκης («Πέντε ζωγράφοι ζητούν συγγραφέα»), ο φωτογράφος Νικόλτσος («Λος Άντζελες»); Έχει ανάγκη το αναγνωστικό κοινό το πάντρεμα της λογοτεχνίας με τη ζωγραφική, τη φωτογραφία, το σχέδιο και κατά πόσο αυτό επηρεάζει το αυτό καθ’ αυτό το λογοτέχνημα;
- Για μένα ήταν ευκαιρίες να συνεργαστώ με φίλους μου καλλιτέχνες. Ωστόσο, προτιμώ να διατηρώ πλήρη ανεξαρτησία ως συγγραφέας και να αναλαμβάνω μόνη μου την ευθύνη του κάθε βιβλίου.
- Διάλεξε το αγαπημένο σου βιβλίο από τα δικά μου αγαπημένα βιβλία σου : «Άλφαμπετ Σίτυ», «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης», «Φτωχή Μάργκο», «Εργοστάσιο μολυβιών», «Κινέζικα κουτιά». Και εξήγησε μου, φυσικά.
- Όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν χρονικά της ίδιας οριακής αποτυχίας.
- Ας πάμε στα δικά μας, τα κινηματογραφικά. Σου αρέσει το σινεμά. Να διδάσκεις, να γράφεις γι’ αυτό. Δε σου γεννήθηκε ποτέ η επιθυμία να γυρίσεις μια ταινία, έστω μικρού μήκους;
- Δεν μου αρέσει το σινεμά όπως «αρέσει» σε διάφορους κριτικούς ή κινηματογραφόφιλους. Μεγάλωσα με τον κινηματογράφο, τα βιβλία και το ροκ εντ ρολ. Δεν είναι λοιπόν το ίδιο. Θα έλεγα μάλιστα ότι ΔΕΝ μ’ αρέσει το σινεμά, ότι είμαι δύσκολος θεατής. Όσο για τη σκηνοθεσία, δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό. Κάνω αυτό που ήθελα να κάνω: γράφω βιβλία. Δεν έχω απωθημένα και ματαιωμένα όνειρα.
- Αποκαλείς τον εαυτό σου δημοσιογράφο; Επίκαιρη ερώτηση δύσκολων καιρών.
- Είμαι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Αλλά δεν έχω την παραμικρή σχέση – ούτε είχα ποτέ για όποιον με γνώρισε όταν εργαζόμουν στις εφημερίδες – με τα τέρατα και τα λαμόγια της δημοσιογραφίας. Ήμουν ένας έντιμος, φιλόπονος, φιλόδοξος και αξιοπρεπής επαγγελματίας.
- Τελικά Σώτη, θα συνεχίζεις να ζεις και να περιπλανιέσαι στο κέντρο της πόλης ή κάποια στιγμή θα κάνεις «μπαμ» και θα πας στις αγαπημένες σου ξένες χώρες;
- Δεν έχω αγαπημένες ξένες χώρες. Ζω ανάμεσα στην Αθήνα, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Καμιά φορά εξερευνώ και άλλες πόλεις. Έχω δυο «σπίτια», υπό την έννοια του home: ένα στα Εξάρχεια και ένα κοντά στο μετρό Blanche στο Παρίσι. Οι συνοικίες αυτές έχουν ομοιότητες μεταξύ τους. Μπαμ κάνω παντού. Ο Σαρκοζί, για παράδειγμα, μού προκαλεί μπαμ. ΘΑ ΚΑΝΩ ΜΠΑΑΑΑΜ!
- Σε ευχαριστώ για την κουβέντα.
- Καλή επιτυχία στο περιοδικό.

Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Ζει στην Αθήνα, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Σπούδασε φαρμακευτική και γαλλική φιλολογία στην Αθήνα, ιστορία και πολιτισμούς στο Παρίσι και ιστορία της αμερικάνικης πόλης στη Νέα Υόρκη. Είναι συγγραφέας, μεταφράστρια, δημοσιογράφος και διδάσκει κινηματογράφο σε σχολές. Έχει κυκλοφορήσει 19 βιβλία μυθιστορήματος και διηγημάτων, με τελευταία το «Λος Άντζελες» (Εκδ. Μελάνι, 2007) και το «Λίγο από το αίμα σου» (Εκδ. Πατάκη, 2008), δυο παιδικά μυθιστορήματα, δυο πολιτικό-κοινωνιολογικές μελέτες. Έχει συμμετάσχει σε 5 συλλογικά βιβλία διηγημάτων και έχει γράψει περίπου 7 βιβλία για τον κινηματογράφο για λογαριασμό των Εκδόσεων Αιγόκερως. Συνεργάζεται τακτικά με την εφημερίδα Athens Voice, το περιοδικό «Velvet» και τις Εκδόσεις Πατάκη.

*Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στον Νέστορα Ι. Πουλάκο και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 του περιοδικού "Bang" (Μάρτιος - Απρίλιος 2008).

15 Ιουν 2008

"Σκεύη Ταξιδίου" - Έφη Καλογεροπούλου

χρόνια δύσκολα μα πυκνά
λέξεις σαν τσακισμένα χέρια

κάθε αγάπη
έχει το δικό της

κλάμα

(χρόνια δύσκολα)

η κραυγή μου θάναι κραυγή λύκου
όταν
στης ερημιάς τους γκρεμούς σαλτάρω

(πτώση)

έχω υπάρξει
πριν τη συνείδηση
δολοφόνος

(τύψη)

*Η πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Έφη Καλογεροπούλου, ήταν η τέταρτη ποιητική συλλογή των νεοσύστατων Εκδόσεων Ενδυμίων (έχουν προυπάρξει οι Γιώργος Μίχος, Γιώργος Πρίμπας και Τζίνα Μουκριώτη). Τα "Σκεύη Ταξιδίου" είναι μια καλαίσθητη και επιμελημένη έκδοση, μικρού μεγέθους, που περιλαμβάνει 34 ποιήματα, τα οποία η Καλογεροπούλου -πιθανότατα- έγραφε για αρκετά χρόνια και επεξεργάστηκε για πολύ καιρό. Δεν υπάρχουν ενότητες, δεν υπάρχουν διαχωριστικά - θεματικά, τουλάχιστον εμφανή. Η Καλογεροπούλου "παίζει" στο στίχο της με το ταξίδι, τη θάλασσα, τη φυγή. Τα ολογόστιχα ποιήματα παρουσιάζονται πολύ δυνατά. Σε γενικότερο πλαίσιο, η ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου, εκπαιδευτικού στο επάγγελμα, εντάσσεται στη σύγχρονη ποιητική φόρμα και γεμίζει ελπίδες για ένα πολύ καλύτερο ποιητικό μέλλον, τουλάχιστον για την ίδια. *Ν.Ι.Π.

14 Ιουν 2008

Βακχικόν Τεύχος 2 Κυκλοφόρησε.. Παρουσίαση περιοδικού Βακχικόν στο "Κανάλι Ένα - 90,4 fm"..



Η ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΕΦΑΛΑΙΑ :

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ "ΒΑΚΧΙΚΟΝ"

ΤΕΥΧΟΣ 2 "ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΣΕ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΚΑΠΝΟΥ"

ΣΕ ΝΕΟ ΑΝΑΝΕΩΜΕΝΟ SITE ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΜΦΟΡ


*ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ, ΓΚΟΥΜΑ, ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΜΑΧΑ, ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΡΑΒΑΝΗ, ΓΙΑΝΝΟΥΛΕΑ, ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.

**ΜΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΜΠΛΑΝΑ, ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, ΛΕΙΒΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟ "ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΤΙΘΑΣΟΥ" ΤΟΥ ΛΕΚΚΑ.

***ΜΕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΩΝ ΒΑΡΒΕΡΗ - ΠΑΝΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΚΙΣΗ ΚΑΙ ΚΟΥΝΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ.

****Α' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ "AGAINST THE DAY" PYNCHON ΑΠΟ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ, ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΝΑΛΗ ΚΑΙ Π.

*1/2 ΒΙΒΛΙΟΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΝΟΥΑΡ ΜΟΡΦΗΣ ΑΠΟ ΠΟΥΛΑΚΟ, ΠΟΙΗΣΗΣ ΑΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΡΕΤΡΟ ΑΠΟ ΝΤΑΡΔΗ.

**1/2 ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ ΓΡΑΦΕΙ Η ΤΣΟΛΑΚΟΥΔΗ, ΓΟΥΛΦ Η ΚΑΝΤΣΟΥ, ΜADRUGADA Ο ΡΗΤΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΠΟ ΙΤΑΛΙΑ.

***1/2 ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ ΑΠΟ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ ΦΑΡΣΟΦΙΛΟΣΟΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΡΙΑΔΑ.

****1/2 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ.

1/2 ΤΙ ΚΑΝΑΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ 17ΗΣ ΜΑΙΟΥ;

ΣΑΒΒΑΤΟ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2008
22.00 - 24.00
ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ
90,4 FM
"O AΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ"

Ο Γ.Ι. ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο Ν.Ι. ΠΟΥΛΑΚΟΣ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ
ΤΗ ΝΕΑ ΜΟΥΡΗ ΤΟΥ "ΒΑΚΧΙΚΟΝ"

ΚΑΙ ΕΙΣ ΑΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΠΑΙΔΕΣ...