31 Ιουλ 2008

"Αράς" - Αγγελική Σιγούρου (2008)

(...)

Απέμεινε το περίγραμμα του πλοίου.

Το σκάρτο του φορτίο μεταφέρει ανόρεχτα και η σκιά του λίγο-λίγο χάνεται από την επιφάνεια των κυμάτων. Ακριβώς όπως οι σκιές μας, που πλέον δεν ακολουθούν τα αποσυντεθειμένα μας κορμιά. Όμως κρατάμε τον ρυθμό της αταξίας κι έχουμε το κουράγιο να μην κλαίμε πάνω στο καινούργιο πτώμα. Ονειρευόμαστε την ύπτια θέση του μέσα σ’ ένα φανταστικό, τεράστιο πίνακα και στον αέρα ζωγραφίζουμε το λίκνισμά του.

Κάπου με περιμένεις
Εσύ
όπως
ο
οποιοσδήποτε
άντρας
που
λησμόνησε
σε
έναν
λαβύρινθο
τη
νερωμένη
του
προτού
προλάβει
να
της
δείξει
τον
δρόμο
της
επιστροφής – γυμνό επί δύο κάτω από το πέπλο της υποκρισίας.

Ήσυχα αποκοιμιέμαι, βυθισμένη στην αόρατη αιώρα που κρεμιέται στο κατάστρωμα. Μα πότε-πότε κάποιος έρχεται να με ξυπνήσει για να παραπονεθεί. Τον γυροφέρνει κάποιο έντομο ενοχλητικό, ή νιώθει την ελευθερία του να φεύγει οριστικά. Δεν τους οικτίρω. Εμείς δεν ήμασταν που βλέπαμε ναυάγια στα όνειρά μας; Είναι καιρός με τόλμη να κοιτάξουμε κατάματα το όνειρο. Προτείνω άλλη μια παρτίδα σκάκι για να βγει επιτέλους απ’ τη μέση ο βασιλιάς. Σε ένα από τα παιχνίδια, το άλογο είχε ξαφνικά ανεβεί στους ώμους μου και μες στο αυτί μου κάτι άρχισε να ψιθυρίζει. Έχασα όλους τους στρατιώτες μου όταν πίστεψα στα λόγια του, πως μόνο του – η αλαζονεία του είχε πει – μπορούσε να νικήσει. Κι αφού ό,τι χάνεται στη θάλασσα, χάνεται οριστικά, δεν έχω πλέον στρατό να πολεμήσω. Δυο ζώα που όλο και περισσότερο κουράζονται, δυο πύργοι που στην άμμο δεν στεριώνουν, μια πόρνη βασίλισσα που φοβάμαι να αγγίξω μήπως τη μνήμη μου επιστρέψει και ένας βασιλιάς που όλοι θέλουν το κακό του, όρθιος και πολύ θλιμμένος παριστάνει το άγαλμα.

(...)

ΣΠΑΡΑΖΩ, ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΑΦΗΣΕΣ ΤΟΣΟ ΜΟΝΗ; ΓΙΑΤΙ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΜΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΠΙΝΕΙΣ ΟΠΩΣ ΕΚΑΝΕ ΕΚΕΙΝΟΣ; ΕΙΚΟΝΑ ΣΕ ΜΙΣΩ! ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΑΥΤΟΣ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΑΥΤΟΥ ΤΟ ΝΟΙΑΞΙΜΟ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΤΟ ΔΙΧΤΥ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΤΟ ΣΑΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΜΟΥ ΜΕ ΚΡΑΤΑΓΕ ΑΝΟΙΧΤΗ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΤΙΠΟΤΑ, ΧΑΣΟΥ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ.

Δεν θέλω άλλο,
την αναπόφευκτη τραχύτητα, το αυστηρό αμείλικτο πρόσωπο αυτού που περιμένει,
εκείνον που ποτέ δε θα φανεί.
Δεν θέλω πια,
να συναντώ αγρίμια όσους με πόθησαν και τους αρνήθηκα.
Χαθείτε από μπροστά μου, όλοι.
Θέλω να σας ξεχάσω.
Θέλω στεριά κι εσείς πίσω μου να βουλιάζετε.
Ετούτη την πανούκλα δεν τη γέννησα εγώ.
Εσείς την έχετε επινοήσει, η απελπισία η δική σας.
Κουράστηκα να επαναλαμβάνω αρρώστια-θάνατο-ανάσταση.
Κουράστηκα.
Συγχώρεσέ με,
Μα ήθελα κι εγώ ένα μάρμαρο να με σκεπάζει.
Τότε ίσως έβρισκα τη δύναμη να σε ξαναπιστέψω,
να σε ξαναγαπήσω και να μη ζητώ
αντάλλαγμα.

(Μαρία)

*Η γνωριμία μας με την ποίηση της Αγγελικής Σιγούρου είχε γίνει πολύ καιρό πριν, μέσα στο μεγάλο διαδικτυακό χωριό της λογοτεχνίας.. Τα λογοτεχνικά περιοδικά "Poema" και "Poeticanet" είχαν δημοσιεύσει αποσπάσματα ποίησης της, θεατρικές παραστάσεις είχαν ανέβει βασισμένες στα "θεατρόμορφα" ποιήματα της, βραβεία και διακρίσεις είχε δεχθεί για την ποιοτική.. ποιητική της! Στην καινούρια ποιητική σειρά "Γεφύρια", που διαμόρφωσε στις Εκδόσεις Ηλέκτρα -ο ποιητής και μεταφραστής Γιώργος Μπλάνας, βρίσκει απάγκιο το βιβλίο της "Αράς". Μια ποιητική συλλογή, χωρισμένη σε έξι ενότητες - θεατρικά δρώμενα, συνολικής έκτασης 63 σελίδων. Η συλλογή "Αράς" της Σιγούρου -η οποία πλην των άλλων επιδίδεται σε μεταφράσεις για λογαριασμό των Εκδόσεων Ηλέκτρα- εγκαινιάζει τη νέα σειρά "Γεφύρια", μαζί με τους "Ύμνους της Νύχτας" του Νοβάλις (.. σε μετάφραση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου - βλ. κριτική Bang Σεπτεμβρίου Τεύχος 12). Σύμφωνα με πληροφορίες, η σειρά θα ανανεωθεί στα τέλη του χρόνου με την καινούρια ποιητική συλλογή του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου (βλ. προδημοσιεύση στο Βακχικόν Τεύχος 2 Ιούνιος - Άυγουστος 2008) και μεταφράσεις ποιημάτων του γάλλου Μισό, από τον ποιητή Ζ.Δ. Αϊναλή.

Διαβάστε επιφυλλίδα του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου για τη συλλογή "Αράς" της Αγγελικής Σιγούρου στην "Κυριακάτικη Αυγή" : http://www.avgi.gr/cgi-bin/hwebpressrem.exe?-A=495684&-w=&-V=hpress_int&-P

Bιογραφικό Αγγελικής Σιγούρου

Γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1973. Σπούδασε γαλλική φιλολογία, δραματική τέχνη, σύγχρονο και κλασικό χορό. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Νέα Πορεία, Ποίηση, Δρομολόγιο, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά Poeticanet και Poema. Έχει μεταφράσει από τα γαλλικά το θεατρικό έργο του Φερνάντο Πεσσόα Ο ναυτικός (Εταιρεία Θεάτρου «Μνήμη», 1998), το φιλοσοφικό δοκίμιο του Κώστα Παπαϊωάννου Κυνήγι, πατρίδα, χώρος, το διήγημα του Γκυ ντε Μωπασάν Ένας τρελός (Εκδόσεις Ηλέκτρα, 2008), και από τα αραβικά το μυθιστόρημα του Γκαμάλ Αλ Γιτάνι Πυραμίδες (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006), καθώς και την ποιητική συλλογή Κατάσταση Πολιορκίας του Μαχμούντ Νταρουίς. Ζει στη Σύρο, όπου διδάσκει σύγχρονο χορό και όπου, το 2005, δημιούργησε τη χοροθεατρική ομάδα «Ακροποδητί». *Ν.Ι.Π.

30 Ιουλ 2008

Ραδιοσινεμά και Κρόνενμπεργκ..



Ο Ν.Ι. Πουλάκος και ο "Κόσμος του Σινεμά" στο ρ/σ "MindRadio"..

Εκπομπή για τον Κινηματογράφο "Ο Κόσμος του Σινεμά" του Νέστορα Ι. Πουλάκου στο MindRadio.gr : Από τις 30/7/2008 και κάθε Τετάρτη, ώρα 19.00 - 21.00 το βράδυ, ο Νέστορας Ι. Πουλάκος αναλύει τις ταινίες της εβδομάδας, μεταφέρει το κλίμα από διάφορα φεστιβάλ, επιμελείται αφιερώματα από την ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου και μοιράζει προσκλήσεις για πρεμιέρες ταινιών. Στην επιμέλεια της μουσικής η Λένα Τσιλιβή. Η εκπομπή μεταδίδεται από τη συχνότητα του MindRadio στο λινκ
http://www.mindradio.gr/

Στην 1η εκπομπή, στις 30/7, ο σκηνοθέτης της "Μύγας" και των "Διχασμένων", ο άνθρωπος που τόλμησε να οπτικοποιήσει το "Γυμνό Γεύμα" του Μπάροουζ και να φτιάξει την ψυχολογική περιπέτεια "Crash", ο καναδός οραματιστής με τα άρτια -και πρόσφατα-, αισθητικώς, εγχειρήματα "Το Τέλος της Βίας" και "Επικίνδυνες Υποσχέσεις", Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, στο πιάτο σας, πλήρως αναλυμένος και.. απογυμνωμένος!

Όμορφα σάουντρακς θα επιμεληθεί η Λένα Τσιλιβή.

29 Ιουλ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧVΙΙ. Ποιητής Και Πυγμάχος" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Η περιπετειώδης ζωή του Αρτίρ Κραβάν

ΑΝΤΟΝΙΑ ΛΟΓΚ Shadow Box ΜΤΦΡ.: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ»

Φάμπιαν Λόιντ, γνωστός ως Αρτίρ Κραβάν, ποιητής και πυγμάχος, υπήρξε, και συνεχίζει να είναι, μια εμβληματική μορφή για όλους εκείνους που εμπνεύστηκαν από την έκρηξη των πρωτοποριακών κινημάτων του εικοστού αιώνα, ιδίως μάλιστα του ντανταϊσμού. Η φήμη του Κραβάν είναι στ' αλήθεια συγκλονιστική. Η ίδια του η ζωή μπόρεσε να αποτελέσει ένα ανυπέρβλητο έργο τέχνης: μποξέρ και ποιητής, ανιψιός του Οσκαρ Ουάιλντ, πλαστογράφος, άσος στις μεταμφιέσεις, άσος στις εξαφανίσεις, άσος στο πόκερ της σαγήνης, εμπνευστής σκανδάλων, γητευτής φιδιών (αλλά και ανθρώπων) και, κυρίως, λιποτάκτης δεκαεφτά στρατών. Μετά την εξαφάνισή του στον Κόλπο του Μεξικού, στα 1918, ο Κραβάν θα αναγορευθεί σε θρύλο. Εναν θρύλο ισάξιο εκείνου του Ιζιντόρ Ντικάς, ανώτερο από εκείνον του Αρτίρ Ρεμπό, έναν θρύλο που παραμένει αξεπέραστος, μιας που ουδείς καλλιτέχνης έκτοτε δεν κατάφερε να κάνει όσα ο Κραβάν, και μετά απλούστατα να εξαφανιστεί.

Ο Τζακ Τζόνσον υπήρξε ο πρώτος νέγρος πυγμάχος παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών, κάτι που προκάλεσε, όχι λίγες φορές, την μήνιν των ρατσιστών σε κάθε γωνιά των Ηνωμένων Πολιτειών. Συναντήθηκε με τον Κραβάν και αναμετρήθηκε στο ρινγκ μαζί του, στη Βαρκελώνη, σε έναν αγώνα που επίσης έχει αγγίξει τις διαστάσεις του θρύλου.

Η Μίνα Λόι υπήρξε, έως προσφάτως, ένας κρυφός αστερίσκος στην ιστορία της τέχνης του εικοστού αιώνα. Ηταν μοντερνίστρια ποιήτρια, εικαστικός καλλιτέχνης, φίλη του Μαρσέλ Ντισάν και του Εζρα Πάουντ, σύζυγος του Κραβάν και μητέρα της θυγατέρας του, της Φαμπιέν. Χάρη στον Roger L. Conover, ποιητή, πυγμάχο και υπεύθυνο εκδόσεων στο «ΜΙΤ Press», σήμερα γνωρίζουμε το έργο της Λόι. Χάρη στον ίδιο, θα γνωρίσουμε άγνωστες έως τώρα λεπτομέρειες του βίου και της πολιτείας του Αρτίρ Κραβάν, μιας που ο Conover συλλέγει επί μία εικοσιπενταετία το υλικό για να εκπονήσει τη βιογραφία του εκρηκτικού εκείνου πρωτο-ντανταϊστή.

Η νεαρή, ευειδής και Ιρλανδέζα (εμπρηστικός, ομολογουμένως, συνδυασμός) πεζογράφος Αντόνια Λογκ συνέλαβε την ιδέα της συγγραφής ενός μυθιστορήματος με πρωταγωνιστές αυτούς τους τρεις εξαιρετικούς, και όντως μυθιστορηματικούς, ανθρώπους. Το τέχνασμα που επινόησε συνίσταται στην ταξινόμηση και έκδοση μιας υποτιθέμενης αλληλογραφίας ανάμεσα στη Λόι και τον Τζόνσον. Μέσα από τις επιστολές, εκτυλίσσεται η ζωή του Κραβάν, όπως και των δύο επιστολογράφων: το παρελθόν τους, η εξέλιξή τους, τα γεγονότα που τους σημάδεψαν, οι ιδέες τους, οι αντιλήψεις τους, τα παράπονά τους, και πάει λέγοντας. Και πάντα, κρυφός πρωταγωνιστής παραμένει ο Αρτίρ Κραβάν.

Μαθαίνουμε πως η Λόι, από αστή, σύζυγος και μητέρα, σχετίστηκε με τους καλλιτεχνικούς κύκλους, γνωρίστηκε με τους φουτουριστές του Φίλιπο Τομάσο Μαρινέτι, με τους μοντερνιστές, με τους ντανταϊστές, με τον Μαρσέλ Ντισάν, αλλά και με τον Κραβάν, τον οποίο ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε στο Μεξικό. Πόσο την έθελξε, και την κέρδισε, το εσκεμμένο χάος των χρόνων που γέννησαν εκείνα τα πρωτοποριακά κινήματα και τα θυελλώδη μυαλά των πρωταγωνιστών τους. «Ηταν η ηλεκτρισμένη παράνοια του πλήθους που είχε φουντώσει από μόνη της, είχε γίνει τρέλα. Η ιδέα του χάους. Υπάρχει κάτι πιο ελκυστικό από το χάος για ένα άβουλο, νωθρό μυαλό; Οχι, όχι, για μένα ήταν ο λοστός που με άνοιξε. Αρκεί μονάχα ένα πράγμα για ν' αλλάξει η ζωή σου, Τζακ. Και για τη δική μου αυτό ήταν αρκετό. Μια δόση τρέλας», φέρεται να γράφει στον Τζακ Τζόνσον.

Η Αντόνια Λογκ αφηγείται, επίσης, σκηνές από το βίο του πυγμάχου Τζακ Τζόνσον: το πώς έφτασε από γιος γιων σκλάβων να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής πυγμαχίας, το πόσο μίσος προκάλεσε με τη σκανδαλώδη αδυναμία του στις λευκές γυναίκες και στα ακριβά αυτοκίνητα, για το πώς συνδέθηκε με τον Κραβάν και πώς έστησαν μαζί τον αγώνα στη Βαρκελώνη.

Παραλλήλως, εκτυλίσσεται το έπος του Αρτίρ Κραβάν. Η περιπετειώδης ζωή του, τα αλλεπάλληλα παιχνίδια του στη μεθόριο ανάμεσα στο νόμο και την παρανομία. Ο Κραβάν χλεύασε, και εγγράφως, αλλά κυρίως εμπράκτως, με τις ίδιες του τις πράξεις, κάθε καθεστηκυία τάξη που στένευε τα όρια της ελευθερίας του. Αρνήθηκε τα πάντα. Την τέχνη και την κοινωνική ζωή της εποχής του. Εξέδωσε το «Maintenant», ένα περιοδικό που έγραφε και συνέτασσε αποκλειστικά ο ίδιος, ασκώντας δριμεία, και σπαρταριστή, κριτική στις δεσπόζουσες τάσεις και φυσιογνωμίες του καλλιτεχνικού χώρου των Παρισίων, στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα. «Μπορείς να συνεχίζεις ασταμάτητα, και να μη σε πιάνουν ποτέ», αυτό φαίνεται ότι ήταν, σύμφωνα με υποτιθέμενα λόγια της Φαμπιέν, της θυγατέρας του, το credo του Κραβάν. Παντού προκαλούσε σκάνδαλο, ήταν κάτι αυτογενές, αυθόρμητο, δεν εντασσόταν σε κάποιο σχέδιο. Σύμφωνα με τη μυθοπλασιακή Λόι της Λογκ: «Μέσα σε μια νύχτα απέκτησε τη φήμη του τολμηρού, μιας απρόβλεπτης ιδιοφυΐας που δεν σπαταλούσε χρόνο για το κατεστημένο ή το νόμο... ήταν ένας μανιασμένος ντανταϊστής ήρωας, πάνω στη ζωή του οποίου στηρίζουν ολόκληρα δόγματα και λατρευτικές ιδεολογίες... Ολα όσα έκανε τα έκανε επειδή του προέκυπταν ελάχιστες στιγμές πριν. Χωρίς να υπάρχει μεγαλοφυές σχέδιο, κάποια καλλιτεχνική πρόθεση ή κάποιο ξόρκι εμπνευσμένο από την ποίηση, εκείνος έσπευδε να πραγματοποιήσει κάποια καινούρια ιδέα που του είχε κατέβει».

Η Μίνα Λόι σκιαγραφείται εναργώς από τη Λογκ. Η πορεία της στη σφαίρα του μοντερνισμού δεν ήταν θυελλώδης όπως εκείνη του συζύγου της, ωστόσο είχε συνάψει σχέσεις με κορυφαίες προσωπικότητες της καλλιτεχνικής σκηνής του εικοστού αιώνα (Μαρσέλ Ντισάν, Μαρινέτι, Πάουντ) και είχε συνθέσει ποιήματα που συνδύαζαν έναν κατακερματισμένο λυρισμό με εκρήξεις ανατρεπτικής ευφυΐας, καταφέρνοντας έτσι να φτάσει σε έναν ιδιότυπο, αποκλειστικά δικό της ποιητικό λόγο, όπου ισορροπούσαν απολύτως η άκρατη ευαισθησία και η περίτεχνη, εγκεφαλική επινοητικότητα. Αλήθεια, ποιος άραγε έχει αρχίσει να μεταφράζει το αριστουργηματικό τρίπτυχο Three Moments in Paris; Αξίζει πάντως τον κόπο!

Η Αντόνια Λογκ εμπνεύστηκε την ιδέα να συνθέσει αυτό το ενδιαφέρον επιστολικό μυθιστόρημα από τρεις στίχους του Ιρλανδού ποιητή Paul Muldoon, μας πληροφορεί στο επίμετρό του ο Νίκος Κούρκουλος. Η προσωπικότητα του Κραβάν τη γοήτευσε και την ώθησε στην έρευνα σχετικά με τη ζωή του, αλλά και με τη ζωή της Μίνας Λόι και του Τζακ Τζόνσον. Το υλικό που συγκέντρωσε τη βοήθησε στη σκιαγράφηση των τριών πορτρέτων, αλλά και στη δημιουργική ανάπλαση μιας ολόκληρης εποχής, ταραγμένης από παγκόσμια μακελειά, αλλά και από ρεύματα τέχνης και πολιτικής που άγγιξαν τον ακραίο ριζοσπαστισμό. Ενίοτε, ωστόσο, το κείμενό της είναι αδύναμο, δεν φαίνεται να αντανακλά επαρκώς την καταιγιστική ορμή που χαρακτήριζε τον Κραβάν και τον ντανταϊσμό, ή την παγερή ειρωνεία που διέθετε, στη ζωή και στο έργο του, μια άλλη εμβληματική προσωπικότητα όπως ο Μαρσέλ Ντισάν.

Πάντως, το Shadow-box είναι ένα εξόχως ενδιαφέρον μυθιστόρημα και αποτελεί μια καλή αφορμή ώστε κάποιος αρχάριος να παρασυρθεί στη γοητεία εκείνων των κινημάτων και κάποιος ήδη μυημένος να θυμηθεί πρόσωπα και πράγματα που τον συνεπήραν και στιγμάτισαν, για πάντα, τη νιότη του.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 6/12/2002.

28 Ιουλ 2008

"(Συνεχίζεται)" - Σωτήρης Κακίσης (2000)

περπατάνε και στο ταβάνι. βλέπω ανθρώπους αντίποδες, εμάς τους ίδιους δηλαδή ανάποδα, στα ταβάνια να πηγαινοέρχονται, να πηγαινοερχόμαστε, με την ίδια ταχύτητα, τις ίδιες, καθόλου, μα καθόλου, χορευτικές κινήσεις, κανονικά, όπως στη ζωή, όπως στο έδαφος. τι είμαστε άραγε στο ταβάνι, μετά θάνατον; άγγελοι περιορισμένοι στις αντανακλάσεις με μαγνήτες διαστημικούς και χωρίς φτερά, ή μια μικρή μόνο παράβασις απ' τον κόσμο μας, τον εξίσου θάνατο με τον Θάνατο;

*Κι η ιστορία του Σωτήρη Κακίση συνεχίζεται ...και συνεχίζεται! Ο γνωστός μεταφραστής, σεναριογράφος, στιχουργός, δημοσιογράφος, μα πάνω απ' όλα ποιητής και συγγραφέας Κακίσης, ο οποίος φέτος μας χάρισε μια ακόμη εξαίσια ποιητική συλλογή ("Τίγρεις", Εκδόσεις Ερατώ), στα 2000, εκδίδει από τον "στυλάτο" οίκο του Μανώλη Μανουσάκη τη συλλογή "(Συνεχίζεται)", η οποία περιλαμβάνει στο γνωστό του ύφος και τόνο ποιήματα: ποιήματα σε πεζή μορφή, που εξιστορούν γεγονότα μιας ζωής και μιας καθημερινότητας που διανύει ο Κακίσης από την έκδοση της τελευταίας του συλλογής έως την επόμενη... Γιατί πάνω απ' όλα η ποίηση του Κακίση είναι η ζωή του. Η ειλικρίνια και η αλήθεια του στίχου του, η αυτοβιογραφικότητά του..., αλλά με ωραίο τρόπο όχι μπανάλ, φυσικά! Αναζητήστε το βιβλίο στα μαγαζιά του κέντρου και δε θα χάσετε.
Ο Σωτήρης Κακίσης παραχώρησε στο 2ο τεύχος του περιοδικού "Βακχικόν" (Ιούνιος - Αύγουστος 2008) μια ανέκδοτη συνέντευξή του με τον Γ. Βαρβέρη και τον Γ. Πανουσόπουλο, ενώ στο επικείμενο 3ο τεύχος (Σεπτεμβρίος - Νοέμβριος 2008) θα παραχωρήσει τρία ανέκδοτα ποιήματά του από την επόμενη συλλογή του ("Μισό Νησί").
Διαβάστε για τον Σωτήρη Κακίση στο "Βακχικόν" :

- "Nα 'σαι Γατούλα" (Ερατώ, 1986) : http://vakxikon.blogspot.com/2008/04/1986.html *Ν.Ι.Π.

27 Ιουλ 2008

"Ανοιχτοί Χώροι" - Στέλιος Ροΐδης (2006)

Το στόμα μου στο στόμα σου. Τώρα έρχεσαι στα λόγια μου.
Είμαι εγώ, αυτός που κάποτε σε έπεισε να διεκδικήσεις την υποταγή σου.
Είσαι εσύ.
Αν θυμάσαι καλά έχουμε συναντηθεί από παλιά εκεί έξω.
Μέσα στην εγκαρδιότητα του φόβου, την αδιαλλαξία του κανονικού.
Την ατάλαντη χαρά του όχλου, την καταβεβλημένη πραγματικότητα.
Θυμάσαι;
Εγώ θυμάμαι. Το πρόσωπό σου. Παρόμοιο με το δικό μου.
Θυμάμαι ο ένας να ακολουθεί τον άλλον έως το σπίτι του.
Και εκεί να παίρνουμε τις θέσεις μας πίσω από τον καθρέπτη.
Άφωνοι και πρόστυχοι, εκμαιεύοντας μισόλογα και κακότεχνες απολογίες.
Ερωτευμένοι με τις δικαιολογίες μας, έχοντας τις τσέπες γεμάτες πάντα χρόνο
Και αποδείξεις, κυρίως αποδείξεις ότι δεν φταίξαμε εμείς. Αλλά εγώ έφταιξα.
Και τώρα σε αφήνω μόνο σου να κοιτάς ότι λείπει. Αυτό πάντα κοιτούσες.
Την απουσία σου. Μην ντρέπεσαι να το παραδεχθείς δεν είναι κανείς εκεί.
Ή είναι;
Πρόδοσε την μέθοδό σου πριν προδοθείς από αυτήν. Κατανόησε την το ίδιο κάνει.
Ποιος κρύβεται πίσω από την μέθοδο; Ποια αναρχία την εξηγεί; Ποια τραγωδία;
(...)
Άλλωστε καθένας έχει το δικό του τρόπο να δηλώνει.
Την ευγνωμοσύνη του για την τύψη του θανάτου.
Αυτός εδώ είναι ο δικός μου.

*Πριν από περίπου ένα μήνα, ο Στέλιος Ροΐδης μας συστήθηκε με την εξαίρετη "Σιωπή του Καλοκαιριού", το 60 και τελευταίο έως σήμερα ποιητικό του βήμα (Εκδόσεις Έψιλον, 2007). Από τις ιδίες εκδόσεις, που έχουν ως έδρα την Κέρκυρα, ένα χρόνο πριν, ο Ροΐδης έκδοσε την πέμπτη ποιητική του συλλογή. Οι "Ανοιχτοί Χώροι" είναι μια συλλογή ποιημάτων τελείως διαφορετική από την μετέπειτα "Σιωπή του Καλοκαιριού", που πέρα από τα καινούρια ποιήματα, περιλαμβάνει την ενότητα "7 ιστορίες τρόμου για μια κωμωδία", η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ είναι τα 7 πρώτα ποιήματα που έγραψε ο Ροΐδης στα 1997, όταν και ξεκινούσε να ασχολείται με την ποίηση. Και μη σας φανείς καθόλου παραξένο αν σας πω ότι είναι εκπληκτικά δείγματα γραφής, πολύ καλύτερα από ποιήματα των δύο τελευταίων συλλογών που έχουμε διαβάσει. Στο τεύχος 3 (Σεπτέμβριος - Νοέμβριος 2008) του περιοδικού "Βακχικόν", θα παρουσιαστούν καινούρια ανέκδοτα ποιήματα του Στέλιου Ροΐδη, ο οποίος αυτή την περίοδο εργάζεται για να εκδοθεί η 7η ποιητική του συλλογή.

Διαβάστε για τον Στέλιο Ροΐδη στο "Βακχικόν" :

- "Η Σιωπή του Καλοκαιριού" : http://vakxikon.blogspot.com/2008/06/2007.html *Ν.Ι.Π.

26 Ιουλ 2008

"Sotiris Pastakas : The Isle Of Chios (2002)" [Translated by Yannis Goumas - 2008]


I am in need of your words,
baby, your verbal
coinage, your instinct.

Don’t relegate me
to our acrobatic sex, to the moments
of complete abandon.

I know how good you are at this,
and I also know that I undertook
the supporting role.

*

The more poetry decreases, the more
poets increase.
The more difficult love becomes,
the easier Romeos,
pro paramours
and those in love

make a name for themselves.

*

August full moon,
beach parties, all-night shindigs,
high jinks.
This full moon belongs
to everyone. How sad, I muse,
that we should share the ordinary
from different places, the first moon waned
since our separation and daily
I have to be content with sorrow,
a positive absence
and an erection yonder.

*

You grabbed hold of your handbag
and left, the moment they brought
what we had ordered. I stay put,
so as not to consider yet lost
your lost love,
as the frappuccino sweats
and the straw
is orphaned.

*

Insomnia is running behind me
and I am running to dodge it.
The more I run the more I recollect
and the more I recollect the more I can’t sleep.

25 Ιουλ 2008

"Book Of Logging" - Leonard Cohen (2006)

Αν ήξερες πόσο σε αγαπάμε
θα κρυβόσουν
δεν θα τα έκανες όλα άνω - κάτω
με το πάθος
που σκότωσε τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους
στη Χιροσίμα
ή που μάζεψε τα βράχια στο φεγγάρι
για να τα κάνει σκόνη
αναζητώντας σε
αναζητώντας το χαμένο σου στήριγμα.

*
Ο Ρόσι είναι κατάκοπος
Ξαπλώνει στο κρεβάτι του ζώντας με τους νεκρούς.
Μα τώρα θέλει να τα πιεί
(δεν θα πάψουνε λοιπόν ποτέ τα θαύματα;)
Κηρύσσει πόλεμο στον πόλεμο
Και πόλεμο κηρύσσει στην ειρήνη
Στην αίθουσα του θρόνου καθισμένος
πάνω στο μεγάλο Πρωτότυπο Πρόσωπό του
πολεμά το Τίποτα
που έχει στη θέση του το ΚάτιΤο στομάχι του είναι ανακουφισμένο
Τα δαμάσκηνα κάνουν καλά τη δουλειά τους
Δεν υπάρχει κανείς να πάει στον Παράδεισο
Και δεν μένει πια στην Κόλαση κανείς.

*Το «Βιβλίο του Πόθου» του Λέοναρντ Κοέν, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις IANOS στη σειρά IANOS ο Μελωδός, πρωτοεκδόθηκε στον Καναδά το 2006 και περιέχει 167 ποιήματα και σχέδια του ιδίου. Η 2η έκδοση του βιβλίου στην Ελλάδα, κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2008, αυτή τη φορά χωρίς το αγγλικό κείμενο. Αυτή είναι η επιθυμία του ποιητή Cohen για τις ξενόγλωσσες εκδόσεις του βιβλίου παγκοσμίως, προκειμένου να είναι πανομοιότυπες με την αγγλική έκδοση.
Η 1η έκδοση έγινε δίγλωσση τιμητικά προς τη μητρική γλώσσα του Leonard Cohen, ο οποίος διατηρεί στενές σχέσεις με την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες.
Γραμμένο στην Ινδία, στον Καναδά, στην Αμερική και στην Ελλάδα, είναι αποκαλυπτικό, γιατί στα ποιήματα που καταθέτει ο μεγάλος Καναδός τραγουδιστής και συνθέτης αποτυπώνεται ο εσωτερικός του κόσμος με εξαιρετικό τρόπο που κάνει την ποιητική του τέχνη γοητευτική. Άνθρωποι, ζώα, φύση, παρόντες, απόντες, γυναίκες, άντρες, παιδιά παρελαύνουν σε ένα πραγματικό χρόνο· εκεί αποτυπώνονται με την πένα του και μας αναγκάζουν να σταθούμε δίπλα στην αφήγησή του.
Ο Λέοναρντ Κοέν δεν αφήνει τίποτα που να μην σχολιάζει από αυτά που είδε στην ζωή του. Αυστηρός, είτε μιλάει για την Γαλλία στην εποχή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, είτε θυμάται τον Λόρκα, για τον οποίο έχει πληροφορίες πως ζει στη Νέα Υόρκη. Ξέρει όσο κανείς άλλος τις γυναίκες και καταθέτει ηδυπαθή ποιήματα γι’ αυτές.
«Το Βιβλίο του Πόθου» κυκλοφορεί σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου και επιμέλεια του ποιητή και εκδότη του περιοδικού "Οδός Πανός" Γιώργο Χρόνα.

Βιογραφικό Λέοναρντ Κοέν
(από το "ΑΝΑ-ΜΡΑ Culture")

Μελαγχολικός. Πολιτικοποιημένος. Ανήσυχος. Βραχνό ηχόχρωμα τενόρου.«Με τέτοια φωνή, μόνο στον Καναδά θα βραβευόμουνα» είπε αυτοσαρκαστικά όταν το 1992 βραβεύτηκε ως ο καλύτερος τραγουδιστής της χρονιάς.Ο Λεονάρντ Κοέν. Που το ποιητικό του έργο παρουσίασε σε τραγούδια ,ο Αμερικανός συνθέτης Φίλιπ Γκλας στο θέατρο Badminton από τις 8 έως τις 12 Ιουλίου. O ίδιος ο Κοέν θα δώσει συναυλία στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου, στο Τerra Vibe.Πρόσφατα οι εκδόσεις ΙΑΝΟΣ κυκλοφόρησαν τα ποιήματά του με τον τίτλο «Το βιβλίο του πόθου». Είναι 167 ποιήματα και 40 σκίτσα του Κοέν. Είκοσι από αυτά επέλεξε ο Γκλας στήνοντας μια μουσική παράσταση με σόλο ερμηνείες, κουαρτέτα και ομαδικές εκτελέσεις. Πρόκειται για μια παράσταση με λόγο και μελωδία.Στη διάρκειά της ο Κοέν θα ερμηνεύει –από μαγνητόφωνο- μπαλάντες του, θα αφηγείται λεπτομέρειες από τη ζωή, θα απαγγέλλει ποιήματα, ενώ θα τραγουδήσουν οι Mick Rossi, Timothy Fain, Wendy Sytter, Eleoneore Oppenhiem, Megan Marof.Ο Φίλιπ Γκλας είναι ένας από τους ξεχωριστούς συνθέτες της μινιμαλιστικής μουσικής σχολής, με χαρακτηριστικό του τα σύνθετα ρυθμικά μοντέλα. Καθιερώθηκε το 1976 με την πεντάωρη όπερα «Εinstein on the Beach» και έγινε γνωστός διεθνώς με τη μουσική για τους Ολυμπιακούς αγώνες του Λος Άντζελες, το 1984.Στην Ελλάδα παρουσίασε το 2006 στο Ηρώδειο τη μουσική για την ταινία «Η Πεντάμορφη και το τέρας» και το 2004 το έργο του «Οrion».

Ο Λεονάρντ Κοέν ήρθε στον κόσμο στις 21 Σεπτεμβρίου 1934 στο Μόντρεαλ Καναδά.Μουσικός της ποπ, επηρεασμένος από την αμερικανική μουσική κάντρυ και την ευρωπαϊκή μελωδία των καμπαρέ, τραγουδάει μπαλάντες με ένα δικό του βραχνό τρόπο.Η θρησκεία, η μοναξιά, ο έρωτας, ο πόλεμος αποτελούν τα θέματα του.Ο πατέρας του ευκατάστατος εβραίος έμπορας υφασμάτων, πέθανε όταν ο Κοέν ήταν έξι ετών.Έφηβος έμαθε κιθάρα και έγινε μέλος του συγκροτήματος «Βuckskin Boys». Φοιτητής στο Πανεπιστήμιο McGill έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Το 1963 εγκαταστάθηκε στην Ύδρα, γράφοντας ποιήματα Το 1966 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Θαυμάσιοι αποτυχημένοι» που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία.Το 1967 πήγε στις ΗΠΑ και αφιερώθηκε στο τραγούδι και στη σύνθεση.Το 1992 έβγαλε τον πιο πολιτικοποιημένο δίσκο του με τίτλο «The Future». Το 1994 αποφάσισε να γίνει βουδιστής. Χειροτονήθηκε μοναχός, αλλά το 1999 εγκατέλειψε το μοναστικό βίο για να επιστρέψει στα εγκόσμια και να συνεχίσει τη δικογραφία. Είναι πατέρας δύο παιδιών που απέκτησε από τη Σούζαν Έλροντ την οποία δεν παντρεύτηκε. Οι γυναίκες παίζουν κεντρικό ρόλο στη ζωή του ως ερωμένες και ως μούσες…Η πρόσφατη σύντροφός του Αντζάνι Τόμας κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ που το έγραψε μαζί με τον Κοέν.Το τραγούδι «Σουζάν» ήταν εμπνευσμένο από τη γυναίκα ενός γλύπτη φίλου του , τη Σουζάν Βερντάλ, γι’ αυτό λέει ότι «άγγιξε το τέλειο σώμα της μόνο με το μυαλό».Ως που την πάτησε από μια γυναίκα…Η επί 17 χρόνια μάνατζέρ του και για ένα διάστημα ερωμένη του Κέλεϊ Λίντς του πήρε 5 εκατομμύρια δολάρια από τον τραπεζικό του λογαριασμό, αφήνοντάς του μόνο 150.000 δολάρια για συνταξιοδοτικό του κεφάλαιο.Η κλοπή αυτή τον έκανε πιο συμπαθή στους θαυμαστές του και τον οδήγησε στο να εντείνει τη μουσική και ποιητική του παρουσία.Το «Βιβλίο του πόθου», γραμμένο στην Ινδία, στον Καναδά, στην Αμερική, αποτυπώνει τον εσωτερικό του κόσμο που συντίθεται από φύση, παρόντες, απόντες, γυναίκες, γυναίκες, άντρες, παιδιά. *Ν.Ι.Π.

24 Ιουλ 2008

"Καρέ του Κινηματογράφου" - Ν.Ι. Πουλάκος


Ένα ξεχασµένο αριστούργηµα, ο µετρ τού σασπένς, ένα ανάλαφρο µιούζικαλ και το ελληνικό τέκνο τής σύγχρονης ψηφιακής εποχής στον καµβά τού Ιουλίου.

Εν µέσω καύσωνα και λοιπών θερµικών επεισοδίων, το σινεµά πρωτοστατεί στις προτιµήσεις µας είτε µε ανάλαφρες µουσικοχορευτικές παραστάσεις χολιγουντιανού βεληνεκούς είτε µε ταινίες τής underground κουλτούρας, που αποδεικνύουν την αγάπη νέων ανθρώπων για το σελιλόιντ. Ο Σπύρος Σταθουλόπουλος µε το πειραµατικό του µονοπλάνο… εκ Κολοµβίας, έχει κάνει τον γύρο τού κόσµου και έχει αποθεωθεί σε όποιο φεστιβάλ έχει παραβρεθεί. Το «PVC – 1» έρχεται να ταράξει τα λιµνάζοντα νερά τής χώρας µας, καταδεικνύοντας την αδυναµία τού ελληνικού κινηµατογράφου να απορροφήσει τα δικά του παιδιά. Από την άλλη πλευρά, όπως και σε κάθε καλοκαιρινό µήνα, δεν λείπουν σηµαντικές επανεκδόσεις τού παρελθόντος, οι οποίες προκαλούν νοσταλγία στους παλιούς και µαθαίνουν στους νέους τι εστί σινεµά, διά χειρός Άλφρεντ Χίτσκοκ και Χιρόσι Τεσιγκαχάρα. Ο «Σιωπηλός Μάρτυρας», ή αγγλιστί «Rear Window», είναι η ταινία που διέλυσε την οποιαδήποτε αµφιβολία τού καθενός για τη σκηνοθετική µαεστρία τού «Χιτς», ενώ η «Γυναίκα στους Αµµόλοφους» είναι το ξεχασµένο αριστούργηµα ενός σηµαντικού Ιάπωνα σκηνοθέτη, ο οποίος –δυστυχώς –έµεινε άγνωστος στη Δύση για πολλές δεκαετίες, εξαιτίας της πρωτοκαθεδρίας του Κουροσάβα, του Όζου και του Μιγιογκούτσι.

«Mamma Mia!» (2008)

Διανθισµένη από τη µουσική και τα τραγούδια των ΑΒΒΑ, η ταινία «Mamma Mia!» αφηγείται την ιστορία της Σόφι Σέρινταν (Αµάντα Σέιφριντ), ενός νεαρού κοριτσιού που προσπαθεί να ανακαλύψει τον πραγµατικό της πατέρα. Η αλήθεια για την καταγωγή της κρύβεται στο καλοκαιρινό περιβάλλον ενός ελληνικού νησιού, στο οποίο η µητέρα της Ντόνα Σέρινταν (Μέριλ Στριπ) είχε ζήσει είκοσι χρόνια πριν, στις αρχές τής δεκαετίας τού ’80. Ο Πιρς Μπρόσναν (Σαµ), ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ (Μπιλ) και ο Κόλιν Φέρθ (Χάρι) υποδύονται τους τρεις πιθανούς πατέρες τής Σόφι.Η ταινία βασίζεται στο επιτυχηµένο µιούζικαλ «Mamma Mia!», τη διάσηµη θεατρική παράσταση που παίζεται από τις αρχές Μαΐου στο Θέατρο Μπάντµιντον στην Αθήνα, σε σκηνοθεσία τής Φιλίντα Λόιντ που σκηνοθέτησε το µιούζικαλ και στο θέατρο.Από τα απολαυστικότερα σηµεία τού φιλµ είναι ότι η Μέριλ Στριπ και ο Πιρς Μπρόσναν θα τραγουδήσουν οι ίδιοι µαζί µε τους υπόλοιπους συντελεστές τις µεγαλύτερες επιτυχίες των Σουηδών ΑΒΒΑ. Ανάµεσά τους και τα τραγούδια: «Dancing Queen», «Super Trouper», «Gimme, Gimme, Gimme», «Chiquitita» κ.ά.Να υπενθυµίσουµε ότι τα γυρίσµατα της ταινίας είχαν γίνει το περσινό καλοκαίρι, εν µέσω των µεγάλων πυρκαγιών, στη Σκόπελο, τη Σκιάθο και το Πήλιο.
Το «Mamma Mia!» βγαίνει στις αίθουσες στις 3/7 από την UIP.

«PVC – 1» (2007)

Γυρισµένο εξ’ ολοκλήρου µε µία λήψη, η ταινία «PVC-1» είναι εµπνευσµένη από µια αληθινή ιστορία: το 2000, σε µια αγροτική περιοχή της Κολοµβίας, µια γυναίκα και η οικογένειά της έπεσαν θύµατα µιας ασυνήθιστης τροµοκρατικής ενέργειας για λύτρα 7.000 δολαρίων. Τροµοκράτες, πιστεύοντας ότι η οικογένεια είναι πλούσια, παγιδεύουν τα µέλη της και απαιτούν τα χρήµατα. Τοποθετούν στον λαιµό τής µητέρας έναν εκρηκτικό µηχανισµό µε αποτέλεσµα η µητέρα να γίνει κυριολεκτικά µια ωρολογιακή βόµβα και να βρεθεί παγιδευµένη σε ασύλληπτες συνθήκες ψυχολογικής και σωµατικής πίεσης. Η γυναίκα και η οικογένειά της κάνουν δραµατικές προσπάθειες να απενεργοποιήσουν τη βόµβα καθώς ο χρόνος µετρά αντίστροφα και η ένταση κορυφώνεται.Το φιλµ «PVC-1» πήρε το όνοµα του από τον τύπο τής βόµβας, στην οποία ήταν εγκλωβισµένη η γυναίκα. Η κάµερα του Σταθουλόπουλου έχει ως επίκεντρό της τον ωρολογιακό µηχανισµό γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλοι οι ήρωες-τραγικά πρόσωπα της ιστορίας. Η ταινία γυρίστηκε στη µικρή πόλη Κουντιναµάρκα της Βιλέτα στην Κολοµβία, µε επαγγελµατίες και ερασιτέχνες ηθοποιούς. Πρόκειται για ένα τολµηρό εγχείρηµα, αφού είναι όλο γυρισµένο µε µία λήψη 85 λεπτών. Ο Σταθουλόπουλος, γνωρίζοντας τους περιορισµούς που έχει το γύρισµα σε φιλµ 35mm, αποφάσισε να γυρίσει την ταινία σε miniDV, όπως ακριβώς έκανε λίγα χρόνια πριν ο σηµαντικός Ρώσος σκηνοθέτης Αλεξάντερ Σοκούροφ µε τη «Ρωσική Κιβωτό» –άρα, λοιπόν, έχουµε τις δυο και µοναδικές ταινίες-µονοπλάνα τής σύγχρονης ψηφιακής εποχής.Ο Σπύρος Σταθουλόπουλος, ο οποίος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά µετανάστευσε σε νεαρή ηλικία στην Κολοµβία, κάνοντας εκεί τις πρώτες του ταινίες, παρακολούθησε για τρεις µήνες εντατικά προγράµµατα εκγύµνασης για να µπορέσει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις τού γυρίσµατος. Αυτήν την εποχή βρίσκεται στα studios της Warner στο Χόλιγουντ και δουλεύει επάνω στην επόµενη ταινία του. Το «PVC – 1», ένα κατόρθωµα της σύγχρονης εποχής, έκανε παγκόσµια πρεµιέρα στις Κάννες του 2007, στο Δεκαπενθήµερο Σκηνοθετών, ενώ απέσπασε πέντε βραβεία στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Σόφιας.
Το «PVC – 1» βγαίνει στις αίθουσες στις 10/7 από τη Filmtrade.

«Γυναίκα στους Αµµόλοφους» (1964)

Μια από τις σηµαντικές στιγµές τής ιαπωνικής κινηµατογραφίας στη δεκαετία τού ’60, και παράλληλα η αποκάλυψη στη Δύση τής σουρεαλιστικής, ιδιοσυγκρασιακής θεώρησης του κόσµου από τον Χιρόσι Τεσιγκαχάρα. Ένας ερασιτέχνης εντοµολόγος αφήνει το Τόκιο για να µελετήσει ένα αταξινόµητο είδος σκαθαριού που ζει σε µια µακρινή, αχανή έκταση ερήµου. Όταν χάνει το λεωφορείο για να επιστρέψει στο σπίτι του στην πόλη, αποφασίζει να περάσει τη νύχτα στην καλύβα µιας χήρας που βρίσκεται στον πυθµένα ενός αµµόλοφου. Το αποτέλεσµα είναι µια από τις πιο δυνατές στιγµές µάχης των δύο φύλων στην ιστορία του σινεµά, και συνάµα και µια δραµατική παραβολή τού αγώνα για ζωή.Ενώ η Δύση αγιοποιούσε επί δεκαετίες την ιερή τριάδα τού ιαπωνικού κινηµατογράφου (Κουροσάβα – Όζου – Μιγιογκούτσι), τα ιαπωνικά στούντιο έκρυβαν καλά στους κόλπους τους έναν σπουδαίο µεταπολεµικό σκηνοθέτη µε ήθος, ύφος και σκηνοθετική µαεστρία που σπανίζουν. Ο Χιρόσι Τεσιγκαχάρα (µαζί µε τον Μίκιο Ναρούσε) δούλεψε στο στούντιο της Toho. Η «Γυναίκα στους Αµµόλοφους» (1964) του χάρισε δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ και το Ειδικό Βραβείο τής επιτροπής στις Κάννες, καταθέτοντας µία από τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές για την πυρετώδη διαµάχη των δύο φύλων. Εκεί, όµως, που η avant-garde µατιά αυτού του σπάνιου σκηνοθέτη γίνεται ακόµη πιο έντονη είναι τόσο στην πρώτη µεγάλου µήκους ταινία του («Ο Λάκκος», 1962) όσο και στην επόµενη της «Γυναίκας…» ταινία του («Το Πρόσωπο ενός Άλλου», 1967), όπου η κάµερά του περιπλανιέται σε σκοτεινά τοπία και µυστηριώδεις διαπροσωπικές σχέσεις.
Η «Γυναίκα στους Αµµόλοφους» βγαίνει στις αίθουσες στις 3/7 από τη New Star.

«Σιωπηλός Μάρτυρας» (1954)

Αν ο θεατής µπορούσε να επέµβει µέσα στην ταινία για να σώσει την κατάσταση, θα το έφτιαχνε ο τροµερός Άλφρεντ Χίτσκοκ. Ο άρχοντας του τρόµου έχει τον θεατή στο χέρι, µπορεί να τον κάνει ό,τι θέλει: να τον ζαλίσει, να τον τρελάνει, να τον αγχώσει, να τον τροµάξει, να τον φέρει σε κατάσταση πανικού. Ένας ριψοκίνδυνος φωτορεπόρτερ βρίσκεται ακινητοποιηµένος, µε το πόδι στο γύψο, και για να περάσει την ώρα του παρακολουθεί τους γείτονές του. Ώσπου γίνεται αυτόπτης µάρτυρας του φόνου που διέπραξε ένας από τους ενοίκους τής απέναντι πολυκατοικίας. Με τη βοήθεια της αγαπηµένης του συντρόφου, προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκληµα. Η Γκρέις Κέλυ και ο Τζέιµς Στιούαρτ δίνουν σπουδαίες ερµηνείες, σε µια ταινία που τιµήθηκε µε τέσσερις υποψηφιότητες Όσκαρ.Η σηµαντική χιτσκοκική κληρονοµιά τής ηδονοβλεψίας και του σασπένς είναι εδώ όπου ο δηµιουργός συνθέτει επιδέξια την αγωνία µε τον λεπτό ιστό τού αδηφάγου τρόµου. Ο φωτορεπόρτερ πείθεται ότι είναι ο αυτόπτης µάρτυρας του φόνου που διέπραξε ένας από τους απέναντι ενοίκους, στη µεγάλη αυλή του Μεγάλου Αδελφού, όπου περικλείει τους προσωπικούς φόβους σε δηµόσιους χώρους, κατά την άποψη του γάλλου κινηµατογραφιστή Αλέν Ρενέ. Ο ευνουχισµός τού θεατή εγγράφεται σε αυτόν του πρωταγωνιστή, η µετωνυµία για τον ίδιο τον κινηµατογράφο ολοκληρώνεται, και ο Χίτσκοκ καταλήγει σε µια σύνθετη πραγµατεία πάνω στην αδιέξοδη και περιορισµένη φύση τής αναπαράστασης. Η δοµή τής ταινίας, η φόρµα τής παραγωγής, το κεντρικό της µοτίβο εντέλει, ήταν σίγουρα συστατικά δόµησης ταινιών και παραγωγής νοσηρών ρυθµών ακραιφνών καταστάσεων στη «Συνοµιλία» του Κόπολα, στο «Blow Up» του Αντονιόνι, στα θρίλερ τού Ντάριο Αρτζέντο.
Ο «Σιωπηλός Μάρτυρας» βγαίνει στις αίθουσες στις 3/7 από τη Seven Films.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 34 του περιοδικού Γαλέρα (Ιούλιος 2008).

23 Ιουλ 2008

"Τα Πορτρέτα της Ωριμότητας" - Γιάννης Γκούμας (2007)

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Η συλλογή αυτή που θα διαβάσετε
δεν είναι τέχνασμα για τη στήριξη τραυμάτων.
Δεν τρέφεται από το ευαγγέλιο
αυτοσυνείδησης και αυτοεκτίμησης.
Δεν επιθυμεί να δημιουργήσει ένα χαρακτήρα
που ελέγχει τον εαυτό του
σε μια αίθουσα όλο καθρέφτες
κάθε φορά που κάτι σκέπτεται ή νιώθει.
Την κάθε λέξη τη βαραίνει ο πόθος
για γιατρειά και όχι πλήγωμα.
Τώρα αν ο ποιητής φαίνεται να έχει ξεμείνει
παρά τη θέλησή του σε μια αιώνια παιδική ηλικία
είναι γιατί όταν γεννήθηκε
είπαν: «Είναι αγόρι».
Κι αυτό ήταν όλο.

ΔΟΥΛΕΙΑ

Πλένω τα πιάτα
που έπλενε η μητέρα μου
και η μητέρα της πριν απ’ αυτήν.
Τα σκουπίζω καλά καλά
και τα τοποθετώ πίσω
στο ντουλάπι.
Πηγαίνω στο παράθυρο
και γέρνω το κεφάλι.
Η παραλία πέρα γυαλίζει
σαν κολλητική ταινία.
Με λύπη σκέφτομαι: ποιος θα υπάρξει
να συνεχίσει τούτη τη δουλειά;

H EΠΙΣΚΕΨΗ

Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Με καρδιά προβαρισμένη για τον ήχο,
βάδισα μέσα από πέπλα μνήμης
και άνοιξα την πόρτα σ’ έναν τέταρτο αιώνα
απουσίας, είκοσι-πέντε χρόνια ανακωχής
με πλάτη και μήκη.
Δακρυσμένοι πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Φιληθήκαμε, λες και φιλούσαμε εικόνα.
Σταθήκαμε μετά λίγο πίσω να δούμε πόσο νωχελικά
μεγάλωσαν τα χρόνια προς το τώρα.
Αυτό ήταν πράξη πρώτη. Πράξη δεύτερη θα μπορούσε να ’ταν
μια πρόβα τζενεράλε γδυσίματος, εάν το ρόλο που κάποτε παίζαμε
δεν τον σερβίραμε ως κρασί στα ποτήρια μας.

[Σημείωμα του επιμελητή της συλλογής Σπύρου Αραβανή, φιλόλογου, δημοσιογράφου και συν-εκδότης της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης "Ποιείν"]

Ο Γιάννης Γκούμας, αγγλόφωνος ποιητής –με εκδόσεις σε σημαντικούς αγγλικούς εκδοτικούς οίκους– και μεταφραστής των περισσότερων παλαιότερων και σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, στα Πορτρέτα της ωριμότητας αποφασίζει για πρώτη φορά ο ίδιος να μεταφράσει τον εαυτό του. Τι σημαίνει αυτό; Πως για πρώτη φορά αισθάνεται έτοιμος να μιλήσει στη μητρική του γλώσσα, ικανός να εξομολογηθεί στην πατρική του διάλεκτο, ώριμος να γνωστοποιήσει τη γονική του ιδιόλεκτο. Κι αυτό γιατί αντιλαμβάνεται πως έφτασε πια η (ποιητική) ώρα να πάρει επιτέλους κάποιος το νήμα από τα χέρια του Σοφοκλή και να ξετυλίξει αλλιώς τον οικογενειακό μύθο, εκπροσωπώντας έτσι όσους δεν τόλμησαν ποτέ να ομολογήσουν πως ο Οιδίποδας ήταν ο παιδικός τους ήρωας…
Βαθύτατα ειρωνικός και γενναία αυτό-αναφορικός μιλά με γλώσσα κοφτερή για πρόσωπα κοντινά του αλλά και για χαρακτήρες γειτονικούς, για καταστάσεις καθημερινές αλλά και για αισθήματα διαχρονικά, για τις επικαιρικές τέχνες αλλά και για την απανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα ποίηση. Έτσι φτάνει στο τέλος του ποιητικού δρόμου, εξαγνισμένος και νικητής, γνωρίζοντας πως όσο φως και αίμα ξόδεψε στη διαδρομή της ζωής προς αναζήτηση της εσώτερης και εξώτερης αλήθειας, όλα αποκαθίστανται στην ποίηση…

*Ο Γιάννης Γκούμας είναι μια σπουδαία όσο και ενδιαφέρουσα περίπτωση στα ελληνικά ποιητικά χρονικά. Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για το "Βακχικόν" που του παραχώρησε τρια ανέκδοτα ποιήματά του για το τρέχον τεύχος (.. Νο 2) αλλά και μια αποκλειστική συνέντευξη, που θα δημοσιευτεί στο επικείμενο τεύχος του Σεπτεμβρίου (... Νο 3). Ο Γκούμας με τα "Πορτρέτα της Ωριμότητας" έφτασε -κυριολεκτικώς- στο ποιητικό του απόγειο. Σαφώς η καλύτερη και ποιοτικότερη ελληνόφωνη ποιητική συλλογή του, πολλά βέβαια οφείλονται στον επιμελητή Σπύρο Αραβανή για την επιλογή των ποιημάτων μέσα από ένα ογκωδέστατο αρχείο ανέκδοτων ποιημάτων πολλών ετών, περιλαμβάνει ποιήματα από όλο το κοινωνικό/ χρονικό/ συναισθηματικό φάσμα του ποιητή, μα πάνω απ' όλα, άνθρωπου Γκούμα. Η σχέση με τον πατέρα του, τη μητέρα του, τους συγγενείς αλλά και τους εραστές του, κυριώς όμως η σχέση του με τον κόσμο και η αντίληψή του για αυτόν. Ο Γιάννη Γκούμας με την τελευταία του ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε από τις νεοσύστατες Εκδόσεις Heteron σε επιμέλεια εξωφύλλου του εικαστικού Στράτου Φουντούλη (εκδότης του περιοδικού Στάχτες), μας ζητάσει -προφανώς- να διαβάσουμε κι άλλα κι άλλα κι άλλα ποιήματά του..

Διαβάστε για τον Γιάννη Γκούμα, τη ζωή και το έργο του, στο "Βακχικόν" :

- "Tρία Οκτασέλιδα του Μπιλιέτου (1998 - 2005) " : http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/blog-post_29.html
- "Η Σιωπή των Άλλων (1997)" : http://vakxikon.blogspot.com/2008/06/1997.html *Ν.Ι.Π.

22 Ιουλ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧVΙ. Στους Λαβύρινθους της Πολιτικής Σκοπιμότητας" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΣΑΣΑ Η υπόθεση Μόρο ΜΤΦΡ.: ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ«ΠΑΤΑΚΗΣ»

Ξέρουμε, από τη μακρινή εποχή του Αντώνιου, του Οκτάβιου και του Λέπιδου, τι ρόλο παίζει η λεπίδα κάτω από το μανδύα στις συζητήσεις για τη νομή της εξουσίας. Και ξέρουμε, αν και όχι τόσο καλά όσο θα έπρεπε, το ρόλο που διαδραματίζουν η πλαστοποίηση, το θέαμα, το ψέμα, ως αδέλφια του τεχνικού και αστυνομικού ελέγχου, στη διακυβέρνηση των σύγχρονων κρατών. Ξέρουμε, επίσης, ότι η Ιταλία υπήρξε το μεγάλο εργαστήρι του σύγχρονου καπιταλισμού, μετά την εποχή που αυτός δέχτηκε κάποια καίρια πλήγματα (Μάιος 1968) και ήταν αναγκασμένος να ανασυνταχθεί παντοιοτρόπως. Η λεγόμενη «υπόθεση Μόρο» ήταν η τραγικότερη, από πολλές απόψεις, στιγμή μιας διαδικασίας περίπλοκης και σκοτεινής σε μεγάλο μέρος, μιας διαδικασίας που σκοπούσε, όχι στην ανατροπή του καπιταλισμού (όπως την έχουν εμφανίσει), αλλά απεναντίας στη σωτηρία, τη διατήρηση και την πάση θυσία ενδυνάμωσή του.

Ο Λεονάρντο Σάσα (1921-1989), ευρυμαθέστατος και δεινός συγγραφέας, επιχείρησε μία πρώτη σοβαρή αποτίμηση της υπόθεσης, με θαρραλέες νύξεις για τη διαλεύκανση του μυστηρίου της. Η υπόθεση διαδραματίστηκε ανάμεσα στις 16 Μαρτίου του 1978 (ημέρα της «απαγωγής» -και χρησιμοποιούμε τα εισαγωγικά διότι το ίδιο κάνει/προτείνει ο Σάσα- του Αλντο Μόρο) έως τις 9 Μαΐου του ίδιου έτους, οπότε και βρέθηκε νεκρός ο Μόρο σε μια Renault 4 (ακόμη και για το χρώμα της οποίας υπάρχουν δύο εκδοχές!). Ταλάνισε, και εξακολουθεί να ταλανίζει, την πολιτική ζωή της Ιταλίας -και σύνολης της Ευρώπης- με τις συνέπειες και τις πολυποίκιλες προεκτάσεις αυτών των συνεπειών. Ακόμη και σήμερα, δεν έχει πλήρως εξιχνιαστεί το μυστήριο, όχι μονάχα αυτής καθαυτής της υπόθεσης Μόρο, αλλά εν γένει του «φαινομένου της τρομοκρατίας». Η βιβλιογραφία επί του θέματος είναι αχανής, οι εμβριθείς εικασίες εναλλάσσονται με παρανοϊκά σενάρια και ελάχιστες είναι έως σήμερα οι νηφάλιες και συγκροτημένες απόψεις για το ζήτημα.

Ο Σάσα συνθέτει το βιβλίο του μετερχόμενος πολλά τεχνάσματα της μυθιστοριογραφίας, αλλά και τεχνικές του δοκιμίου, της πολιτικής ανάλυσης και του χρονικού, χρησιμοποιώντας ευρέως αποσπάσματα επιστολών του Αλντο Μόρο προς τη σύζυγό του αλλά και προς επιφανή στελέχη της ιταλικής Χριστιανοδημοκρατίας. Καταφέρνει έτσι να υπερβεί το είδος του πολιτικού θρίλερ (εύπεπτο, συνήθως, και προορισμένο απλώς να συναρπάσει και να καθηλώσει τον αναγνώστη) και να προσφέρει ένα πολιτικό έργο, μία ανατομία και, συνάμα, κριτική του κρατικού μηχανισμού, ιδίως μιας δολοπλόκου εξουσιαστικής ομάδας, ανάλγητης και πωρωμένης, στο εσωτερικό του κόμματος που υπηρέτησε πιστά ο Μόρο και που δεν δίστασε να τον προδώσει άσπλαχνα.

Οι καλύτερες στιγμές του Σάσα είναι όταν σχολιάζει τις επιστολές του Μόρο, ενός τραγικού, εκείνη την περίοδο, ανθρώπου, που αρχικά διαισθάνεται και κατόπιν αντιλαμβάνεται με κρυστάλλινη, απεγνωσμένη διαύγεια ότι είναι θύμα ενός μηχανισμού που ο ίδιος εν πολλοίς έστησε, μιας εξουσίας που ο ίδιος εν πολλοίς συντήρησε, ενός τέρατος που ο ίδιος εν πολλοίς εξέθρεψε.

Οι προδοσίες των στενών συνεργατών του ήταν πολλές, με σπαρακτικότερη και απεχθέστερη αυτή καμιά πενηνταριά «φίλων απ' τα παλιά» του Ιταλού πολιτικού, οι οποίοι συνυπέγραψαν και διένειμαν στις εφημερίδες ένα κείμενο όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, διατείνονται πως ο Μόρο δεν είναι πια αυτός που ήταν. «Δεν είναι αυτός ο άνθρωπος που γνωρίζουμε, με το πνευματικό, πολιτικό και δικαστικό του όραμα, το οποίο συνέβαλε και ενέπνευσε το δημοκρατικό μας Σύνταγμα». Και αυτό τη στιγμή που ο Μόρο κάνει μίαν ύστατη, απονενοημένη έκκληση για συνδιαλλαγή του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος με τις λεγόμενες «Ερυθρές Ταξιαρχίες». Ο Σάσα σχολιάζει: το κείμενο είναι τερατώδες, πρόκειται για μια απολίτιστη καταγγελία, για απάρνηση, για «επίθεση κατά του Μόρο επειδή δεν είναι όπως πίστευαν ότι είναι. 'Η καλύτερα, επειδή δεν είναι όπως τους βόλευε να είναι». Στην πλάτη του απαχθέντος θα παιχτούν παιχνίδια εξουσίας, απίστευτα σε όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με το έργο του Σέξπιρ, του Χέγκελ, του Μαρξ. Πιστευτά, απεναντίας, σε όσους ξέρουν πώς συνηθίζει να λειτουργεί η εξουσία όταν βρίσκεται σε κρίση.

Θα μπορούσε να ειπωθεί, και ο Σάσα δεν διστάζει να προχωρήσει ώς εκεί, ότι τα άμεσα θύματα αυτής της ιστορίας είναι κάποιοι αφελείς «Ερυθροταξιαρχίτες» (που δεν έχουν συνείδηση του τι ακριβώς κάνουν και ποια ακριβώς υπόθεση υπηρετούν) και ο ίδιος ο Αλντο Μόρο, ο οποίος θα φτάσει στο σημείο να μιλήσει, στην τελευταία του επιστολή προς τη σύζυγό του, μία επιστολή που οφείλουμε να διαβάσουμε και ως διαθήκη, για «μια σφαγή με ηθικό αυτουργό το κράτος». Σε μία άλλη επιστολή θα γράψει: «Δεν θέλω γύρω μου κανέναν άνθρωπο της εξουσίας», συνειδητοποιώντας περί ποίου ακριβώς μηχανισμού πρόκειται. «Κι επιτέλους», σχολιάζει ο Σάσα, «να η λέξη που γράφεται για πρώτη φορά στην πιο απαίσια γυμνότητά της: η λέξη που πήρε τελικά αποκαλυπτικές διαστάσεις και σημασίες: "εξουσία". "Δεν θέλω γύρω μου κανέναν άνθρωπο της εξουσίας". Στο προηγούμενο γράμμα είχε μιλήσει για τους ιθύνοντες του κράτους, για τα στελέχη του Κόμματος: αλλά τώρα χρησιμοποιεί τη λέξη-κλειδί, το φρικτό όρο εξουσία».

Σήμερα, δυόμισι δεκαετίες μετά την «υπόθεση Μόρο», ολοένα και περισσότερα στοιχεία βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Εχει επισημανθεί ο ρόλος των ΗΠΑ (υποστήριξη της αδιάλλακτης στάσης των χριστιανοδημοκρατών, συναινούντων και των κομμουνιστών βεβαίως, απέναντι στους απαγωγείς του Μόρο), έχουν διατυπωθεί αρκετά πειστικές εικασίες περί ακροδεξιάς συνωμοσίας, σε συνεργασία με τη διαβόητη μασονική στοά Ρ2.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι πολύ καλή η μετάφραση της Σώτης Τριανταφύλλου, συνοδευόμενη από ένα σημείωμά της για το βιβλίο του Σάσα και κάποιες εξελίξεις μετά την έκδοσή του (το 1978), και να μην αντισταθούμε στον πειρασμό να υπενθυμίσουμε την τοποθέτηση του Γκι Ντεμπόρ για την «υπόθεση Μόρο», μια τοποθέτηση που, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο διαυγής, διαλεκτική και, συνεπώς, πειστική φαίνεται.

«Ηταν μια μυθολογική όπερα με μεγαλόπρεπα τεχνάσματα, όπου ήρωες τρομοκράτες μεταμορφώθηκαν σε αλεπούδες για να παγιδέψουν το θύμα τους, σε λιοντάρια για να μη φοβούνται τίποτε από κανέναν όσο καιρό το κρατούσαν, και σε αρνάκια, ώστε να βλάψουν έτσι στο ελάχιστο το καθεστώς που προσποιούνταν ότι προκαλούσαν. Μας λένε ότι ήταν τυχεροί γιατί είχαν να κάνουν με την πιο ανίκανη αστυνομία και επιπλέον είχαν καταφέρει να διεισδύσουν χωρίς κόπο στις ανώτερες βαθμίδες. Αυτή η εξήγηση δεν είναι διόλου διαλεκτική. Μια επαναστατική οργάνωση που θα κατάφερνε να φέρει ορισμένα από τα μέλη της σε επαφή με τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας... θα έπρεπε να έχει υπόψη της την πιθανότητα χειραγώγησης των ίδιων των χειραγωγών. Και επομένως δεν θα είχε αυτή την ολύμπια σιγουριά της ατιμωρησίας που χαρακτηρίζει τον αρχηγό του επιτελείου των "Ερυθρών Ταξιαρχιών". Αλλά το ιταλικό κράτος έκανε κάτι καλύτερο, με την ομόφωνη συναίνεση των υποστηρικτών του. Σκέφτηκε, όπως θα έκανε και κάθε άλλο, να βάλει πράκτορες των ειδικών του υπηρεσιών στα παράνομα τρομοκρατικά δίκτυα, όπου θα μπορούσαν εύκολα στη συνέχεια να εξασφαλίσουν μια γρήγορη εξέλιξη ώς την ηγεσία, εξουδετερώνοντας κατ' αρχάς τους ανωτέρους τους» (Γκι Ντεμπόρ, «Πρόλογος στην τέταρτη ιταλική έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος»).

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 15/11/2002.

21 Ιουλ 2008

"Προτάσεις Μουσικής - Σινεμά Καλοκαιριού" - Γιώργος Γριβάκος


"Made In Britain" [TAINIEΣ]

09 ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΝΕΑΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΠΟΥ ΕΦΕΡΑΝ ΤΑ ΑΝΩ ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ…………….

01 : 24 HOUR PEOPLE
ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ FACTORY RECORDS ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΑ ΜΕ ΕΝΑ LIVE ΤΩΝ SEX PISTOLS ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ(Michael Winterbottom)

02 : THE GREAT ROCK `N` ROLL SWINDLE/THE FILTH AND THE FURY
ΕΝΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΣΕ 2 ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΜΕ ΤΟΥΣ SEX PISTOLS ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ PUNK ΕΠΟΧΗΣ(Julien Temple)

03 : FOOTBALL FACTORY
ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ `80(Nick Love)

04 : VELVET GOLDMINE
ΤΟ ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΟ ROCK STAR ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ `70 ΟΤΑΝ ΤΑ ΓΚΛΙΤΕΡΣ ΕΛΑΜΠΑΝ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ(Todd Hynes)

05 : TRAINSPOTTING
ΕΝΑΣ ΠΡΩΗΝ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΗΣ ΜΑΖΕΥΕΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΕΝΑ-ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΟΥ.Η ΤΑΙΝΙΑ ΑΥΤΗ ΕΞΙΣΤΟΡΕΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΧΗΜΙΚΗΣ ΓΕΝΙΑΣ(Danny Boyle)

06 : THIS IS ENGLAND
ΦΥΛΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ,ΑΝΕΡΓΙΑ,ΑΠΕΡΓΙΕΣ,MTV ΕΝΑΣ ΠΙΤΣΙΡΙΚΑΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΦΗΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ `80(Shane Meadows)

07 : QUADROFENIA
ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΡΟΑΣΤΙΟ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ ΠΟΥ ΛΥΝΟΥΝ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥΣ ΟΙ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΟΙ 20ΑΡΗΔΕΣ ΤΩΝ 60s(Frank Roddam)

08 : HUMAN TRAFFIC
MOΛΙΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ.ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ,ΚΛΑΜΠ ΚΑΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ(Justin Kerrigan)

09 : ΩΡΑΙΟ ΜΟΥ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ
ΕΝΑΣ ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΕΧΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΕΝΑΝ ΠΑΚΙΣΤΑΝΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ(Stephen Frears)

"Pendulum" [ΜΟΥΣΙΚΗ]

ΤΙ ΕΣΤΙ PENDULUM?ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΚΑΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ELECTRONIC DRUM `N BASS ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΜΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΡΑΞΑΝΕ ΟΙ ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟΙ PRODIGY ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΤΟΥΣ KEITH ME ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΩΝ ΧΑΠΙΩΝ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΚΑΤΡΑΚΥΛΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΟΙ PENDULUM ΞΑΝΑΝΕΒΑΣΑΝ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΕΙΔΟΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ.ΓΕΝΙΚΑ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΧΕΙ DANCE ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΜΕ ΕΝΤΟΝΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ JUNGLE,ROCK ΚΑΙ DRUM `N BASS ΟΠΩΣ ΑΝΕΦΕΡΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ.
ΤΟ ΝΕΟ ΤΟΥΣ ΑΛΜΠΟΥΜ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ <> ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΧΩ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ ΓΕΝΙΚΑ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ : portishead,radiohead,red hot chili peppers,slayer,suicidal tendencies,kyuss,fu manchu,fugazi,dinosaur jr,nofx,koop,weather report,meshuggah,devin,sevendust,mudvayne,sublime.

20 Ιουλ 2008

"Το Σχήμα του Εφιάλτη που Έρχεται.." - Ν.Ι. Πουλάκος

Το 1975…

Ορμώμενος από τον αρχαίο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης ο Νίκος Νικολαΐδης μεταφέρει την ιστορία όχι τόσο στα σύγχρονα – τότε - πλαίσια αλλά σε μελλοντικούς και ακραιφνώς δυσοίωνους καιρούς για τους οποίους (ίσως...) είχε προβλέψει σωστά. Μια νεαρή γυναίκα εγκλωβισμένη σ’ ένα σπίτι, φοβισμένη, τρομαγμένη αλλά και, κατά διαστήματα, δυναμική και ατίθαση. Ο Ορφέας της είναι εκείνος ο «αόρατος» άνθρωπος που φεύγει και έρχεται συνεχώς στη ζωή της, ο σκοπός του άγνωστος, το αποτέλεσμα αβέβαιο. Οι άνθρωποι πολιορκούν την Ευρυδίκη από το φεγγίτη του σπιτιού ο οποίος είναι το αδύναμο σημείο του οχυρού από το οποίο αδυνατεί να βγει και να δραπετεύσει. Ένα σπίτι κυριευμένο και αποκλεισμένο από τις δυνάμεις καταστολής, εμποτισμένο από την κρατική βία και καλυμμένο από την κεντρική μηχανή που ελέγχει τα πάντα είναι εκείνο που δεν αφήνει να τρέξει η Ευρυδίκη μακριά…Περιμένει να τη μεταφέρουν (το κράτος) κι εκείνοι καθυστερούν τρομακτικά, σχεδόν βασανιστικά. Η Ευρυδίκη φέρνει στο νου της στιγμές μιας γυναίκας που πέθανε και ζούσε στο σπίτι αυτό. Φοβάται για τη δική της μοίρα. Ο Ορφέας είναι ο μυστηριώδης άνδρας που θα της πάρει την ζωή ή θα την παρατείνει. Στο μεταίχμιο της ιστορίας και της κατάληξης όλα είναι αληθινά και τα πάντα επιτρέπονται… Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο Νίκος Νικολαΐδης στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους «βγάζει» τους φόβους που θα τον κατατρέχουν σε όλη τη μεταγενέστερη φιλμογραφία του. Η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, η σύζυγος του αλλά και ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, από την αρχή δίπλα του ενώ ο μετέπειτα γνωστός σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος στη φωτογραφία κάνει θαύματα και η μουσική επένδυση είναι κάτι παραπάνω από μεθυστική. Το όνομα της Ευρυδίκης συμπληρώνεται από τον κωδικό αριθμό «Β.Α. 2037», στην πραγματικότητα οι πινακίδες του αυτοκινήτου του Νικολαΐδη. Τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερη μνεία από τους Ιταλούς κριτικούς σε πρώτο φόντο...

Το 1987…

Κι ας τη φοβόταν ο Νίκος, δεν πειράζει...Κι ας μην έχει τη φήμη των «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» και «Γλυκιά Συμμορία», δεν μας απασχολεί. Κατά τη γνώμη μας είναι η καλύτερη ταινία του Νίκου Νικολαΐδη και «φτιάχτηκε» στην καρδιά της Αθήνας επί ένα χρόνο, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Το τοπίο είναι αγνώριστο κι όμως στην πραγματικότητα είναι η πίσω «βρώμικη» όψη της πλατείας Ομονοίας. Η γυναίκα εμφανίζεται και πάλι. Αυτή τη φορά έχει δραπετεύσει από το σπίτι – φρούριο – φυλακή των δυνάμεων καταστολής και έχει βγει έξω στη νεκρή πόλη. Βλέπει το βομβαρδισμένο τοπίο, συγχύζεται, απορεί, μελαγχολεί, δυσφορεί. Η πόλη κατεστραμμένη, η κρατική πολιτοφυλακή έχει καταλάβει το μέρος, το έχει ξεριζώσει, ερημώσει. Έχει διασπείρει φόβο, τρόμο. Το χάος κυριεύει το πάντα. Ο άνδρας – φύλακας έχει απομείνει μόνος. Βλέπει την περιφερόμενη γυναίκα απορημένη με την κατάσταση που συναντά. Την προσεγγίζει, την πλησιάζει και συμπορεύονται προς τη διαφυγή. Εδώ η διαφυγή είναι η θάλασσα, το νερό – η εξιλέωση και ο εξαγνισμός των αρνητικών συναισθημάτων, η κάθαρση των φόβων και των ανησυχιών. Όμως συνεχώς παρακολουθούνται από τον «Μεγάλο Αδελφό». Τους κυνηγούν. Παράλληλα θυμούνται ή μάλλον προσπαθούν να φέρουν στη μνήμη τους τις όμορφες σκηνές από τις ζωές και τις καλές εποχές του παρελθόντος. Πρέπει όμως να προσέχουν…Γιατί πάντα εκεί, στο μουντό ξημέρωμα, πίσω από τις ξεχαρβαλωμένες μεταλλικές κατασκευές, στις κρίσιμες ρωγμές της ιστορίας καραδοκεί η «Πρωινή Περίπολος»…Ο Γιώργος Χατζηνάσιος ντύνει μουσικά τον τρόμο της ταινίας με μαεστρία. Τα κείμενα της Δάφνης Ντε Μωριέ, του Φίλιπ Ντικ και πολλών άλλων συμπληρώνουν με voice over το αδιέξοδο σενάριο του Νικολαΐδη. Και ανάμεσα σε όλα αυτά τα βραβεία του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ίσως να μη λένε και τίποτα...

Και το 2006...

Η γυναίκα μετά την περιπλάνηση επιστρέφει στο σπίτι – καταφύγιο. Φαίνεται την έχουν κάνει έτσι ώστε να νιώθει ότι ανήκει εκεί. Στο σπίτι – φυλακή (το οποίο στην πραγματικότητα είναι ένας κρατικός οίκος ανοχής) συναντά ακόμη τρεις φοβισμένες γυναίκες, έρμαια της άρχουσας μηχανής καταστολής. Στειρωμένες όλες τους, εκβιασμένες για το απροσδόκητο, εκτελούν εντολές και διακατέχονται από τους εφιάλτες και τους τρόμους που οι «επάνω» τους έχουν εμφυσήσει. Η μία γυναίκα γίνεται τέσσερις, στην ουσία όμως είναι ένα και το αυτό πρόσωπο που προσπαθεί (ή τελικά παραδόθηκε;) να ξεφύγει από τον εφιάλτη ο οποίος δεν έρχεται αλλά βρίσκεται ήδη στο σώμα της, στο μυαλό και στην ψυχή της και την κυριεύει. Εδώ πλέον δεν υπάρχει άνδρας – φύλακας ή σωτήρας όπως στα άλλα στάδια του εφιάλτη. Εκείνος σκοτώθηκε. Είναι μόνη της...Και μόνη της θα φύγει από τούτη τη ζωή που της έλαχε, με τρόπο αξιοπρεπέστατο όπως οι ήρωες του «Γλυκιά Συμμορία». «The Zero Years»...και δεν υπάρχει πλέον έλεος για κανέναν. Ένα χρόνο πριν μας αποχαιρετήσει ο Νίκος Νικολαΐδης παραδίδει το τελευταίο δημιούργημά του, γυρισμένο με ψηφιακή beta και βασισμένο στην «ατίθαση» μουσική του γιου του, του Συμεών Νικολαΐδη. Η πρωταγωνίστρια του «Πρωινή Περίπόλος» Μισέλ Βάλεϋ εδώ ενσαρκώνει ένα μέλος των κρατικών δυνάμεων που καταδυναστεύουν τις γυναίκες τις οποίες – κάποτε - η ίδια αντιπροσώπευε. Βραβεία...κρατικά δεν πήρε ποτέ παρά μόνο πίκρα, ειρωνεία και αντίδραση για αυτό του το δημιούργημα ο Νίκος Νικολαΐδης. Παρόλα αυτά και ότι κι αν λένε όλοι, ότι κι αν βλέπει ο ίδιος από εκεί ψηλά, ο εφιάλτης - όπως σωστά μάντεψε και προέβλεψε - δεν έρχεται...είναι ήδη ανάμεσά μας!

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε για λογαριασμό της στήλης "Μαγική Πόλις" στο ηλεκτρονικό κινηματογραφικό περιοδικό "Movieworld" στις 30/5/2008.

19 Ιουλ 2008

"Sotiris Pastakas : The Isle Of Chios (2002)" [Translated by Yannis Goumas - 2008]


Some thoughts reproduce themselves.
On certain days they are distinguished
by a different aspect of your talent,
a provocation: in daylight
for you to imagine darkness;
on neon signs everywhere
I’d read my irrevocable condemnation;
I’d see you wiping a tear away
in secret. Something inside me
had sentenced me for life.

*

You did me good by leaving.
And ever since you left
you’ve made me even better.

Arrogance and vanity
gave way
to solidarity, understanding
and absolution of all living beings.

Love had made me hoity-toity,
your rejection made me a psychiatrist.

*

I am envious of your get-togethers,
your lively semicircles. I am jealous
of him sitting opposite
your bare tits,
and you looking at him naked.

I am envious of the guitars, your songs,
the fire that lights your midnight
bathing. Any time now I’ll envy even your chat,
you’ll see!

*

I am writing on the verge
of desire, of despair,
when all remains in abeyance
uncertain and potential. I regard
writing as a substitute;
I sign on the crew of words.
Only words-cum-deck boys I enlist
who’ll pronounce my Greek in a foreign accent,
when our unique tongue will become
the world’s Esperanto.

*

So here I am, at the height
of summer, trying
to forget you after so many bloody scenes,
broken glasses, gaping
veins, on the island of Kos, refreshed
by the waves from the north
Aegean and shampooing my hair
with the ashes of the fire
that broke out on Chios two days ago,

in early January.

18 Ιουλ 2008

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Guy Debord 1931 - 1994 [Printa, 2001]

Ο Guy Debord υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ανατρεπτικά πνεύματα του περασμένου αιώνα. Υπήρξε μια προσωπικότητα γοητευτική, ένας άνθρωπος της περιπέτειας, ένας λαμπρός θεωρητικός, ένας απόλυτα πρωτότυπος δημιουργός. Ήταν ποιητής, αλλά ποιητής του αρνητικού. Όλες του οι δραστηριότητες ήσαν οργνωμένες αυστηρά από τον ίδιο, και δημοσιοποιημένες αυστηρά από τον ίδιο. Εξέδωσε πειραματικά βιβλία σε ελάχιστα αντίτυπα, που άσκησαν σχεδόν αμέσως μετά την κυκολφορία τους τεράστια επίδραση στην τέχνη της τυπογραφίας. Δημιούργησε εφτά κινηματογραφικές ταινίες που άλλαξαν άρδην την έβδομη τέχνη.

*Θεωρώ ότι η παρούσα μελέτη για τον σημαντικότατο διαννοούμενο και επαναστάτη του 20ου αιώνα, Γκυ Ντεμπόρ, ήταν μια αναμενόμενη κίνηση από τον Γιώργο - Ίκαρο Μπαμπασάκη. Αφήστε δε, πως έχω την εντύπωση, ότι άργησε πολύ! Ο συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής Γ.Ι. Μπαμπασάκης, με την υποστήριξη των Εκδόσεων Printa, εκδίδει στα 2001 μια ιδιότυπη βιογραφία του σπουδαίου Λεττριστή και Καταστασιακού "στρατηγού" Γκυ Ντεμπόρ. Μια μελέτη, απόρροια της χρόνιας αγάπης και ενασχόλησής του τόσο με τον Ντεμπόρ όσο και με το, εν γένει, λεττριστικό και καταστασιακό κίνημα των δεκαετιών '50 και '60 με επίκεντρο τη Γαλλία, και σφαίρες επιρροής όλη την υπόλοιπη μεταπολεμική Ευρώπη. Απόρροια, επίσης, των ποικίλων άρθρων του Γ.Ι.Μ. σε περιοδικά και εφημερίδες των δεκαετιών '80, '90 και '00 (Διαβάζω, Το Δέντρο, Διάπλους, Πριν, Δέκατα, Ουτοπία, Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, Ελεύθερος Τύπος, Έψιλον, Οξύ) αλλά και σε δικές του έντυπες και ηλεκτρονικές επιθεωρήσεις τέχνης όπως η "Propaganda" και το "Happy Few". Τέλος στην εκδοτική μελέτη "Βορειοδυτικό Πέρασμα" (Ελεύθερος Τύπος - 1992 / Οξύ - 2001) και στα δυο βιβλία - αφιερώματα για τον Μάη του '68 : "Η Περιπέτεια" (Ερατώ - 2001) και "Η Γιορτή της Ποίησης η Ποίηση της Γιορτής" (Οξύ - 2008) - [όπως θα διαπιστώσετε η ενασχόληση του Γ.Ι.Μ. με τον Ντεμπόρ συνεχίζεται και μετά την έκδοση της παρούσας μελέτης]. Όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο για τον Ντεμπόρ, πρόκειται για μια λεπτομερέστατη καταγραφή αλλά και αποτίμηση τόσο του βίου όσο και της γενικότερης παρουσίας στα γράμματα, στα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα του επανατάστη που τάραξε τη Γαλλία για πάνω από τέσσερις δεκαετίες.

Διαβάστε όλες τις υπόλοιπες μελέτες του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη εδώ :

- Marilyn Monroe (Βασδέκης, 1982) : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/marilyn-monroe-1982.html
- Bορειοδυτικό Πέρασμα [Cobra-Λεττριστές-Καταστασιακοί] (Ελεύθερος Τύπος, 1992 / Oξύ, 2001) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/08/cobra-1992-2001.html
- Προλογίζοντας Έναν Αιώνα [Φουτουρισμός-Νταντά-Σουρρεαλισμός] (Οξύ, 1995) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/1995.html
- Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Το Ιλιγγιώδες Καλειδοσκόπιο (Οξύ, 2000) : http://vakxikon.blogspot.com/2008/03/william-s-burroughs-2000.html
- Πολύ Αργά για Ήρωες (Κέδρος, 2001) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/11/2001.html
- Μάης του '68 Η Περιπέτεια (Ερατώ, 2001) : http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/68-2001.html
- Τροβαδούροι (Ιανός, 2006) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/2006_30.html * Ν.Ι.Π.

17 Ιουλ 2008

"H "Tριλογία της Σιωπής" (1984 - 1988) του Θόδωρου Αγγελόπουλου" - Ν.Ι. Πουλάκος

Σύμφωνα με τον αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη οι ταινίες του Θεόδωρου Αγγελόπουλου είναι «ποιητικά ιστορικές». Αυτή η ποίηση δια της ιστορίας, ένα φαινόμενο υπαρκτό και εκστατικά επαναλαμβανόμενο σε κάθε ταινία του (από το «Αναπαράσταση» του 1970 μέχρι το «Το Λιβάδι Που Δακρύζει» του 2003), είναι ένα κύριο στοιχείο της φιλμικής δημιουργίας και της καλλιτεχνικής ύπαρξης του διασημότερου αλλά και – πώς να το κάνουμε; - ποιοτικότερου Έλληνα κινηματογραφιστή του εικοστού αιώνα (η τιμή στον Γεωργιάδη, στον Κούνδουρο, στον Κακογιάννη και στον Βούλγαρη παραμένει φυσικά). Το 1984 ο «Τεό» αποφασίζει να στρέψει αλλού και τους ρόλους αλλά και τα βλέμματα των θεατών. Η «τριλογία της Ιστορίας» («Μέρες Του ’36», «Ο Θίασος», «Κυνηγοί») έκλεισε τον κύκλο της οριστικά μετά και την θεαματική έξοδο στις αίθουσες του «Ο Μεγαλέξανδρος» (1980). Ήρθε λοιπόν η ώρα για σιωπή…

Σιωπά η Ιστορία...

Το «Ταξίδι Στα Κύθηρα» είναι προσωπική ουτοπία του Αγγελόπουλου. Όπως ο ζωγράφος Βατό και ο ποιητής Μποντλέρ έτσι και ο Έλληνας σκηνοθέτης «ανακάλυψε» τα δικά του Κύθηρα, ένα πραγματικό νησί με μυθολογικές και φανταστικές προεκτάσεις, για να μιλήσει για το πώς και γιατί η Ιστορία, την οποία ο ίδιος ύμνησε, έδειξε και δίδαξε από το 1972 μέχρι το 1980 με τέσσερις ταινίες σιώπησε πλέον. Ο Σπύρος από την Τασκένδη, αυτοεξόριστος μετά τον εμφύλιο και πρώην κομουνιστής, επιστρέφει στην πατρίδα του και εργάζεται ως πλανόδιος πωλητής αρωμάτων. Παράλληλα παρατηρεί την πατρίδα του, τη γη του, το χωριό του το οποίο υπερασπίστηκε στον πόλεμο να ξεπουλιέται, να αλλάζει, να αλλοτριώνεται. Εκείνος αντιστέκεται, δεινοπαθεί, εναντιώνεται και στο τέλος απομονώνεται γιατί η Ελλάδα της μεταπολίτευσης, της αντιπαροχής, του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ε.Ο.Κ. αποσαθρώνεται. Πιστή του σύντροφος και συνοδοιπόρος η «πιστή» Πηνελόπη, η σύζυγος του, που του συμπαραστέκεται, τον συμπονά και, πάνω από όλα, τον καταλαβαίνει – γεγονός το οποίο ούτε τα παιδιά του δεν καταλαβαίνουν. Στη ζωή του Σπύρου είναι σφήνα το μισοτελειωμένο όραμά του ενώ ως πνοή στην καθημερινότητά του μπαίνει ένας σκηνοθέτης (αυτοβιογραφικό στοιχείο του Αγγελόπουλου που το συναντάμε έντεκα χρόνια αργότερα και στο «Το Βλέμμα Του Οδυσσέα»), ο Αλέξανδρος (άμεση σύνδεση με το «Ο Μεγαλέξανδρος») ο οποίος κουρασμένος από τις μυθοπλασίες, τα μελό και τα καθιερωμένα του σινεμά ψάχνει κάτι καινούριο…Η περίπτωση, η ιστορία και η ζωή του Σπύρου ιδανική. Η ιστορία ενός λαού, από το 1945 ως τη μεταπολίτευση, μέσα από τα μάτια ενός «κουρασμένου» και καταπονημένου ανθρώπου, ενός από τα χιλιάδες θύματα μιας «μαύρης» εποχής για την Ελλάδα (βλέπε και το «Καλή Πατρίδα Σύντροφε» του Λευτέρη Ξανθόπουλου).

Σιωπά ο έρωτας...

Ο μελισσοκόμος Σπύρος (η συνέχεια της φθοράς του πρώην αριστερού άνδρα στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης) θα κάνει την επανάστασή του, θα πάρει τις κυψέλες του και - όπως έκαναν ο πατέρας και ο παππούς του παλαιότερα - θα ακολουθήσει το δρόμο της άνοιξης, το δρόμο των μελισσών. Πάνω απ’ όλα θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο, αυτόν που ήθελε μια ζωή και επιθυμούσε στα όνειρά του, στις συζητήσεις και κουβέντες που είχε με φίλους, γνωστούς, συνάδελφους, γυναίκες. Ο βολεμένος Σπύρος, πρώην κομουνιστής και στη συνέχεια διορισμένος δάσκαλος σε μικρή επαρχιακή πόλη (τουτέστιν δήλωση μετάνοιας – αποδοχής από τους νικητές του εμφυλίου) που πέρασε όλη του τη ζωή μαζί με την οικογένειά του μετά το γάμο της κόρης του και τη φυγή του γιου του για σπουδές κάνει «μπαμ»! Το δικό του «μπαμ»...Θέλει να φύγει, να φύγει μακριά, να νιώσει. Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι ερμηνεύει εξαιρετικά τον σιωπηλό Σπύρο ο οποίος ποθεί να ζήσει και να ρουφήξει τη ζωή που δεν έζησε. Η Νάντια Μουρούζη είναι ο Μπουνιουελ-ικός «εξολοθρευτής άγγελος» ή καλύτερα ο άγγελος του Παζολίνι που εμφανίζεται, ελκύει τον Σπύρο και μετά εξαφανίζεται...ώσπου να (ξανα)εμφανιστεί. Η συνάντησή τους, η σχέση που δομείται και ξεδιπλώνεται θα ανασύρει μνήμες, θα αναγεννήσει αναμνήσεις και θα ζωντανέψει πάθη στον φυγά δάσκαλο. Το παρελθόν είναι η ζωή του όλη. Για τον άγγελο τα πάντα είναι παρόν και μέλλον και φεύγει...Και έτσι, αφημένος στην επίθεση των ίδιων του των μελισσών, ο Σπύρος αυτοκτονεί, σκοτώνοντας μαζί και τον έρωτα που ήθελε τόσο να βιώσει. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου - με το θέμα που έκανε τις καρδιές των θεατών να ριγήσουν - σε συνδυασμό με το ιταλικό «άγγιγμα» του Μαστρογιάνι έκανε το δημιούργημα του «ποιητή» Αγγελόπουλου ιδιαίτερα δημοφιλές.

Σιωπά ο Θεός...

Ο Πατέρας – Θεός δεν είναι εδώ. Είναι απών...Και τα παιδιά του τον αναζητούν. Ο μικρός Αλέξανδρος (ο δημιουργός επιστρέφει στην παιδική του ηλικία και βλέπουμε τον κόσμο απαισιόδοξα μέσα από τα μάτια του) και η αδελφή του Βούλα κινούνται προς τα σύνορα. Θέλουν να πάνε στη Γερμανία όπου ζει ο πατέρας που δεν γνώρισαν ποτέ και τον οποίον έχουν μεγάλη ανάγκη να δουν, να νιώσουν, να ζήσουν μαζί του. Η πορεία τους ένα ατέρμον ταξίδι. Το όνειρό τους, κρατημένο από το χέρι, γαλουχημένο από φλεγόμενη καρδιά και μ’ ένα παγωμένο βλέμμα στον κόσμο, πρέπει να πραγματοποιηθεί. Ο πατέρας όμως είναι απών. Τους έχει αφήσει στο έλεος των γεγονότων, στο δικό τους χαμό. Ο πατέρας στη Γερμανία ενσαρκώνει τον – τότε – Νεοέλληνα ο οποίος έφευγε από τη «μίζερη» Ελλάδα για μια καλύτερη τύχη και για περισσότερα χρήματα. Η Γερμανία για τις δεκαετίες μετά από αυτή του ‘50 ήταν ότι και η Αμερική για εκείνη του ’20 και οι αδηφάγοι Έλληνες της μεταπολίτευσης έτρεξαν να προλάβουν το «ζεστό» χρήμα και την υπέροχη (!) ζωή (βλέπε και το «Επιστροφή» του Βασίλη Δούβλη). Ο πατέρας στη Γερμανία - υπαρκτό ή μη πρόσωπο...- είναι η ουτοπία αυτών των παιδιών. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Ορέστης καθώς ο Αγγελόπουλος μπερδεύει (με συμπαραστάτες στο σενάριο τον Τονίνο Γκουέρα και τον Θανάση Βαλτινό) το μύθο των Ατρειδών με την ελληνική πραγματικότητα του ‘80 και τη σωτηρία της ψυχής των μικρών ηρώων. Στο ρόλο του Ορέστη ο τότε φέρελπις του Θεάτρου Τέχνης Στράτος Τζώρτζογλου (την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε και στο «Η Φανέλα Με Το 9» του Παντελή Βούλγαρη) ο οποίος από τη στιγμή που συναντά τη Βούλα και τον Αλέξανδρο τους δέχεται σαν αδέλφια του, τους αγαπά και προσπαθεί να τους βοηθήσει να βρουν το δρόμο τους. Εδώ μπαίνει και ταυτόχρονα αποχωρεί οριστικά από τη «κεντρική σκηνή» ο περιπλανώμενος θίασος ο οποίος μετά από ταξίδι δέκα τριών χρόνων κατά τη διάρκεια των οποίων παίζει μόνο τη «Γκόλφω» δείχνει σιγά – σιγά τα σημάδια εξάντλησής και τελικής διάλυσής του. Ο «θίασος» του Αγγελόπουλου (ο οποίος ξεκίνησε την πορεία του από την ομώνυμη ταινία - έπος του 1975) είναι ο ελληνικός λαός και τα βάσανά του, το σύνηθες τέμπο της ζωής και της καθημερινότητάς του, η προσκόλληση στην παράδοση, στα ήθη και στα έθιμα του, η μεταβολή της φυλής του, τα δεινά που πέρασε αλλά και συνεχίζει να περνά και η μάταιη κατάληξή του. Μια κατάληξη που θυμίζει το τραγικό τέλος του «μελισσοκόμου» του προηγούμενου μέρους της τριλογίας...Τα σύμβολα και οι ευθείες αναφορές του Αγγελόπουλου παρόντα φυσικά και εδώ, πάντα εμφανή και ευδιάκριτα: Το μουντό τοπίο, η ομίχλη που σκεπάζει τα πάντα, η απαισιοδοξία των καιρών και των ανθρώπων, η αποσύνθεση των ιδεολογιών, των καθεστώτων, των πολιτικών αλλά και εν γένει των κοινωνικών συμπεριφορών που βρίσκονται πλέον σε πλήρη διάλυση. Παρόλα αυτά ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μετά την «τριλογία της σιωπής» δεν σιώπησε…και έκανε πολύ καλά!

[Το κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του σπουδαίου κριτικού και θεωρητικού του κινηματογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη, συνεργάτη και αδελφικού φίλου του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1934 – 2000).]

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη στήλη "Μαγική Πόλις" του ηλεκτρονικού κινηματογραφικού περιοδικού "Movieworld" στις 3/5/2008.

16 Ιουλ 2008

"Alfred Hitchcock" - Noel Simsolo & Pierre Lherminier (1969)

To 1939 o Xίτσκοκ παίρνει το πλοίο για τη Νέα Υόρκη και φτάνει στο Χόλυγουντ. Είναι αστείο να σκεφτεί κανείς ότι η νέα αυτή περίοδος της σταδιοδρομίας του περνάει από ταξίδι. Το Χόλυγουντ θα αποτελέσει καμπή στο έργο του. Μπαίνει στα στούντιο της Καλοφόρνια, κατέχοντας πλήρως τα μέσα που κατέκτησε κατά την αγγλική του σταδιοδρομία. Κάτοχος μιας τεχνικής, την οποία πειραματίστηκε μέσα σε 23 ταινίες, θεωρείται σαν ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες του κόσμου...

*Οι Εκδόσεις Πλέθρον, ο μεταφραστής Γιώργος Σπανός και ο επιμελητής Άρης Εμμανουήλ μεταφέρουν στα ελληνικά -στα 1985- αυτό το σπάνιο γαλλικό εκδοτικό εγχείρημα, το οποίο αποτύπωσε την φιλμική σταδιοδρομία του σπουδαίου βρετανό-αμερικανού κινηματογραφιστή Άλφρεντ Χίτσκοκ, που σημάδεψε με τη σκηνοθετική παρουσία του τον κινηματογράφο του 20ου αιώνα. Μια μελέτη, μια προσέγγιση, μια ματιά μακριά από τις εξαιρετικές γραφές τόσο του δικού μας Ακτσόγλου όσο και του Φρανσουά Τρυφώ (αναφέροντας δυο πολύ γνωστά βιβλία για τον άρχοντα του τρόμου Χίτσκοκ), οι δυο γάλλοι συγγραφείς, κριτικοί και σινεφίλ καταπιάνονται με την φιλμογραφία του Χίτσκοκ ταινία-ταινία, αναλύοντας 50 ταινίες του μεγάλου δημιουργού -στην ελληνική έκδοση υπάρχουν και οι 3 τελευταίες του Χίτσκοκ, οι οποίες δεν μπήκαν στην γαλλική διότι κυκλοφόρησε το 1969, ενώ η τελευταία ταινία του Χιτς βγήκε στις αίθουσες το 1976-. Επίσης κάνουν μια συρραφή σχολίων του σκηνοθέτη για πάνω από 10 πτυχές του εργού του καθώς και κείμενα, λόγια και σκέψεις σημαντικών σκηνοθετών και κριτικών κινηματογράφου. Εξαιρετική κρίνεται το φωτογραφικό άλμπουμ με τις cameo εμφανίσεις του Χιτς στις ταινίες του.. *Ν.Ι.Π.

15 Ιουλ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧV. Από το Ουρλιαχτό στη Σιωπή και Κάποιες Παρεξηγήσεις" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Μοντέρνα τέχνη, βία και βαναυσότητα
ΠΟΛ ΒΙΡΙΛΙΟΗ διαδικασία της σιωπής ΜΤΦΡ.: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΟΜΑΝΑΣ «ΝΗΣΙΔΕΣ»


Ο Πολ Βιριλιό, πολεοδόμος και δοκιμιογράφος, ανήκει στους στοχαστές εκείνους, καθήκον των οποίων φαίνεται ότι είναι η συγγραφή λημμάτων στην Εγκυκλοπαίδεια των Δεινών της εποχής μας. Η ματιά του είναι αιχμηρή, οι παρατηρήσεις του πάντα ικανές να προκαλέσουν συζητήσεις. Στον παρόντα τόμο, συγκατοικούν δύο διαλέξεις όπου ο Βιριλιό επιχειρεί μιαν αποτίμηση της λεγόμενης μοντέρνας τέχνης, σε συνδυασμό με την τέχνη αλλά και την τεχνοεπιστήμη των ημερών μας.

Κεντρική θέση του Βιριλιό είναι ότι η μοντέρνα τέχνη ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη βία και τη βαναυσότητα, αποτέλεσε των προάγγελο των μαζικών ολέθρων του εικοστού αιώνα, κήρυκα του γενικευμένου μηδενισμού των καιρών μας.

Εδώ καταγγέλλονται, και ορθά, οι φαιδρές, μάλλον κωμικοτραγικές υπερβολές ορισμένων εκπροσώπων της σύγχρονης τέχνης, κατ' ουσίαν ορισμένων «σταρ» των εικαστικών τεχνών. Ο Γκίντερ φον Χάγκενς, επί παραδείγματι, παρουσιάζει το 1998, στο Μάνχαϊμ, την έκθεση «Οι κόσμοι του σώματος», όπου οκτακόσιες χιλιάδες (800.000!!) επισκέπτες έσπευσαν για να ατενίσουν διακόσια πτώματα, τα οποία ο Χάγκενς, ανατόμος και επινοητής μιας μεθόδου συντήρησης των πτωμάτων, πλαστικοποίησης και λαξεύματός τους, είχε στήσει σε διάφορες πόζες που θύμιζαν αρχαία αγάλματα.

Αλλο εφιαλτικό δείγμα αποτελεί ο Χέρμαν Νιτς, ο οποίος θυσίαζε ζώα σε ένα «αιματοβαμμένο και ακόλαστο τελετουργικό». Επίσης, ο Ρούντολφ Σβάρτσκογκλερ, ο οποίος απεβίωσε ύστερα από τον αυτοευνουχισμό του κατά τη διάρκεια μιας performance-action, η οποία εκτυλισσόταν χωρίς παρουσία θεατών, κεκλεισμένων των θυρών, με πρωταγωνιστές τον καλλιτέχνη και μια κάμερα.

Ο Βιριλιό συσχετίζει αυτές τις ανόητες ακρότητες με τις φρικαλεότητες στην Πνομ Πενχ, όπου η καμποτζιανή κυβέρνηση (η angkar) εκτελούσε εν ψυχρώ -πρώτα τις γυναίκες και τα παιδιά- χιλιάδες αθώους, αφού προηγουμένως τους είχε φωτογραφίσει επιμελώς. Κι ακόμη, με το Αουσβιτς και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με το ναζιστικό τρόμο.

Μας επισημαίνει τη φρίκη ενός κομφορμισμού της ευτέλειας, τονίζει την τάση αυτοκαταστροφής που είναι δεσπόζουσα στην τέχνη του εικοστού αιώνα αλλά και ανάμεσα στους δημιουργούς της (δεκάδες αν όχι εκατοντάδες, οι αυτόχειρες), και με ένα ομολογουμένως εντυπωσιακό αλλά, κατά τη γνώμη μας, λίαν συζητήσιμο λογικό άλμα, φτάνει στο να συσχετίσει τη διάθεση του ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο να μη φιλοτεχνεί ζωγραφιές γαλήνιες αλλά να φυλακίζει την πιο απόλυτη βία σε κάθε τετραγωνικό εκατοστόμετρο της επιφάνειάς του, με τη βία που επικρατεί στα rave party και στα υπόγεια των εργατικών προαστίων.

Ακριβώς εδώ, σε τέτοιου είδους λογικά άλματα, ελλοχεύει ο κίνδυνος πολλών παρεξηγήσεων. Ο Βιριλιό φαίνεται ότι αγνοεί τη διαλεκτική των πρωτοποριών, της αιχμής της μοντέρνας τέχνης. Επιλέγει κάποιες ακραίες εκφράσεις και εκφάνσεις της, τις υπογραμμίζει, τις αποκόπτει από το ιστορικό συμφραζόμενό τους, και επιχειρεί τολμηρούς συσχετισμούς με τα δεινά της εποχής μας. Εδώ, τηρουμένων πολλών αναλογιών, ο Βιριλιό μας θυμίζει τους λεγόμενους «νέους» (και τόσο ταχέως γερασμένους) φιλοσόφους -Αντρέ Γκλικσμάν, Μπερνάρ Ανρί-Λεβί και κομπανία- οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι για τα γκουλάγκ και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν έφταιγαν παρά ο Χέγκελ, ο Μαρξ, και οι κατά τον Ζαν Φρανσουά Λιοτάρ «μεγάλες αφηγήσεις».

Ο Βιριλιό διατείνεται ότι, εκκινώντας από την όποια βία και τάση για σκάνδαλο που χαρακτήριζε τις ιστορικές πρωτοπορίες, φτάσαμε σήμερα «στο άμετρο για το άμετρο» (κατά το «η τέχνη για την τέχνη»), φτάσαμε σε μιαν ολέθρια εξοικείωση με τις εικόνες και, συνάμα, σε μιαν εξίσου ολέθρια απουσία βάρους των λέξεων. Ωραία ιδωμένο, ωραία ειπωμένο.

Ωστόσο: η όποια βιαιότητα κάποιων διακηρύξεων των ντανταϊστών, των υπερρεαλιστών, των λετριστών και των καταστασιακών δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή εάν την λαμβάνουμε τοις μετρητοίς. Αποτελούσε μέρος, και όχι το μεγαλύτερο, ενός ευρύτερου σχεδίου, ενός προγράμματος και ενός προτάγματος, που ο Βιριλιό δεν αντιλαμβάνεται με διαύγεια. Οταν ο ντανταϊστής Ρίχαρντ Χίλζενμπεκ ωρυόταν «Είμαστε υπέρ του πολέμου. Ο ντανταϊσμός είναι, και σήμερα ακόμη, υπέρ του πολέμου. Η ζωή πρέπει να πονάει. Δεν υπάρχει αρκετή σκληρότητα», κάθε άλλο παρά υπεραμυνόταν του μεγάλου μακελειού του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως, αντίθετα, έκαναν οι Ιταλοί φουτουριστές με επικεφαλής τον Μαρινέτι. Οι ντανταϊστές, όπως και οι υπερρεαλιστές (ο Αντρέ Μπρετόν, την ίδια εποχή, ωρυόταν «Ζήτω η Γερμανία! Είμαστε όλοι Γερμανοί!»), επιχειρούσαν να εναντιωθούν στην κυρίαρχη τάξη της χώρας τους, επιχειρούσαν, διά του σκανδάλου, να δείξουν ότι οι κυρίαρχες τάξεις δημιουργούν τις εκατόμβες των θυμάτων και όχι οι λαοί.

Περαιτέρω, όταν ο Γκι Ντεμπόρ διακηρύσσει, με αφορμή την κορυφαία πρωτοποριακή του ταινία «Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ», το 1952, ότι ήθελε να σκοτώσει τον κινηματογράφο «επειδή ήταν πιο εύκολο να σκοτώσει έναν περαστικό», δεν το εννοούσε κυριολεκτικά, όπως θεωρεί ο Βιριλιό, αλλά επιχειρούσε έναν ευφυή σχολιασμό σε μια σκανδαλώδη φράση του Αντρέ Μπρετόν από τα «Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού». Κι αυτό γιατί, πρώτιστη μέριμνα του νεαρού τότε λετριστή ήταν η πατροκτονική εναντίωση στην κορυφαία πρωτοπορία του εικοστού αιώνα, τον υπερρεαλισμό, και φυσικά στο γενάρχη και ηγέτη της, τον Αντρέ Μπρετόν. Η άγνοια τέτοιων ιστορικών περιστατικών οδηγεί σε εσφαλμένες ερμηνείες και σε πολύ δυσάρεστες παρεξηγήσεις.

Ο Βιριλιό θα έπρεπε να γνωρίζει ότι υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που ενώνει τις ιστορικές πρωτοπορίες, το Κίνημα Νταντά και τον Υπερρεαλισμό, με τις πρωτοποριακές συνομαδώσεις του δεύτερου ημίσεως του αιώνα μας, κυρίως τη Λετριστική και την Καταστασιακή Διεθνή: και αυτό είναι το πρόγραμμα της υπέρβασης, του ξεπεράσματος της τέχνης και της πραγμάτωσής της στο κοινωνικό πεδίο. Καμία σχέση με τις φρικαλεότητες των Κόκκινων Χμερ, των σταλινικών γκουλάγκ ή των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Κι ακόμη, καμία σχέση με την αποσβόλωση και την αποχαύνωση των μαζών μπροστά στην κυριαρχία των εικόνων και την απουσία του βάρους των λέξεων. Απεναντίας, όπως θα όφειλε να γνωρίζει ο Βιριλιό, πολλοί ντανταϊστές αρνήθηκαν να λάβουν μέρος στο σφαγείο του πολέμου (μάλιστα ο Αρτίρ Κραβάν έμεινε στην ιστορία ως λιποτάκτης δεκαεφτά στρατών!!!), πολλοί υπερρεαλιστές φυλακίστηκαν, διώχθηκαν ή και βρήκαν το θάνατο από τους ναζί (ο Ρομπέρ Ντεσνός μάλιστα, σε στρατόπεδο συγκέντρωσης), ενώ ακριβώς οι λετριστές και εν συνεχεία οι καταστασιακοί ήσαν εκείνοι που, με προεξάρχουσα μορφή τον Ντεμπόρ, κατάφεραν να διατυπώσουν τη διαυγέστερη και αυστηρότερη κριτική στα δεινά που ταλάνισαν τον εικοστό αιώνα.

Οσο για την απόφανση του Βιριλιό περί «απουσίας βάρους των λέξεων», αξίζει να σημειώσουμε ότι όλες, μα όλες, οι προειρηθείσες πρωτοπορίες συνόδευσαν τις δραστηριότητές τους στον εικαστικό τομέα με πληθώρα θεωρητικών κειμένων, στα οποία εξηγούσαν εναργώς τα γιατί και τα πώς αυτών των δραστηριοτήτων τους, και μάλιστα, σε πάρα πολλές αξιομνημόνευτες περιπτώσεις, προχωρούσαν σε δριμεία κοινωνική κριτική, προχωρούσαν πέρα από τη σφαίρα της τέχνης, προχωρούσαν σε μια ολική θεώρηση του κόσμου, προχωρούσαν στη σύλληψη ενός οράματος για μιαν ανθρωπότητα αφοσιωμένη στα συναρπαστικά παιχνίδια της δημιουργικότητας και της ελευθερίας.

Απαντώντας, με τα λόγια ενός υπερρεαλιστή, στον Βιριλιό: «Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας στις 1/11/2002.

14 Ιουλ 2008

"Det Som Er Mitt" - Anne Holt (2001)

Det Som Er Mitt [Αυτό που μου ανήκει], Anne Holt, Μυθιστόρημα, μτφρ. Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης/ Χρήστος - Ηρακλής Τσατσούλης, Σελ. 420, Εκδόσεις Ορφέας, 2008 [Salomonsson Agency, 2001]

"Ένα απόγευμα, μετά το σχολείο, η εννιάχρονη Εμίλιε δεν γυρίζει σπίτι. Μια εβδομάδα αργότερα, ένα πεντάχρονο αγόρι εξαφανίζεται.Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν το ένα παιδί επιστρέφεται στους γονείς του δολοφονημένο, τυλιγμένο σαν δέμα, με τρομακτικό, αινιγματικό σημείωμα: «Έπαθες ό,τι σου άξιζε». Ο δράστης και οι λόγοι άγνωστοι. Ο Νορβηγός αρχιεπιθεωρητής Ύνγκβαρ Στούμπε ελπίζει να πάρει κάποιες απαντήσεις από την πρώην προφάιλερ του F.B.I. Ίνγκερ Γιοχάννε Βικ"

Ξεκινώντας, να τονίσουμε ότι στην περίπτωση της νορβηγίδας Άννε Χολτ, δεν έχουμε να κάνουμε με μια κλασσική περίπτωση νουάρ μυθιστορήματος, ούτε καν με την αυστηρή έννοια της αστυνομικής φόρμας. Πέρα από το γεγονός ότι, από μόνη της, η συγγραφέας είναι μια ειδική και συνάμα εξαιρετική περίπτωση, τόσο στην ιδιωτική και επαγγελματική όσο και στη συγγραφική της ζωή.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, με το οποίο επέλεξαν οι νεοσύστατες Εκδόσεις Ορφέας να εγκαινιάσουν τη σειρά "Σκανδιναβική Αστυνομική Λογοτεχνία" (μαζί με μεταφραστικά διαμαντάκια του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου), διακρίνουμε ένα μείγμα αστυνομικής κουλτούρας, με τονισμένο δικαστικό ύφος, νουάρ ψήγματα σε οικογενειακές διαμάχες, νοσηρά ψυχολογικά ατοπήματα και στο τέλος καθημερινές εικόνες, φιλήσυχα πνεύματα να κινούνται στα όρια της τρέλας και της παράνοιας. Αυτό ακριβώς κάνει η Χολτ : χτίζει ένα δικό της κόσμο, ένα δικό της σύμπαν και σαν μια μικρή θεότητα κινεί τα νήματα των ζωών των χαρακτήρων της.
Διαβάζοντας κανείς το "Αυτό που μου ανήκει" (περιμένοντας παράλληλα την επόμενη μεταφραστική προσπάθεια από τον Γ.Ι. Μπαμπασάκη και τις Εκδόσεις Ορφέας), συμπεραίνει για ποιο λόγο τόσο η συγγραφική όσο και η, εν γένει, παρουσία της Άννε Χόλτ είναι τόσο αγαπητές τόσο στη Νορβηγία αλλά και σ' όλη τη Σκανδιναβία όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ιστορίες που μπορεί να διαβάσει ο καθένας, με προσοχή ποιος "καθένας"; Οικογενειακά δράματα που περιπλέκονται με τραγικές όσο και επικίνδυνες καταστάσεις και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχουν πάντα εκείνοι που μπορούν να βγάλουν το "φίδι από την τρύπα" και να επαναφέρουν τα πράγματα σε μια, κάποια, πραγματικότητα.
Τα βιβλία της Άννε Χόλτ, θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν μπεστ-σέλλερ, αφού μπορούν να απευθύνονται σε ένα ευρύ φάσμα αναγνωστικού κοινού. Η προσπάθεια των μεταφραστών μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα -πολύ εκτεταμένο- "συγγραφικό" εγχείρημα, το οποίο σε πολύ μεγάλο βαθμό θεωρείται επιτυχημένο. Πολύ καλή δουλειά, μάλιστα, έκαναν στην παρουσίαση του βιογραφικού και της συγγραφικής ενασχόλησης της Άννε Χολτ. Η ομοφιλόφυλη Χολτ, παντρεμένη με την καλή της, μεγαλώνει την κόρη στη Γαλλία και τη Νορβηγία. Δικηγόρος, δημοσιογράφος, αρθρογράφος, τηλεοπτική και ραδιοφωνική performer, έχει διατελέσει υπουργός Δικαιοσύνης στη Νορβηγία (το 1996-7) αλλά και δικηγόρος συνεργαζόμενη με την αστυνομία, μα πάνω απ' όλα συγγραφέας, με το ντεμπούτο της να χρονολογείται το 1993, όταν εγκαινίασε τις αστυνομικές της ιστορίες με τη λεσβία αστυνομικό Wilhelmsen. Έκτοτε έχει συγγράψει άλλα 11 βιβλία, όλα διεθνώς αναγνωρισμένα (.. με την gay κοινότητα να προσπαθεί -κακώς- να τα οικειοποιηθεί-). Και -ω!, τι διαπλοκή, η "δική μας", Ευτυχία Παναγιώτου στην επιμέλεια του βιβλίου.

N.I. Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 2 του λογοτεχνικού περιοδικού "Βακχικόν" (Ιούνιος - Αύγουστος 2008).

11 Ιουλ 2008

"Αφιέρωμα στον Ζιλ Ντασέν" - Ν.Ι. Πουλάκος

Ζιλ Ντασέν: Ο περισσότερο Ελληνας από τους...αλλοδαπούς σκηνοθέτες!

Προς το τέλος αυτής της χρονιάς ο Ζιλ Ντασέν συμπληρώνει τα ενενήντα επτά του χρόνια και παραμένει ένας αειθαλής, πείσμων καλλιτέχνης και άνθρωπος του πολιτισμού ο οποίος δεν εγκαταλείπει ποτέ το στόχο που κάθε φορά έβαζε στη ζωή του. Παραμένοντας πρόεδρος του Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη που ο ίδιος δημιούργησε λίγο καιρό μετά τον θάνατο της αγαπημένης του συυντρόφου (το 1994) προωθεί την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βοηθώντας παράλληλα με χορηγίες, υποτροφίες και ποικίλες άλλες κινήσεις την καλλιτεχνική άνθηση της «δεύτερης πατρίδας» του που τόσο αγάπησε. Ο Ζιλ Ντασέν γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου το 1911 στο Μιντλτάουν του Κονέκτικατ των Η.Π.Α. Γόνος Ρώσοεβραίου κουρέα ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά μιας οικογένειας που ζούσε υπό δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη όπου ξεκίνησε σαν ηθοποιός στην ARTEF Company (Jewish Socialist Proletarian Theater) το 1936. Σε νεαρή ηλικία κατάλαβε την κλίση του για τον κινηματογράφο παρακολουθώντας το πρώιμο τότε Χόλιγουντ του Γκρίφιθ, του Τσάπλιν, του Κίτον και των αδελφών Μαρξ να μεγαλουργεί. Αρχικά ασχολήθηκε με το θέατρο, ανεβάζοντας την πρώτη του παράσταση στο Μπροντγουέι το 1939 («Medicine Show»), για να μεταπηδήσει ένα χρόνο αργότερα στο Χόλιγουντ, υπογράφοντας συμβόλαιο με την RKO. Στις αρχές του 1940 τον «αρπάζει» η MGM στην οποία παραμένει για έξι χρόνια, κάνοντας εκεί τις πρώτες του ταινίες. Οι επιτυχίες όμως ήρθαν όταν αποφάσισε να συνεργαστεί με τον ανεξάρτητο παραγωγό Μαρκ Χέλινγκερ από το 1946.

Συμπληρώνοντας τα τριάντα του χρόνια ντεμπουτάρει σκηνοθετικά στο «πανί» με τη μικρού μήκους ταινία «Μαρτυριάρα Καρδιά», μια μεταφορά του ομώνυμου διηγήματος του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Την αμέσως επόμενη χρονιά και για την υπόλοιπη δεκαετία του ‘40 θα επιδοθεί σε μια μεγάλη παραγωγή ταινιών μέχρι να τον παρασύρει και αυτόν η εποχή του μακαρθισμού και να τον εξαναγκάσει να φύγει από τις Η.Π.Α. Ο Καναδός σκηνοθέτης Έντουαρντ Ντμίτρικ και ο συνάδελφός του Φρανκ Τουτλ ήταν εκείνοι που τον «έδωσαν» στην επιτροπή αντικομουνισμού και του έκοψαν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα η οποία ήδη ανθούσε με τα φιλμ-νουάρ του να είναι ιδιαίτερα δημοφιλή. Τα «Η Νύχτα Και Η Πόλη» του 1950 (στο οποίο έγινε remake το 1992 από τον Ίρβιν Γουίνκλερ με πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και την Τζέσικα Λανγκ), «Λεωφόρος Των Κλεφτών» του 1949, το διάσημο πλέον «Γυμνή Πόλη» που κέρδισε δυο Όσκαρ και το «Ο Δήμιος Των Κολασμένων» (με τον Μπαρτ Λάνκαστερ) του 1947 που αποτέλεσε την αφορμή της μακαρθικής δίωξης του ήταν οι ταινίες που έχτισαν το θρύλο του στην Αμερική. Πριν από αυτές, όπως κάθε ανερχόμενος σκηνοθέτης της εποχής, γύρισε κωμωδίες («The Affairs Of Martha», «Young Ideas»), δράματα («Nazi Agent», «Two Smart People») και αισθηματικά φιλμ («A Letter For Evie»), μετέφερε στο σινεμά το διήγημα «The Canterville Ghost» του Όσκαρ Ουάιλντ ενώ το «Reunion In France» (1942) ξεχώρισε λόγω των ερμηνειών της Τζόαν Κρόφορντ και του Τζον Γουέιν (πριν γίνει σκληρός καουμπόι).

Η ευρωπαϊκή περίοδος

Το 1952 ο Ντασέν ταξιδεύει για την Ευρώπη κυνηγημένος από τους τιμητές που καθοδηγούσε ο Μακάρθι. Η συνέχεια της καριέρας του αποδείχτηκε πολυεθνική γυρίζοντας ταινίες στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα, ασχολούμενος με το θέατρο (κυρίως) και το μιούζικαλ και κάνοντας ακόμα και...ολίγον τηλεόραση. Οι δεσμοί του με την Αμερική βέβαια δεν κόπηκαν αφού γύριζε συχνά - πυκνά για να ασχοληθεί με όλα τα παραπάνω είδη, με το Μπροντγουέι να τον κερδίζει όλο και περισσότερο αφού ανέβασε εκεί εκεί σπουδαίες παραστάσεις της εποχής («Two’s Company», «Ίλια Ντάρλινγκ», «Συντροφιά Με Τον Μπρεχτ»). Ήδη από το 1932 ήταν παντρεμένος με την Μπέατρις Λόνερ (χώρισαν το 1962) με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον αείμνηστο Τζο (διάσημος ποπ τραγουδιστής στη Γαλλία στη δεκαετία του ‘70), την Ζουλί (ηθοποιός για βραχύ διάστημα) και το δεύτερο γιο του (Ρίκι) ο οποίος επίσης πέθανε σε μικρή ηλικία.

Το 1955 ντεμπουτάρει στην Ευρώπη με το γαλλικής παραγωγής all time classic «Ριφιφί» που κέρδισε τέσσερα βραβεία μεταξύ των οποίων και καλύτερης σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών, ένα Φιλμ νουάρ που περιγράφει μια συμμορία τεσσάρων κακοποιών που σχεδιάζουν το τέλειο έγκλημα. Η ταινία αγαπήθηκε και υμνείται ακόμα. Δυο χρόνια αργότερα θα γυρίσει την ταινία που του σημάδεψε τη ζωή, τη μεταφορά του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη που τον φέρνει για πρώτη φορά σε επαφή με την Ελλάδα και την Μελίνα Μερκούρη η οποία πρωταγωνιστούσε. Μαζί με μια ακόμη τιμητική διάκριση στις Κάννες κέρδισε και την καρδιά της πιο διάσημης Ελληνίδας ηθοποιού της εποχής, ξεκινώντας έτσι έναν θυελλώδη δεσμό που θα καταλήξει σε γάμο (το 1965) και θα του αλλάξει, μια για πάντα, την υπόλοιπη ζωή του.

Τρία χρόνια πριν την καλύτερη ταινία της τόσο ποικίλης φιλμογραφίας του θα σκηνοθετήσει ένα δράμα με την Τζίνα Λολομπρίτζιντα και τον Ιβ Μοντάν το οποίο δεν θα σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία. Το «Ο Νόμος» ήταν μια ιταλική παραγωγή, ένα μείγμα αμερικανικής σαπουνόπερας με ευρωπαϊκό «κουλτουριάρικο» φιλμ και πολύ σεξ που πολυ-διαφημίστηκε αλλά δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Το 1960 ο Ζιλ Ντασέν σκηνοθετεί το «Ποτέ Την Κυριακή» το οποίο έχει χαρακτηριστεί από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Έχοντας πλέον αρχίσει να εγκαθίσταται στη χώρα μας εξαιτίας της Μελίνας Μερκούρη αρχίζει να ασχολείται με το σενάριο του Αμερικανού τουρίστα που προσπαθεί να βάλει στον ίσιο δρόμο μια πόρνη του Πειραιά. Ο μεγάλος σκηνοθέτης πρωταγωνιστεί ο ίδιος δίπλα στη Μελίνα και μας χαρίζουν μια εξαίσια ταινία με την βοήθεια της εκπληκτικής μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι («Τα Παιδιά Του Πειραιά») και τη σημαντική παρουσία Ελλήνων ηθοποιών όπως ο Γιώργος Φούντας, ο Θανάσης Βέγγος, ο Δήμος Σταρένιος και ο Τίτος Βανδής. Η ταινία απέσπασε Όσκαρ μουσικής επένδυσης, δυο υποψηφιότητες για τον Ντασέν, μια για την Μελίνα και μια για Όσκαρ κουστουμιών, υποψηφιότητες βραβείων BAFTA και Χρυσής Σφαίρας αλλά και το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ των Καννών για την Ελληνίδα ηθοποιό. Μάλιστα επτά χρόνια αργότερα ο Ντασέν θα αποσπάσει δυο Βραβεία Tony στην Αμερική, όταν ανέβασε το μιούζικαλ «Ίλια Ντάρλινγκ» στο Μπροντγουέι και κυκλοφόρησε το ανάλογο βιβλίο, αμφότερα βασισμένα σ’ εκείνη τη θρυλική ταινία.
Από εκεί και πέρα το όνομα του Ντασέν συνδέθηκε άρρηκτα με την Ελλάδα και τη Μελίνα Μερκούρη. Ουσιαστικά από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν θα «εγκαταλείψει» ποτέ τη χώρα μας. Το 1962 σκηνοθετεί μια παραλλαγή του μύθου του «Ιππόλυτου» του Ευριπίδη με τον Άντονι Πέρκινς και την Μελίνα. Η «Φαίδρα» είναι ένα ερωτικό δράμα που περιγράφει ένα τρίγωνο ανάμεσα σ’ έναν εφοπλιστή, τη νεαρή ερωμένη του και τον γιο του. Τη μουσική επιμελήθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης και η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ κουστουμιών, βραβεία BAFTA και Χρυσής Σφαίρας. Σε αμιγώς αμερικανική παραγωγή εξελίχθηκε η ταινία «Τοπ Καπί» (1964) που θεωρήθηκε το reamke του γαλλικού «Ριφιφί». Πλάι στην Μελίνα αυτή τη φορά ο σπουδαίος ηθοποιός Πίτερ Ουστίνοφ ο οποίος κέρδισε Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου. Στη μουσική, για ακόμα μια φορά, ο Μάνος Χατζιδάκις. Η επιστροφή του Ντασέν στο νουάρ που τόσο αγάπησε έδειξε τη θέλησή του να γυρίσει σ’ εκείνες τις ταινίες που τον ανέδειξαν τις δεκαετίες του ‘40 και του ’50. Ένα χρόνο πριν πάρει το δρόμο για το γύρο του κόσμου με τη σύζυγό του, εξαιτίας της χούντας στην Ελλάδα, γυρίζει μια αμερικανοϊσπανική παραγωγή, το «10.30 Καλοκαίρι Βράδυ». Ο Πίτερ Φιντς, η Ρόμι Σνάιντερ και φυσικά η Μελίνα Μερκούρη πρωταγωνιστούν σε μια ακόμη ερωτική ιστορία που βασίστηκε σε βιβλίο της γνωστής συγγραφέως Μαργκερίτ Ντιράς («Χιροσίμα Αγάπη Μου», «Ο Εραστής»).

Ζιλ Ντασέν: Ο περισσότερο Ελληνας από τους...αλλοδαπούς σκηνοθέτες! (Αλλά όχι πια μαζί μας δυστυχώς...)

Η χούντα και η τελευταία δημιουργική περίοδος...

Όταν επιβλήθηκε η χούντα ο Ντασέν με την Μελίνα αποθεώνονταν στη Νέα Υόρκη για το μιούζικαλ «Ίλια Ντάρλινγκ». Κατά την διάρκεια της επταετίας μέχρι την επάνοδό τους στην Ελλάδα και την έναρξη της πολιτικής δράσης της ηθοποιού, δίπλα στον Ανδρέα Παπανδρέου, θα γυρίσουν όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις διοργανώνοντας πολιτικές εκδηλώσεις και παραστάσεις. Παράλληλα ο Ντασέν επαναπατρίστηκε κινηματογραφικά στις Η.Π.Α. και επίσημα το 1968, σκηνοθετώντας την πρώτη του ταινία εκεί έπειτα από δέκα οκτώ χρόνια («Η Νύχτα Και Η Πόλη»). Το «Up, Tight!» δημιουργήθηκε με ένα «καθαρά» αμερικανικό επιτελείο, απ’ το σενάριο μέχρι την παραγωγή και τους ηθοποιούς και, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, δεν συμμετείχε η Μελίνα Μερκούρη. Ήταν remake του κλασικού φιλμ «The Informer» του Τζον Φορντ που είχε κερδίσει τέσσερα Όσκαρ το 1935. Πάντως η ταινία υποτιμήθηκε πάρα πολύ από τους κριτικούς της εποχής και αποτελεί ένα σπάνιο διαμάντι της φιλμογραφίας του Ντασέν.

Γαλλικής παραγωγής αλλά με αμερικάνικο «δάκτυλο» το «Πρωινό Ξύπνημα» του 1970. Η Μελίνα επιστρέφει ως πρωταγωνίστρια σ’ ένα φιλόδοξο πλην απογοητευτικό φιλμ το οποίο δυσαρέστησε μεγάλο μέρος του κοινού όταν είδε τα πάντα στην παραγωγή - από το σενάριο μέχρι τη μουσική και από τη στάση της Μελίνας μέχρι τους υπόλοιπους ρόλους - σε κακή φόρμα. Θέλοντας να ξεχάσει γρήγορα αυτό το εγχείρημα και με αφορμή την πτώση της χούντας το 1974 σκηνοθετεί το «Δοκιμή» που δεν βγαίνει ποτέ στις αίθουσες. Πρόκειται για μια «παράξενη» δραματική ταινία που κινείται στα όρια του ντοκιμαντέρ. Εξελίσσεται στη Νέα Υόρκη και έχει ως αφορμή τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στην Αθήνα. Την παραγωγή την ανέλαβε η ίδια η Μερκούρη, τη μουσική ο Μίκης Θεοδωράκης ο οποίος και...πρωταγωνιστεί μαζί με τον Ντασέν ενώ μπροστά από την κάμερα παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ, οι ηθοποιοί Λόρενς Ολιβιέ, Ολυμπία Δουκάκις και Στάθης Γιαλελής και ο σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος.

Στην Ελλάδα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης παγιώνεται η εποχή που η Μελίνα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τόσο την πολιτική/πολιτισμική σκηνή της χώρας και ο Ντασέν επικεντρώνεται στο θέατρο και μοιράζεται μεταξύ Μπροντγουέι και Ελλάδας ανεβάζοντας έργα όπως τα «Το Γλυκό Πουλί Της Νιότης» του Τένεσι Ουίλλιαμς και «η Όπερα της πεντάρας» του Μπρεχτ. Το 1978 ο Ντασέν και η Μερκούρη επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη με μιαν ακόμα μεταφορά έργου του Ευριπίδη. Με βάση το «Μήδεια» ο δημιουργός γυρίζει το «Κραυγή Γυναικών» όπου συμπρωταγωνιστεί η Έλεν Μπέρστιν και κάνουν την εμφάνιση τους σημαντικοί Έλληνες ηθοποιοί όπως ο Κώστας Αρζόγλου, ο Σάββας Αξιώτης, η Δέσπω Διαμαντίδου, ο Μάνος Κατράκης, ο ο Γιάννης Βόγλης, η Μπέτυ Βαλάση αλλά και ο Ανδρέας Βουτσινάς και πολλοί άλλοι. Με διεύθυνση φωτογραφίας από τον Γιώργο Αρβανίτη και μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου η ταινία κερδίζει υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες. Παρόλα αυτά απείχε πολύ από ανάλογες δημιουργίες του Κακογιάννη και αυτό τονίστηκε εντόνως την εποχή εκείνη. Δυο χρόνια αργότερα ο Ζυλ Ντασέν θα φτάσει στο σκηνοθετικό του τέρμα. Στις απαρχές της δεκαετίας 1980 θα γυρίσει το «Circle Of Two», δράμα καναδικής (!) παραγωγής το οποίο αποτέλεσε ένα μεγάλο φιάσκο και με το ζόρι βγήκε στις αίθουσες των Η.Π.Α. το 1982. Περιέγραφε τη σχέση και τον έρωτα ενός εξηντάχρονου καλλιτέχνη (Ρίτσαρντ Μπάρτον) με μια δεκαεξάχρονη καλλονή (Τάτουμ Ο’ Νιλ). Μετά από αυτήν την ταινία ο Ντασέν αποφάσισε να εγκαταλείψει το σινεμά και να στραφεί οριστικά στο θέατρο και στη ζωή του στην Ελλάδα.

Αντί επιλόγου...

Ο Ζιλ Ντασέν - που σε πρώιμες δημιουργίες του υπέγραφε ως «Perlo Vita» - διέγραψε μια σημαντικότατη σκηνοθετική πορεία τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο παγκοσμίως. Στο σινεμά θα λέγαμε ότι κατάφερε να εισάγει ένα δικό του, αναγνωρίσιμο στιλ με τις ταινίες του οι οποίες ελάχιστες είχαν κάποιο κοινό στοιχείο μεταξύ τους. Τη καριέρα του δεν θα μπορούσαμε να τη χωρίσουμε εύκολα σε περιόδους με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια στην Αμερική που θα μπορούσαν να διακριθούν σ’ εκείνα που εκτελούσε παραγωγές της MGM (1941 – ‘6) και στη νουάρ εποχή με τον παραγωγό Χέλινγκερ. Η εγκατάστασή του στην Ευρώπη και κυρίως η σχέση του με την Μελίνα επηρέασε το ύφος του στρέφοντας τον σε ταινίες ποικίλου είδους με προεξέχοντα τα ερωτικά δράματα που είχαν γερή δόση...ελληνικού στοιχείου.

Ο Ντασέν γύρισε είκοσι πέντε ταινίες συνδυάζοντας την παραδοσιακή αφηγηματικότητα του Χόλιγουντ με την ξεχωριστή σκηνοθετική ματιά του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Κέρδισε πέντε βραβεία με κυριότερο βέβαια εκείνο στις Κάννες ενώ είχε και δυο υποψηφιότητες για Όσκαρ. Τιμητικά βραβεία έλαβε στα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1994), Μονάχου (1997) και Νέα Υόρκης (2000). Διετέλεσε μέλος των κριτικών επιτροπών στο φεστιβάλ Καννών (1979) και του Βερολίνου (1984). Η συμβολή του στο θέατρο ήταν το ίδιο αξιοσημείωτη με αυτή στον κινηματογράφο. Το ίδιο όμως και στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας μας συνεχίζοντας το τεράστιο έργο που άφησε η αγαπημένη του μούσα, η Μελίνα. Ο κύκλος της ζωής και της δημιουργίας του έκλεισε ομαλά, το απόγευμα της Δευτέρας 31 Μαρτίου 2008 στο νοσοκομείο «Υγεία». Αφήνοντας μας να τον θυμόμαστε, τόσο για τις ταινίες του όσο και για τη σπάνια αγάπη του για τη χώρα μας αν και δεν είχε γεννηθεί σε αυτήν...

*Το κείμενο για τον αείμνηστο Ζιλ Ντασέν δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό κινηματογραφικό περιοδικό "Movieworld" στις 30/3 και 2/4/2008, για λογαριασμό της μηνιαίας προσωπικής στήλης "Μαγική Πόλις". Το ιδιαίτερο του κειμένου είναι ΟΤΙ ΤΟ Α' ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ -ΕΝΤΕΛΩΣ ΤΥΧΑΙΑ- το ίδιο πρωινό του θανάτου του μεγάλου σκηνοθέτη, με αποτέλεσμα να δημοσιευτεί άμεσα το β' μέρος (που προοριζόταν για τον επόμενο μήνα). Μάλιστα, στο εισαγωγικό σημείωμα του β' μέρους (που δεν δημοσιεύεται εδώ) αναφερόμουν στις αλά "71 τυχαιότητες" του Χάνεκε, που μας συμβαίνουν μερικές φορές στη ζωή...