30 Αυγ 2008

"Sotiris Pastakas : The Isle Of Chios (2002)" [Translated by Yannis Goumas - 2008]


The isle of Chios
grows inward then sticks out
like a hangnail.

Itching sends me away,
ancient oracle
and I’m accented on the penult.

I must have gone too far.
To think
that where I am now
the sea is called Ionian.

*

Autumn as psychism:
sorrow that comes externally
and crushes us. I was afraid
of its melancholy strain,
the parade of thwarted
aspirations, the established
order of passions. I was afraid
of recurring sorrow,
the dragging delirium,
the discolouration of words,
the derangement of footsteps,
I feared they comprised the manifest
tokens of a specific disease.

*

I am looked on, and maunder about,
as a retired emotionalist.
Immersed in words
betrayer of oaths
robber of prospects
unfit for the future,

never-failing lover
war criminal.

*

The marble stadium in the background. Midday
spectre, the ouzo bar in the shade of terror.

Saturday as an adjective of a proper noun
we surrendered to you one afternoon.

My girl and I anonymously
paraded through eponymous streets

the celebrated Beauty.

*

Don’t hesitate. Summer’s over,
the day has decreased its light, leaves
of finite red, the grape harvest gathered.

Don’t hesitate. Your synonymity
with summer allots the meaning
to the warm hearth of my self.

I am here, glowing with fire, consumable.
Older than winter, I await you
with open arms. Don’t delay.

29 Αυγ 2008

"Kόλαση και Παράδεισος 2" - Γιώργος Γριβάκος


ΜΕΡΗ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΜΑΣ.
ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΙΩΘΕΙΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΘΑ ΔΙΑΒΕΙΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΛΕΝΕ, ΓΑΛΗΝΗ ΗΡΕΜΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΥΤΥΧΙΑ!

ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΝΕΙ ΚΑΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ ΤΟ ΚΑΚΟ ΓΥΡΝΑΕΙ ΑΠΑΝΩ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΟΝ ΥΠΟΓΕΙΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΙΖΕΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ!

ΘΑ ΔΟΚΙΜΑΣΤΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΖΑΝΙΑ ΘΑ ΒΡΑΣΕΙΣ!
ΤΑ ΚΑΖΑΝΙΑ ΑΥΤΑ ΣΥΜΒΟΛΙΖΟΥΝ ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΚΑΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΖΟΥΣΕΣ!

28 Αυγ 2008

"Visuals Poets : Stanley Kubrick : Barry Lyndon (1975)" - Ιωάννα Κουτζούκου

Παρόλο που ο Kubrick μπορούσε να ζητήσει και να λάβει προϋπολογισμούς εκατομμυρίων δολαρίων για τις ταινίες του, μέσα του ήταν ακόμα ένας ανεξάρτητος κινηματογραφιστής. Ήταν παθιασμένος με κάθε πλευρά της παραγωγής κι ένιωθε ότι είχε προσωπική ευθύνη για κάθε λεπτομέρεια της ταινίας, όπως άλλωστε έκανε και στις πρώτες του ταινίες. Όπως είπε στον Robert Emmett Ginna: “I think you have to view the entire problem of putting the story you want to tell up there on that light square. It begins in the selection of property; it continues through the creation of the right kind of financial and legal and contractual circumstances under which you make a film. It continues through the casting, the creation of the story, the sets, the costumes, the photography and the acting. And when the picture is shot, it’s only partially finished. I think the cutting is just a continuation of directing a movie. I think the use of music effects, opticals and finally main titles are all part of telling the story. And I think the fragmentation of these jobs, by different people, is a very bad thing”.

Ο Kubrick λάτρευε να δημιουργεί ταινίες – δεν έκανε ποτέ διακοπές γιατί έβλεπε τη δουλειά του πιο πολύ σαν παιχνίδι παρά σαν δουλειά – και προσπαθούσε να συνεργάζεται με ανθρώπους που έβλεπαν τη δουλειά σαν κι αυτόν, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν είχαν εμπειρία στη βιομηχανία του θεάματος. Ενθάρρυνε τους συνεργάτες του να δοκιμάζουν καινούρια πράγματα – πολλοί πίστευαν ότι δημιούργησαν τις καλύτερες δουλειές του προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του ευφυούς δασκάλου. Για το υπόλοιπο της ζωής του, οι αυξημένες προδιαγραφές σε όλους τους τομείς της δουλειάς και της τέχνης θα τον αναδείκνυαν σε θρύλο στην κινηματογραφική κοινότητα. Σαν τον Alfred Hitchcock, θα έφτανε στα άκρα για να παρουσιάσει μια ακριβή εικόνα στην οθόνη. Πάντως, μάλλον οι μεγαλύτερες προσπάθειες για να διατηρήσει την αυθεντικότητα έγιναν για το “Barry Lyndon”, την πιο υποτιμημένη και παρεξηγημένη ταινία του. Ο Kubrick δεν κατάφερε να βρει τα κονδύλια που χρειαζόταν για να γυρίσει τη ζωή του Ναπολέοντα, αλλά ακόμη επιθυμούσε να γυρίσει μια ιστορική ταινία και τελικά συμπτωματικά βρήκε το δεύτερο μυθιστόρημα του William Makepeace Thackeray, το “The Memoirs of Barry Lyndon”(1844). Πρόκειται για μια μακρά ιστορία για τις δοκιμασίες και την κακοτυχία του Ιρλανδού Redmond Barry, ιδωμένη από τη δική του σκοπιά. Το 1960, ο Kubrick είχε γράψει, ίσως σκεπτόμενος το “Lolita”: “The perfect novel from which to make a movie is, I think, not the novel of action but, on the contrary, the novel which is mainly concerned with the inner life of its characters. It will give the adaptor an absolute compass bearing, as it were, on what a character is thinking or feeling at any given moment of the story”. Παραδόξως, ο Kubrick κατήργησε την αφήγηση του Redmond όταν διασκεύαζε το σενάριο κι εισήγε μια ειρωνική, κυνική φωνή – αφηγητή- σαν αντίποδα του ανήμπορου, εξουθενωμένου Ιρλανδού.

Η θρυλική αναζήτηση του Kubrick για αληθοφάνεια είναι εμφανής σε κάθε πλευρά της παραγωγής. Ορισμένα από τα κουστούμια ήταν αυθεντικά από το 18ο αιώνα κι άλλα πιστές αντιγραφές τους. Οι περούκες φτιάχτηκαν από τα μαλλιά νεαρών ιταλίδων, που ήταν έτοιμες να ασπαστούν τη μοναχική ζωή. Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε φυσικές τοποθεσίες κι έτσι δε χτίστηκε κανένα set. Καθώς στην Ιρλανδία υπήρχαν ακόμα πολλά αυθεντικά κτίρια από το 18ο αιώνα, ο Kubrick μετέφερε την παραγωγή εκεί, ταξιδεύοντας σε ολόκληρη τη χώρα. Κάποια σπίτια ήταν ανοιχτά στο κοινό οπότε ο Kubrick έπρεπε να κινηματογραφεί μεταξύ ξεναγήσεων. Τα γυρίσματα στην Ιρλανδία σταμάτησαν απότομα όταν δέχτηκε απειλές από τον IRA– είχε βάλει Άγγλους στρατιώτες να παρελαύνουν στην Ιρλανδία σε μια πολιτικά ευαίσθητη περίοδο της ιστορίας της, καθώς η Bloody Sunday ήταν φρέσκια ακόμη στο μυαλό όλων κι οι δολοφονίες ήταν μέσα στην καθημερινότητά τους. Η παραγωγή μεταφέρθηκε στην Αγγλία εν μία νυκτί.
Ο Kubrick ζωγράφιζε χρησιμοποιώντας τους φωτισμούς, κι, όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες, του άρεσε ν’ αλλάζει σποραδικά την παλέτα του. Για το “Barry Lyndon” αποφάσισε να φωτογραφίσει τον 18ο αιώνα χρησιμοποιώντας φυσικό φως – φως κεριών. Επίσης, έκανε κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ, πήρε ένα φακό που είχε φτιαχτεί από τη NASA, για να το χρησιμοποιούν στο φεγγάρι, και το προσάρμοσε στην κάμερα. Αυτό προσέδωσε μια απαλή, κοκκώδη υφή στην εικόνα, κάτι που προκαλούσε προβλήματα στους οπερατέρ. Περνούσε τόσο λίγο φως από την κάμερα σε βαθμό που δεν μπορούσαν να δουν την εικόνα ώστε να βρουν το σωστό σημείο εστίασης. Ο Kubrick απλά συνέδεσε μια βιντεοκάμερα στην κάμερα και χρησιμοποίησε αυτή για να εστιάζει αλλά και για τα instant replay στις διαφορετικές λήψεις.

Ο Kubrick γνωστός για τις πολλαπλές λήψεις που τραβούσε σε κάθε σκηνή, είπε στο Michel Ciment, “.... it’s invariably because the actors don’t know their lines, or don’t know them well enough. An actor can only do one thing at a time, and when he has learned his lines only well enough to say them while he’s thinking about them, he will always have trouble as soon as he has to work on the emotions of the scene or find camera marks. In a strong emotional scene, it is always best to be able to shoot in complete takes to allow the actor a continuity of emotion, and it is rare for most actors to reach their peak more than once or twice. There are, occasionally, scenes which benefit from extra takes, but even then, I’m not sure that the early takes aren’t just glorified rehearsals with the added adrenaline of film running through the camera”.

Η επιμονή κι η προσοχή του στη λεπτομέρεια ήταν σημαντική για την ταινία γιατί τοποθετείται στην εποχή της αρχιτεκτονικής των κήπων, όταν ο άνθρωπος αποπειράθηκε να δαμάσει τη φύση, να την κάνει να ταιριάζει σε γαλήνια πρότυπα. Ομοίως, ο άνθρωπος προσπάθησε να ελέγξει την ίδια του τη φύση, φτιάχνοντας ένα περίτεχνο τρόπο συμπεριφοράς. Εντούτοις, το μόνο που έκανε ήταν να καλύπτει την πραγματική του φύση. Χρησιμοποίησε φακούς μεταβλητής εστίασης, οι οποίοι αποκάλυπταν σταδιακά τις εικόνες αναδημιουργώντας τους σπουδαίους πίνακες της περιόδου (των Watteau, Hogarth, Gainsborough, Reynolds, Chardin and Stubbs), και κλασσική μουσική, η οποία μας υποβάλλει δίνοντας μια αίσθηση κουλτούρας κι ευγένειας. Ο Kubrick σμίλευσε τοπία πολιτισμού που έκρυβαν τη βαρβαρότητα που ελλόχευε στους χαρακτήρες.

Η ιστορία ξεκινάει στην Ιρλανδία του 18ου αιώνα. Ο Redmond Barry ερωτεύεται την ξαδέρφη του Nora Brady, έχοντας ένα φλερτ, μονομαχεί γι’ αυτήν, σκοτώνοντας τον αρραβωνιαστικό της, έναν Άγγλο στρατιώτη. Καταφεύγει στο Δουβλίνο, κατατάσσεται στον αγγλικό στρατό, περνάει πολλές περιπέτειες και τελικά περιπλανιέται στην Ευρώπη με τον επαγγελματία τζογαδόρο, The Chevalier, εξαπατώντας την υψηλή κοινωνία. Τα χρέη πληρώνονται με υποσχετικές επιστολές κι ο Redmond μονομαχεί με τους Λόρδους για να τους εξαναγκάσει να πληρώσουν. Τα χρήματα που αποκομίζει δεν είναι αρκετά για να διατηρήσει τον τρόπο της ζωής που είχε συνηθίσει, οπότε ερωτοτροπεί και παντρεύεται μια πλούσια χήρα, τη Lady Lyndon.

Αμέσως μετά το γάμο τους στις 15 Ιουνίου του 1773, η Lady Lyndon καταλαβαίνει ότι ο Barry είναι παντελώς αδιάφορος για την ίδια όταν του παραπονιέται για τον καπνό της πίπας του κι αυτός τον φυσάει στο πρόσωπό της. Ο Barry είναι γοητευμένος απ΄ όλα τα πράγματα που μπορεί να του αγοράσει ο νεοαποκτηθέν πλούτος του, έτσι τζογάρει κι απατάει τη γυναίκα του χωρίς να τον νοιάζει καθόλου γι’ αυτήν και το δεκάχρονο γιο της, Lord Bullingdon, ο οποίος έχει καταλάβει ότι ο Barry είναι ένας στυγνός οπορτουνιστής. Από την ένωσή τους γεννιέται ένας γιος, ο Brian, που μεγαλώνει με μεγάλη αγάπη από τον πατέρα του και χρησιμοποιείται από τον Lord Bullingdon για να διαλύσει ένα επίσημο ρεσιτάλ ενώπιον αξιωματούχων καλεσμένων. Ο Barry εκρήγνυται από οργή κι επιτίθεται στο Bullingdon. Αυτό το ξέσπασμα μετατρέπει τον Barry σε απόβλητο της συγκρατημένης κοινωνίας – οι “φίλοι” του προφασίζονται δικαιολογίες για να μην παραβρεθούν στα δείπνα, πιστεύοντας ότι ο Barry είναι βάρβαρος. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που δωροδοκούσε ώστε να αποκτήσει έναν τίτλο ευγενείας και να βελτιώσει την κοινωνική του θέση. Τα χρέη του άρχιζαν να συσσωρεύονται κι, όταν ο Brian πεθαίνει αφού πέφτει από ένα άλογο, οι γονείς του απελπίζονται. Ο Barry βρίσκει καταφύγιο στο ποτό, η Lady Lyndon αφιερώνεται στην εκκλησία και προσπαθεί να δηλητηριάσει τον εαυτό της. Ο Lord Bullingdon προκαλεί τον Barry σε μονομαχία. Όταν το πιστόλι του Bullingdon εκπυρσοκροτεί κατά λάθος, ο Barry πυροβολεί στο έδαφος. Αντί να πάρει ικανοποίηση απ’ αυτό ο Bullingdon συνεχίζει και πυροβολεί τον Barry στο πόδι, το οποίο κι ακρωτηριάζεται. Ο Barry παίζει χαρτιά με τη μητέρα του, όταν λαμβάνει ένα τελεσίγραφο από τον Bullingdon που του προσφέρει 500 γκινέες το χρόνο για να φύγει από τη χώρα, αλλιώς οι πιστωτές του θα τον βάλουν φυλακή. Μετά από μερικά χρόνια στην Ιρλανδία, ο Barry περνάει το υπόλοιπο της ζωής του τζογάροντας στην Ευρώπη, όπως έκανε The Chevalier.
Είναι μια τραγική ιστορία καθώς, αφού η αγάπη του Redmond Barry καταχράται στην Ιρλανδία, δεν επιτρέπει στον εαυτό του την πολυτέλεια του να αγαπήσει και καταχράται την αγάπη που του δίνουν οι άλλοι. Όταν τελικά αγαπάει ξανά – δίνει απλόχερα την προσοχή του στον Brian– ο γιος του πεθαίνει κι ο Barry επιστρέφει στην κυνική ζωή του διαλυμένου άντρα που διήγε πριν τη γέννηση του γιου του. Ο Kubrick υφαίνει επιδέξια την ιστορία χωρίς σκηνές με εκτεταμένους διάλογους – όπως στο “2001:A Space Odyssey”, πολλές σκηνές είναι χωρίς λόγια και βασίζονται στο θεατή για να αποτυπώσει τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα στους χαρακτήρες. Αυτό είναι ένα συνεπές χαρακτηριστικό του έργου του, όπως έγραψε το 1960: “I think it essential if a man is good to know where he is bad and to show it, or if he is strong, to decide what the moments are in the story where he is weak and to show it. And I think that you must never try to explain how he got the way he is or why he did what he did”.

Αφού 170 ηθοποιοί και τεχνικοί πέρασαν 8,5 μήνες σε φορτηγά ταξιδεύοντας από τη μία τοποθεσία στην άλλη, η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 18 Δεκεμβρίου του 1975 κοστίζοντας 11 εκατομμύρια δολάρια. Παρόλο που ήταν αναμφισβήτητα ένα αριστούργημα και κέρδισε πολλά βραβεία, απέτυχε στο box office. Ο Kubrick έγραψε: “The important thing in films is not so much to make successes as not to make failures, because each failure limits your future opportunities to make the films you want to make”. Παρόλο που κράτησε κάποια από τα στηρίγματα στο σπίτι του με την ελπίδα να κάνει όντως το Ναπολέοντα, μέσα του πρέπει να ήξερε ότι το όνειρό του δε θα πραγματοποιούταν ποτέ.

Πρωταγωνιστούν: Ryan O'Neal, Marisa Berenson, Patrick Magee, Hardy Krüger, Steven Berkoff/ Σενάριο: Stanley Kubrick, William Makepeace Thackeray/ Σκηνοθεσία: Stanley Kubrick/ Διάρκεια: 184’ . Κέρδισε 4 Όσκαρ και προτάθηκε για 2 Χρυσές Σφαίρες.

Παρασκήνιο:

-Σύμφωνα με το βιογράφο του Kubrick, η αρχική επιλογή για το ρόλο του Barry Lyndon ήταν ο Robert Redford, αλλά τον απέρριψε.
-Ο Kubrick αρχικά ήθελε να γυρίσει το πιο δημοφιλές μυθιστόρημα του
William Makepeace Thackeray, "Vanity Fair", αλλά αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να αποτυπώσει όπως θα ήθελε την πυκνή πλοκή του μέσα στα όρια μιας τρίωρης ταινίας. Τότε αποφάσισε να γυρίσει αντ’ αυτού "The Memoirs of Barry Lyndon".
-Στην απόφασή του αυτή βοηθήθηκε να οδηγηθεί κι από την ανακοίνωση της παραγωγής miniseries για την τηλεόραση.
-Σε μία σκηνή όπου ο
Patrick Magee έπρεπε να μοιράζει τα χαρτιά, άρχισε να ιδρώνει, κι ο ιδρώτας στις παλάμες του το έκανε σχεδόν αδύνατο να μοιράσει τα χαρτιά ήρεμα. Ο Kubrick έφερε έναν επαγγελματία card dealer. Μετά όμως συνειδητοποίησε ότι τα χέρια του ήταν απαλά ενώ του Magee ήταν τριχωτά. Για να αποφύγουν προβλήματα συνέπειας, ξύρισαν τα χέρια του Μagee ώστε να δείχνουν ίδια.
-Το κορίτσι που κάθεται πίσω από τον αριστερό ώμο της Lady Lyndon κατά τη διάρκεια του μαγικού σόου είναι η κόρη του Kubrick, η
Vivian Kubrick.

27 Αυγ 2008

Απόψε, στο MindRadio.gr , o Ν.Ι. Πουλάκος συνομιλεί με τον Γιώργο Γριβάκο..


Εκπομπή για τον Κινηματογράφο "Ο Κόσμος του Σινεμά" του Νέστορα Ι. Πουλάκου στο MindRadio.gr : Την Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008, ώρα 19.00 - 21.00 το βράδυ, ο Νέστορας Ι. Πουλάκος αναλύει τις ταινίες της εβδομάδας, μεταφέρει το κλίμα του 65ου Διεθνές Φεστιβάλ Βενετίας και συνομιλεί με τον στιχουργό Γιώργο Γριβάκο. Κεντρικό θέμα το διαδίκτυο, η ποίηση και ο στίχος στην οθόνη κι όχι στο -παραδοσιακό- χαρτί. Με ροκ και μέταλ διαθέσεις, ο Γιώργος Γριβάκος επιμελείται τη μουσική. Η εκπομπή μεταδίδεται από τη συχνότητα του MindRadio στο λινκ www.mindradio.gr

26 Αυγ 2008

Ν.Ι.Π. & Γ.Ι.Μ.


Ο Σον Πεν και ο Τζακ Νίκολσον στην Αθήνα!!! Φήμες λένε ότι θα πρωταγωνιστούν στην νέα ταινία του Στέργιου Νιζήρη, με τίτλο "Πίνοντας κάτω απ' τ' αστέρια"!

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧΧ. Απέναντι στην Απαστράπτουσα Τιποτολογία" - Ίκαρος Μπαμπασάκης



Από την τρομοκρατία του θεάματος στο θέαμα της τρομοκρατίας

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣΟ Κάντιος και τα Βαλκάνια« ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ» ΣΕΛ. 56, ΕΥΡΩ 7,4

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ Τα ποιήματα του Μανδαρίνου «ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ» ΣΕΛ. 4, ΕΥΡΩ 7

Ορθά ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος χαρακτηρίζει «ασκήσεις λογικής» τα κείμενα, δημοσιευμένα στο περιοδικό «Σημειώσεις» και στην εφημερίδα «Καθημερινή», που συστεγάζονται στο βιβλίο του «Ο Κάντιος και τα Βαλκάνια», στη νέα σειρά (καλοτάξιδη, Γιώργο!) που διευθύνει ο ποιητής Γιώργος Κοροπούλης. Πράγματι, εδώ ακούγεται, καθαρά, η φωνή της λογικής, μια φωνή που επιχειρεί να εναντιωθεί στην καθεστηκυΐα φωνασκία του παραλόγου, στον κόσμο που χάνει τα αυτονόητά του, στην κοινωνία με τους διαρρηγμένους συνδετικούς ιστούς.

Η αντιστροφή της λογικής και η κατάλυσή της σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα φαίνεται ότι είναι πρώτιστο «καθήκον» εκείνων που μονοπωλούν το δημόσιο λόγο, εκείνων που ασκούν την εξουσία (και των φερέφωνών τους). Η αντιστροφή της αντιστροφής αυτής, η επάνοδος στα αυτονόητα, η επισήμανση του τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο, τι ουσιώδες και τι επουσιώδες, τι κρίσιμο και τι όχι, αποτελεί, σήμερα, μέριμνα όσων αρνούνται να κοιμηθούν μέσα στη νύχτα του θεάματος, στη νύχτα της λογικής που γεννάει τέρατα και όπου, καθώς θα έλεγε και ο Hegel, όλες οι αγελάδες είναι γκρίζες.

Ο Λυκιαρδόπουλος καταπιάνεται με τα ουσιώδη της τελευταίας δεκαετίας, με όσα ταλανίζουν την ευαισθησία και τη λογική μας, με όσα οδηγούν από την τρομοκρατία του θεάματος στο θέαμα της τρομοκρατίας, με όσα κονιορτοποιούν τα νοήματα και τις σημασίες, με την αφλογιστία των λέξεων, με την καλπάζουσα φθορά των αξιών, αλλά και με το «τι να κάνουμε» (για να θυμηθούμε έναν επαναστάτη που τείνουμε να λησμονήσουμε για πάντα), ναι, με το «τι να κάνουμε» απέναντι σε μια φαινομενικά ακαταμάχητη επέλαση των ορδών της ΚΔΩΑ, όπως έλεγε και ο Πάνος Κουτρουμπούσης, της Κτηνώδους Δύναμης και της Ογκώδους Αγνοιας.

Στον παρόντα τόμο καυτηριάζεται δεόντως εκείνος ο ιδιόρρυθμος ελληνικός λαϊκισμός, που τόσο λαγαρά συνοψίστηκε στις φράσεις: «Αυτό το ρυάκι αναιρεί ολόκληρη την Κριτική του Καθαρού Λόγου» και «Ο Κάντιος και ο Μαρξ βομβάρδισαν τη Σερβία». Καυτηριάζεται η κινητικότητα πολλών Ελλήνων «πρώην» που μοχθούν να γίνουν, αντί τρόπω, «νυν»: πρώην επαναστατών, πρώην διανοουμένων, πρώην ποιητών, πρώην εξεγερμένων, πρώην κομμουνιστών, που γίνονται νυν υπουργοποιημένοι, νυν κλαρινολάτρες, νυν κυνικοί, νυν «ρεαλιστές», νυν έμμισθοι δοξολογητές του υπάρχοντος. Καυτηριάζονται εκείνοι που ασκούν κριτική post festum, εκείνοι που με τόσο θάρρος πυροβολούν νεκρούς, εκείνοι που με τόση λεβεντιά, και με τριάντα και σαράντα και πενήντα χρόνια καθυστέρηση, τα βάζουν ωρυόμενοι με τον Ρίτσο, με τον Λένιν, με τον Τρότσκι ή με τον Ζαχαριάδη, ενώ δεν είχαν το νου και την τιμή να θίξουν τίποτα και ποτέ ενόσω ήταν κραταιό και in, ενόσω δέσποζε και κυριαρχούσε. Ο Λυκιαρδόπουλος καυτηριάζει, και καλά κάνει, τους αστέρες της «απαστράπτουσας τιποτολογίας των ημερών», αυτούς που ενορχηστρώνουν την «πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση και την ιστορική αμνησία», τους νυν του in!

Στα όσα τείνουν να μας οδηγήσουν από τον αφρό των ημερών στη Μεγάλη Χωματερή, ο Λυκιαρδόπουλος αντιπαραθέτει την επιστροφή στη λογική και στα αυτονόητά μας, την επιστροφή σε έννοιες, νοήματα και σημασίες που έχουν φθαρεί πολύ, αλλ' ίσως όχι ανεπανόρθωτα, αντιπαραθέτει την αντίσταση της ποίησης, «τους μικρούς σκληρούς πυρήνες αντιστάσεως που αυθαδιάζουν στην ακατάσχετη καθημερινότητα του θανάτου μας -το απροσδόκητο γρασίδι που βλέπουμε κάποτε να ραγίζει το τσιμέντο».

Η λογική και η γλώσσα είναι υπό διωγμόν στις μέρες μας. Στον τρελό χορό του μεταμοντέρνου anything goes στροβιλίζονται κι εκτοξεύονται σε έναν τόπο κενό, σε μια no man's land, η σκέψη, το όραμα, η αγάπη, η ευγένεια, η καλλιέργεια, όλες οι πυξίδες και όλοι οι οδοδείκτες που έδειχναν προς το βορειοδυτικό πέρασμα, προς τη γεωγραφία της αληθινής ζωής.

Ο Guy Debord το είχε διατυπώσει έτσι: «Η υποχώρηση της ορθολογικής σκέψης, τόσο έκδηλη και τόσο εσκεμμένα επιδιωκόμενη στο θέαμα, κάνει να χαρακτηρίζονται μαύρη μαγεία, προσεταιρισμός των σκοτεινών δυνάμεων των γκουρού, του βουντού, και λοιπά, όλες οι πρακτικές που κρατιούνται έξω από την επίσημη μαγεία την οποία οργανώνει το κράτος, από τον πανταχού παρόντα καθρέφτη του κόσμου, στον οποίο όλα παρουσιάζονται ανάποδα. Να λέμε ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα φτάνει να γίνει επαναστατική πράξη. Τολμά κανείς να σκεφτεί στη Γαλλία να γυρέψει το μεσημέρι στις δεκατέσσερις η ώρα το καλοκαίρι; Τρομοκρατία! Αυτός που απατάται είναι ο ήλιος, κι αυτός που έχει δίκιο είναι η κυβέρνηση» (Παρατηρήσεις για τη δολοφονία του Ζεράρ Λεμποβισί, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. «Νησίδες»).

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος δεν λέει κάτι διαφορετικό: «Διότι εάν το άλας μωρανθεί, ο πολιτισμός καταντάει μια ασήμαντη "λεπτομέρεια" ή υποκαθίσταται και ορίζεται από τα περιττώματά του: αυθεντικοί ερμηνευτές του γίνονται τότε οι ιέρακες των χρηματιστηρίων και οι κήρυκες των πετρελαίων. Σε ένα "παγκόσμιο χωριό" όπου η σκέψη δεν βρίσκει πλέον πατρίδα».

Θαρρείς για να κάνει δεύτερη φωνή στις «Ασκήσεις Λογικής», ο Λυκιαρδόπουλος μας προσφέρει ταυτόχρονα και τρεις ποιητικές ενότητες, τον «Τσε», τα «Ποιήματα του Μανδαρίνου» και τη «Λοξοδρομία». Πρόκειται, σε έγγραφη μορφή, για την αντίσταση της ποίησης, για την οποία μας μιλάει στις «Ασκήσεις». Ποιήματα που με δήθεν φτωχά υλικά, με λέξεις από όλους αναγνωρίσιμες, γυμνωμένες από ψιμύθια και σουσούμια, μας επαναφέρουν στο καίριο και στο ουσιώδες που τείνουμε, δυστυχώς, να λησμονούμε. Το μόνο ναρκωτικό που είχε, μας λέγει ο Λυκιαρδόπουλος, ήταν ακριβώς οι λέξεις. Με τις λέξεις οφείλουμε εκ νέου να κοινοποιήσουμε τη στάση μας απέναντι στην οδύνη, στη βαναυσότητα, στην αμνησία, στις επιθέσεις που δέχεται η λογική. «Ερχόμαστε από στέππες αμετάφραστες», γράφει ο Λυκιαρδόπουλος στο ποίημα «Από την παιδική ηλικία του E.C.G.», δηλαδή του Ernesto Che Guevara. Και λίγο πιο κάτω: «Δεν μεγαλώσαμε εύκολα/ καπνίζαμε τσιγάρα στούκας και διαβάζαμε τον Ζαρατούστρα,/ ξορκίζαμε το κατηχητικό στα υπόγεια του Γκόρκυ και του Ζορρό/ υπόγεια δικά μας προαιώνια ελληνικά/ - δεν μεγαλώσαμε εύκολα/ φοράμε πάντα ρούχα κατοχικά/ κρυώνει ακόμα η ψυχή μας/ καπνίζουμε εφημερίδες μεθάμε με μελάνι/ μας πνίγουν οι καπνοί οι λέξεις μας στενεύουν/ ερχόμαστε από πολύ μακριά».

Ο Λυκιαρδόπουλος, ακριβώς όπως και οι «συνένοχοί του» της περιλάλητης «συμμορίας των τεσσάρων», του Ερασμου και των Σημειώσεων (Στέφανος Ροζάνης, Μάριος Μαρκίδης, Βύρων Λεοντάρης), που όλοι τους συνδυάζουν τον ποιητικό και το δοκιμιακό λόγο εδώ και δεκαετίες, ξέρει καλά να υπερασπίζεται τις λέξεις και τις σημασίες, να υπερασπίζεται με τις λέξεις και με τις σημασίες ό,τι μας κάνει ανθρώπινους, ό,τι δεν μας αφήνει να χαθούμε κι εμείς στη Μεγάλη Χωματερή. Γι' αυτό είναι πολύτιμη η προσφορά του.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 14/2/2003.

25 Αυγ 2008

Συνέντευξη του Δημήτρη Πετρόπουλου..

Ένας από τους δηµιουργούς τού ντοκιµαντέρ «Κλωτσιά στη Φτώχεια» µιλάει στη ΓΑΛΕΡΑ για όσα κατέγραψε η κάµερα και η µνήµη.

Η «εξαθλίωσή» τους είναι πολιτικής φύσης. Οι οικονοµικές και οι κοινωνικές συνέπειες είναι αποτέλεσµα των πολιτικών επιλογών µιας ανάλγητης παγκόσµιας ελίτ, που σπουδάζει στα καλύτερα πανεπιστήµια και εφαρµόζει τις χειρότερες πολιτικές.

Καταµεσήµερο, κάπου στα τέλη Ιουνίου στην πόλη τής Ρόδου, παρακολουθήσαµε µε µεγάλη συγκίνηση το ντοκιµαντέρ «Κλωτσιά στη Φτώχεια», µια οπτική και µια έρευνα στον κοινωνικό ρατσισµό που αντιµετωπίζουν οι πρόσφυγες, οι άστεγοι και οι εξαρτηµένοι από τα ναρκωτικά στη χώρα µας. Πίσω από την κάµερα δούλεψε η δηµοσιογραφική οµάδα τής τηλεοπτικής εκποµπής τού Alpha TV «Η Μηχανή τού Χρόνου», η οποία ανέπτυξε το θέµα έχοντας ως κεντρικό άξονα την ουµανιστική πρωτοβουλία τής ΓΑΛΕΡΑΣ να συνθέσει την Εθνική Οµάδα Ποδοσφαίρου Αστέγων (αλλά και προσφύγων & απεξαρτηµένων), η οποία εντέλει ταξίδεψε στο Παγκόσµιο Πρωτάθληµα της Κοπεγχάγης το καλοκαίρι του 2007. Μιλήσαµε µε τον δηµοσιογράφο Δηµήτρη Πετρόπουλο, ο οποίος, µαζί µε τον Χρίστο Βασιλόπουλο και τη Μαργαρίτα Αργυροπούλου, ήταν οι υπεύθυνοι της δηµιουργίας τού ντοκιµαντέρ «Κλωτσιά στη Φτώχεια».

«Κλωτσιά στη φτώχεια»

- Καταρχάς, θα σας ρωτήσω για την απόφασή σας να επιλέξετε και να ερευνήσετε το θέµα τής φτώχειας και κατ’ επέκταση των αστέγων, προσφύγων, εξαρτηµένων από ναρκωτικά ανθρώπων. Ήταν η αιτία η πρωτοβουλία τής ΓΑΛΕΡΑΣ ή απλώς αφορµή, που την ψάχνατε από καιρό;

Καθηµερινά στο ρεπορτάζ, όσα χρόνια εργάζοµαι ως ρεπόρτερ, ασχολούµαστε µε πρόσφυγες, άστεγους και εξαρτηµένους. Αυτή τη φορά όµως ήταν πραγµατικά µια διαφορετική εµπειρία. Έγινε µε συνέχεια, για πολλούς µήνες, και, καθώς αφορµή ήταν το ποδόσφαιρο, υπήρχε φαντασία κι ένας εναλλακτικός τρόπος για το ρεπορτάζ. Ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρον ότι οι πρωταγωνιστές µέσα από τον αθλητισµό αγωνίζονταν να βρούνε µόνοι τους λύσεις, ενώ συνήθως αυτά τα θέµατα έχουν ισχυρή δόση καταγγελίας και µοιρολατρίας. Η πρωτοβουλία τής ΓΑΛΕΡΑΣ ήταν η αφορµή για να κάνουµε κάτι που θέλαµε πολύ. Αυτό ήταν το κάτι παραπάνω από ένα σύντοµο ρεπορτάζ. Ήταν ένα ντοκιµαντέρ.

- Πώς σας φάνηκε το ουµανιστικό εγχείρηµα της ΓΑΛΕΡΑΣ µέσα από έναν αθλητικό θεσµό και πώς αξιολογείτε, εν γένει, το αποτέλεσµα;

Η προσπάθεια της ΓΑΛΕΡΑΣ ήταν αυτό που έχει ανάγκη η δηµοσιογραφία. Να κάνουµε δηλαδή ένα βήµα ακόµη, κάτι παραπάνω από απλή καταγραφή των γεγονότων. Προσωπικά τη ζήλεψα. Αν σε όλα τα µέσα ενηµέρωσης υιοθετούσαµε µε ειλικρίνεια τέτοιες πρωτοβουλίες, θα βγάζαµε από πάνω µας την άδικη ρετσινιά τού «αλήτη, ρουφιάνου δηµοσιογράφου». Στο ραδιόφωνο του Άλφα 9.89 κάναµε κάτι παρόµοιο, συγκεντρώνοντας βιβλία για τις φυλακές ανήλικων Αυλώνα.

- Θεωρείτε ότι βοήθησε αυτούς τους κοινωνικά αποκοµµένους ανθρώπους;

Φυσικά. Δεν ισχυρίζοµαι ότι έλυσε τα προβλήµατά τους, αλλά τους έδειξε ότι δεν είναι µόνοι και η Ελλάδα δεν είναι η γη όπου ανθεί µόνο ο εθνικισµός, ο ρατσισµός και η γραφειοκρατία. Κατά τη διάρκεια της προετοιµασίας διαπίστωσα πως και µόνο το ότι µπορούν να βρίσκονται και να παίζουν µπάλα, γι’ αρκετούς ήταν µια ανέλπιστη ευκαιρία. Αλήθεια, πόσοι έχουµε σκεφτεί ότι οι πρόσφυγες, οι άστεγοι και οι πρώην εξαρτηµένοι έχουν ανάγκη από τον αθλητισµό και δεν µπορούν να αθληθούν εξαιτίας τού φόβου ότι θα συλληφθούν ή ότι δεν θα βρουν συµπαίκτες; Δυστυχώς, τους στερούµε τα σύνθετα αλλά τους αποκόβουµε και από τα απλά πράγµατα της ζωής. Ίσως επειδή κι εµείς, οι Νεοέλληνες, πιο πολύ βλέπουµε µπάλα, παρά παίζουµε.

- Πόσο καιρό ασχοληθήκατε µε το συγκεκριµένο θέµα και πώς βιώσατε την προσπάθεια αυτή όλων των παιδιών και όλων των υπολοίπων συντελεστών;

Ασχοληθήκαµε τρεις δηµοσιογράφοι. Ο Χρίστος Βασιλόπουλος, η Μαργαρίτα Αργυροπούλου κι εγώ. Ο καθένας µε διαφορετικό τρόπο, αλλά σαν οµάδα. Δεν µπορώ να µιλήσω για τα συναισθήµατα των συνάδελφων, αλλά όλοι µας, όσο κι αν φαίνεται µελό, πολλές φορές συγκινηθήκαµε µε τα βιώµατα ορισµένων αθλητών. Ειδικά στο µοντάζ, που βλέπαµε πολλές φορές τις µαρτυρίες χωρίς την ένταση του ρεπορτάζ. Ένας αθλητής, οικονοµικός πρόσφυγας από το Ιράκ, διηγείται στο ντοκιµαντέρ ότι κάθε φορά που ετοιµάζεται να πάει στο αστυνοµικό τµήµα για να ανανεώσει την προσωρινή άδεια παραµονής βρίζει τη φίλη του, εκνευρίζεται και γίνεται χάλια, σκεπτόµενος πόσο άσχηµα θα του φερθούν. Όσες φορές το παρακολούθησα, τόσες φορές ντράπηκα.

- Από τη θέση σας, θεωρείτε ότι η συνέχεια που θα υπάρξει τα επόµενα χρόνια, θα έχει την κρατική συµπαράσταση ή θα εξακολουθεί να στηρίζεται σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες και Μ.Κ.Ο.;

Το κράτος, στην παρούσα µορφή του, δεν πιστεύει στην κοινωνική δράση. Συνήθως τη χρησιµοποιεί ως άλλοθι ή γιατί πρέπει να δείχνει ότι κάτι κάνει. Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες, και κυρίως η τοπική αυτοδιοίκηση είναι µονόδροµος. Αν και η τοπική αυτοδιοίκηση, εκτός λίγων εξαιρέσεων, αποδεικνύεται ότι είναι µόνο για τα φεστιβάλ τού καλοκαιριού.

- Πώς και πήρατε την απόφαση να συµµετάσχετε σε ένα διεθνώς αναγνωρισµένο φεστιβάλ κινηµατογράφου, όπως αυτό του Ecofilms τής Ρόδου;

Αυτός ήταν ο στόχος εξαρχής: τα φεστιβάλ. Περισσότερο για να δοκιµάσουµε κάτι καινούργιο και να βιώσουµε την εµπειρία. Η Ρόδος και το συγκεκριµένο ντοκιµαντέρ για µας ήταν η αρχή και µια πολύτιµη εµπειρία. Είδαµε τα λάθη, τις αδυναµίες µας και την επόµενη φορά θα είµαστε καλύτεροι.

-Τελικώς, η εξαθλίωση αυτών των ανθρώπων, όπως τη ζήσατε ως ρεπόρτερ, είναι περισσότερο οικονοµικής ή κοινωνικής φύσεως; Εντέλει, είναι δυνατός ο κοινωνικός ρατσισµός που φέρνει τη «φτώχεια»;

Η «εξαθλίωσή» τους είναι πολιτικής φύσης. Οι οικονοµικές και οι κοινωνικές συνέπειες είναι αποτέλεσµα των πολιτικών επιλογών µιας ανάλγητης παγκόσµιας ελίτ που σπουδάζει στα καλύτερα πανεπιστήµια και εφαρµόζει τις χειρότερες πολιτικές. Στην πραγµατικότητα, θα έπρεπε να εξετάσουµε προσεκτικά ποιος είναι πιο εξαθλιωµένος: ο πρόσφυγας ή αυτός που τον οδηγεί στην προσφυγιά;

Η «Μηχανή τού Χρόνου»

- Η «Μηχανή τού Χρόνου» ολοκλήρωσε φέτος τον τέταρτο κύκλο εκποµπών της µε την ίδια επιτυχία όπως στο παρελθόν. Τι σχέδια υπάρχουν για το µέλλον;

Συζητάµε συνέχεια µε το Χρίστο Βασιλόπουλο για το µέλλον. Τελικά πάντα καταλήγουµε ότι ο στόχος είναι να γίνεται η εκποµπή καλύτερη. Να µαθαίνουµε από τα λάθη, τα δικά µας και των άλλων, και να µη µένουµε στάσιµοι.

- Ποια η απόφασή σας να ασχοληθείτε φέτος και µε ιστορικά θέµατα, πέραν των κοινωνικών, πολλών δεκαετιών βεβαίως, που κατακλύζουν τη θεµατολογία σας;

Ιστορικά θέµατα κάναµε από την πρώτη χρονιά, αλλά φοβόµασταν ότι δεν ενδιαφέρουν το τηλεοπτικό κοινό, καθώς δεν υπήρχαν και παρόµοιες εκποµπές για να βγάλουµε συµπεράσµατα. Τα νούµερα τηλεθέασης έδειξαν ότι αδίκως είχαµε αµφιβολίες. Έτσι αυξήσαµε τα ιστορικά θέµατα, που είναι και η µεγάλη µας δηµοσιογραφική αγάπη.

- Θεωρείτε ότι η τηλεόραση, ως κοινωνικό αγαθό που δίνεται απλόχερα στον λαό, µπορεί να αντέξει την ωµή αλήθεια και τη σκληρότητα που βγάζουν εκποµπές αλλά και έρευνες σαν τις δικές σας;

Η τηλεόραση αντέχει τα πάντα. Το κοινό υποφέρει, αλλά όχι από την αλήθεια. Υποφέρει κυρίως από τη φλυαρία, το κουτσοµπολιό, τις ανακρίβειες και τη φθήνια. Ο Alpha, όχι µόνο µε τη «Μηχανή τού Χρόνου» αλλά και µε σήριαλ όπως το «10», δείχνει ότι η ποιότητα είναι σηµαντικό κεφάλαιο που ο κόσµος το εκτιµά πολύ γρήγορα.

- Υπάρχει η άποψη ότι οι εκποµπές-έρευνες που αποκαλύπτουν ή ξεδιπλώνουν ζητήµατα, λειτουργούν ως προπαγανδιστικές ή, καλύτερα, ως µοχλοί πίεσης για την αναπροσαρµογή τού ζητήµατος (είτε θετικά είτε αρνητικά). Τι απαντάτε σε αυτό;

Δεν έχω υπόψη µου σε ποιες έρευνες ή εκποµπές αναφέρεστε, αλλά κατά τη γνώµη µου η τηλεόραση, όπως και οι εφηµερίδες, δεν µπορούν ν’ αναπροσαρµόσουν την ιστορία. Μπορούν να κρύψουν την αλήθεια σε ενεστώτα χρόνο, αλλά όχι σε ιστορικό.

- Εντέλει, το τηλεοπτικό κοινό έχει ανάγκη εκποµπές σαν τη «Μηχανή τού Χρόνου» µέσα σε αυτό το γενικώς αλλοτριωµένο κλίµα τής τηλεόρασης;

Είναι προφανές, ότι το ερώτηµα είναι ρητορικό. Ωστόσο, νοµίζω ότι υπάρχει µια παγίδα. Όσο κι αν το κοινό χρειάζεται δηµοσιογραφικές εκποµπές έρευνας, όταν αυτές γίνονται µ’ ευκολία, λίγα χρήµατα και κατά το κοινώς λεγόµενο «άρπα κόλλα», το αποτέλεσµα είναι αντίθετο. Ο τηλεθεατής βαριέται, αλλάζει κανάλι και δηµιουργείται η λανθασµένη εντύπωση ότι δεν «γουστάρει» την έρευνα, ενώ στην πραγµατικότητα αποδοκιµάζει συγκεκριµένες επιπόλαιες προσπάθειες. Η ποιότητα δεν είναι θέµα ταµπέλας, αλλά σκληρής δουλειάς. Η δική µου άποψη είναι ότι όσο και να δείξει τα κάλλη της η Μπεζεντάκου, δεν θα κάνει ποτέ τη ζωή της πιο ενδιαφέρουσα από του Ελευθέριου Βενιζέλου. Αν όµως γίνει ένα ανιαρό και ατεκµηρίωτο αφιέρωµα στον Βενιζέλο, οι όποιες Μπεζεντάκου θα έχουν νικήσει στη µάχη τού τηλεκοντρόλ και θα έχει χάσει η δηµοσιογραφία.

- Σας ευχαριστώ πολύ, κ. Πετρόπουλε.

Κι εγώ σας ευχαριστώ, κ. Πουλάκο.

*Η συνέντευξη του δημοσιογράφου Δημήτρη Πετρόπουλου δόθηκε στον Νέστορα Πουλάκο και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 35 του περιοδικού Γαλέρα (Αύγουστος 2008).

24 Αυγ 2008

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Jose Raul Capablanca Διαισθητικό Ταλέντο [Διόπτρα, 2005]

Οι παρτίδες κάθε παγκόσμιου πρωταθλητή αποτελούν πραγματικό σκακιστικό σχολείο. Η εξέλιξη της ζωής τους, οι επιτυχίες και απογοητεύσεις, οι κορυφώσεις και η παρακμή τους, συνιστούν παράδειγμα προς μίμηση και ενίοτε προς αποφυγή! Η ιστορική εξέλιξη της σκακιστικής θεωρίας γράφεται από τους παγκόσμιους πρωταθλητές, τους γίγαντες στους ώμους των οποίων πατάμε για να κατανοήσουμε τις αλήθειες που κρύβονται στα 64 μαύρα και άσπρα τετράγωνα.Ο ποιητής και συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης έγραψε την βιογραφία, ενώ ο Διεθνής Μετρ, ψυχολόγος και προπονητής Ηλίας Κουρκουνάκης ανέλυσε τις καλύτερες παρτίδες, τα πιο ενδιαφέροντα φινάλε και τους ωραιότερους συνδυασμούς του Jose Raul Capablanca, και σε ειδικό κεφάλαιο διεισδύει στην έννοια του ταλέντου.

*Δεύτερο και τελευταίο -μέχρι σήμερα- βιβλίο του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη και του διεθνούς μετρ, προπονητή και ψυχολόγου Ηλία Κουρκουνάκη, αναφορικά με μεγάλες προσωπικότητες - παγκόσμιους πρωταθλητές στο χώρο του σκακιού. Και πάλι, οι Εκδόσεις Διόπτρα, δίνουν στέγη για τη βιογραφία του σπουδαίου κουβανού σκακιστή Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα, ένα χρόνο μετά τη βιογραφία του αμερικανού Μπόμπι Φίσερ. Ο Μπαμπασάκης επιμελείται τα βιογραφικά στοιχεία του Καπαμπλάνκα, ο Κουρκουνάκης αναλύει -με περίτεχνο τρόπο- τα παιχνίδια και τις σκακιστικές κινήσεις του κουβανού γκραν μέτρ, κι όλοι οι φίλοι του σκακιού απολαμβάνουν μια ακόμη καλοδουλεμένη βιογραφία, ευελπιστώντας σε μια συνέχεια αυτής της σειράς.

Διαβάστε όλες τις υπόλοιπες συνεργασίες του Μπαμπασάκη :

- "H Έρημη Γη" με τον Ηλία Λάγιο & τον Νάσο Βαγενά (1996) http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/1996.html
- "Μπόμπυ Φίσερ Αυτοδίδακτη Μεγαλοφυία" με τον Ηλία Κουρκουνάκη (2004) http://vakxikon.blogspot.com/2008/04/2005-bobby-fischer-2004.html
- "Μάης '68 Η Γιορτή της Ποίησης Η Ποίηση της Γιορτής" με τον Πάρι Κούτσικο (2008) http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/68-2008.html *Ν.Ι.Π.

23 Αυγ 2008

"Sotiris Pastakas : The Isle Of Chios (2002)" [Translated by Yannis Goumas - 2008]


You have your life ahead of you, you youngsters,
not I. The everything, the never, the nothing
and all forbidden words
at your disposal. I appreciate
that you’ve used them correctly.
As one grows older
so limited is his vocabulary.

*

“Whoever writes more
than fifty poems to a woman
is not a man.” How right he is.
Lovers are hermaphrodites.
Whoever loves surpasses
the bounds of sex, is lost
in a huge embrace,
and you can’t make out who stands
a drink and who drinks it, like some
boozers before our very eyes

who suddenly become one with their glass.


*

Stretcher-bearer of love
whose dead bodies I count.
I’m scared of uneven battles
the out-of-control clashes
the sight of blood.

I withdraw and hide
behind the scene of connubial
love, I don’t come out, I won’t risk
the true consequence
of taking part

in a real battle.

*

I’m glad you haven’t called me
yet. From a mere zero, you are now
my hundred poems. But as I said,
don’t be in a hurry to see your name
in love: Anna, Aspasia, Aglaïa.
I don’t doubt your name, you know that.
What you don’t know, what none of us
know is was and will be.

*

Since you left
only the icons
kiss me.

22 Αυγ 2008

"Ο Εαυτός Σου" - Γιώργος Γριβάκος


ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΦΤΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΣΟΥ ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ.
ΜΗ ΒΓΑΛΕΙΣ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΣΟΥ προς ΤΑ ΕΞΩ,ΟΙ ΓΥΡΩ ΣΟΥ ΘΑ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ.

ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ ΘΑ ΚΛΕΙΣΤΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΜΙΣΗΣΕΙΣ τους ΠΑΝΤΕΣ.
ΘΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙΣ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΤΡΟΜΑΞΕΙΣ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΕΑ της ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ.
ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙΣ ΜΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ΓΥΡΩ ΣΟΥ Η ΛΑΒΑ ΘΑ είναι ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΖΑΝΙΑ Η ΟΡΓΗ ΣΟΥ.
ΣΕ αυτά ΤΑ ΚΑΖΑΝΙΑ ΘΑ ΒΡΑΖΟΥΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕΣ ΜΙΑ ΖΩΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΞΙΩΘΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΕΙΞΕΙΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΕΣΥ ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ.
ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΝΕ ΘΕΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΟΥ!
ΑΝ ΤΟ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙΣ ΘΑ ΔΙΑΒΕΙΣ ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ.
ΑΥΤΑ ΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΟΥ ΦΕΡΟΥΝ ΓΑΛΗΝΗ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ αυτά ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΟΣΟΥΝ ΜΙΑ ΖΩΗ.

ΣΚΕΨΟΥ ΠΑΝΤΑ ΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΖΗΣΕ ΤΗΝ κάθε ΜΕΡΑ ΕΝΤΟΝΑ,ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΚΑΙ τους ΓΥΡΩ ΣΟΥ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ.

21 Αυγ 2008

"Visuals Poets : Stanley Kubrick : A Clockwork Orange (1971)" - Ιωάννα Κουτζούκου

Ο Kubrick είχε πια την MGM στο τσεπάκι του, έτσι τον Ιούλιο του 1968 άρχισε να δουλεύει το για πολλά χρόνια όνειρό του, το βίο του Ναπολέοντα. Ήταν συνεπαρμένος από το Ναπολέοντα καθώς μετά από το μεγαλείο οδηγήθηκε στην αυτοκαταστροφή του. Η ανθρώπινη “τρέλα” –άτη- είναι φυσικά ένας σταθερός τόπος στις ταινίες του . Έγραψε ένα σενάριο για το οποίο θα χρειαζόταν να προσλάβει τις στρατιωτικές δυνάμεις μιας ολόκληρης χώρας. Μετά από λεπτομερή σχεδιασμό αποφάνθηκε ότι θα χρειαζόταν συνολικά 35.000 ανθρώπους από τους οποίους οι 4.000 θα φορούσαν κοστούμια κι οι υπόλοιποι ολόσωμες φόρμες με ζωγραφισμένα σχέδια πάνω τους. Άνθρωποι στάλθηκαν σε όλη την Ευρώπη για να βρουν τοποθεσίες που θα ταίριαζαν στα πολεμικά σκηνικά έτσι οι στρατηγικές κινήσεις να μπορούσαν να χορογραφηθούν σωστά. Ο Ναπολέων είχε δημιουργήσει τη μοντέρνα Ευρώπη κι ο Kubrick πίστευε ότι οι ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα των εποχών, όπως η ευθύνη κι η κατάχρηση εξουσίας, η δυναμική της κοινωνικής επανάστασης, η σχέση του ατόμου με την πολιτεία κτλ., ήταν σύγχρονα. Ο Kubrick δοκίμασε τον Jack Nicholson για το ρόλο, αφού τον είδε στο “Easy Rider”(1969) και παρόλο που η ταινία δεν έγινε ποτέ, λόγω της αλλαγής των ιδιοκτητών της MGM, ο Nicholson ήταν τόσο γοητευμένος από το θέμα που ήλπιζε να γυρίσει τη δικιά του εκδοχή του βίου του Ναπολέοντα.

Παρά το γεγονός ότι ο Kubrick είχε γυρίσει τη “Lolita” και το “Dr Strangelove” στην Αγγλία, έμενε ακόμα στο Greenwich Village με την Christianne και τα παιδιά του όταν άρχισε η παραγωγή του “2001: A space Odyssey”. Φοβούμενοι την αύξηση της εγκληματικότητας στη Νέα Υόρκη αποφάσισαν να μετακομίσουν σ’ ένα πιο ασφαλές περιβάλλον. Αγόρασαν το Abbots Mead κοντά στο Borehamwood, που ήταν κοντά στα Shepperton, Elstree και Pinewood Studios. Η Christianne συνέχιζε να ζωγραφίζει, κάτι που θα γινόταν η δεύτερη καριέρα της, και τα παιδιά απολάμβαναν την αγγλική επαρχία. Παρόλα αυτά η βία απ’ την οποία ξέφυγαν θα αποτελούσε το κεντρικό θέμα της επόμενης ταινίας του.

Στο μυθιστόρημα του Anthony Burgess του 1962 “A Clockwork Orange” απεικονίζονται φουτουριστικές συμμορίες βασισμένες στους Teddy Boys, Mods και Rockers που πάλευαν στις παραλίες της Αγγλίας στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και στις αρχές του ’60. Σ’ ένα ταξίδι του στο Λένινγκραντ, ο Burgess εφηύρε μνημονικά κόλπα για να μπορέσει να μάθει και να θυμάται τα ρώσικα κι απ’ αυτά εισάγε μια “γλώσσα του δρόμου”, τα Nadsat(=έφηβος στα ρώσικα). Ο κινητήριος μοχλός του μυθιστορήματος είναι οι επιθυμίες που θέλουν απεγνωσμένα να ικανοποιήσουν οι νέοι για συνουσία, βία, κλοπές, ναρκωτικά κι άλλα βίτσια. Το τελευταίο κεφάλαιο ξεκαθαρίζει ότι ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Alex, κι οι φίλοι του μεγαλώνοντας θα γίνουν φυσιολογικά μέλη της κοινωνίας. Η περίοδος της βίας τους, ήταν μια φάση, ένα φυσιολογικό κομμάτι της ζωής τους.

Όταν ο Kubrick διάβασε για πρώτη φορά το βιβλίο –του το είχε δώσει ο Terry Southern όταν δούλευαν στο “Dr Strangelove”– το απέρριψε ως σενάριο γιατί πίστευε ότι τα Nadsat ήταν πολύ δύσκολα για να γίνουν κατανοητά. Το ειρωνικό της υπόθεσης ήταν ότι όταν τελικά ο Kubrick αποφάσισε να διασκευάσει το βιβλίο, το ακολούθησε λέξη προς λέξη. Είχε διαβάσει την αμερικανική έκδοση, στην οποία έλειπε το τελευταίο κεφάλαιο (ο εκδότης δεν πίστευε ότι ταίριαζε στον τόνο του υπόλοιπου βιβλίου) κι αυτή ήταν η εκδοχή που κινηματογράφησε το χειμώνα του 1970-71 για 2 εκατομμύρια δολάρια.

Ενώ το “2001:A Space Odyssey” έκλεινε με το γαλήνιο βλέμμα του Αστρικού Παιδιού, το “A Clockwork Orange” ανοίγει με το σαρδόνιο χαμόγελο του Alex. Ο Alex κι οι τρεις φίλοι(droogs) του πίνουν ένα ποτήρι γάλα(moloko) πριν φύγουν από την πόλη. Χτυπούν ένα μεθυσμένο, “μονομαχούν” με μία αντίπαλη συμμορία που βιάζει μια γυναίκα, κλέβουν ένα αμάξι, οδηγούν σαν τρελοί, επιτίθενται στο συγγραφέα Frank Alexander και τον αναγκάζουν να παρακολουθεί καθώς ο Alex βιάζει τη γυναίκα του – ο Alex κλωτσάει, δαγκώνει και βιάζει ενώ τραγουδάει και χορεύει το “Singin’ in the rain”. Αυτή η σκηνή βασίζεται σε ένα τραγικό περιστατικό που συνέβη στο β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν τέσσερις Αμερικανοί λιποτάκτες επιτέθηκαν στην πρώτη γυναίκα του Burgess, κάτι που την οδήγησε σε αποβολή. Ως επακόλουθο έπεσε σε κατάθλιψη κι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Η συγγραφή του βιβλίου ήταν η διέξοδος του Burgess για να διοχετεύσει το μίσος του.

Όταν ο Alex γύριζε σπίτι, άκουγε την Ενάτη του Beethoven, ενώ φανταζόταν πολέμους, εκρήξεις, βαμπίρ, κρεμάλες, θανάτους και καταστροφές. Όπως είπε ο Kubrick στους Philip Strick και Penelope Houston, “Alex makes no attempt to deceive himself or the audience as his total corruption and wickedness. He is the very personification of evil. On the other hand, he has winning qualities: his wit, his intelligence and his energy; these are attractive qualities and ones, I might add, which he shares with Richard 3rd”.

Την ακόλουθη νύχτα, ο Alex χρησιμοποιεί ένα γιγάντιο φαλλό για να σκοτώσει μια γυναίκα κι εγκαταλείπεται από τους droogs του. Έτσι τον συλλαμβάνει η αστυνομία. Ο Alex μετά από δύο χρόνια φυλάκισης που εκτίει από την δεκατετράχρονη ποινή του, προσφέρεται για το πειραματικό πρόγραμμα “Ludovico Treatment”, που θα τον θεραπεύσει γρήγορα από τις αντικοινωνικές ορμές του και θα του επιτρέψει να γυρίσει και πάλι στην κοινωνία. Ο εφημέριος προειδοποιεί, “When a man cannot choose, he is no longer a man”.

Στον Alex δίνονται ναρκωτικά, τον καθηλώνουν σε μια καρέκλα, με τα μάτια τραβηγμένα ορθάνοιχτα τον αναγκάζουν να παρακολουθεί ταινίες βίας και διαφθοράς ενώ ακούει την Ενάτη του Beethoven. Μετά από δύο βδομάδες, και μόνο η ιδέα του σεξ, της βίας και της Ενάτης προκαλούσαν στον Alex σπασμούς.

Ο Alex εξετάζεται δημοσίως μπροστά στον τύπο και τους πολιτικούς και μετά “εξαπολύεται” στον κόσμο. Οι γονείς του τον αποκηρύσσουν, γέροι συνταξιούχοι του επιτίθενται, δύο αστυνομικοί (οι παλιοί του droogs ο Georgie κι ο Dim) τον χτυπάνε και στη συνέχεια συμπτωματικά πέφτει στο σπίτι του συγγραφέα του οποίου τη γυναίκα είχε βιάσει. Ο συγγραφέας απαγάγει τον Alex και τον αναγκάζει να ακούει την Ενάτη. Αηδιασμένος από τη μουσική αποπειράται να αυτοκτονήσει και πηδάει από το παράθυρο.

Ξυπνώντας στο νοσοκομείο, οι γιατροί φέρουν τον εγκέφαλό στην αρχική του κατάσταση κι ο υπουργός που είναι υπεύθυνος για το Ludovico Treatment προσφέρει στον Alex μία δουλειά υπό τον όρο να πάει με τα νερά του μπροστά στον τύπο. Ο Alex ακούει την Ενάτη και σκέφτεται να κάνει σεξ με μία γυναίκα- έχει θεραπευτεί πια. Είναι ελεύθερος να επιδοθεί στο κακό και πάλι, χωρίς ο Alex να κάνει την τελική επιλογή για να εισχωρήσει στην κοινωνία, όπως στο μυθιστόρημα. Ο Burgess πίστευε ότι: “ A vindication of free will had become an exaltation of the urge to sin”. Ο Kubrick, όμως, πίστευε ότι το μήνυμα του βιβλίου είχε μείνει ανέπαφο: “It is necessary for man to have choice to be good or evil, even if he chooses evil. To deprive him of this choice is to make him something less than human – a clockwork orange”.

Μετά την τεράστια επιτυχία του “Easy Rider”, άρχισαν να γίνονται πολύ περισσότερες ανεξάρτητες ταινίες και τα μεγάλα studios προσπαθούσαν να υπογράψουν συμβόλαια με όλους τους νέους σκηνοθέτες. Αυτή η νέα ελευθερία του να δείχνει προηγουμένως λογοκριμένες σκηνές σεξ και βίας έλκυε τον Kubrick κι επηρέασε σημαντικά την απόφασή του να γυρίσει την ταινία “A Clockwork Orange”. Σε πολλές ταινίες όπως οι “Midnight Cowboy”(1969), “Straw Dogs”(1971) και “The Devils”(1971) τους είχαν δοθεί το μισητό Χ (=ακατάλληλο- μισητό γιατί τότε αυτό σήμαινε ότι η ταινία ήταν πορνογραφική κι ότι δεν είχε καμία καλλιτεχνική αξία) αλλά έκαναν μεγάλες εισπράξεις και κέρδισαν ακόμα κι Oscars.

Το “A Clockwork Orange” αποδείχθηκε πολύ αμφιλεγόμενο για αρκετές βρετανικές εφημερίδες. Υπήρξαν κάποια περιστατικά υπερβολικής βίας, όπου οι δράστες ισχυρίστηκαν ότι η ταινία τους έκανε να προβούν σ’ αυτές τις απεχθείς πράξεις. Αυτά φυσικά ήταν ανοησίες, αφού κάθε άτομο έχει ελεύθερη βούληση – κάτι που ήταν άλλωστε και το θέμα της ταινίας- αλλά ο τύπος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την ιστορία. Ο Kubrick προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του λέγοντας ότι: “To try to fasten any responsibility on art as the cause of life seems to me to put the case wrong way around. Art consists of reshaping life but it does not create life, nor cause life. Furthermore, to attribute powerful suggestive qualities to a film is at odds with the scientifically accepted view that, even after deep hypnosis, in a posthypnotic state, people cannot be made to do things which are at odds with their natures”. Τα επιχειρήματά του κι οι θέσεις του δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα κι έτσι αποφάσισε να σταματήσει την προβολή της ταινίας στη Μεγάλη Βρετανία. Το “A Clockwork Orange” δεν ήταν διαθέσιμο για δημόσια προβολή στη Μεγάλη Βρετανία από το 1974 μέχρι το 2000, μετά το θάνατο του Kubrick.

Ο Kubrick μπορούσε να το κάνει αυτό επειδή είχε διαπραγματευτεί μία απίστευτη συμφωνία με τους καινούριους του χρηματοδότες, τη Warner Brothers. Του είχαν δώσει 2 εκατομμύρια δολάρια για να γυρίσει την ταινία, είχε απόλυτο έλεγχο, ακόμα και για το τελικό αποτέλεσμα, και μπορούσε να πάρει το 40 % από τα κέρδη. Έχοντας τέτοιο κίνητρο, ο Kubrick εξασφάλισε το maximum των εισπράξεων δημιουργώντας μια λίστα με αίθουσες όπου αυτού του τύπου οι ταινίες απέφεραν μεγάλα κέρδη. Η στρατηγική αυτή απέδωσε 40 εκατομμύρια δολάρια από μία επένδυση μόλις 2 εκατομμυρίων.

Έχοντας απίστευτο ρεκόρ εισπράξεων στις ταινίες του, από αυτό το σημείο και έπειτα ο Kubrick είχε απόλυτο έλεγχο σε ό,τι κι αν έκανε.
Πρωταγωνιστούν: Malcolm McDowell, Patrick Magee, Michael Bates, Warren Clarke, Adrienne Corri, Carl Duering/ Σενάριο: Stanley Kubrick, Anthony Burgess/ Σκηνοθεσία: Stanley Kubrick/ Διάρκεια: 136’. Προτάθηκε για 4 Όσκαρ και 3 Χρυσές Σφαίρες.

Παρασκήνιο:

1. Ο Anthony Burgess πούλησε αρχικά τα δικαιώματα του βιβλίου στο
Mick Jagger για 500 δολάρια επειδή χρειαζόταν γρήγορα ρευστά. Ο Mick Jagger σκόπευε να το γυρίσει με τους The Rolling Stones να υποδύονται τους droogs.
2. Η ιδέα για το φίδι ήρθε στον Kubrick όταν έμαθε ότι ο
Malcolm McDowell φοβάται τα ερπετά.
3. Ο Kubrick εσκεμμένα δεν ακολουθούσε τη συνέχεια της ταινίας λίγο πριν ο συγγραφέας καταλάβει ποίος είναι ο Alex. Τα πιάτα στο τραπέζι αλλάζουν θέσεις και το επίπεδο του κρασιού στα ποτήρια αλλάζει μεταξύ πλάνων για να δώσει ένα αίσθημα αποπροσανατολισμού στο θεατή.
4. Όταν ο Alex κι οι droogs μπαίνουν στο Korova Milkbar, υπάρχουν πολλοί πίνακες στους τοίχους, ένας απ’ αυτούς απεικονίζει μια γυμνή γυναίκα. Ο ίδιος πίνακας εμφανίζεται στο
The Shining (1980), του Stanley Kubrick.
5. Το soundtrack του “
2001: A Space Odyssey”(1968) του Stanley Kubrick είναι εμφανώς ορατό στο δισκοπωλείο.
6. Η σκηνή που ο Alex τραγουδάει και χορεύει το "Singing in the Rain" καθώς χτυπάει και δένει το συγγραφέα και τη γυναίκα του δεν ήταν αρχικά στο σενάριο. Ο
Stanley Kubrick πέρασε τέσσερις μέρες πειραματιζόμενος με αυτή τη σκηνή, πιστεύοντας ότι ό,τι κι αν έκανε ήταν πολύ συμβατικό. Τελικά ρώτησε το Malcolm McDowell αν μπορεί να χορεύει. Μετά προσπάθησαν να ξανατραβήξουν τη σκηνή, αλλά αυτή τη φορά ο McDowell αυτοσχεδίαζε χορεύοντας και τραγουδώντας. Η σκηνή άρεσε στον Kubrick τόσο πολύ που πήγε κατευθείαν στο σπίτι κι αγόρασε τα δικαιώματα για το "Singing in the Rain" για 10.000 δολάρια.
7. Στη σκηνή που οι παλιοί droogs του Alex τον μεταφέρουν αναμορφωμένο πια στα δάση είναι ορατά τα νούμερα στη στολή τους, 665 και 667, έτσι υπονοείται ότι ο Alex είναι το 666.

20 Αυγ 2008

Απόψε, στο MindRadio.gr , o Ν.Ι. Πουλάκος συνομιλεί με τον Στράτο Προύσαλη..


Εκπομπή για τον Κινηματογράφο "Ο Κόσμος του Σινεμά" του Νέστορα Ι. Πουλάκου στο MindRadio.gr : Την Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008, ώρα 19.00 - 21.00 το βράδυ, ο Νέστορας Ι. Πουλάκος αναλύει τις ταινίες της εβδομάδας και συνομιλεί με τον ποιητή, μεταφραστή και -εσχάτως- σεφ, Στράτο Προύσαλη. Κεντρικό θέμα το λογοτεχνικό αριστούργημα του Μάλκολμ Λόουρυ "Κάτω απ' το Ηφαίστειο" και, κατ' επέκταση, η κινηματογραφική μεταφορά του από τον αμερικανό σκηνοθέτη Τζων Χιούστον (το 1984), με πρωταγωνιστές τον Άλμπερτ Φίνει και την Ζακλίν Μπισέ. Η εκπομπή μεταδίδεται από τη συχνότητα του MindRadio στο λινκ www.mindradio.gr

19 Αυγ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΧVΙΙΙ. Το Δώρο στην Εποχή του Homo Economicus" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Ο Γάλλος

Ενας Γάλλος κινηματογραφικός παραγωγός, φίλος του Μπελμοντό, της Ντενέβ και του Νουαρέ, αγοράζει και δωρίζει έναν κινηματογράφο σ' έναν άνθρωπο που δεν διατηρεί την παραμικρή σχέση με το star system, με τις εφημερίδες, με την τηλεόραση, που θεωρείται από το σύνολο του γαλλικού Τύπου: «Μηδενιστής, ψευτοφιλόσοφος, αιματοβαμμένο ανδρείκελο, διάβολος, μυστηριώδης, τρελός, σαδιστής, τελείως κυνικός, κατακάθι της μη σκέψης, φοβερός αποσταθεροποιητής» και άλλα παρεμφερή. Στον κινηματογράφο αυτό, στο «Studio Cujas», προβάλλονται αποκλειστικά, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, οι ταινίες του δυσφημισμένου, και αυτή η γενναιόδωρη προσφορά, αντί να προκαλέσει κύματα θαυμασμού, δίνει λαβή για περισσότερες επιθέσεις και συκοφαντίες. Ο παραγωγός ήταν ο Gerard Lebovici και ο σκοτεινός τύπος δεν ήταν άλλος από τον Guy Debord. Ο Lebo, όπως ήταν γνωστός, εξήγησε τη χειρονομία του, λέγοντας ότι ήταν σαν να ανοίγει κανείς ένα εστιατόριο μόνο και μόνο για προσφέρει πλούσια γεύματα σε έναν και μόνο φίλο, σαν να ιδρύει μια βιβλιοθήκη που να περιέχει ένα και μόνο βιβλίο, ή ένα μουσείο όπου να εκτίθεται ένα και μόνο έργο τέχνης. «Εχει χυθεί πολύ μελάνι για το γεγονός πως είχε αγοράσει μίαν αίθουσα στο Καρτιέ Λατέν για να προβάλλει εκεί μόνο τις ταινίες μου», γράφει ο Debord. «Ο κόσμος έκρινε εκκεντρικό ένα τέτοιο "δώρο". Αν, κατ' αυτούς τους δημοσιογράφους, ένας κινηματογραφιστής δεν θα έπρεπε να δεχτεί ένα τέτοιου είδους δώρο από έναν φίλο, αναρωτιόμαστε τι ιδέα μπορούν να έχουν για τη φιλία αυτοί οι κακομοίρηδες; Και τι είδους δώρα μπορούν να τους κάνουν οι δικοί τους φίλοι, αν έχουν φίλους;» (Βλ. Guy Debord, «Παρατηρήσεις για τη δολοφονία του Gerard Lebovici», μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. «Νησίδες», Σκόπελος, 1996).

Ο Αμερικανός

Ενας Αμερικανός (γαλλοκαναδικής καταγωγής) συγγραφέας, αγνός και ανεξέλεγκτος, σύμφωνα με τον ίδιο, στο έσχατο στάδιο ενός οδυνηρού αλκοολισμού, προϊόν του ακραίου συναισθηματισμού του, στέλνει σε μια Γαλλοαιγύπτια καλλονή, συγγραφέα παιδικών βιβλίων, ένα μικρό κιβώτιο, το περιεχόμενο του οποίου έμελλε να γίνει γνωστό τριάντα τρία χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα. Το κιβώτιο περιείχε ποικίλα αντικείμενα και ενθυμήματα -φωτογραφίες, χειρόγραφα, ένα τετράγωνο ατσάλινο ρολόι με μαύρη πλάκα, ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, ένα σπάνιο αντίτυπο της πρώτης έκδοσης (1959) του περιλάλητου αντιβιβλίου «Memoires», δύο άγραφα τετράδια, ένα φλασκί Sheffield, έναν δίσκο 33 στροφών με το «Adagio» του Albinoni, τέσσερα μολύβια Faber, έναν φθαρμένο αναπτήρα Zippo, μερικές γομολάστιχες. Εν συνόλω, τριάντα ένα μικρά δώρα, όσα και τα χρόνια της Γαλλοαιγύπτιας εκείνο τον καιρό. Επρόκειτο για ένα εξόχως πρωτότυπο δώρο γενεθλίων και, συνάμα, για ένα είδος διαθήκης. Ο συγγραφέας δεν ήταν άλλος από τον Jack Kerouac, το όνομα της Γαλλοαιγύπτιας είναι Eram Ulaque. (Βλ. Eram Ulaque, «My Jack: Twenty Minutes with Jack Kerouac», εκδόσεις «Git-le-Coeur Press», Παρίσι, Αύγουστος 2002).

Ο Ελληνας

Ενας μεγάλος Ελληνας ποιητής, άνθρωπος πάμφτωχος, πρόσφερε εντούτοις σε ανθρώπους που αγαπούσε, ή απλώς γνώριζε και συμπαθούσε, χειρόγραφα ποιήματά του, τα οποία συνέθετε επί τόπου και επί τούτου, και τα αποκαλούσε «χαρίσματα». Πάντα ανιδιοτελής, πολλές φορές δεν θυμόταν καν σε ποιους είχε δωρίσει τέτοια χειρόγραφα, δεν τα ζήτησε ποτέ πίσω, ούτε καν υπό μορφή φωτοτυπίας, ώστε να τα επεξεργαστεί αργότερα και να τα δημοσιεύσει. Επίσης, δώριζε έργα τέχνης, ελαιογραφίες συνήθως, που φιλοτεχνούσε όταν η ποίηση έπαιρνε πολύ έντονα τη μορφή εικόνας μέσα του.Ο ποιητής ήταν, φυσικά, ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος. (Βλέπε, «Νίκος Καρούζος, Θρίαμβος Χρόνου», εκδ. «Απόπειρα», 1997).

Κοινωνιολογία του δώρου

Στους καιρούς μας, τέτοιες χειρονομίες παρεξηγούνται, διαστρεβλώνονται ή, απλούστατα, φαίνονται αδιανόητες. Το δώρο, τόσο η έννοια όσο και η πρακτική του, έχουν φθαρεί από τις μίζερες βλέψεις του homo economicus, του βασικού κομπάρσου σε ένα δράμα, κυρίαρχο άρωμα του οποίου είναι ο ιδρώτας, όπως έλεγε και ο Raoul Vaneigem. Το δώρο έχει καταλήξει να είναι ένα ακόμη εμπόρευμα, μία εξευτελιστική συναλλαγή, που πλέον δεν διατηρεί καμία σχέση με τη φαντασία, τη φροντίδα για τον άλλο, την επινοητικότητα, τον αυτοσχεδιασμό, τη γενναιοψυχία, την περιφρόνηση της οικονομίας, την έκπληξη -όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το κάνουν να συγγενεύει πολύ με το παιχνίδι. Επίσης, μοιάζει να έχει στερηθεί το δώρο και από ορισμένες άλλες ιδιότητες: την τάση για υποταγή του άλλου, τη διάθεσή μας να δείξουμε και να επιβάλλουμε την υπεροχή μας, να «σκλαβώσουμε» τον παραλήπτη του δώρου μας. Ο Marcel Mauss επιχείρησε, πρώτος αν δεν απατώμαι, μια «κοινωνιολογία του δώρου». Το πόνημά του «Το Δώρο: Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής στις αρχαϊκές κοινωνίες», προχωρεί πολύ περισσότερο από τη σφαίρα μιας ιστορικής μελέτης των τρόπων με τους οποίους αντάλλασσαν τρόφιμα, ενδύματα, κοσμήματα οι φυλές της βόρειας Αμερικής ή της Ωκεανίας.Ο Mauss δεν διστάζει να ασκήσει σφοδρή (έστω κι εμμέσως) κριτική στη νεωτερική κοινωνία, που πριμοδοτεί την ανταλλακτική αξία έναντι της αξίας χρήσης και κατακυριεύεται από μία άτεγκτη εμπορευματική λογική. Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να προτείνει την επιστροφή σε πρακτικές ανταλλαγής μέσω των δωρημάτων και των δημόσιων γιορτών: «Πρέπει να επιστρέψουμε στο παλιό και θεμελιώδες. Να ανακαλύψουμε γι' άλλη μια φορά τα κίνητρα ζωής και δράσης που ακόμα θυμούνται πολλές κοινωνίες και πολλές κοινωνικές τάξεις: τη χαρά της προσφοράς στο σύνολο, την τέρψη της γενναιόδωρης αισθητικής δαπάνης, την απόλαυση της φιλοξενίας στη δημόσια ή την ιδιωτική γιορτή» (Βλ. Marcel Mauss, «Το Δώρο», μτφρ. Αννα Σταματοπούλου, εκδ. «Καστανιώτης»).

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 20/12/2002.

18 Αυγ 2008

"Με το Άρωμα της Εποχής" - Ν.Ι. Πουλάκος

Το κενό µεταξύ παραλίας και νυχτερινής εξόδου καλύπτεται ιδανικά από µια σειρά κινηµατογραφικών επιλογών, βγαλµένες από το αιώνιο καλοκαίρι.

Ενώ τα θερινά σινεµά λειτουργούν αδιάκοπα και σηµαντικές επανεκδόσεις γεµίζουν τις καλοκαιρινές νύχτες µας µε ήρωες του παρελθόντος, όπως ο Τζέηµς Ντην, η Ώντρευ Χέµπορν και η Γκρέις Κέλυ, όπου ταξιδεύουν τη φαντασία µας σε εποχές τής µεταπολεµικής Ιαπωνίας, της «µακαρθικής» Αµερικής, της πολιτικής κουλτούρας ενός Πάκουλα, των στιγµών αγωνίας ενός Χίτσκοκ και των καουµπόικων ανησυχιών ενός Χιούστον ή ενός Αρθούρου Πεν, σ’ αυτό το κλίµα λοιπόν υπάρχουν αξιόλογες κινηµατογραφικές προτάσεις που… µυρίζουν καλοκαίρι. Από τον Μπέργκµαν και το κλασικό «Καλοκαίρι µε τη Μόνικα», στις ιδιόρρυθµες κωµικές ανησυχίες τού Γούντι Άλεν, και από τη νουάρ διάθεση του Σπάικ Λι («Το καλοκαίρι του Σαµ») στη διερευνητική, καθαρά ανθρωποκεντρική και βαθιά φιλοσοφική µατιά τού Κιµ-Κι Ντουκ. Γι’ αυτό, κάντε έναν τόσο δα κόπο και προµηθευτείτε µερικά πακέτα dvd, που θα διασκεδάσουν ορισµένες ώρες σας στο ενδιάµεσο κενό µεταξύ παραλίας και νυχτερινής εξόδου. Δεν θα χάσετε…

«Καλοκαίρι µε τη Μόνικα» (1953)

Ο 19χρονος Χάρυ Λουντ, ο οποίος εργάζεται σκληρά προκειµένου να σπουδάσει, γνωρίζει και ερωτεύεται τη 17χρονη Μόνικα, ένα πανέµορφο και πανέξυπνο «ατίθασο» κορίτσι. Ναυλώνοντας τη βάρκα τού πατέρα του, καταφτάνουν οι δυο τους σ’ ένα νησί όπου ξοδεύουν ανέµελα όλο το καλοκαίρι. Η επιστροφή όµως στη ρουτίνα τού φθινοπώρου, τα ατελείωτα προβλήµατα που προκύπτουν και η διάθεση της Μόνικα για διασκέδαση διαλύουν τα ευχάριστα θερινά συναισθήµατα. Μη έχοντας συµπληρώσει δεκαετία στη σκηνοθετική καρέκλα, το σουηδικό φαινόµενο του Ίνγκµαρ Μπέργκµαν είχε ήδη φανεί. Λίγα χρόνια πριν από την «Έβδοµη Σφραγίδα» και τις «Άγριες Φράουλες» σκηνοθετεί µια αλά νουβέλ βαγκ ερωτική, παιχνιδιάρικη ταινία, η οποία θα µείνει µια για πάντα χαραγµένη στο µυαλό κάθε σινεφίλ τής εποχής που σεβόταν τον εαυτό του. Η Μόνικα, ως εφηβικός έρωτας, αλλά και η καλοκαιρινή της περιπέτεια είναι η ενσάρκωση κάθε ανέµελου καλοκαιριού τής νεότητάς µας.

«10.30 Καλοκαίρι Βράδυ» (1966)

Η Μαρία και ο Πωλ είναι ένα ζευγάρι σε διάλυση. Η ανία και η πλήξη τού ζευγαριού εντείνεται από τον αλκοολισµό τής Μαρίας. Προκειµένου να τονώσουν τη σχέση τους, αποφασίζουν να ταξιδέψουν µαζί µε τη φίλη τους Κλερ και τη µικρή τους κόρη στην Ισπανία, ένα καλοκαίρι που θα τους αλλάξει για πάντα τη µετέπειτα ζωή. Ο αείµνηστος Ζυλ Ντασέν, τον οποίον τιµούµε δεόντως αυτές τις ηµέρες στη χώρα µας µε τις αλλεπάλληλες, ελληνικού ύφους επιτυχίες («Ποτέ την Κυριακή», «Φαίδρα», «Τοπ Καπί») κάνει µια στροφή στην παλιά, αµερικανική αλλά και πρώιµη ευρωπαϊκή νουάρ περίοδό του. Το ταξίδι στην Ισπανία, όπου η πρωταγωνίστρια Μερκούρη γοητεύεται από τον δολοφόνο-φυγά Ισπανό Ροδρίγο Παλέστρα, σχεδιάζοντας τον ερωτικό δεσµό τού συζύγου της (Πήτερ Φιντς) µε τη φίλη τους (Ρόµυ Σνάιντερ), έχει τη νουάρ διάθεση της «Νύχτας και της Πόλης», την ένταση και τον ρυθµό –σκηνές σκηνές–, ενός «Ριφιφί», φέρει όµως τη µεσογειακή κουλτούρα και το υγρό στοιχείο που έχει απορροφήσει κατά κόρον και έχει µεταγράψει στις ελληνικές επιτυχίες του ο Ζυλ Ντασέν. Η σπουδαία Μελίνα Μερκούρη, στον ρόλο τής αλκοολικής συζύγου, δίνει µια εξαιρετική ερµηνεία.

«Μια Καλοκαιρινή Σεξο-κωµωδία» (1982)

Ο εφευρέτης Άντριου Χοµπς και η γυναίκα του Άντριαν διοργανώνουν ένα διήµερο πάρτι στο σπίτι τους στην εξοχή. Καλεσµένοι τους είναι ο γιατρός Μάξγουελ Τζόρνταν µε την ερωµένη του, τη νοσοκόµα Ντάρσυ, και ο καθηγητής φιλοσοφίας Λέοπολντ Στάρτζις µε τη µέλλουσα σύζυγο του Άριελ. Η τελευταία αποδεικνύεται ότι είναι παλιά ερωµένη τού οικοδεσπότη, µε τα γεγονότα να περιπλέκονται όταν τα τρία ζευγάρια µπλέκονται ερωτικά. Μόλις τρία χρόνια από τη µεγάλη του επιτυχία µε το «Μανχάταν», ο Γούντι Άλεν, όντας καθιερωµένος σκηνοθέτης πλέον και έχοντας βάλει τη δική του προσωπική σφραγίδα στο Χόλυγουντ, γυρίζει µια «light» κωµωδία µε σκοπό το γέλιο και την ψυχαγωγία. Τα καταφέρνει εξίσου καλά και τα δύο. Από την άλλη, το σενάριό του βασίζεται στην ταινία «Χαµόγελα Καλοκαιρινής Νύχτας» (1955) του δασκάλου του Ίνγκµαρ Μπέργκµαν, ενώ το score τής ταινίας αποτελεί ελεύθερη διασκευή τού σεξπηρικού «Όνειρο Θερινής Νυκτός» (1935) του Μαξ Ράινχαρντ.

«Το Καλοκαίρι τού Σαµ» (1999)

Το «καυτό» καλοκαίρι τού 1977, η πόλη της Νέας Υόρκης, πέρα από την αφόρητη ζέστη, είχε να αντιµετωπίσει και τον «Γιο τού Σαµ», έναν κατά συρροή δολοφόνο ξανθών γυναικών που είχε κάνει άνω-κάτω, ειδικώς, την ιταλοαµερικανική γειτονιά τού Βόρειου Μπρονξ. Η αναστάτωση που προκάλεσε οδήγησε σε ακραίες συµπεριφορές και διάφορες ταραχές τους Νεοϋορκέζους. Από τις διασηµότερες ταινίες τού έγχρωµου σκηνοθέτη, ο οποίος λατρεύει και υµνεί την πόλη του, τη Νέα Υόρκη, σαν άλλος Μάρτιν Σκορτσέζε. Βασιζόµενος σε αληθινούς φόνους που έγιναν στην περιοχή τη χρονιά εκείνη (πολλοί µάλιστα πιστεύουν ότι ο «Γιος τού Σαµ» είναι ο περίφηµος «Ζόντιακ» – βλ. την οµώνυµη ταινία τού Ν. Φίντσερ) τοποθετεί τη δράση στην ιταλική συνοικία, όπου οι «θερµόαιµοι» µεσογειακοί, µε τις γνωστές συµπεριφορές και εξάρσεις, κάνουν την κατάσταση να εκραγεί. Ο «πιανίστας» Άντριαν Μπρόντυ και οι κουκλάρες Μίρα Σορβίνο και Τζένιφερ Εσπόζιτο είναι το αλατοπίπερο στην… πιο καλοκαιρινή ταινία τού Σπάικ Λι.

«Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειµώνας… και Άνοιξη» (2003)

Σε ένα µικρό πλωτό σπίτι, στη µέση µιας λίµνης της Κορέας, ένας δάσκαλος βουδισµού διδάσκει τα µυστικά του σε ένα νεαρό αγόρι. Όταν χρόνια αργότερα ο δάσκαλος πεθαίνει, παίρνει τη θέση του το αγόρι (που έχει γίνει άντρας πια), κι εκείνο διδάσκει πλέον τα µυστικά τού βουδισµού σε ένα νεαρό κορίτσι. Εκείνοι ερωτεύονται, και η κοπέλα τον πείθει να την ακολουθήσει στην πόλη. Ώσπου ο βουδιστής δάσκαλος απογοητεύεται από τη ζωή εκεί και επιστρέφει στο πλωτό του σπίτι. Ο ιδιόρρυθµος αλλά εξαιρετικός κινηµατογραφιστής Κιµ-Κι Ντουκ, διάσηµος πλέον στον δυτικό κινηµατογράφο, µε τις ταινίες του (παράγει µια κάθε χρόνο) να µελετώνται κατά κόρον από τους σινεφίλ, φθάνει στο απόγειό του το 2003 µε αυτή τη βαθιά ουµανιστική ταινία. Οι ήρεµοι ρυθµοί, η φιλοσοφηµένη προσέγγιση του σύγχρονου τρόπου ζωής, η εναλλακτική πρόταση, το κοινωνικό µήνυµα και η ψυχολογική αναµέτρηση της παράδοσης µε το νέο περιβάλλον βιορυθµού, ήταν εκείνα τα στοιχεία που έδωσαν στην ταινία πάνω από δέκα βραβεία σε φεστιβάλ όλου του κόσµου και έβαλαν τον Κιµ-Κι Ντουκ στο πάνθεον των κορυφαίων ασιατών σκηνοθετών.

«Το Καλοκαίρι τού Έρωτά µου» (2004)

Η Μόνα και η Τάµσιν είναι δυο νεαρές µαθήτριες που θα ζήσουν το πιο έντονο καλοκαίρι τής µέχρι τότε ζωής τους, γεµάτο τρέλες, παιχνίδια, πλάκες αλλά και οµοφυλοφιλικό έρωτα, που θα τις κάνει να ερωτευτούν η µια την άλλη. Κοινό τους σηµείο οι προβληµατικές οικογένειές τους, αν και από διαφορετικά κοινωνικά στρώµατα. Η ταινία–αποκάλυψη του βρετανού κινηµατογραφιστή Πολ Παβλικόφσκι, που είχε εντυπωσιάσει και µε το πρώτο του φιλµ «The Last Resort» (2000). Θυµίζοντας έντονα το «Fucking Anal» τού Σουηδού Λούκας Μούντισον, αλλά στην καλοκαιρινή και πιο ευχάριστη εκδοχή του, η οµοφυλοφιλική σχέση των δυο κοριτσιών µε φόντο το παιχνιδιάρικο καλοκαίρι ιντριγκάρει το κοινό, σοκάρει τις βαθιά συντηρητικές κοινωνίες, από την άλλη, όλη αυτή η πλάκα ή η αναζήτηση µε το νεανικό κορµί, θυµίζει εντόνως γεγονότα από τη δική µας εφηβεία.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό ΓΑΛΕΡΑ (Αύγουστος 2008 - τεύχος 35).

5 Αυγ 2008

Καλό "Βακχικό" Καλοκαίρι..

Το άγριο είναι, κάπου, στον άνεμο, αγαπημένη μου.. Κι εκείνος, κάποτε, σκεφτικός με ένα ιρλανδέζικο στο χέρι, παραμιλά για σένα και για αυτόν. Τα βράδια ατελείωτα, δικά σας, στης αβύσσου του μυαλού σας τα στενά. Μα, άκου.. «Φέρε μου, άλλο ένα σε παρακαλώ.. ok, λοιπόν». Θα ταξιδέψετε στον άνεμο παρέα με τα ουίσκια τα ιρλανδέζικα και θα κάνετε sand art στην άμμο τις καρδιές σας. Θα τον αγαπήσεις; Θα σε αγαπήσει, λες; Who knows, my dearest..

Και μετά απ’ όλα αυτά, Αιγάλεω - Περιστέρι, μια ευθεία τεμνομένη κι οξεία, θα κλαις κάποιο βράδυ για κείνο το καλοκαίρι.. όμως εκείνος, Ζωοδόχου Πηγής και Ναυαρίνου γωνία, θα σε περιμένει να γυρίσεις!
*Ν.Ι.Π.

Να προσέχετε τη νηφαλιότητά σας, λοιπόν...

4 Αυγ 2008

"Πιο Νύχτα" - Χάρης Μιχαλόπουλος (2007)

31.

Κυριακή βράδυ, Δευτέρα πρωί
ανεπαίσθητα η πόλη μεταβάλλει
την αργία της σε καθημερινότητα
μέσα σε μια νύχτα
και μετά πάλι βαβούρα,
θόρυβος, αυτοκίνητα, ουρές στις στάσεις των λεωφορείων.
Εγώ παρατημένος
σ' εκείνα τα πορτοκαλί απογεύματα της Κυριακής
rock-ανίζω κάτι απ' την αργία των αισθημάτων σου
που γρήγορα θα γίνουν πάλι βαβούρα,
θόρυβος, αυτοκίνητα, ουρές στις στάσεις των λεωφορείων.

Πόσο εύκολα ξεχνάς...

*

35.

Πιο νύχτα.

*Ο 30χρονος καθηγητής λατινικής φιλολογίας (με σπουδές στη Θεσσαλονίκη και στο Λιντς της Αγγλίας) Χάρης Μιχαλόπουλος, ήταν από τις ποιητικές αποκαλύψεις του 2007. Το "Πιο Νύχτα", μπορεί να είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του (είχαν προηγηθεί "Ψηφιδωτό" (1995) και "Γεωγραφία δωματίου" (Στοχαστής, 2000)), είναι όμως μια μεστή συλλογή 42 ποιημάτων (μεταξύ των οποίων τεσσάρων πεζών) που καθορίζει το ύφος της ποιητικής του Μιχαλόπουλου. Υποψήφιο στις λίστες του περιοδικού "Διαβάζω" για τη χρονιά εκείνη, ο Μιχαλόπουλος ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μια κοφτή και ανεπιτήδευτη γραφή, η οποία στο χαρτί μετουσιώνεται σε κατάθεση ψυχής με τρόπο.. αρκούντως ποιητικό! Πάνω απ' όλα, ο Μιχαλόπουλος -που δίνει κάθε χρόνο το παρών στο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα- έδωσε ελπίδες για την ποιητική του τέχνη, λέγοντας μας ότι έχει πολύ παρόν αλλά και μέλλον.. *Ν.Ι.Π.

3 Αυγ 2008

"Sotiris Pastakas : The Isle Of Chios (2002)" [Translated by Yannis Goumas - 2008]


Ever since you left, I know
how I forwent my loneliness.
I carry you always with me
and see things with your own eyes.

Peculiar prison!
You left me with a roomy space
and tied down time!

*

You didn’t want for us to rhyme.

You left me with blank verse…

*

As long as you are away from me,
I’m afraid of halitosis,
black-rimmed finger- and toenails,
and body odour
that you are so sweetly set to amend.
I fear that any time now
you will master the high-level erotic
art, sometimes achieved

only by women who have never fallen in love.

*

Three months of passion.
Six in all
of erotic worth, and another two
when we weren’t speaking…

How much time have we left
that we won’t start
our story all over again?

*

I want us to walk together
somewhere central, in the sunshine,
on a holiday
in the square of Nea Smyrni.
Keeping in step with another
means love.

Woe betide anyone
if he remains one step behind
those who hasten on!

1 Αυγ 2008

Πρωινό Μαγκαζίνο Τεχνών "Σαν Παλιός Πειρατής" στο "Κανάλι Ένα - 90,4 fm"..


Radio August - Από τη Δευτέρα, 4 Αυγούστου, και για δύο εβδομάδες, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, ζωντανά κοντά σας με την εκπομπή «Σαν Παλιός Πειρατής». Κάθε μέρα, 10 με 12 το πρωί, με σπινταριστό ροκ-εντ-ρολ, με γκαγκάν τζαζ, με ρέγκε, με μουσικές εξαίσιες, με φωνές. Κι ακόμα με προτάσεις για βιβλία,ταινίες και συνταγές για εργένηδες, από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο, τον Νέστορα Πουλάκο και τον Στράτο Προύσαλη. Επίσης, με σχόλια, με δροσερό μπλα-μπλα, και με έκτακτους, από κάθε άποψη, καλεσμένους. Την Τρίτη, 5 Αυγούστου, στο στούντιο θα είναι η Σώτη Τριανταφύλλου. Συντονιστείτε!