30 Σεπ 2008

Ποιητικό Ημερολόγιο 2009 Κυκλοφόρησε..


Ανθολογία ποίησης "Κι εγώ θα σ' αγαπάω κάθε μέρα.. - Ποιητικό Ημερολόγιο 2009"

επιμέλεια Γιώργου Γιαννούση

Εμπειρία Εκδοτική

2008

29 Σεπ 2008

"Μια Στεκιά στο Μάτι του Μοντεζούμα" - Νίκος Νικολαΐδης (2008)

Μια Στεκιά Στο Μάτι του Μοντεζούμα, Νίκος Νικολαΐδης, Μυθιστόρημα, Σελ. 440, Εκδόσεις greekworks.com, 2008

Όλες οι βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από την πρώτη.Ήταν ή εποχή που είχαμε άφθονο ροκ ν’ ρόλ, ελάχιστο σεξ και καθόλου ναρκωτικά.Πaρ’ ολ’ αυτά νομίζω ότι δεν τά πήγαμε καί τόσο άσχημα.Κατέβαινα κουτρουβαλώντας τή μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα πλάϊ στά Τουρκοβούνια καί πίσω μου λαχάνιαζε ή Μπέττυ καί γκρεμοτσακιζότανε πάνω στίς ψηλοτάκουνες γόβες της γκρί σουρί σουέτ.Μόλις είχα ρίξει μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα καί χρυσαφένιος κ’ ελαφρύς σάν τόν Ντόν ντέ λ’ Όρο μέ βίτσιζε στό πρόσωπο τό τέλος τού Νοέμβρη καί όλα αυτά γιατί μόλις είχα ρίξει ένα γερό γαμήσι στή Μπέττυ που έβριζε πίσω μου γιατί είχε μπλεχτεί σέ κάτι πικραγγουριές δίπλα στό ρέμα.Αφήσαμε στό πλάι τά παραπήγματα τού Πολυγώνου καί πήραμε τόν μαλακό δρόμο γιά τό λοφάκι τού Γκύζη νά πέσουμε έτσι στήν αλάνα δίπλα στό Πάρκο πίσω απ’ τήν παράγκα τής Λήθης τέσσερα αναχώματα μετά κ’ έξω απ’ τή μικρή αυλή τής Μόλλυ.

Ο παλμός μιας γενιάς. Η καρδιά μιας εποχής. Οι δεκαετίες της παλιάς Αθήνας, που πέρασαν ανεπιστρεπτί. Οργισμένη νεότητα, άφθονο ροκ εν ρολ. Σεξ, ποτά και αλητείες. Συμπεριφορές αλήστου μνήμης, κορίτσια σε εξέγερση, αγόρια στη μαγκιά. Η δεκαετία του ’50, το ’60 πριν τη χούντα, με επίκεντρο τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, την Πατησίων, την Πλατεία Βικτώριας, τα Τουρκοβούνια και το Γκύζη, τα Εξάρχεια και τη Νεάπολη, την Πανεπιστημίου με τις στοές της. Φιλμ νουάρ σε πρώτο πλάνο, ροκιές στα τζιουκ μποξ, πάρτυ για τους άγριους νέους, στέκια για τσαμπουκάδες και βερμούτ, πόρνες, κομμουνιστές, ονειροπόλοι…

Τον περασμένο Σεπτέμβριο (.. του 2007) –ακριβώς ένα χρόνο πριν-, η σημαία της γενιάς «της χολέρας», όπως την αποκάλεσε ο ίδιος, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Νίκος Νικολαΐδης, αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 69 ετών. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει την τρίτη του σκηνοθετική τριλογία, όντας απογοητευμένος από την αποδοχή της τελευταίας του ταινίας «The Zero Years», είχε όμως προλάβει να ολοκληρώσει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Οι κληρονόμοι του, τα παιδιά του δηλαδή, απευθύνθηκαν στον, ελληνικής καταγωγής, νεοϋορκέζικο εκδοτικό οίκο «greekworks.com», το επίμετρο το έγραψε ο ποιητής και στιχουργός Μάνος Ελευθερίου, και voila..

Ο «Οργισμένος Βαλκάνιος» Νικολαΐδης, καθώς ισσοροπούσε τόσα χρόνια μεταξύ σελιλόϊντ και βιβλίου, σκιαγραφεί τους χαρακτήρες μιας παρέας και συνθέτει τα «μαύρα χολεριασμένα» χρόνια των πρώτων δεκαετιών μετά τον εμφύλιο της διασποράς, στην Ελλάδα. Με επίκεντρο τον Σπόρο, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον συγγραφέα, απλώνεται μπροστά μας ένα δυναμικό και βωμολοχικό μυθιστόρημα, που στηρίζεται σε ποικίλες αυτοβιογραφικές αναφορές. Κακώς, πολλοί παρουσιάζουν την –εδώ- γραφή του Νικολαΐδη με τα βιβλία-δυναμίτες του ’40 του Μπόρις Βιαν ή Βέρνον Σάλιβαν. Ο «Γουρούνια στον Άνεμο» ανεξάρτητος και επαναστάτης καλλιτέχνης της μεταπολεμικής Ελλάδας, δίνει το δικό του στίγμα, σχηματοποιεί τη δική του γραφή, και φτιάχνει ένα μυθιστορηματικό παραλήρημα που προκαλεί από κάβλα.. μέχρι εμετό! Ο Νικολαΐδης, περιγραφικότατος και τολμηρός, ανακατεύει στο βιβλίο δυο περιόδους, που πιθανότατα θεωρεί ο ίδιος ότι τον σημάδεψαν ως άνθρωπο, τα σχολικά χρόνια της δεκαετίας του ’50, και τα μετά-Σταυράκου χρόνια της δεκαετίας του ’60, λίγο πριν την έλευση της χούντας. Δυο ταραγμένες περιόδους για την ελληνική κοινωνία, για την πολιτική, για τους ανθρώπους.

Ο Νίκος Νικολαΐδης σε όλη του τη ζωή, δεν είχε σκοπό να προκαλέσει ούτε με τις αντι-εξουσιαστικές ταινίες του ούτε με τα «βλεννορροιακά» βιβλία του, αλλά σκοπό είχε να χτυπήσει κατευθείαν και με θόρυβο κάθε κέντρο παραγωγής μικροαστισμού και κοινωνικής παραφοράς, με τη σκέψη του, τον τρόπο ζωής του και.. τη στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα, που ο ίδιος είχε εφεύρει!

Νέστορας Ι. Πουλάκος

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 3 του λογοτεχνικού περιοδικού "Βακχικόν".

28 Σεπ 2008

Aπόψε, στο Barrio Art Bar, πάρτυ - παρουσίαση του περιοδικού "Βακχικόν"..


Απόψε,
Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008,

το περιοδικό γραμμάτων και τεχνών "Βακχικόν",
γιορτάζει το τεύχος ν. 3
"Περιστέρια οδηγούν μεσάνυχτα ένα περιπολικό",

στο Barrio Art Bar (Κεραμεικού 53 Μεταξουργείο),
μετά τις 22.00 το βράδυ.

Τζαζ μουσικές θα επιμεληθεί ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης.

Εκλεκτοί φίλοι του λογοτεχνικού κόσμου,
επίσης γνωστοί και αγαπημένα πρόσωπα,
θα είναι κοντά μας
για να μιλήσουμε και να πιούμε με σύνεση και χάρη!

Σας περιμένουμε!

27 Σεπ 2008

Γ.Ι. Μπαμπασάκης + Ν.Ι. Πουλάκος = "Ο Αφρός των Ημερών", στο ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ - 90,4 fm (v. 2)..


Απόψε το βράδυ, Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 08,
και ώρα, 22.00 - 00.00,
ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης
φιλοξενεί
στον "Αφρό των Ημερών",

again,

τον υπεύθυνο έκδοσης του περιοδικού "Βακχικόν"
Ν.Ι. Πουλάκο,

για να παρουσιάσουν
το τεύχος ν. 3 του περιοδικού,
"Περιστέρια οδηγούν μεσάνυχτα ένα περιπολικό".

Συντονισμένοι, λοιπόν,
στον ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ του ΠΕΙΡΑΙΑ
στους 90,4 fm.

26 Σεπ 2008

"Manifest Der Kommunistischen Partei" - K. Marx/ F. Engels (1848)

Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος ή Κομμουνιστικό Μανιφέστο αποτελεί ένα από τα πλέον διαδεδομένα κείμενα της σοσιαλιστικής -κομμουνιστικής φιλολογίας και μπορεί να χαρακτηριστεί πλέον ένα κλασικό πολιτικό κείμενο. Γράφτηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, από τα τέλη του 1847 μέχρι τις αρχές του 1848, κατ' εντολή της Κομμουνιστικής Λίγκας για να αποτελέσει το πρόγραμμά της, ενώ δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 21 Φεβρουαρίου 1848, λίγες ημέρες πριν την Φεβρουαριανή Επανάσταση στο Παρίσι 24 Φεβρουαρίου 1848. Θεωρείται από τους ιδεολογικούς συνοδοιπόρους του ως ένα θεωρητικό κείμενο για την Καπιταλιστική και την Σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα και οδηγός για δράση, οδηγός για την προλεταριακή επανάσταση που θα ανατρέψει την κυριαρχία της Αστικής τάξης και θα εγκαθιδρύσει μιαν αταξική κοινωνία.

*To Koμμουνιστικό Μανιφέστο, λοιπόν, στις επάλξεις του "Βακχικόν" σήμερα.. Από την καλαίσθητη έκδοση του 1997, σε μετάφραση του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη, από τις Εκδόσεις Ερατώ του Μανώλη Μανουσάκη. Πλούσιο φωτογραφικό υλικό των πρώτων εκδόσεων του μανιφέστου αλλά και των απεργιών και ταραχών του 19ου αιώνα σε όλη την Ευρώπη. Παράλληλα, παρατίθονται οι βιογραφίες των σπουδαίων θεωρητικών συγγραφέων Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, οι οποίοι πρωτό-έγραψαν στα γερμανικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στα 1848. Η συγκεκριμένη επανέκδοση του Μανιφέστου από τις Εκδόσεις Ερατώ, εντάσσεται στη σειρά "Προπαγάνδα", υπεύθυνος της οποίας ήταν ο συγγραφέας και μεταφραστής Γ.Ι. Μπαμπασάκης, και η οποία σειρά περιελάμβανε τα βιβλία : "Το άστρο του πρωινού - Σουρρεαλισμός και Μαρξισμός" του Μίκαελ Λεβύ, "Το δικαίωμα στην απληστία" της Ομάδας For Ourselves, "Εισαγωγή στην επιστήμη της δημοσιότητας" του Ζαν Πιερ Βουαγιέ, "Μάης του '68 - Η περιπέτεια" του Γ.Ι. Μπαμπασάκη.

Βιογραφικά Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς
(από την ελληνική βίκι-παιδεία)

Ο Καρλ Χάινριχ Μαρξ (Karl Heinrich Marx) (Τριέρη 1818- Λονδίνο 1883) ήταν μεγάλος γερμανός πολιτικός φιλόσοφος και θεωρητικός του σοσιαλισμού. Ασχολήθηκε με πολλά ζητήματα ως φιλόσοφος και δημοσιογράφος. Είναι κατεξοχήν γνωστός για την ανάλυση της ιστορίας σε όρους ταξικής πάλης, η οποία συνοψίζεται στην θεωρία ότι τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών και των εργαζομένων είναι διαμετρικά αντίθετα μεταξύ τους.

Η οικογένεια του Μαρξ ήταν μια προοδευτική εβραϊκή οικογένεια από την Τριέρη της Πρωσσίας. Ο πατέρας του Χέρσελ καταγόταν από γενιά ραββίνων, και ήταν δικηγόρος. Ο θείος του Σαμουήλ ήταν ραββίνος στην Τριέρη. Καθώς όμως στην Πρωσσία του 19ου αιώνα οι ευκαιρίες για προκοπή για μια εβραϊκή οικογένεια ήταν μειωμένες, και επειδή ο πατέρας του Χέρσελ δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος, αποφάσισε να ενστερνιστεί την λουθηρανική θρησκεία, που ήταν το θρήσκευμα της Πρωσσίας, αλλάζοντας ο ίδιος το όνομά του σε Χάινριχ, πράγμα που είχε θετικές επιπτώσεις στην καριέρα του ως νομικού. Η οικογένεια Μαρξ ήταν πολύ φιλελεύθερη, και στην οικία τους φιλοξενήθηκαν πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες την εποχή της νεότητας του Μαρξ.

Ο Καρλ Μαρξ ήταν άριστος μαθητής. Στα γυμνασιακά του χρόνια συνέγραψε συνολικά δύο διατριβές δοσμένου θέματος, που αφορούσαν την ιστορία και τη θρησκεία (Η τελευταία εξετάστηκε ως συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας, και απέσπασε τιμητική διάκριση. Σε αυτήν ο Μαρξ ασχολήθηκε με το κοινωνικό έργο της εκκλησίας.) και μία ελεύθερου θέματος, που αφορούσε την επιλογή επαγγέλματος. (Σ' αυτή τη διατριβή με τον καλύτερο τρόπο διαφαίνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του νεαρού Καρλ Μαρξ και οι προοπτικές της μελλοντικής επιστημονικής και φιλοσοφικής του δραστηριότητας).
Οι πανεπιστημιακές σπουδές του Μαρξ άρχισαν στο Πανεπιστήμιο της
Βόννης (Rheinische Friedrich-Wilhelms-Universität) το 1833, όπου σπούδαζε νομικά. Ωστόσο, οι συναναστροφές του στο πανεπιστήμιο της πόλης τον απέσπασαν από τις σπουδές του και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του τραγουδώντας στις μπιραρίες. Ο πατέρας του τον ανάγκασε να αλλάξει πανεπιστήμιο την επόμενη χρονιά, και έτσι ο Καρλ μεταφέρθηκε στο σοβαρό και ακαδημαϊκού ύφους πανεπιστήμιο Humboldt Universität (πρωην Friedrich-Wilhelms-Universität) στο Βερολίνο. Εκεί το ενδιαφέρον του νεαρού Μαρξ στράφηκε προς την φιλοσοφία, προς απογοήτευση του πατέρα του, και εντάχθηκε σε ένα κύκλο φοιτητών και νεαρών καθηγητών γνωστός ως ‘Οι νέοι (αριστεροί) Χεγκελιανοί’, με αρχηγό τον Μπρούνο Μπαουερ. Μερικά μέλη αυτού του κύκλου αναζητούσαν συνδετικές γραμμές ανάμεσα στην μετα-αριστοτελική και την μετα-Χεγκελιανή φιλοσοφία.
Ο
Χέγκελ, που ενόσω ζούσε ήταν σημαίνουσα προσωπικότητα για το Πανεπιστήμιο και για τη Γερμανία γενικότερα, είχε πεθάνει πρόσφατα, το 1831. Οι παραδοσιακοί συνεχιστές του Χέγκελ (γνωστοί ως δεξιοί Χεγκελιανοί) που παρέμεναν στο πανεπιστήμιο διακήρυτταν ότι η σειρά των ιστορικών διαλόγων είχε ολοκληρωθεί, και η πρωσσική κοινωνία που είχε διαμορφωθεί την εποχή εκείνη ήταν η εκπλήρωση των μέχρι τότε κοινωνικών συστημάτων, με εύρωστο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, καλά πανεπιστήμια, ανεπτυγμένη βιομηχανία και χαμηλή ανεργία. Η αριστερή πτέρυγα των συνεχιστών του Χέγκελ, οι Νέοι Χεγκελιανοί, τους οποίους ακολουθούσε ο Μαρξ υποστήριζαν αντίθετα ότι υπήρχαν ακόμα νέες μεγάλες διαλεκτικές προκλήσεις, και πως η πρωσσική κοινωνία της εποχής μακράν απείχε της τελειότητας, καθώς υπήρχαν ακόμα θύλακες φτώχειας, κυβερνητικός έλεγχος και λογοκρισία, και διακρίσεις σε βάρος των αλλόθρησκων (μη-Λουθηρανών).
Η κατάσταση αυτή οδήγησε πολλούς στο να αποτρέψουν το Μαρξ από το να καταθέσει την διδακτορική του διατριβή στο πανεπιστήμιό του, καθώς πίστευαν ότι θα την καταβαράθρωναν όσοι αντιτάσσονταν στις πεποιθήσεις των αριστερών Χεγκελιανών για το ριζοσπαστικό της χαρακτήρα. Η διατριβή αφορούσε στη σύγκριση των ατομικών θεωριών του
Δημόκριτου και του Επίκουρου, και κατατέθηκε τελικά στο Πανεπιστήμιο της Ιένης το 1840, όπου και έγινε δεκτή.

Όταν ο δάσκαλος και μέντορας του, Μπάουερ, αποβλήθηκε από λέκτορας το 1842, ο Μαρξ εγκατέλειψε τη φιλοσοφία, και καταπιάστηκε με τη δημοσιογραφία, εκδίδοντας τη ριζοσπαστική γερμανική εφημερίδα ‘Rheinische Zeitung’. Η εφημερίδα έπαψε να λειτουργεί το 1843, εν μέρει λόγω προστριβών του με την κυβερνητική λογοκρισία. Ο Μαρξ επανήλθε στη φιλοσοφία στρεφόμενος προς τον πολιτικό ακτιβισμό, και εργάστηκε σαν ανεξάρτητος δημοσιογράφος.
Εγκαταστάθηκε αρχικά στη
Γαλλία, όπου προέβη σε επανεκτίμηση της σχέσης του με τον Μπάουερ και τους αριστερούς Χεγκελιανούς, και έγραψε το ‘Εβραϊκό ζήτημα’, που ήταν μια κριτική στις έννοιες των πολιτικών δικαιωμάτων και της πολιτικής απελευθέρωσης. Στο Παρίσι γνώρισε και άρχισε να συνεργάζεται με τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με το ζήτημα της εργατικής τάξης και των οικονομικών. Ο Μαρξ εκδιώχθηκε από το Παρίσι λόγω των γραπτών του, και μαζί με τον Ένγκελς εγκαταστάθηκαν στις Βρυξέλλες.
Εκεί συνέγραψαν τη ‘Γερμανική Ιδεολογία’, μια κριτική μελέτη της φιλοσοφίας του Χέγκελ και των αριστερών Χεγκελιανών. Αργότερα ο Μαρξ έγραψε την ‘Αθλιότητα της Φιλοσοφίας’, μια κριτική μελέτη της γαλλικής σοσιαλιστικής σκέψης. Αυτά τα δύο έργα αποτέλεσαν τις βάσεις για το επικείμενο ‘
Κομμουνιστικό μανιφέστο’, που πρωτοεκδόθηκε τις 21 Φεβρουαρίου του 1848, με εντολή της ‘Communist League’, μιάς οργάνωσης γερμανών μεταναστών οι οποίοι είχαν συναντήσει το Μαρξ στο Λονδίνο.
Εκείνη τη χρονιά στην
Ευρώπη ξέσπασαν μεγάλες επαναστάσεις. Το εργατικό κίνημα απέσπασε την εξουσία από τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο, και κάλεσε το Μαρξ να επιστρέψει στο Παρίσι. Όταν η κυβέρνηση των εργατικών κατέρρευσε το 1849, ο Μαρξ μετανάστευσε στο Λονδίνο. Το 1852 συνέγραψε το διάσημο φυλλάδιο ‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’ στο οποίο ανέλυε την κυριαρχία την άνοδο στην εξουσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Ναπολέοντα Γ'(1852-1871) στη Γαλλία. Από το 1852 εως το 1861, ενόσω ζούσε στο Λονδίνο, ο Μάρξ υπήρξε ευρωπαϊκός απεσταλμένος της εφημερίδας New York Tribune. Ο Μάρξ μελέτησε επισταμένα τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία. Η μελέτη του αυτή αποδόθηκε στα λεγόμενα "ιστορικά έργα" που περιλαμβάνουν τα εξής: "18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" , "Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία" , "Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία" . Το 1864 αποτέλεσε βασικό παράγοντα στην ίδρυση της Διεθνή Εργατική Ένωσης που ονομάστηκε αργότερα ‘Πρώτη Σοσιαλιστική Διεθνής’, ως βάση της πολιτικής δράσης. Η οργάνωση αυτή που αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια διεθνούς οργάνωσης του εργατικού κινήματος αυτοδιαλύθηκε το 1872, μετά την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού (1871) προσανατολίζοντας τα τμήματα της στην ίδρυση εργατικών κομμάτων σε κάθε χώρα. Στο Λονδίνο, ο Μαρξ αφιερώθηκε σε ιστορικά και θεωρητικά έργα, το πιο φημισμένο από τα οποία είναι ‘Το Κεφάλαιο’, ο πρώτος τόμος του οποίου εκδόθηκε το 1867.
Ο Μαρξ πέθανε στο
Λονδίνο το 1883 και ετάφη στο νεκροταφείο Highgate.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς (στα γερμανικά Friedrich Engels, Μπάρμπεν 28 Νοεμβρίου 1820-Λονδίνο 5 Αυγούστου 1895) ήταν Γερμανός φιλόσοφος που επεξεργάστηκε μαζί με τον Καρλ Μαρξ την θεωρία του επιστημονικού Κομμουνισμού και του διαλεκτικού υλισμού. Συνέγραψε επίσης, μαζί με τον Μαρξ, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και Το Κεφάλαιο. Είναι γνωστός και με το προσωνύμιο Στρατηγός λόγω της αγάπης του για την στρατηγική ιστορία.

Γεννήθηκε 28 Νοεμβρίου του 1820 στο Μπάρμπεν της τότε Ρηνανικής Πρωσσίας (σημερινής Γερμανίας). Γόνος αστικής οικογενείας (ο πατέρας του ήταν υφαντουργός βιομήχανος) σπούδασε στο γυμνάσιο του Έλμπερφερντ μέχρι το 1834, όταν ο πατέρας του τον ανάγκασε να ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση. Εργάστηκε εκεί για έναν περίπου χρόνο και ύστερα σε ένα εμπορικό οίκο στην Βρέμη όπου συνδέθηκε με μια ομάδα ριζοσπαστών διανοούμενων, την "Νέα Γερμανία".
Το
1841 κατατάχτηκε σε ένα τμήμα του πυροβολικού παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο. Εκεί έρχεται σε πρώτη επαφή με την Χεγκελιανή φιλοσοφία. Το 1842 εκδίδει την μπροσούρα "Ο Σέλλιγκ και η αποκάλυψη" όπου καυτηριάζει τις μυστικιστικές αντιλήψεις του Σέλλιγκ.

Το Νοέμβρη του 1842 απολύθηκε από τον στρατό και ύστερα από επιμονή του πατέρα του πηγαίνει στο Μάντσεστερ για να δουλέψει στο κλωστήριο "Έρμεν και Ένγκελς". Στην Αγγλία είδε με τα μάτια του τα αποτελάσματα της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ανακάλυψε επίσης ότι το προλεταριάτο (εργατική τάξη) δεν είναι μόνο μια τάξη που υποφέρει αλλά και μια τάξη που αγωνίζεται. Παρακολούθησε την ανάπτυξη του κινήματος των Χαρτιστών και γνώρισε πολλούς από τους ηγέτες τους.
Απόφευγμα αυτής της περιόδου ήταν η μπροσούρα με τίτλο Κατάσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας για την οποία ο
Λένιν είχε γράψει "Πρώτος ο Ένγκελς είπε ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο μια τάξη που υποφέρει, ότι ίσα -ίσα η επαίσχυντη οικονομική κατάσταση του προλεταριάτου το σπρώχνει ακατάσχετα προς τα μπρος και το αναγκάζει να παλεύει για την τελική του απελευθέρωση. Και το αγωνιζόμενο προλεταριάτο θα βοηθήσει μόνο του τον εαυτό του...".

Ένα άρθρο του που εκδόθηκε στα "Γαλλογερμανικά Χρονικά" έκανε μεγάλη εντύπωση στον Καρλ Μαρξ με τον οποίο συναντήθηκε κατά τον γυρισμό του στην Γερμανία. Ήταν η απαρχή μιας μεγάλης φιλίας που ατσαλώθηκε μέσα από τους αγώνες για την οργάνωση μαζικών συγκεντρώσεων και συζητήσεων, στη δημιουργία Κομμουνιστικού τύπου και σε μαζικές ενέργειες εναντίον της φεουδαρχικής Πρωσικής κυβέρνησης. Λόγω αυτής της δράσης και της κινητοποίησης των αστυνομικών αρχών εναντίον τους αναγκαστήκαν να καταφύγουν στις Βρυξέλλες όπου άρχισαν να επεξεργάζονται μια νέα επαναστατική θεωρία.

Στην αρχή του 1847 ο Ένγκελς μαζί με τον Καρλ Μαρξ προσχώρησαν στην Ένωση των Δικαίων, μια οργάνωση του Λονδίνου που συσπείρωνε μικρό αριθμό εργατών κυρίως μεταναστών. Το πρόγραμμα της ένωσης που χαρακτηριζόταν από το σύνθημα "όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια" ήταν ουτοπικό και δεν κάλυπτε τους δυο άντρες. Μετά την προσχώρησή τους η ένωση μετασχηματίστηκε σε Ένωση Κομμουνιστών και ιδρύθηκε σε ένα συνέδριο στο Λονδίνο τον Ιούνη του 1847, με τον Ένγκελς να παίρνει μέρος ως εκπρόσωπος των εργατών του Παρισιού. Η ένωση είχε πλέον ως σύνθημα Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε. Τον Οκτώβρη του ίδιου έτους συνέταξε σχέδιο προγράμματος με τον τίτλο "Άρχες Κομμουνισμού" που αποτέλεσε την μαγιά για το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο".

Το Μάη του 1849 άρχισε ένοπλος επαναστατικός αγώνας στην Ρηνανία (Νότιο Γερμανία). Ο Άουγκουστ Βίλιχ, μέλος της Ένωσης Κομμουνιστών, συγκέντρωσε απόσπασμα εθελοντών στο οποίο συμμετείχε και ο Ένγκελς. Έδειξε μεγάλο ηρωισμό και μόνο μετά την ήττα της επανάστασης έφυγε από την Γερμανία με ότι είχε απομείνει από τον εθελοντικό στρατό. Αμέσως μετά ταξίδεψε στην Αγγλία που ήταν ο Καρλ Μαρξ και συνέχισε τις μελέτες του, μέχρι η πίεση του πατέρα του και η άθλια οικονομική κατάσταση του Μαρξ που εκείνη την περίοδο έγραφε το Κεφάλαιο τον ανάγκασε να πάει πάλι να δουλέψει στο κλωστήριο του πατέρα του στο Μάντσεστερ.

Οι μελέτες του Ένγκελς ήταν καθοριστικές τόσο για την δημιουργία όσο και για την ανάπτυξη της νέας επαναστατικής επιστημονικής θεωρίας. Τοσο τα έργα που έγραψε με την βοήθεια όσο και αυτά μετά τον θάνατο του Καρλ Μαρξ θεωρούνται φάροι για την περαιτέρω ανάπτυξη της Μαρξιστικής Φιλοσοφίας. Μερικά από αυτά τα έργα είναι:
Αντί-Ντύρινγκ
Διαλεκτική της Φύσης
Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους
Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας.
Ακόμα εξέδωσε πολλές μπροσούρες κατά παραγγελία κομμουνιστικων ενώσεων κ.α. Τέλος έγραψε τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο του
Κεφαλαίου σύμφωνα με τα προσχέδια του Μάρξ, που δεν πρόλαβε να τα ολοκληρώσει λόγω του αιφνίδιου θανάτου του.

Μετά τον θάνατο του Καρλ Μαρξ τα βάρη της καθοδήγησης του Κομμουνιστικού κινήματος έπεσαν στις πλάτες του. Τη δεκαετία του 1880 δημιουργήθηκαν πολλες προλεταριακές οργανώσεις και η ανάγκη αλληλεγγύης γινόταν τώρα επιτακτικό καθήκον. Ο Ένγκελς εμπνεύστηκε την δημιουργία μιας νέας σοσιαλιστικής Διεθνούς και δούλευε προς αυτή την κατεύθυνση.
Έτσι στις 14 Ιούλη
1889 στο Παρίσι έγινε το πρώτο συνέδριο με την συμμετοχή 407 αντιπροσώπων από 22 χώρες. Μια από της αποφάσεις του συνεδριου ήταν η θέσπιση της 1 Μάη ως μέρας εκδηλώσεων για την εξασφάλιση του 8ώρου και διεθνής αλληλεγγύης της εργατικής τάξης. Το 1893 παρά την προχωρημένη ηλικία του έκανε το γύρο της Ευρώπης προετοιμάζοντας το Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο στη Ζυρίχη. Τελικά μια ζωή γεμάτη αγώνες έληξε στις 5 Αυγούστου του 1895. Συμφωνα με την επιθυμία του η κηδεία του έγινε σε στενό κύκλο. Την συνεισφορά του τόνισε ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ στον επικήδειο του που είπε "Παρόντες εδώ είναι μόνο λίγοι αυτοί όμως οι λίγοι αντιπροσωπεύουν εκατομύρια, ολόκληρο τον κόσμο ... θα ετοιμάσουν το τέλος του καπιταλισμού. Ο Ένγκελς έδειξε σε όλους μας το δρόμο και ήταν οδηγός σε όλο αυτό το δρόμο, ήταν ηγέτης, αγωνιστής, σε αυτόν ενώθηκαν η θεωρία με την πράξη". * Ν.Ι.Π.

25 Σεπ 2008

"Cinemad Προτάσεις της Εβδομάδας" - Νέστορας Ι. Πουλάκος


ΚΑΥΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Κωμωδία – Η.Π.Α. 2008
Σκηνοθεσία: Ίθαν & Τζόελ Κοέν
Σενάριο: Ίθαν & Τζόελ Κοέν
Πρωταγωνιστούν : Μπραντ Πιτ, Τζωρτζ Κλούνει, Τζον Μάλκοβιτς, Τίλντα Σουίντον, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ.
Διάρκεια: 96’
Διανομή: Odeon

Ο Όσμπουρν Κοξ (Τζον Μάλκοβιτς) είναι υπάλληλος της CIA και αποτυχημένος σε όλους τους τομείς της ζωής του: πίνει, η δουλειά είναι χάλια και η γυναίκα του έχει εραστή τον Χάρι Φάρερ (Τζορτζ Κλούνι). Όταν ο Όζι απολύεται από τη δουλειά αποφασίζει να γράψει ένα μνημόνιο με μυστικά της επαγγελματικής του ζωής, που περιέργως φτάνει στα χέρια της άλλης ερωμένης του Χάρι, της Λίντα (Φράνσες ΜακΝτόρμαντ) και του συναδέλφου της Τσαντ (Μπραντ Πιτ). Πεπεισμένοι ότι αυτή είναι η ευκαιρία τους για να βγάλουν καμιά πεντάρα, πηγαίνουν την ..."ανακάλυψή" τους κατευθείαν στους Ρώσους! Σχέσεις και φιλίες ανατρέπονται και κανένας δεν ξέρει ποιον να εμπιστευτεί...

Intermission.. Το ευχάριστο διάλειμμα δυο ιδιοφυίων του 21ου αιώνα! Οι Κοέν, σαν άλλοτε, αποφάσισαν να διακοπάρουν κινηματογραφικά με αυτό το εγχειρίδιο βλακείας, όπως έλεγε πρόσφατα ο Χαριτόπουλος, και μας τοποθετούν στους ακραίους φαν τους, μια για πάντα!

Υπέρ : Οι μοσχοαναθρεμμένοι αδελφοί Κοέν, μετά την περυσινή τους οσκαρική και παγκόσμια επιτυχία (Καμμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους), έστησαν ένα πανέξυπνο σενάριο, δούλεψαν πάνω σε μια ευφάνταστη σκηνοθετική φόρμα (η κάμερα που έρχεται από το διάστημα και προσγειώνεται στην CIA και στο τέλος απογειώνεται και πάλι - ιδέα παραμυθιού : "μια φορά κι έναν καιρό..." - ".. και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα), είχαν την.. ευγενή τύχη να έχουν ένα καστ από Κλούνει (σε έναν ακόμη αποδομημένο ρόλο) μέχρι Σούιντον (απολαυστική υστερική 40άρα), κι από Μάλκοβιτζ (αλκοολικός πράκτορας) σε ΜακΝτόρμαντ (παρανοϊκή γραμματέας γυμναστηρίου).. αφήνοντας στο τέλος τον εξαιρετικό ρόλο του Μπραντ Πιτ, ο οποίος συνεχώς μας εκπλήσσει για τα χίλια πρόσωπα που μπορεί να υποδυθεί, σαν άλλος Μπελμοντό (στην ομώνυμη ταινία). Το σενάριο βγαλμένο από τον τρελό κόσμο του παραμυθιού, με αρκετές δόσεις ρεαλισμού βεβαίως, δείχνει ότι οι Κόεν είναι οι παραμυθάδες αδελφοί Γκριμ της εποχής μας, όπου μπορούν να φτιάξουν έναν δικό τους φιλμικό κόσμο, στο οποίο ο θεατής μπαίνει και απολαμβάνει το απόλυτο entertainment. Eν ολίγοις ότι χαιρόμαστε τόσα χρόνια (25 παρακαλώ) από τους εβραίους αδελφούς, βρίσκεται εδώ αυτούσιο!

Κατά : Πρέπει να έχουν; Προσωπικά δεν βρίσκω.. Το μοναδικό μείον που μπορείς να προάψεις είναι ότι θα μπορούσαν να αράξουν μετά την περυσινή επιτυχία και να φτιάξουν σε ένα διάστημα 2-3 χρόνων κάτι διαφορετικό και πιο μεστό. Οι άνθρωποι φαίνεται ότι έκαναν πλάκα με αυτή την ταινία. Ποιος, όμως, μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μια υψηλού επιπέδου πλάκα, χωρίς ψεγάδι - ένα αποτέλεσμα, το οποίο άλλοι κινηματογραφιστές πασχίζουν χρόνια να φτάσουν!

Βιογραφικό Ίθαν & Τζόελ Κοέν : Τα αδέρλφια, εβραικής καταγωγής, από τη Μινεσότα, έχουν πενηνταρίσει εμφανώς, κάνουν σινεμά 25 χρόνια τώρα, έχουν κρατήσει το ανεξάρτητο- ιδιαίτερο ύφος τους, αν και πλέον κάνουν Χόλυγουντ για τα καλά (πάνε οι ένδοξες εποχές του Σάντανς), και μέχρι πρόσφατα απολαμβάνουν τα 4 όσκαρ (δυο σεναρίου, ένα σκηνοθεσίας, ένα καλύτερης ταινίας) και τα υπόλοιπα 80 βραβεία τους παρακαλώ, με άλλες τόσες υποψηφιότητες να είναι στο αρχείο : βραβεία στο Τορόντο, Χρυσές Σφαίρες, BAFTA, Βερολίνο, Χρυσοί Φοίνικες και άλλα δυο βραβεία στις Κάννες κ.ά. Συστήθηκαν με το "Μόνο Αίμα" το 1984, για να κάνουν κλασσικό ανεξάρτητο κινηματογράφο στη συνέχεια, με ταινίες όπως "Το Πέρασμα του Μίλερ", "Αριζόνα Τζούνιορ", "Μπάρτον Φινκ". Διαλείμματα-πλάκες όπως το "Καυτό Απόρρητο", μπορούν να θεωρηθούν "Ο κύριος Χούλα Χουπ" και η "Αβάσταχτη Γοητεία", ταινίες εν μέσω μεγάλων παραγωγών του παγκόσμιου κινηματογράφου όπως το "Φάργκο", "Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι", "Ω αδεφλέ που είσαι", "Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί". Και πριν τον απόλυτο θρίαμβο με το "Καμμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους", διασκεύασαν επιτυχώς το κλασσικό αριστούργημα του Μάβερικ και του Σέλλερς "Η Συμμορία των 5".

ΚΥΜΑΤΙΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Δραματική – Ιαπωνία 1955
Σκηνοθεσία: Μίκιο Ναρούσε
Σενάριο: Γιόκο Μιζούκι σε βιβλίο του Φουμίκο Χιαγάσι
Πρωταγωνιστούν: Χιντέκο Τακαμίνε, Μασαγιούκι Μόρι, Μαρίκο Οκάντα, Ισάο Γιαμαγκάτα
Διάρκεια: 123’
Διανομή: New Star Films

Τον Νοέμβρη του 1964 ένα γκρουπ από εξαντλημένους και πάμφτωχους Ιάπωνες από την Ινδοκίνα αποβιβάζονται σε ένα γιαπωνέζικο λιμάνι μαζί με τα λιγοστά τους υπάρχοντα, ώστε να εγκατασταθούν εκ νέου στη χώρα μετά τον πόλεμο. Ανάμεσά τους η Γιουκίκο, μια νεαρή γυναίκα που εργαζόταν ως δακτυλογράφος της αποστολής στην Ινδοκίνα. Στο μεταπολεμικό Τόκιο η Γιουκίκο θα συναντήσει τον Τομιόκα, έναν παλιό εραστή της, θα τον ερωτευτεί από την αρχή, όμως θα βιώσει την απογοήτευση.

Mινιμαλιστικοί διάλογοι, απογυμνωμένες λήψεις, στέρεη φιλμική βάση και στρωτό σενάριο. Ο mr. ιαπωνικό μελόδραμα, Μίκιο Ναρούσε, σε μια ακόμη ταινία της λαϊκής ιαπωνικής κουλτούρας, έρχεται στη χώρα μας 53 χρόνια μετά!

Υπέρ : O Nαρούσε δεν είναι Τεσιγκαχάρα, ο έτερος ιάπωνας δημιουργός που μας σύστησε φέτος το καλοκαίρι η New Star. Δεν είναι αβάν-γκαρντ, δεν είναι πρωτοπόρος, δεν καινοτομεί. Στο τριμερές αφιέρωμα που έχει προγραμματιστεί φέτος, βλέπουμε το β' μέρος, σαφώς ανώτερο από το "Η γυναίκα ανεβαίνει τις σκάλες". Ο Ναρούσε δεν απογειώνει την ταινία. Παρολαυτά κατορθώνει να τη σκηνοθετεί με τέτοια απλοϊκή μαεστρία, με μια ηδύτητα και μια καλοσύνη, που κερδίζει αμέσως τον θεατή. Σινεμά του σκηνοθέτη-δημιουργού, μέσα στο γενικότερο κλίμα του εμπορικού κινηματογράφου των στούντιος.

Κατά : Πόσοι σύγχρονοι έλληνες "μισούν" τον Π.Ε.Κ., δηλαδή το σινεμά μελόδραμα της Φίνος και της Ελλάδας του '50; Κακά τα ψέματα, ο Ναρούσε είναι ο Γεωργιάδης της Ιαπωνίας. Και όσο και να επιμένουμε, όσο ρετρό κι αν είμαστε, βλέπουμε ένα ξεπερασμένο σινεμά, εδώ. Στο ρόλο της Μάρθας Βούρτση η Μαρίκο Οκάντα.. Όχι δεν κάνουμε πλάκα, οι μελοδραματιστές του '50, από Ελλάδα σε Χόλυγουντ και Ιαπωνία, κάναν το ίδιο σινεμά με άλλα μέσα. Επομένως μιλάμε για σελιλόιντ ρετρό απόλαυση στα θερινά (.. με βροχή, πλέον) κι όχι πρωτοπορίες του Τεσιγκαχάρα, για παράδειγμα. Για να ξέρουμε τι λέμε.

Βιογραφικό Μίκιο Ναρούσε : Ο Ναρούσε σε ηλικία 25 ετών μπήκε στα στούντιο της περίφημης Toho, εταιρείας με μεγάλη φιλμική παράδοση στην Ιαπωνία, και βγήκε από κει όταν πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του '60. Συνολικά 89 ταινίες, προς μαζική κατανάλωση, βραβεία κυρίως ιαπωνικά, έχοντας όμως υπέρ του την πρώτη έξοδο προς τις Η.Π.Α., ιαπωνικής ταινίας, το 1935. Ήταν, όταν το Χόλυγουντ έκλαιγε..

ΕΜΠΙΣΤΕΥΣΟΥ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Δραματική – Kίνα 2007
Σκηνοθεσία: Ξιαοσουάι Γουάνγκ
Σενάριο: Ξιαοσουάι Γουάνγκ
Πρωταγωνιστούν: Ταισένγκ Τσεν, Γιου Ναν, Γιουάν Τιαν, Λαν Γουεγουέι
Διάρκεια: 116’
Διανομή: Seven Films

Ένας άντρας και μια γυναίκα που έχουν χωρίσει εδώ και χρόνια, ο Ξιάο Λου και η Μέι Ζου, ξαναβρίσκονται μετά από καιρό με αφορμή ένα τραγικό γύρισμα της τύχης: ανακαλύπτουν πως η πεντάχρονη κόρη τους Χέχε πάσχει από καλπάζουσα λευχαιμία. Ψάχνοντας το κατάλληλο μόσχευμα, διαπιστώνουν πως κανείς από το περιβάλλον τους δεν μπορεί να γίνει δότης. Έτσι η γυναίκα αποφασίζει να προτείνει στον πρώην άντρα της να κάνουν τεχνητή γονιμοποίηση ώστε να συλλάβουν, ένα άλλο παιδί, που θα μπορεί να γίνει δότης, μιας που θα έχει το ίδιο γενετικό υλικό. Και οι δυο τους έχουν συνεχίσει τη ζωή τους , έχουν βρει νέους συντρόφους και έχουν κάνει νέες οικογένειες. Πώς θα αντιδράσουν αυτοί, στο ενδεχόμενο μιας τέτοιου είδους επανένωσης;

Σκηνοθετική μαεστρία σε ένα πρωτότυπο σενάριο, αποδεικνύει την άνθηση της κλασικής απωανατολίτικης κάμερας του σινεφίλ δημιουργού, με μια Αργυρή Άρκτο στο τσεπάκι, και μπόλικο μινιμάλ στο μυαλό! Ο Γουάνγκ επιστρέφει μετά τον "Ποδηλάτη του Πεκίνου".

Υπέρ : Απλοί διάλογοι, λιτοί. Εξάρσεις εκεί που πρέπει. Το κλίμα της βαθιάς μελαγχολίας, απογοήτευσης, δυστυχίας αλλά και ελπίδας, αποτυπώνεται ανάγλυφο. Το σενάριο είναι σούπερ και αποδείχθηκε με την Αργυρή Άρκτο στην τελευταία Μπερλινάλε, που μας πέρασε. Ο Γουάνγκ, πιστός στην παράδοσή του για ιστορίες που τσακίζουν κόκκαλα και δίνουν homework στον θεατή, είναι ο κινέζος (εκ Σανγκάης) σκηνοθέτης, που προσπαθεί να ξεφύγει από το σύνδρομο Γιμού, και να απλώσει τα φτερά της χώρας τους σε πιο βαθιά ουμανιστικές παγίδες. Η κάμερα του λειτουργεί, αν και με μαεστρία, ικανοποιητικά.

Κατά : Oi αργοί ρυθμοί εξυπηρετούν το θέμα όχι όμως και την υπομονή του θεατή. Η κάμερα δεν είναι αεικίνητη αλλά -μάλλον- ακίνητη, πολλάκις, χωρίς λόγο. Ο Γούανγκ ρίχνοντας το βάρος στους διαλόγους το χασε στην καθοδήγηση της ιστορίας και τους ηθοποιούς. Τέλος, το θέμα, αν και σύγχρονο, είναι εξειδικευμένο και δεν απευθύνεται σε ευρύ κοινό. Όπως ακούστηκε "και μένα τι ενδιαφέρει, αυτή η ιστορία;".. Σκληρό και απάνθρωπο, αλλά σωστό στο σύνολό του..

Βιογραφικό Ξιαοσουάι Γουάνγκ : Eκ Σανγκάης ερχόμενος, ντεμπούταρε στο παγκόσμια σινεμά με τις "Ημέρες" του 1993, όταν κέρδισε τον Χρυσό Αλέξανδρο στη Θεσσαλονίκη. Από τότε, αν και έμεινε για καιρό στην black list των κινέζων δημιουργών από την κυβέρνηση, μετράει βραβεία από τη Σιγκαπούρη μέχρι το Ρότερνταμ και από το Λοκάρνο μέχρι τις Κάννες (2005) και το Βερολίνο (2001, 2007). Το "Εμπιστεύσου την Αγάπη" είναι η 9η ταινία του, σε 14 χρόνια. Έγινε παγκοσμίος γνωστός τον "Ποδηλάτη του Πεκίνο".

24 Σεπ 2008

Κάθε Τετάρτη, μετά τα μεσάνυχτα, ο Ν.Ι. Πουλάκος και ο Νίκος Κουρμουλής, ζωντανά στα "24 Καρέ στο Ραδιόφωνο", στον ρ/σ "Στο Κόκκινο - 105.5 fm"


Κάθε Τετάρτη τα μεσάνυχτα (μέχρι τις 02.00), ο Νίκος Κουρμουλής («Ο Κόσμος του Επενδυτή»), και ο Νέστορας Πουλάκος («Γαλέρα»), μιλούν για τις ταινίες της εβδομάδας, σχολιάζουν τη σινεφίλ επικαιρότητα, μοιράζουν προσκλήσεις για avant-premieres και ταινίες α’ προβολής -παράλληλα επιμελούνται αφιερώματα από το χώρο του σινεμά. Συντονισμένοι στον ρ/σ "Στο Κόκκινο - 105.5 fm".

Αυτή την Τετάρτη, 24 του Σεπτέμβρη, μοιράζουν προσκλήσεις για την, Αργυρή Άρκτο ’08, «Εμπιστεύσου την αγάπη» (ΙΝΤΕΑΛ, 25-28/9), και μιλούν για τα film noir του παγκόσμιου κινηματογράφου, βάζοντας τζαζ μουσικές από Screamin’ Jay Hawkins μέχρι Charlie Hayden, κι από John Barry μέχρι Ray Charles.
Παράλληλα ξεκινούν το διαγωνισμό για την avant-premiere του ιρλανδέζικου «Hunger», που θα παιχτεί στο «Μικρόκοσμο» την επόμενη εβδομάδα.

Μια εκπομπή του ηλεκτρονικού περιοδικού «Cinemad» (
www.cinemad.gr).
Χορηγός τα πολυκαταστήματα «Fnac».

Απόψε, στο MindRadio.gr , o Ν.Ι. Πουλάκος συνομιλεί με την Κατερίνα Καντσού..


Εκπομπή για τον Κινηματογράφο "Ο Κόσμος του Σινεμά" του Νέστορα Ι. Πουλάκου στο MindRadio.gr : Την Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008, ώρα 19.00 - 21.00 το βράδυ, ο Νέστορας Ι. Πουλάκος αναλύει τις ταινίες της εβδομάδας, μεταφέρει το κλίμα από το 14ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών - Νύχτες Πρεμιέρας, μοιράζει προσκλήσεις για την, Αργυρή Άρκτο '08, "Εμπιστεύσου την Αγάπη" και συνομιλεί με τη φωτογράφο και ποιήτρια Κατερίνα Καντσού. Κεντρικό θέμα συζήτησής τους η ποίηση, η λογοτεχνία, με αγαπημένους στίχους, καλλιτέχνες και άφθονες κουβέντες περί τέχνης. Τη μουσική της εκπομπής, επιμελείται η Κατερίνα Καντσού, με λάτιν αλλά και απαλούς ήχους. Η εκπομπή μεταδίδεται από τη συχνότητα του MindRadio στο λινκ www.mindradio.gr

23 Σεπ 2008

"Soglyadatay" - Vladimir Nabokov (1930)

Ο αφηγητής αυτού του μικρού σε έκταση μυθιστορήματος, ο Σμύρωφ, αποτελτεί ακριβώς τον ιδεότυπο (σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ) αυτού που αποκαλούμε σήμερα «θεατή». Ο «θεατής» είναι το ον εκείνο, που, κυριευμένο από μια παντοδύναμη αίσθηση αδυναμίας να πράξει, περιορίζεται στο να βλέπει, να σχολιάζει αυτά που βλέπει, να τα μεγεθύνει ή να τα συρρικνώνει, αποφεύγοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τους τρομερούς (γι αυτόν) κιδύνους και της πλέον απειροελάχιστης πράξης.

*O μεγάλος ρώσος συγγραφέας Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ : το "Μάτι" είναι ένα διήγημα των πρώτων συγγραφικών του χρόνων, στο οποίο φαίνεται όλο το ταλέντο του. Βερολίνο, προ-ναζιστική περίοδος. Ο πατέρας του έχει δολοφονηθεί. Εκείνος έχει γυρίσει από τις σπουδές του στην Αγγλία αριστούχος. Έχει παντρευτεί την Βέρα (1925). Έχει εκδώσει τουλάχιστον πέντε ποιητικές συλλογές. Έχουν κυκλοφορήσει τα τρία πρώτα του μυθιστορήματα, στη Γερμανία : Μαίρη (1926) - Ρήγας, Ντάμα, Βαλές (1928) - Η Άμυνα του Λούζιν (1930). Την ίδια χρονιά με το τελευταίο, εκδίδει το "Μάτι", ένα σουρρεαλιστικό διήγημα που εκτυλίσσεται στο Βερολίνο, με ρώσους εμιγκρέδες. Η παράνοια του Σμύρωφ, που από την αγανάκτησή του για το ανθρώπινο είδος αυτοκτονεί, τον περιφέρει -σαν φάντασμα- από σπίτι σε σπίτι, από παρέα σε παρέα.. Ο Ναμπόκοφ σε τρελά κέφια! Στα 1993 οι Εκδόσεις Ερατώ και ο μεταφραστής Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, προσφέρουν στο αναγνωστικό κοινό ένα ακόμη σπουδαίο έργο του ρώσου συγγραφέα. Είχαν προηγηθεί : η Λολίτα, μια Ρωσίδα Καλλονή, Ρήγας - Ντάμα - Βαλλές.

Βιογραφία Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ
(από την αγγλική Βίκι-πιαδεία)

Vladimir Vladimirovich Nabokov (Russian: Влади́мир Влади́мирович Набо́ков, Russian pronunciation: (22 April [O.S. 10 April] 1899, Saint Petersburg – 2 July 1977, Montreux) was a multilingual Russian-American novelist and short story writer. Nabokov wrote his first nine novels in Russian, then rose to international prominence as a master English prose stylist. He also made contributions to entomology and had an interest in chess problems.
Nabokov's
Lolita (1955) is frequently cited as his most important novel, and is his most widely known, exhibiting the love of intricate wordplay and descriptive detail that characterized all his works.[2]

Nabokov was born on 10 April 1899 Old-Style in use in Russia at that time, which was 22 April in the West. However since 1900 was a leap year in Julian but not Gregorian calendar, the offset increased from 12 to 13 days and all of Nabokov's birthdays fell on 23 April in the West; after his exile, he kept celebrating on this date, happy to share a birthday with William Shakespeare.[3] This or incorrect use of the 20th century offset for 1899 led some sources to giving his birthdate as 23rd; in Speak, Memory Nabokov explains the cause of the error and confirms the date of 22nd.

Russia

The eldest of five children of liberal lawyer, politician and journalist Vladimir Dmitrievich Nabokov and his wife, née Elena Ivanovna Rukavishnikova, he was born to a wealthy and prominent family of the untitled nobility of Saint Petersburg. He spent his childhood and youth there and at the country estate Vyra near Siverskaya south of the city.
Nabokov's childhood, which he called "perfect," was remarkable in several ways. The family spoke Russian, English and
French in their household, and Nabokov was trilingual from an early age. In fact, much to his father's patriotic chagrin, Nabokov could read and write English before he could Russian. In Speak, Memory Nabokov recalls numerous details of his privileged childhood, and his ability to recall in vivid detail memories of his past was a boon to him during his permanent exile, as well as providing a theme which echoes from his first book, Mary, all the way to later works such as Ada or Ardor: A Family Chronicle. While the family was nominally Orthodox, they felt no religious fervor and little Volodya was not forced to attend church after he lost interest. In 1916 Nabokov inherited the estate Rozhdestveno, next to Vyra, from his uncle Vasiliy Ivanovich Rukavishnikov ("Uncle Ruka" in Speak, Memory), but lost it in the revolution one year later; this was the only house he would ever own.

Rozhdestveno estate designed by Rastrelli that Nabokov inherited in 1916

Emigration

After the 1917 February Revolution, Vladimir Dmitrievich Nabokov became a secretary of the Russian Provisional government and the family was forced to flee the city after the Bolshevik Revolution for Crimea, not expecting to be away for very long. They lived at a friend's estate and in September 1918, they moved to Livadiya; VDN was a minister of justice of the Crimean provisional government. After the withdrawal of the German Army (November 1918) and the defeat of the White Army in early 1919, the Nabokovs left for exile in western Europe. On 2 April 1919, the family left Sevastopol on the last ship. They settled briefly in England, where Vladimir enrolled in Trinity College, Cambridge and studied Slavic and Romance languages. His Cambridge experiences would later help him in the writing of the novel Glory. In 1920, his family moved to Berlin where his father set up the émigré newspaper Rul' (Rudder). Nabokov would follow to Berlin after his studies at Cambridge two years later.

In March 1922, Nabokov's father was assassinated in Berlin by Russian monarchists as he was fighting to protect their real target, Pavel Milyukov, a leader of the Constitutional Democratic Party-in-exile. This mistaken, violent death would echo again and again in Nabokov's fiction, where characters would meet their deaths under mistaken terms. In Pale Fire, for example, the poet Shade is murdered accidentally by a bullet intended for another. Shortly after his father's death, his mother and sister moved to Prague. Nabokov stayed in Berlin where he had become a recognized poet and writer within the émigré community and published under his pen name V. Sirin - it may signify an owl or a mythological bird. To supplement his scant writing income, he also taught languages and gave tennis and boxing lessons.[4]

In 1922 Nabokov became engaged to Svetlana Siewert; the engagement was broken off by her family in early 1923 as he had no steady job. In May 1923, he met Véra Evseyevna Slonim at a charity ball in Berlin[4] and married her in April 1925.[4] Their only child, Dmitri, was born in 1934.

In 1936, when Vera lost her job due to the antisemitic environment, and the assassin of his father was appointed second-in-command of the Russian émigré group, Nabokov started to look for jobs in the English-speaking world. In 1937, he left Germany for France, where he had a short affair with Russian emigré Irina Guadanini; his family followed, making the last visit to Prague en route. They settled in Paris, but also spent time in Cannes, Menton, Cap d'Antibes, and Frejus.

In May 1940 the Nabokov family fled from the advancing German troops to the United States on board the Champlain.[citation needed]

America

The Nabokovs settled down in Manhattan and Nabokov started a job at the American Museum of Natural History. In October he met Edmund Wilson, who became his close friend until the falling out two decades later and introduced Nabokov's work to American editors.

Nabokov came to Wellesley College in 1941 as resident lecturer in comparative literature. The position, created specifically for him, provided an income and free time to write creatively and pursue his lepidoptery. Nabokov is remembered as the founder of Wellesley's Russian Department. His lecture series on major nineteenth-century Russian writers was hailed as "funny," "learned," and "brilliantly satirical."[citation needed] The Nabokovs resided in Wellesley, Massachusetts during the 1941-42 academic year; they moved to Cambridge, Massachusetts in September 1942 and lived there until June 1948. Following a lecture tour through the United States, Nabokov returned to Wellesley for the 1944–45 academic year as a lecturer in Russian. He served through the 1947-48 term as Wellesley's one-man Russian Department, offering courses in Russian language and literature. His classes were popular, due as much to his unique teaching style as to the wartime interest in all things Russian. At the same time he was curator of lepidoptery at Harvard University's Museum of Comparative Zoology. After being encouraged by Morris Bishop, Nabokov left Wellesley in 1948 to teach Russian and European literature at Cornell University. In 1945, he became a naturalized citizen of the United States.

Nabokov wrote Lolita while traveling on butterfly-collection trips in the western United States which he undertook every summer. (Nabokov never learned to drive, Vera acted as chauffeur; when Nabokov attempted to burn unfinished drafts of Lolita, it was Vera who stopped him. He called her the best-humored woman he had ever known.[4])[5] In June 1953 he and his family came to Ashland, Oregon, renting a house on Meade Street from Professor Taylor, head of the Southern Oregon College Department of Social Science. There he finished Lolita and began writing the novel Pnin. He roamed the nearby mountains looking for butterflies, and wrote a poem Lines Written in Oregon. On 1 October 1953, he and his family left for Ithaca, New York.[6]

Montreux

After the great financial success of Lolita, Nabokov was able to return to Europe and devote himself exclusively to writing. Also his son had gotten a position as an operatic bass at Reggio Emilia. On 1 October 1961, he and Véra moved to the Montreux Palace Hotel in Montreux, Switzerland; he stayed there until the end of his life. From his sixth-floor quarters he conducted his business and took tours to the Alps, Corsica, and Sicily to hunt butterflies. In 1976 he was hospitalized with an undiagnosed fever; rehospitalized in Lausanne in 1977, he suffered from severe bronchial congestion, and died on 2 July. His remains were cremated and are buried at the Clarens cemetery in Montreux.[7]

At the time of his death, he was working on a novel titled The Original of Laura. His wife Vera and son Dmitri were entrusted with Nabokov's literary executorship,[4] and though he asked them to burn the manuscript,[citation needed] they were unable to destroy his final work. The incomplete manuscript, around 125 handwritten index cards,[8] has remained in a Swiss bank vault where only two people, Dmitri Nabokov and an unknown person, have access. Portions of the manuscript have been shown to Nabokov scholars. In April, 2008, Dmitri announced that he would publish the novel.[9]

Several short excerpts of The Original of Laura have been made public, most recently by German weekly Die Zeit, which in its 14 August 2008 issue for the first time reproduced some of Nabokov's original index cards obtained by its reporter Malte Herwig. In the accompanying article, Herwig concludes that "Laura", although fragmentary, is "vintage Nabokov".[10]

Work

This section needs additional citations for verification.Please help improve this article by adding reliable references. Unsourced material may be challenged and removed. (September 2007)

23 May 1969 TIME magazine cover

Nabokov's first writings were in Russian, but he came to his greatest distinction in the English language. For this achievement, he has been compared with Joseph Conrad; yet some view this as a dubious comparison, as Conrad composed only in English, never in his native Polish. (Nabokov himself disdained the comparison for aesthetic reasons, lamenting to the critic Edmund Wilson, "I am too old to change Conradically" — which John Updike later called, "itself a jest of genius." Nabokov, in the very early fifties, offered the critic Edmund Wilson a pocket appraisal: "Conrad knew how to handle readymade English better than I; but I know better the other kind. He never sinks to the depths of my solecisms, but neither does he scale my verbal peaks.") [11] Nabokov translated many of his own early works into English, sometimes in cooperation with his son Dmitri. His trilingual upbringing had a profound influence on his artistry. He has metaphorically described the transition from one language to another as the slow journey at night from one village to the next with only a candle for illumination.[citation needed] Nabokov himself translated two books he wrote in English into Russian, Conclusive Evidence, and Lolita. The first "translation" was made because of Nabokov's feeling of imperfection in the English version. Writing the book, he noted that he needed to translate his own memories into English, and to spend a lot of time explaining things which are well-known in Russia; then he decided to re-write the book once again, in his first native language, and after that he made the final version, Speak, Memory (Nabokov first wanted to name it "Speak, Mnemosyne"). Nabokov was a proponent of individualism, and rejected concepts and ideologies that curtailed individual freedom and expression, such as totalitarianism in its various forms as well as Freud's psychoanalysis.[12] Poshlost, or as he transcribed it, poshlust, is disdained and frequently mocked in his works.[13]

Nabokov is noted for his complex plots, clever word play, and use of alliteration. He gained both fame and notoriety with his novel Lolita (1955), which tells of a grown man's devouring passion for a twelve-year-old girl. This and his other novels, particularly Pale Fire (1962), won him a place among the greatest novelists of the 20th century. His longest novel, which met with a mixed response, is Ada (1969). He devoted more time to the composition of this novel than any of his others. Nabokov's fiction is characterized by its linguistic playfulness. For example, his short story "The Vane Sisters" is famous in part for its acrostic final paragraph, in which the first letters of each word spell out a message from beyond the grave.

Nabokov's stature as a literary critic is founded largely on his four-volume translation of and commentary on Aleksandr Pushkin's epic of the Russian soul, Eugene Onegin, published in 1964. That commentary ended with an appendix titled Notes on Prosody which has developed a reputation of its own. It stemmed from his observation that while Pushkin's iambic tetrameters had been a part of Russian literature for a fairly short two centuries, they were clearly understood by the Russian prosodists. On the other hand, he viewed the much older English iambic tetrameters as muddled and poorly documented. In his own words:
I have been forced to invent a simple little terminology of my own, explain its application to English verse forms, and indulge in certain rather copious details of classification before even tackling the limited object of these notes to my translation of Pushkin's Eugene Onegin, an object that boils down to very little—in comparison to the forced preliminaries — namely, to a few things that the non-Russian student of Russian literature must know in regard to Russian prosody in general and to Eugene Onegin in particular.

Nabokov's translation was the focus of a bitter polemic with Edmund Wilson and others; he had rendered the very precisely metered and rhyming novel in verse to (by his own admission) stumbling, non-rhymed prose. He argued that all verse translations of Onegin fatally betrayed the author's use of language; critics replied that failure to make the translation as beautifully styled as the original was a much greater betrayal.

Nabokov's Lectures on Literature at Cornell University where he was appointed an instructor in 1948, reveals his controversial ideas concerning art. He firmly believed that novels should not aim to teach and that readers should not merely empathise with characters but that a 'higher' aesthetic enjoyment should be attained, partly by paying great attention to details of style and structure. He detested what he saw as 'general ideas' in novels, and so when teaching Ulysses, for example, he would insist students keep an eye on where the characters were in Dublin (with the aid of a map) rather than teaching the complex Irish history that many critics see as being essential to an understanding of the novel.

During his ten years at Cornell, Nabokov introduced undergraduates to the delights of great fiction, including the Bleak House of Charles Dickens in fifty-minute classroom lectures [14].

Nabokov's detractors fault him for being an aesthete and for his over-attention to language and detail rather than character development. In his essay "Nabokov, or Nostalgia," Danilo Kiš wrote that Nabokov's is "a magnificent, complex, and sterile art." Russian poet Yevgeny Yevtushenko said in a Playboy interview that he could hear the clatter of surgical tools in Nabokov's prose.

Not until glasnost did Nabokov's work become officially available in his native country. Gorbachev authorized a five-volume edition of his writing in 1988.

Nabokov's synesthesia

This section needs additional citations for verification.Please help improve this article by adding reliable references. Unsourced material may be challenged and removed. (September 2008)

Nabokov was a synesthete and described aspects of synesthesia in several of his works. In his memoir Speak, Memory, he notes that his wife also exhibited synesthesia; like her husband, her mind's eye associated colors with particular letters. They discovered that Dmitri shared the trait, and moreover that the colors he associated with some letters were in some cases blends of his parents' hues—"which is as if genes were painting in aquarelle".

Vladimir Nabokov's case of synesthesia can be described in more detail than merely the association of colors with particular letters. For a synesthete letters are not simply associated with certain colors; they are colored. Nabokov frequently endowed his protagonists with a similar gift. In Bend Sinister Krug comments on his perception of the word "loyalty" as being like a golden fork lying out in the sun. In The Defense, Nabokov mentioned briefly how the main character's father, a writer, found he was unable to complete a novel that he planned to write, becoming lost in the fabricated storyline by "starting with colors." Many other subtle references are made in Nabokov's writing that can be traced back to his synesthesia. Many of his characters have a distinct "sensory appetite" reminiscent of synesthesia.

Entomology

Echinargus in the family Lycaenidae: one of the many genera discovered and named by Nabokov
His career as an
entomologist was equally distinguished. Throughout an extensive career of collecting he never learned to drive a car, and he depended on his wife Véra to take him to collecting sites. During the 1940s, as a research fellow in zoology, he was responsible for organizing the butterfly collection of the Museum of Comparative Zoology at Harvard University. His writings in this area were highly technical. This, combined with his specialty in the relatively unspectacular tribe Polyommatini of the family Lycaenidae, has left this facet of his life little explored by most admirers of his literary works. He identified the Karner Blue. The genus Nabokovia was named after him in honor of this work, as were a number of butterfly and moth species (e.g. many of the genera Madeleinea and Pseudolucia).[15]

Butterflies drawn by V (Vladimir) for V (Vera).Nabokov House of Saint Petersburg.

The paleontologist and essayist Stephen Jay Gould discussed Nabokov's lepidoptery in an essay reprinted in his book I Have Landed. Gould notes that Nabokov was occasionally a scientific "stick-in-the-mud"; for example, Nabokov never accepted that genetics or the counting of chromosomes could be a valid way to distinguish species of insects, and relied on the traditional (for lepidopterists) microscopic comparison of their genitalia. The Harvard Museum of Natural History, which now contains the Museum of Comparative Zoology, still possesses Nabokov's "genitalia cabinet", where the author stored his collection of male blue butterfly genitalia. [1], [2] "Nabokov was a serious taxonomist," according to the museum staff writer Nancy Pick, author of The Rarest of the Rare: Stories Behind the Treasures at the Harvard Museum of Natural History. "He actually did quite a good job at distinguishing species that you would not think were different—by looking at their genitalia under a microscope six hours a day, seven days a week, until his eyesight was permanently impaired." [3]

Many of Nabokov's fans have tried to ascribe literary value to his scientific papers, Gould notes. Conversely, others have claimed that his scientific work enriched his literary output. Gould advocates a third view, holding that the other two positions are examples of the post hoc ergo propter hoc logical fallacy. Rather than assuming that either side of Nabokov's work caused or stimulated the other, Gould proposes that both stemmed from Nabokov's love of detail, contemplation and symmetry.

Chess problems

Nabokov spent considerable time during his exile on the composition of chess problems. Such compositions he published in the Russian émigré press, Poems and Problems (18 chess compositions) and Speak, Memory (1 problem). He describes the process of composing and constructing in his memoir: "The strain on the mind is formidable; the element of time drops out of one consciousness..." To him, the "originality, invention, conciseness, harmony, complexity, and splendid insincerity" of creating a chess problem was similar to that in any other art.

Influence

The critic James Wood argued that Nabokov's use of descriptive detail proved an "overpowering, and not always very fruitful, influence on two or three generations after him", including authors such as Martin Amis and John Updike.[16] While a student at Cornell in the 1950s, Thomas Pynchon attended several of Nabokov's lectures;[17] Pynchon later referred to Lolita in his novel The Crying of Lot 49 (1966), and may have been influenced by Nabokov's preference for actualism over realism.[18] Of the authors who came to prominence during Nabokov's lifetime, John Banville,[19] Don DeLillo,[20] Salman Rushdie,[21] and Edmund White[22] were all influenced by Nabokov.
Several authors who came to prominence in the 1990s and 2000s have also cited Nabokov's work as a literary influence.
Pulitzer Prize-winning novelist Michael Chabon listed Lolita and Pale Fire among the "books that, I thought, changed my life when I read them,"[23] and stated that "Nabokov's English combines aching lyricism with dispassionate precision in a way that seems to render every human emotion in all its intensity but never with an ounce of schmaltz or soggy language".[24] Pulitzer Prize winner Jeffrey Eugenides said that "Nabokov has always been and remains one of my favorite writers. He’s able to juggle ten balls where most people can juggle three or four."[25] T. Coraghessan Boyle said that "Nabokov's playfulness and the ravishing beauty of his prose are ongoing influences" on his writing,[26] and Jhumpa Lahiri,[27] Marisha Pessl,[28] and Zadie Smith[29] have also acknowledged Nabokov's influence. *Ν.Ι.Π.