30 Νοε 2008

Έκθεση ζωγραφικής της Ελεάννας Μαρτίνου..


Στο Barrio, Κεραμεικού 53 Μεταξουργείο, από τις 24 Νοεμβρίου και για ένα μήνα, η Ελεάννα Μαρτίνου, συνεργάτις επί των εικαστικών του Καναλιού 1 - 90,4 FM εκθέτει μια ενότητα έργων με τίτλο Rêverie du Pauvre, Ο Ρεμβασμός του Φτωχού, τίτλος εμπνευσμένος από τον μεγάλο συνθέτη Erik Satie.

Πρόκειται για μια σειρά 29 ανθρωποκεντρικών συνθέσεων, που θυμίζουν την περιλάλητη ρήση «Ο Άνθρωπος είναι η Απάντηση όποια κι αν είναι η Ερώτηση». Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμμονή της Μαρτίνου στην ανθρώπινη μορφή, στο βλέμμα των ανθρώπων, στην ένταση των συναισθημάτων όπως αντικατοπτρίζονται στο πρόσωπο. Μια γεύση από το έργο της, καθώς και πληροφορίες για την καλλιτέχνιδα, βρίσκουμε στο blog της http://www.eleanna-martinou.blogspot.com/. Θετικά προκλητική είναι η αντίληψη της Μαρτίνου για την λεγόμενη cheap art, καθώς τα έργα που εκτίθενται έχουν τη μορφή έξοχων εκτυπώσεων επικολλημένων σε δυνατό χαρτόνι, είναι πλαστικοποιημένα και αδιάβροχα, και τιμώνται ανάμεσα στα 30 και τα 50 ευρώ! Η όλη αντίληψη μας φέρνει στο νου την προφητική παροιμία του υπερρεαλιστή ποιητή René Crevel (10 Αυγούστου 1900 – 18 Ιουνίου 1935): «Δεν μας αρέσουν μήτε οι φακές του πλούσιου, μήτε το χαβιάρι του φτωχού».

(Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης
στο blog
belleviefacile.blogspot.com
στις 24 Νοεμβρίου 2008)

*Eπίσης, δημοσίευση έργων στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Βακχικόν», στο επικείμενο τεύχος 4 Δεκέμβριος 2008 (www.vakxikon.gr)

28 Νοε 2008

"Visuals Poets : Stanley Kubrick : Full Metal Jacket (1987)" - Ιωάννα Κουτζούκου

Το 1980, ο Kubrick γνώρισε το Michael Herr μέσω του κοινού τους φίλου David Cornwell (δηλαδή του μυθιστηριογράφου John Le Carré). Ο Herr ήταν ο συγγραφέας του "Dispatches", ενός βιβλίου-ρεπορτάζ για τον πόλεμο του Βιετνάμ, κι επίσης ο συγγραφέας της αφήγησης του Martin Sheen για το "Apocalypse Now"(1979). Οι Kubrick και Herr μιλούσαν μια περίοδο συνεχώς στο τηλέφωνο. Περίοδο που ο Herr περιγράφει ως ένα τρίχρονο διακοπτόμενο τηλεφώνημα. Τότε ο Kubrick βρήκε τον Gustav Hasford, συγγραφέα του μυθιστορήματος "The Short-Timers", ένα βιβλίο αναφερόμενο στον πόλεμο του Βιετνάμ, μιας ωμά ειλικρινούς κι ενίοτε σουρεαλιστικής ιστορίας για δόκιμους που εκπαιδεύονται για πεζοναύτες και στέλνονται στον πόλεμο. Σαν το "A Clockwork Orange"(1971), ήταν ένα σύντομο μυθιστόρημα με τη δική του συγκεκριμένη γλώσσα. Ο Kubrick δούλευε μόνος του κι ομοίως μόνοι τους δούλευαν οι Herr και Hasford στο σενάριο. Ο Hasford, ένας βετεράνος του Βιετνάμ, έγραψε στο φίλο του Bob Bayer στις 11 Δεκεμβρίου του 1982: "Kubrick, by the way, makes me call him "Stanley". I can't stand it. The guy is a thoroughly charming and easy-going guy, a real good ole boy. He could fuck my sister, if I had one. (I used to have one, but I guess we must be divorced now.) We are working on creating a "more satisfying" ending for Shorty ("The Short- Timers"). "But Stanley ", I said, "the Vietnam war was not bloody well satisfying". "Right", he said, "but they made you go to Vietnam, and people are going to have to pay to see this movie".

Η ταινία ακολουθεί το μυθιστόρημα σχεδόν πιστά στο πρώτο μέρος. Σαν κομμάτι της εκπαίδευσής τους στο Parris Island, στη Νότια Καρολίνα, στη διμοιρία 3092, ο Gunnery Sergeant Hartman τους φωνάζει, τους προσβάλλει, τους χτυπάει, τους ντροπιάζει, τους βρίζει και τους κάνει καψώνια. Ο Hartman ερμηνεύτηκε καταπληκτικά από το Lee Erney, που είχε υποβάλει ένα video για ακρόαση. Στις τρεις προηγούμενες ταινίες του Kubrick, οι ακροάσεις μέσω videos είχαν οργανωθεί από το βοηθό του, Leon Vitali -τον ενήλικο Lord Bullingdon στο "Barry Lyndon"(1975). Ο Erney ήταν παλιός πεζοναύτης κι εκπαιδευτής στο Βιετνάμ, μέχρι που ένας πύραυλος εξερράγη και θραύσματα εισχώρησαν στην πλάτη και στο χέρι του το 1969. Με τον αναρρωτικό μισθό του αγόρασε έναν οίκο ανοχής στην Οκινάουα, που το μετέτρεψε σε κλαμπ. Ενώ βρισκόταν στη Μανίλα υπό τον G.I.Bill το 1976, πήρε ένα ρόλο στο "Apocalypse Now"(1979), που οδήγησε και σε άλλους ρόλους σε ταινίες. Ο Erney ήθελε το ρόλο του εκπαιδευτή ασκήσεων, αλλά ο Kubrick είπε ότι δεν ήταν αρκετά μοχθηρός για το ρόλο αυτό. Έτσι ο Erney συγκέντρωσε τους ηθοποιούς που περνούσαν ακροάσεις κι άρχισε να τους εξευτελίζει και να τους βρίζει για 15 λεπτά. Ο Kubrick τον προσέλαβε, αντέγραψε την κασέτα και χρησιμοποίησε αποσπάσματα από το διάλογο στην ταινία. Όταν άρχισαν οι λήψεις, ο Erney κι οι ηθοποιοί συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο πλατό - ο Kubrick ήθελε να έχει αυθεντικές αντιδράσεις από τα πρόσωπα των νεαρών ηθοποιών.

Η διμοιρία κοιμάται με τα όπλα και τους δίνει γυναικεία ονόματα. Ο Joker δεν πιστεύει στην Παναγία, έτσι ο Hartman του φωνάζει να αλλάξει γνώμη. Αλλά ο Joker δεν μεταπείθεται, τότε ο Hartman τον κάνει αρχηγό της διμοιρίας και του λέει να προσέχει το χοντρό Pyle. Ο Joker μαθαίνει στον Pyle τα του όπλου του, να δένει τα κορδόνια του, να φτιάχνει το κρεβάτι του, να ξεπερνάει τα εμπόδια, να παρελαύνει κι ο Pyle τα πάει καλά. Τότε, όμως, ο Hartman βρίσκει ένα ντόνατ στο λόκερ του Pyle - από εδώ κι εμπρός αν ο Pyle τα σκατώσει, το πληρώνει όλη η διμοιρία. Εκείνο το βράδυ, η διμοιρία κρατάει κάτω τον Pyle και τον χτυπάει, χρησιμοποιώντας για όπλο σαπούνια μέσα σε πετσέτες. Ο Joker τον χτυπάει πιο δυνατά από όλους. Ο Hartman τους λέει ότι ο Charles Whitman, που σκότωσε δώδεκα άτομα σε απόσταση 400 γιαρδών, κι ο Lee Harvey Oswald που πυροβόλησε τον πρόεδρο δύο φορές, έμαθαν να πυροβολούν στους πεζοναύτες. Οι πεζοναύτες τραγουδούν χρόνια πολλά στον Ιησού: "We keep Heaven packed with fresh souls- our present to Jesus". Ο Pyle αρχίζει να μιλά στο όπλο του. Είναι πια ένας δεινός σκοπευτής. Αρχίζει να μεταμορφώνεται σε εκτελεστή. Αποφοιτούν. Την τελευταία νύχτα, ο Joker έχει περίπολο και βρίσκει τον Pyle στις τουαλέτες με ένα όπλο και φυσίγγια. ("7.62 millimeter with full metal jacket) Pyle: "I am in a world of shit". Ο Pyle σκοτώνει το Hartman και μετά βάζει την κάννη στο στόμα του και τραβάει τη σκανδάλη.

Στο Βιετνάμ ο Joker κι ο φωτογράφος φίλος του Rafterman δούλευαν για τη "Stars and Stripes", δηλαδή τη στρατιωτική εφημερίδα, όπου η δουλειά τους ήταν να προπαγανδίζουν υπέρ του πολέμου και προφανώς όχι να γράφουν την αλήθεια. Όταν η παύση των πυρών παραβιάστηκε, επιτέθηκαν σε όλες τις αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις, χωρίζοντας τη χώρα στα δύο. Οι Joker και Rafterman προσχώρησαν στη διμοιρία του παλιού φίλου(bunk-buddy) του, Cowboy. Λέει για τους Βιετναμέζους: "These people are the finest human beings... We're going to miss them". Στην περίπολο της βομβαρδισμένης πόλης Hué, ο λοχαγός σκοτώνεται σε μία παγίδα κι έτσι τώρα ο Cowboy πρέπει να ηγηθεί της διμοιρίας. Χάνονται. Ο Eightball πυροβολείται από έναν ελεύθερο σκοπευτή. Καθώς το σώμα του βρίσκεται ακάλυπτο, η διμοιρία δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τον σώσει ενώ οι πυροβολισμοί συνεχίζουν ασταμάτητα. Ο Doc Jay προσπαθεί να σώσει τον Eightball και πυροβολείται. Ο Cowboy πυροβολείται ενώ προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον ασύρματο. Πεθαίνει. Ο Joker βρίσκει τον ελεύθερο σκοπευτή, που τελικά είναι μια νεαρή γυναίκα, άλλα το όπλο του κολλάει. Τον πυροβολεί. Είναι παγιδευμένος πίσω από ένα ταχυδρομείο. Ο Rafterman την πυροβολεί. Η διμοιρία την κοιτάει καθώς αργοπεθαίνει, προσευχόμενη, ζητώντας να την πυροβολήσουν. Ο Rafterman είναι πολύ ικανοποιημένος με τον εαυτό του, και θέλει να σιγουρευτεί ότι θα πάρει τα εύσημα της εκτέλεσης. Ο Rafterman κι ο Joker είναι πια εκτελεστές.

Είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η τρίπρακτη ταινία οδηγεί στην απόφαση του Joker να σκοτώσει και πραγματεύεται το κατά πόσο χάνει την ανθρωπιά του στην όλη διαδικασία. Ο σκοπός της πρώτης πράξης είναι να δείξει πώς εκπαιδεύονται οι άνθρωποι για να γίνουν δολοφόνοι. Αυτή η διαδικασία αποκτήνωσης του ανθρώπου (οι νεοσύλλεκτοι γίνονται όπλα και τους βάζουν σε "full metal jacket" για να προστατευτούν) καταλήγει στην τρέλα του χαζού στρατιώτη Pyle και στο να αυτοπυροβοληθεί, αφού δεν αντέχει να ζει. Η δεύτερη πράξη δείχνει το στρατιώτη Joker σαν ένα δημοσιογράφο παρακολουθώντας όλα τα κακώς κείμενα που έγιναν στο Βιετνάμ. Για μια ακόμη φορά, βλέπουμε πως η στρατιωτική διοίκηση αποτυγχάνει να διαχειριστεί την κατάσταση. Κάθε στρατιώτης πρέπει να αποφασίσει να σκοτώσει. Ο Joker ξέρει πώς να σκοτώσει αλλά δεν ξέρει πώς είναι να σκοτώνει - δεν έχει βρεθεί ποτέ σε μάχη.

Η τελευταία πράξη δείχνει πώς οι άνθρωποι γίνονται εκτελεστές. Ο Joker πια βλέπει ιδίοις όμμασιν πώς είναι να βλέπει ανθρώπους να σκοτώνονται. Όταν πηγαίνει στη μάχη, ο Joker αποτυγχάνει - όλη αυτή η εκπαίδευση δεν τον βοήθησε γιατί έχει ακόμα εξυπνάδα κι ανθρωπιά. Σα μια πράξη ανθρωπιάς σκοτώνει την ελεύθερη σκοπεύτρια. Η πρώτη του εκτέλεση πηγάζει από συμπόνια για τους συνανθρώπους του κι όχι από μίσος. Η δυαδική φύση του Joker, ως εκτελεστή κι ως συμπονετικού ανθρώπου, γίνεται εμφανής στην αμφίεσή του ("Born to Kill" στο κράνος, το σήμα της ειρήνης στο στήθος) και στα λόγια του (σε μια συνέντευξη ο Joker λέει ότι:"wanted to see exotic Vietnam, the jewel Southeast Asia. I wanted to meet interesting, stimulating people of an ancient culture, and kill them") Τα τελευταία λόγια του Joker ηχούν τις τελευταίες λέξεις του Pyle: "I am in world of shit, yes, but I am alive, and I am not afraid". Ο Joker μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του έχοντας επίγνωση του ό,τι είναι δολοφόνος.

Αντί να ταξιδέψει σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος του κόσμου, ο Kubrick συνειδητοποίησε ότι όλες τις τοποθεσίες για το Parris Island και το Βιετνάμ, μπορούσαν να γυριστούν 30 μίλια από το σπίτι του. Ένα τετραγωνικό μίλι βάλτων και παλιών εργοστασίων γκαζιού στο Beckton αντικατέστησε το Hué. Το γύρισμα άρχισε τον Αύγουστο του 1985 και τελείωσε αργότερα απ' ότι αναμενόταν, δηλαδή το Σεπτέμβριο του 1986. Αυτό συνέβη επειδή ο Kubrick σταμάτησε την παραγωγή για 5 μήνες μέχρι να αναρρώσει ο Lee Erney μετά από ένα σχεδόν μοιραίο αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Όταν τελείωσε το γύρισμα, ο Kubrick προσέθεσε τη μουσική της Abigail Mead- δηλαδή της κόρης του Vivian Kubrick. Η παράφωνη μουσική είναι πολύ αποτελεσματική και δημιουργεί μια κλονισμένη, στοχαστική ατμόσφαιρα. Η "Abigail" μετέτρεψε ακόμα και το λογύδριο του Lee Erney στους πεζοναύτες σε ένα επιτυχημένο pop δίσκο που έφτασε στο νούμερο 2 στα singles chart της Μεγάλης Βρετανίας.

Η ταινία κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1987. Το "Full Metal Jacket" ήταν μια ακόμη επιτυχία για τον Kubrick - κόστισε 17 εκατομμύρια δολάρια κι απέφερε 30 εκατομμύρια δολάρια μόλις τις πρώτες 50 ημέρες - αλλά κατά κάποιο τρόπο επισκιάστηκε από την κυκλοφορία του "Platoon" του Oliver Stone που απέσπασε όλες τις επευφημίες. Βλέποντας το "Dr. Strangelove"(1964) και το "Paths of Glory"(1957) ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς ότι η τρέλα του πολέμου οφείλεται στην περηφάνια και την αλαζονεία των στρατηγών, ενώ το "Full Metal Jacket" επικεντρώνεται στις προσπάθειες του στρατιώτη Joker να παραμείνει λογικός σε ένα τρελό, ανεξέλεγκτο περιβάλλον. Η ταινία σταθερά αρνείται να πατήσει όλα τα συνηθισμένα συναισθηματικά κουμπιά, όπως έχουν κάνει άλλες ταινίες για το Βιετνάμ που κυκλοφόρησαν εκείνη την εποχή, κι αφήνει τους θεατές μ' ένα κενό και μία αμηχανία.

Πρωταγωνιστούν: Matthew Modine, Adam Baldwin, Vincent D'Onofrio, R. Lee Ermey, Dorian Harewood/ Σενάριο: Stanley Kubrick, Gustav Hasford/ Σκηνοθεσία: Stanley Kubrick/ Διάρκεια: 116’. Προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου.

Παρασκήνιο:

Ο Vincent D'Onofrio πήρε 35 κιλά για να υποδυθεί το ρόλο του στρατιώτη Pyle, σπάζοντας το ρεκόρ του Robert De Niro, ο οποίος είχε χάσει 30 κιλά για το Raging Bull (1980). Του πήρε εφτά μήνες να πάρει τα κιλά κι εννιά μήνες για να τα χάσει με εντατική γυμναστική.

Υπάρχουν τρεις αναφορές στο Mickey Mouse: όταν ο Hartmann πάει να αντιμετωπίσει τον Joker και τον Pyle, φωνάζει: "What is this Mickey Mouse shit?" ("Mickey Mouse" ήταν στρατιωτική αργκό για κάτι ή κάποιον που ήταν ηλίθιος, ακατανόητος και ευτελής) κι ο Joker κι η διμοιρία τραγουδούν το θέμα από το Mickey Mouse Club καθώς προχωρούν μέσω της καμένης πόλης. Η Τρίτη αναφορά στο Mickey Mouse είναι στο δωμάτιο τύπου: όπου μία φιγούρα του Mickey Mouse είναι ορατή κοντά στο παράθυρο πίσω από το στρατιώτη Joker.

Οι περισσότεροι από τους διάλογους του R. Lee Ermey στο Parris Island είναι αυτοσχεδιασμοί. Ενώ κινηματογραφούταν η αρχική σκηνή, όπου πειθαρχεί τον Cowboy, λέει ότι ο: “Cowboy is the type of guy who would have sex with another guy and not even have the goddamned common courtesy to give him a reach-around".

Ο Kubrick αμέσως φώναξε cut και ρώτησε τον Ermey: "What the hell is a reach-around?" Ο Ermey του εξήγησε ευγενικά τι σήμαινε. Ο Kubrick τότε γέλασε και ξαναγύρισε τη σκηνή, λέγοντας στον Ermey να κρατήσει την ατάκα.
Η επιγραφή "I Am Become Death" που είναι γραμμένη στο κράνος του Animal Mother, είναι παράθεμα από τη Bhagavad-Gita, που το είχε παραθέσει ο
J. Robert Oppenheimer μετά την έκρηξη της πρώτης ατομικής βόμβας στο Alamogordo.

27 Νοε 2008

Κινηματογραφικές Πρεμιέρες 27ης Νοεμβρίου..


W. **1/2

Πολιτική βιογραφία, αμερικανικής/ γερμανικής/ βρετανικής/ αυστραλέζικης παραγωγής, σε σκηνοθεσία Όλιβερ Στόουν, με τους Τζος Μπρολίν, Ελίζαμπεθ Μπανκς, Τζέιμς Κρόμγουελ, Ρίτσαρντ Ντρέιφους

Ο Τζωρτζ W. Μπους είναι το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας Μπους, απόφοιτος του Γέιλ και του Χάρβαρντ και πρώην αλκοολικός, παθιασμένος με το μπέιζμπολ και στην πραγματικότητα ένα απόλυτο τίποτα μέχρι τα 40 του χρόνια. Ώσπου στράφηκε στο Θεό και στη χριστιανική ηθική για να καταφέρει να εκλεχθεί κυβερνήτης της πολιτείας του Τέξας και στη συνέχεια Πρόεδρος των Η.Π.Α. για 8 χρόνια, χωρίς όμως να καταφέρει να κερδίσει ποτέ την εύνοια του πατέρα Μπους.

Όλη η ταινία του Στόουν συνοψίζεται στη λαϊκή ρήση «όταν ο άνθρωπος χάνει τη μπάλα χάνει τον κόσμο όλο». Αυτό αποτυπώνεται στην τελευταία σκηνή της ταινίας και με αυτό κλείνει μια πολυσυζητημένη και αμφιλεγόμενη πολιτική βιογραφία, κατά τη γνώμη μας αρκούντως διπλωματική, ενός σκηνοθέτη που από τον ακραίο αριστερίστικο προσανατολισμό του την δεκαετία του ’80 («Πλατούν», «Γεννημένος την 4η Ιουλίου», «Γουολ Στρητ», «Talk Radio»), μεταπηδά στη συνομωσιολογική εκφορά της εικόνας την δεκαετία του ’90 («JFK», «Νίξον») για να «ξεχειλώσει» με εθνικοπατριωτικές φανφάρες την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα («Αλέξανδρος», «Δίδυμοι Πύργοι»). Άρα, λοιπόν, το ερώτημα είναι τι περιμένεις να δεις από τον Στόουν; Γιατί ενώ όπου σταθεί κι όπου βρεθεί εξαπολύει μύδρους εναντίον του γιου Μπους (όπως έκανε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) βλέπεις το «W.» κι απορείς με τη στάση που κρατάει. Φυσικά δεν θέλουμε έναν ακόμη προπαγανδιστή Μάικλ Μουρ, αλλά ο Στόουν προτάσσει σε όλο το έργο το περίφημο «ναι
μεν αλλά..». Ναι, ο Μπους είναι άνθρωπος με αδυναμίες και ελαττώματα. Άλλά τουλάχιστον ας μην κυβερνούσε τον κόσμο γιατί τα έκανε μαντάρα. Δηλαδή για να καταλάβουμε καλά ο Στόουν θέλει να πάρει τη θέση του Αιζενστάιν, που ηρωοποίησε τον Στάλιν και της Ρίφενσταλ, που εξανθρώπισε τον Χίτλερ; Για να πει τι; Όπως και να χει, το ζήτημα της ταινίας είναι αποκλειστικά ιδεολογικό. Κι εκεί θα παραμείνει. Διότι κατά τα άλλα ο Στόουν ξέρει να κάνει κινηματογράφο και μάλιστα καλό. Γι’ αυτό κατάφερε να τελειώσει μια ταινία που μπορεί να «παραπλανήσει» πολλούς. Προσέξτε το. Πρόκειται περί ευφυούς δείγματος καλλιτεχνικού έργου, όπου οι τεχνικές στη σκηνοθεσία, το σενάριο αλλά και οι ερμηνείες μένουν στο περιθώριο για να εξυπηρετήσουν με τρόπο «ύπουλο» το στόχο : ποιος είναι τελικά ο Μπους και γιατί διέλυσε τον κόσμο; Έχασε τη «μπάλα» λέει ο Στόουν. Δεν είναι τόσο απλό, όμως, μίστερ..

Ο Ηλίας του 16ου **

Κωμωδία, ελληνικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Νίκου Ζαπατίνα, με τους Πέτρο Φιλιππίδη, Θανάση Τσαλταμπάση, Θέμις Μπαζάκα, Ηρώ Μανέ, Αντώνη Αντωνίου

Ο Ηλίας, ο Θωμάς κι ο Βαγγέλης, τρία γκαρσόνια φίλοι, που οι υποχρεώσεις από δάνεια, κάρτες και ασφάλειες τους κυνηγούν καθημερινά, αποφασίζουν να ληστέψουν τον κυρ-Λάμπρο, αφεντικό του Βαγγέλή, ιδιοκτήτη καφετέριας, ενεχυροδανειστή και κλεπταποδόχο. Τα γεγονότα, όμως, εξελίσσονται διαφορετικά απ’ ότι τα είχαν σχεδιάσει όταν ο Ηλίας, που είχε ντυθεί αστυνομικός για τις ανάγκες της διάρρηξης, πρέπει να.. διαλευκάνει μια κλοπή σε ένα παρακείμενο πλουσιόσπιτο.

Γιατί να μην αποδεχτούμε ένα αξιοπρεπές ελληνικό ριμέικ που κινείται σε πρότυπα χολυγουντιανά; Διασκεδαστικό, ευχάριστο, εύπεπτο είναι το έργο του Νίκου Ζαπατίνα, ενός σκηνοθέτη που τείνει να εξελιχθεί σε αγαπημένο παιδί των μεγάλων παραγωγών, και το οποίο κάνει καλά τη δουλειά του : ταξιδεύει ανέμελα το μυαλό του θεατή. Πενήντα χρόνια μετά τον αξέχαστο ρόλο του Κώστα Χατζηχρήστου στην ομώνυμη ταινία του Αλέκου Σακελλάριου και με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Φίνου, μαζεύτηκαν ένα τσούρμο παραγωγοί, μάζεψαν ένα σκασμό καλούς τηλεοπτικούς ηθοποιούς και έκαναν μια όμορφη κωμωδία, η οποία οδηγεί κατευθείαν στο «λουκούμι» : τα εισιτήρια. Ο Φιλιππίδης, αν και διανύει μια πολύ καλή χρονιά σε θέατρο και τηλεόραση, δεν είναι όσο κινηματογραφικός θα έπρεπε, άλλωστε έχει να κάνει σινεμά από το 2001 και το «Εφάπαξ», κι εδώ έγκειται η διαφορά του με τον αείμνηστο Χατζηχρήστο, ο οποίος «έγραφε» στη μεγάλη οθόνη με μεγάλη άνεση. Από την άλλη μεριά ορισμένοι από τους δεύτερους ρόλους είναι απλώς απολαυστικοί. Θανάσης Τσαλταμπάσης, Ηρώ Μανέ και Δημήτρης Λιόλιος βάζουν φωτιά στην πλοκή με την παρουσία τους. Το γέλιο από το β’ μισό της ταινίας και μετά βγαίνει αβίαστα ενώ το αρχικό μισάωρο, που θέλει τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Ζαπατίνα για να μην γίνει βαρετό, τελικώς γίνεται. Μέχρις εδώ. Γιατί μέχρι την έξοδο σας από το σινεμά θα έχετε ξεχάσει και την ταινία. Μια παρατήρηση : την Κοκκίνου για το σάουντρακ τι την ήθελαν;

Ανθισμένες Κερασιές **

Δραματική, γερμανικής/ γαλλικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ντόρις Ντόρι, με τους Έλμαρ Βέπερ, Χανελόπε Έλσνερ

Ο Ρούντι και η Τρούντι είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι, που στα γηρατειά του ζει απομονωμένο στο σπίτι του στην εξοχή. Η άρνηση του Ρούντι στη σύζυγό του να πάνε να επισκεφθούν τον γιο τους στην Ιαπωνία, του δημιουργεί τύψεις αλλά και θλίψη όταν μετά από λίγο καιρό η Τρούντι πεθαίνει ξαφνικά. Έτσι, λοιπόν, ο Ρούντι φεύγει για την Ιαπωνία προκειμένου να αποτίσει έναν φόρο τιμής στην αγαπημένη του σύντροφο.

Τόσο γλυκιά και μελαγχολική αυτή η καλλιτεχνική στροφή της έμπειρης και πετυχημένης σκηνοθέτριας Ντόρις Ντόρι, που από την κωμωδία μεταβαίνει στο δράμα χωρίς να πέφτει σε μελοδραματισμούς και κλισέ ταινιών αναλόγου ύφους. Οι «Ανθισμένες Κερασιές» αναμειγνύουν την κουλτούρα της Άπω Ανατολής με την ευρωπαϊκή ιδιοσυγκρασία και, μάλιστα τη «βαριά» γερμανική, με αποτέλεσμα το καλοδουλεμένο σενάριο της Ντόρι να θέτει στέρεες βάσεις για την ενδιαφέρουσα εξέλιξη της ιστορίας ενός τουρίστα που ταξιδεύει στην Ιαπωνία για να ανακαλύψει τον εαυτό του στο τέλος της ζωής του. Η αισθητική της ταινίας και οι σεναριακές ανατροπές είναι τα καλύτερα σημεία της νέας δουλειάς της Ντόρι, η σκηνοθετική ματιά της οποίας κινείται –δυστυχώς- σε μέτρια επίπεδα. Το 15λεπτο παρατεταμένο χειροκρότημα και η αναγνώριση από το σινεφίλ κοινό ήταν οι καλύτερες επιβραβεύσεις για τις «Ανθισμένες Κερασιές» στο περυσινό Φεστιβάλ του Βερολίνου, που αξίζουν πολλά περισσότερα από κάθε βραβείο και αναγνώριση από οποιαδήποτε κριτική επιτροπή.

Νέστορας Πουλάκος

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 27-11).

26 Νοε 2008

"Τα πάντα ρή-τος : Προτάσεις Νο 2"


Η σκέψη λεν πως τρέχει
πιο γρήγορα απ’ το φως
Μα αν είναι να βρεις την αγάπη σου
Όσο κι αν βιάζεσαι
Καλύτερα ξεκίνα με τα πόδια

(Γιάννης Αγγελάκας)
*

Soundtrack της εβδομάδας

Πυρήνες – Κοίτα με
Νικόλας Άσιμος – Δεν θέλω καρδιά μου να κλαίς
Διάφανα Κρίνα – Το σώμα αυτό είναι δειλό
Γιάννης Αγγελάκας – Όπως ξυπνούν οι εραστές
Ξύλινα Σπαθιά – Ατλαντίς
*

Συνταγή της εβδομάδας

Ρύζι με λαχανικά

Βράζουμε πρώτα το μαύρο ρύζι για 5 λεπτά. Βάζουμε το λάδι σε ένα τηγάνι και σοτάρουμε όλα τα λαχανικά μέχρι να πιούν τα υγρά τους (κομμένες τις μελιτζάνες και τα κολοκυθάκια σε κύβους , τα καρότα σε ροδέλες και τις πιπεριές σε λωρίδες, μανιτάρια, καλαμπόκι,). Τα λαχανικά πρέπει να είναι λίγο σκληρά. Προσθέτουμε το ρύζι, αλατίζουμε ελαφρώς και πασπαλίζουμε με το κάρυ να πάρουν χρώμα. Ανακατεύουμε καλά, το αποσύρουμε από τη φωτιά και πασπαλίζουμε προαιρετικά με την παρμεζάνα.

Διάφανα Κρίνα - "Κι η αγάπη πάλι θα καλεί" Κυκλοφόρησε..


24 Νοε 2008

Συνέντευξη του Γουστάβο Σανταολάγια..


«Buenas noches, senor», είπε ο Γουστάβο Σανταολάγια αποχαιρετώντας μας από τη συνέντευξη που έδωσε στην «Α» στη βροχερή πόλη της Θεσσαλονίκης. Τι μπορείς να πεις γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Στα 57 του χρόνια έχει κερδίσει 10 βραβεία Γκράμι, 2 Όσκαρ καλύτερης μουσικής επένδυσης σε ταινία («Το Μυστικό του Brokeback Mountain», «Βαβέλ»), 1 Χρυσή Σφαίρα και 2 βραβεία BAFTA (Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου). Το προσωπικό του στυλ έχει σημαδέψει την εθνική μουσική σκηνή της Αργεντινής, ενώ το συγκρότημά του «Bajofondo» γίνεται όλο και πιο αγαπητό στον κόσμο για την πολυπολιτισμική κουλτούρα που προωθεί. Από την άλλη γίνεται ανάρπαστος στο Χόλυγουντ, μιας και θεωρείται από τους πιο πετυχημένους συνθέτες ταινιών αυτήν την εποχή. Ήδη εργάζεται πάνω στις νέες ταινίες των Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ιναρίτου («Biutiful») και Βάλτερ Σάλες («On the Road»), ενώ στο 49ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που τιμήθηκε με τον Χρυσό Αλέξανδρο, προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ «Cafe de los Maestros», του οποίου υπογράφει το σενάριο και συμμετάσχει στην παραγωγή. Ο Γουστάβο Σανταολάγια, που βαδίζει σταθερά στα ένδοξα χνάρια του Νίνο Ρότα και του Ένιο Μορικόνε, δηλώνει ότι εξακολουθεί να τον συναρπάζει περισσότερο η οικογένειά του από κάθε μεγάλο βραβείο, ενώ ο ίδιος είναι ένας άνθρωπος μειλίχιος και ευγενικός, χωρίς οποιαδήποτε έπαρση, και με στυλ απαράμιλλο που θα ζήλευε ο καλύτερος μπον βιβέρ. Απολαύστε τον!

Κε Σανταολάγια, μπορείτε να φανταστείτε μια ταινία χωρίς μουσική στις μέρες μας;
Ανεπιφύλακτα, μια ταινία μπορεί να σταθεί χωρίς μουσική και μπορώ να τη φανταστώ εύκολα. Μια ταινία χωρίς ήχο δεν μπορώ να φανταστώ στις μέρες μας. Η μουσική σε μια ταινία είναι ένα μέρος της, ένα κομμάτι συμπληρωματικό του σεναρίου και της εικόνας. Άλλωστε, εγώ με αυτό τον τρόπο εργάζομαι. Δεν θέλω η μουσική μου να καπελώνει την ταινία. Γιατί όταν το βλέπεις αυτό μιλάμε συνήθως για μια κακή ταινία, όπου κατ’ επέκταση η μουσική της είναι εξίσου κακή.

Πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα που έχετε αναλάβει για την ταινία «On the Road» του Βάλτερ Σάλες, μιας και πρόκειται για το σπουδαίο βιβλίο της γενιάς των Μπητ, αρκούντως εικονοκλαστικό, που βρίθει από τζαζ μουσικές;
Είναι ένα στοίχημα για μένα. Ένα εγχείρημα, ένα πρότζεκτ που με ιντριγκάρει και με συναρπάζει ταυτόχρονα. Το βιβλίο του Κέρουακ βασίστηκε, μη σου πω γράφτηκε, πάνω στην τζαζ και για την τζαζ. Όλη εκείνη η γενιά είχε επικεντρωθεί πάνω σε ένα μόνο είδος μουσικής και αυτό δυσκολεύει το έργο μου, αφού μέχρι τώρα έφτιαχνα λυρικές μουσικές πάνω σε τοπία και πρόσωπα με έθνικ χαρακτηριστικά, αναμοχλεύοντας διάφορα είδη μουσικής αλλά ποτέ κάτι τόσο συγκεκριμένο. Στόχος μου, επίσης, είναι να προσεγγίσω τη μουσική του Τσάρλι Πάρκερ, τον οποίον άλλωστε αγαπούσε ιδιαίτερα η Μπητ γενιά.

Το συγκρότημά σας, «Bajofondo» είναι πολύ αγαπητό στην Ελλάδα και γεμίζει τους συναυλιακούς χώρους όταν έρχεται. Η τάση του «Νέο Τάνγκο» που προωθείτε στοχεύει στην αναγέννηση του κλασικού τάνγκο της Αργεντινής; Τι επιδιώκετε;
Καταρχάς να πω ότι είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που στην Ελλάδα υπάρχει τέτοια ανταπόκριση. Θυμάμαι τη συναυλία του 2007, που η συμμετοχή του κοινού ήταν μεγάλη. Από την άλλη σιχαίνομαι τον όρο «Νέο Τάνγκο». Δεν προσπαθούμε να εφεύρουμε ή να ξαναφτιάξουμε τίποτα. Κακώς έχει μπει αυτή η ταμπέλα. Οι «Bajofondo» είναι ένα γκρουπ ετερόκλητων μουσικών προσωπικοτήτων με διαφορετικές και ποικίλες επιρροές, που συνθέτουν μελωδίες, ανακατεύοντας ήχους από πολλά είδη μουσικής, έχοντας στο επίκεντρο την εθνική μουσική της Αργεντινής. Αυτό και μόνο. Όμως, προς Θεού, δεν πειράζουμε ούτε επιδιώκουμε τίποτε άλλο.

Τελικώς, γιατί επιμένετε να δουλεύετε με ξένους σκηνοθέτες στο Χόλυγουντ όπως οι Ανγκ Λι, Βάλτερ Σάλες κ.ά (σημ. πλην της πρώτης του ταινίας το 1981, που την αποδίδει ο ίδιος στην νεανική άγνοια);
Δεν μπορώ να πω ότι το έχω επιδιώξει με πείσμα. Με εμμονή. Αλλά ούτε ότι έχει συμβεί τυχαία. Κάτι στο ενδιάμεσο. Ίσως φταίει ότι είμαι μακριά από τις «επαγγελματικές» φιλίες, τις δημόσιες σχέσεις και το καθεστώς του Μπέβερλυ Χιλς. Πάντως, είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό.

Νέστορας Πουλάκος

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 24-11).

23 Νοε 2008

Nέστορας Πουλάκος + Σωτήρης Κακίσης = Θεσσαλονίκη


Από την εκδήλωση του βιβλιοπωλείου "Ελευθερουδάκης" στη Θεσσαλονίκη για τα 30 χρόνια προσφοράς στα γράμματα του ποιητή Σωτήρη Κακίση.

21 Νοε 2008

Συνέντευξη του Τακέσι Κιτάνο..


Εμβληματική προσωπικότητα. Καλλιτέχνης με όλη τη σημασία της λέξης. Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα και τη.. μεσογειακή ιδιοσυγκρασία. Ο Τακέσι Κιτάνο, τιμώμενο πρόσωπο του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όπου προβάλλεται η καινούρια ταινία του «Ο Αχιλλέας και η Χελώνα», μιλά στην «Α» για την τέχνη, τη ζωή και τις ταινίες του. Δυο φορές βραβευμένος στο Φεστιβάλ Βενετίας, με περισσότερες από 50 τιμητικές διακρίσεις σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, ο Κιτάνο θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιαπωνικής κουλτούρας σε ολόκληρο τον κόσμο. Διάσημη τηλεοπτική περσόνα για περισσότερα από είκοσι χρόνια, ηθοποιός γνωστών ταινιών όπως το «Johnny Mnemonic» και το «Battle Royale», σκηνοθέτης 15 ταινιών μεταξύ των οποίων τα «Πυροτεχνήματα», οι «Κούκλες», ο «Αδελφός», ο «Ζατοίτσι, ο Τυφλός Σαμουράι», ο Τακέσι Κιτάνο, που εναλλάσσεται σε κωμικούς και δραματικούς ρόλους με ταχύτητα φωτός, εξηγεί τι τον ώθησε να συνθέσει μια διαλεκτική για τον σύγχρονο καλλιτέχνη και εξηγεί ποια είναι η θέση του τελευταίου στην κοινωνία της νέας εποχής.

Κε Κιτάνο, η τέχνη δίνει ζωή ή, μήπως, η ζωή είναι τέχνη;
Ο κάθε άνθρωπος το βλέπει ξεχωριστά. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του και κρίνεται από αυτές. Η θέση μου δεν τίθεται σε γενικά πλαίσια. Μπορώ να μιλήσω για τον εαυτό μου ως καλλιτέχνη.

Στην τελευταία ταινία σας «Ο Αχιλλέας και η χελώνα», ο ήρωα σας εμμένει στο πάθος του για τη ζωγραφική μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει. Η χελώνα τι συμβολίζει και γιατί προσπαθεί να την προλάβει ο Αχιλλέας;
Η χελώνα είναι η ίδια η ζωή. Το νόημα της, το οποίο πρέπει να καταλάβει ο άνθρωπος όσο πιο νωρίς γίνεται. Διαφορετικά δεν θα καταφέρει ποτέ να τη φτάσει, να την αγγίξει και να συμβαδίσει μαζί της. Όσο δεν την προλαβαίνει, χάνει την ουσία.

Γιατί ο ήρωάς σας είναι στην ίδια, μόνιμη διάθεση, μουντή και μελαγχολική, χωρίς να αλλάζουν οι εκφράσεις του προσώπου του από την ηλικία των πέντε μέχρι τα γηρατειά του;
(γέλια) Καταρχάς όλα ξεκίνησαν από τον μικρό ήρωα, τον οποίον υποδυόταν ένας ηθοποιός πολύ κακός! Μόνο με αυτά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μπορούσα να τον σκηνοθετήσω. Διαφορετικά μου χαλούσε την ιστορία. Έτσι, λοιπόν, αυτή η έκφραση που λες έμεινε μέχρι το τέλος ακόμα κι όταν ενηλικιώθηκε.

Τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στην ηθοποιία σας χαρακτηρίζει μια ποικιλομορφία ρόλων και χαρακτήρων. Πως μπορείτε να εναλλάσσεστε στα είδη; Δεν θέλετε να μείνετε κάπου συγκεκριμένα;
Ένας καλλιτέχνης πρέπει να είναι ανήσυχος για να «ακούει» τον κόσμο αλλά, κυρίως, τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί να μένει στάσιμος κάπου συγκεκριμένα; Ποιος ο λόγος; Άρα, λοιπόν, κι εγώ γιατί να κολλήσω κάπου αφού υπάρχει ευχέρεια σε ρόλους κωμικούς και δραματικούς, σε ταινίες φαντασίας και κοινωνικές;

Εντέλει, ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη στην κοινωνία, στις μέρες μας;
O καλλιτέχνης οφείλει και πρέπει να είναι έξω από την κοινωνία. Όχι με την έννοια να ζει μακριά από αυτήν σαν μοναχός χωρίς να την ακούει, να την αφουγκράζεται. Αλλά να μείνει μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις, τα όρια και τις προϋποθέσεις, να ζει δηλαδή στο περιθώριο της. Ο καλλιτέχνης είναι ένα αγρίμι, ένα λιοντάρι, που παρατηρεί τον κόσμο, την κοινωνία, από τη γωνιά του και είναι έτοιμο να την κατασπαράξει στην περίπτωση που αντιληφθεί κάτι που θα του κεντρίσει το ενδιαφέρον.

Νέστορας Πουλάκος

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 20-11).

20 Νοε 2008

Κινηματογραφικές Πρεμιέρες 20ης Νοεμβρίου..


H Πλεκτάνη ***

«Με την αδρεναλίνη να βαράει κόκκινο»

Περιπέτεια, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία του Ρίντλεϊ Σκοτ, με τους Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ράσελ Κρόου, Μαρκ Στροννγκ, Αλί Σουλιμάν.

Ένας πράκτορας της CIA, ειδικευόμενος σε θέματα Μέσης Ανατολής, καταφτάνει στην Ιορδανία, προκειμένου να εξιχνιάσει έναν επικίνδυνο τρομοκράτη, όμως η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο παρά το γεγονός ότι έχει την συνεχή επίβλεψη της CIA και την υποστήριξη των μυστικών υπηρεσιών της Ιορδανίας.

Αν υπάρχουν μερικοί δημιουργοί στο Χόλυγουντ, που ξέρουν να κάνουν πραγματικές περιπέτειες δράσης, ένας από αυτούς είναι σίγουρα ο βρετανός σκηνοθέτης Ρίντλεϊ Σκοτ. Βραβευμένος με Όσκαρ, έχοντας κάνει ταινίες όπως «Blade Runner», «Alien», «Θέλμα και Λούιζ», «Χάνιμπαλ», «Ο Μονομάχος» και «American Gangster», αυτή τη φορά καταπιάνεται με κατασκοπευτικές ιστορίες στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή που καίει ιδιαίτερα τον αμερικανικό λαό. Με την πολύ καλή ερμηνεία του Ντι Κάπριο, ο οποίος εξελίσσεται σε ηθοποιό βαρέων βαρών (θυμηθείτε την ερμηνεία του στο «Μαύρο Διαμάντι»), και το υποκριτικό εκτόπισμα ενός Ράσελ Κρόου, ο Σκοτ παίρνει το βιβλίο του έμπειρου δημοσιογράφου Ντέιβιντ Ιγκνάτιους και ξετυλίγει μια.. πλεκτάνη σκηνών και πλάνων με φόντο μουσουλμανικό. Οι ηθικολογίες δε λείπουν, οι φιλοσοφίες των ηρώων καταπιάνονται με το απάνθρωπο σύστημα αξιών των ισχυρών χωρών πάνω στους αδυνάτους. Το σενάριο, αν και πολύπλοκο, κρίνεται καλοστημένο και επαρκές. Οι ρυθμοί είναι καταιγιστικοί, σχεδόν χαοτικοί, κάτι το οποίο ίσως σας κουράσει ή σας μπλέξει, όμως αν αφεθείτε στην καρέκλα σας μπορείτε ν’ απολαύσετε μια από τις πιο δυνατές περιπέτειες της χρονιάς.

Ελεγεία ενός Έρωτα **1/2

«Ερωτικές επαφές τύπου.. Κρουζ»

Αισθηματική, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία της Ιζαμπέλ Κοϊξέ, με τους Μπεν Κίνγκσλεϊ, Πενέλοπε Κρουζ, Ντένις Χόπερ, Πατρίτσια Κλάρκσον, Πέτερ Σάρσγκαρντ

Ο 60-χρονος καθηγητής πανεπιστημίου Ντέιβιντ Κεπές, παθιασμένος κριτικός τέχνης και άκρως γοητευτικός παρά τα χρόνια του, ανακαλύπτει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας κουβανέζας φοιτήτριάς του, της Κονσουέλα Καστίγιο. Ο κόσμος του θα γυρίσει ανάποδα και θα βιώσει συναισθήματα, τα οποία μέχρι τότε αγνοούσε.

Μια άκρως ενδιαφέρουσα ερωτική ιστορία, που θα μπορούσε να «απογειωθεί» στα πρότυπα ενός «Τσάι στη Σαχάρα» ή ενός «Ξαφνικού Έρωτα», αφού έχει όλες εκείνες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να το πετύχει : τη σκηνοθετική μαεστρία της έμπειρης Κοϊξέ, το βιβλίο «The Dying Animal» του πετυχημένου συγγραφέα Φίλιπ Ροθ, το πολυάστερο καστ που αποτελείται από τους βραβευμένους Κίνγκσλεϊ, Κρουζ, Χόπερ και Κλάρκσον και μια ατμοσφαιρική μουσική που σε ηλεκτρίζει. Το δυνατό της σημείο είναι τα πλάνα που «γδύνουν» την Πενέλοπε Κρουζ. Αν μη τι άλλο αξίζουν.. Όμως έχει ένα αρνητικό και μάλιστα το σημαντικότερο : η μεταφορά του βιβλίου του Ροθ δεν είναι καλοδουλεμένη, με αποτέλεσμα το σενάριο να κάνει τεράστιες κοιλιές και να πέφτει σε μελοδραματικά τερτίπια με μεγάλη ευκολία. Αυτό ισοπεδώνει την οποιαδήποτε καλή πρόθεση των συντελεστών. Βέβαια, όπως και να έχει πρόκειται για μια χαρακτηριστική ιστορία δυνατών εντάσεων, η οποία αδιαμφισβήτητα θα αποζημιώσει τους φίλους του ερωτικού δράματος. Για τους υπόλοιπους ας κρατήσουμε μικρό καλάθι.

Ήρεμο Χάος **

«Μορέτι και ξερό ψωμί»

Δραματική, ιταλικής και βρετανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία του Αντονέλο Γκριμάλντι, με τους Νάνι Μορέτι, Βαλέρια Γκολίνο, Αλεσάντρο Γκάσμαν, Ρόμαν Πολάνσκι.

Ο Πιέτρο Παλαντίνι βρίσκεται σε μια κατάσταση.. ήρεμου χάους μετά τον θάνατο της πολυαγαπημένης του συζύγου. Θα αφοσιωθεί στην 10-χρονη κόρη του, Κλαούντια, της οποίας ο κόσμος γίνεται πλέον και δικός του. Θα εγκαταλείψει τα πάντα και θα περνάει τα πρωινά του στο πάρκο έξω από το σχολείο της, όπου σιγά-σιγά θα διαμορφώσει ένα καινούριο περιβάλλον.

Τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν στον Νάνι Μορέτι. Σίγουρα πρόκειται για έναν από τους καλύτερους κινηματογραφιστές του σύγχρονου ιταλικού σινεμά, μετά και την πτώση του άστρου του Ρομπέρτο Μπενίνι. Ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από το «Αγαπημένο μου Ημερολόγιο», υπογράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί στην καινούρια ταινία του έμπειρου αλλά αμιγώς τηλεοπτικού σκηνοθέτη Αντονέλο Γκριμάλντι, ο οποίος είναι και ο βασικός λόγος που το «Ήρεμο Χάος» δεν ξεπερνά τις προσδοκίες μιας μέτριας ταινίας. Η σκηνοθετική του ματιά δεν συμβαδίζει με το «όραμα» του Μορέτι, ο οποίος είδε στο βραβευμένο βιβλίο του Βερονέζι μια ιστορία, που φιλοσοφεί τη ζωή μέσα από τα πιο απλά πράγματα που βιώνουν οι πιο απλοί άνθρωποι. Η παρουσία της «θεόμουρλης» Γκολίνο είναι το αλατοπίπερο της εξαιρετικής ερμηνείας του Μορέτι, ενώ η cameo εμφάνιση του Πολάνσκι είναι μια ευχάριστη έκπληξη στην εξέλιξη της ιστορίας. Με πιο απλά λόγια, το «Ήρεμο Χάος» είναι ένα one man show του Νάνι Μορέτι.

Άλλες Ταινίες

Γυναίκες *

«Sex, women, City»

Κομεντί, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία της Ντάϊαν Ίνγκλις, με τις Μεγκ Ράϊαν, Έβα Μέντες, Ανέτ Μπένινγκ, Ντέμπρα Μέσινγκ.

Τέσσερις φίλες στη σύγχρονη Νέα Υόρκη : μια πετυχημένη αρχισυντάκτρια περιοδικού, μια γνωστή συγγραφέας, μια καλή μητέρα και μια πιστή σύζυγος. Όλες ζουν στον υπέροχο κόσμο της σύγχρονης γυναίκας, που όμως ταράζεται όταν μαθαίνουν ότι ο σύζυγος της μιας την απατά.

Ανεπιφύλακτα πρόκειται για ένα σοβαρό κακέκτυπο του «Sex and the City». Ριμέϊκ της πετυχημένης ταινίας του Τζωρτζ Κούκορ του 1939 (.. η οποία με τη σειρά της βασίστηκε στο θεατρικό της Κλερ Μπουθ Λούσις του 1936), η οποιαδήποτε καινοτομία της Ίνγκλις είτε σκηνοθετικά είτε σεναριακά, δεν υπάρχει πουθενά. Πιο πολύ φαίνεται επηρεασμένη από το πετυχημένο «Sex and the City» παρά από την ταινία του Κούκορ. Κάτι το οποίο αποδείχτηκε κι από τη χαμηλή θέση της ταινίας στο αμερικανικό box office. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι ικανοποιητικές, όμως το κακό σενάριο δεν τις βοηθά. Ίσως η παρουσία μιας Μέριλ Στριπ να άλλαζε την κατάσταση.

Κούρσα Θανάτου

«Ας πάμε παρακάτω»

Περιπέτεια δράσης, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία του Πολ Γ.Σ. Άντερσον, με τους Τζέισον Στάθαμ, Τζόαν Άλεν.

Σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα σε μια μελλοντική κοινωνία, οι δεσμοφύλακες έχουν βρει έναν τρόπο για να περνούν την ώρα τους : αναγκάζουν τους φυλακισμένους να τρέχουν σε αγώνες αυτοκινήτου, όπου μονάχα ένας βγαίνει ζωντανός και κερδισμένος. Κι όλα αυτά ενώ το σόου μεταδίδεται live σε όσους ενδιαφέρονται στον έξω κόσμο.

Άλλο ένα ριμέϊκ, το οποίο κακά τα ψέματα κρίνεται χειρότερο από εκείνο των «Γυναικών». Βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του μετρ των b-movies Ρότζερ Κόρμαν (του 1975) με τότε πρωταγωνιστές τους «καλτ» Ντέιβιντ Καραντάιν και Συλβέστερ Σταλόνε, το νέο εγχείρημα του Άντερσον, αν και θορυβώδες κι εφετζίδικο, δεν προσφέρει εκείνη την ένταση, όπου η αδρεναλίνη χτυπούσε κόκκινο. Ίσως πρέπει να επανεξετάζεται το ποιος, για ποιο λόγο και με τις προθέσεις κρίνει ότι απαιτείται να γίνεται ριμέϊκ ταινιών, που είχαν αφήσει το δικό τους στίγμα στην παγκόσμια κινηματογραφία.

*Επίσης προβάλλεται το θρίλερ «Το τρένο του Μεσονυκτίου» του Ριουχέι Κιταμούρα.

Νέστορας Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 20-11).

19 Νοε 2008

"Τα πάντα ρή-τος : Προτάσεις Νο 1"


Ώρες θα μείνουμε σαν πρώτα,
μάτια στα μάτια καρφωμένα,
να πίνω θλίψη εγώ από κείνη
και κείνη τη σιωπή από μένα.


(Μαρία Πολυδούρη)


*

Soundtrack της εβδομάδας

Johnny Cash – Hurt
Tom Waits – Chocolate Jesus
Doors – When the music is over
Clash – Should I stay or should I go
Ozzy Osborne – Crazy train

*

Συνταγή της εβδομάδας

Αμερικάνικη Παπατοσαλάτα

Μέσα σε ένα μπολ, ανακατεύουμε βρασμένες πατάτες, βρασμένα και ωμά καρώτα, ψιλοκομμένο ζαμπόν, μαγιονέζα, μουστάρδα, κάρυ, πράσινη και κόκκινη ψιλοκομμένη πιπεριά.
Το βάζουμε στο ψυγείο για δυο ώρες.

14 Νοε 2008

Ραντεβού στη Θεσσαλονίκη..


"Φωτό-Γραφή-Ζώντας : Χαρτί" - Kων. Παπαχριστοπούλου & Klicket


Καμιά φορά οι λέξεις κοχλάζουν μέσα μου. Η σωτηρία μου το χαρτί, η γαλήνη μου το στυλό, η ασφάλειά μου οι κόκκινες γραμμές του ορισμού – τα περιθώρια. Στις δύσκολες στιγμές το στυλό χορεύει ασταμάτητα, ανίκανο να σχεδιάζει γράμματα ανθρώπινα, κάτι που θα διαβαστεί και θα σου μείνει να με θυμάσαι. Τέτοιες στιγμές χορεύει πάνω στο χαρτί, καταργεί τα περιθώρια και επιτίθεται στις κόκκινες γραμμές. Τότε το χαρτί ουρλιάζοντας σκίζει τη ψυχή του και ανοίγει στο κέντρο, σαν να λέει «φτάνει η βία», σαν να λέει «αν δε μπορείς να ζωγραφίσεις άφησε με να μείνω αγνό, αν δε μπορείς να φτύσεις τις κατάλληλες λέξεις πάνω μου, άφησε τις κόκκινες γραμμές να ορίζουν τα διαστήματά μου». Νομίζω υπάρχουν αναγνώστες που διαβάζουν καλύτερα τις λευκές σελίδες. Μοιάζουν με τις καινούργιες μέρες που ξημερώνουν ζωή. Αν και αυτά τα σημειώματα δεν είναι για κανένα, ούτε καν για μένα. Είναι για το χαρτί. Για τη πολτοποιημένη ύπαρξη που διαθέτει χρησιμότητα. Χαρτάκια για ραβασάκια – δεν έχω τέτοια. Ερωτικά γράμματα έχω γράψει πολλά, όχι όμως τώρα. Τώρα που έπιασα το στυλό και το κομματάκι αυτό βρέθηκε μπροστά μου κατάφερα μόνο να πληγώσω το χαρτί, να εκβιάσω τη χρησιμότητα. Όχι σήμερα. Δεν θα αφήσω κατανοητό αποτύπωμα πουθενά. Δεν ξέρω καν τι οδηγεί το χέρι μου και τι θα ήθελε το στυλό να γράψει, βλέπω το χαρτί εξουδετερωμένο με την πληγή ακριβώς στο κέντρο του και χαίρομαι για το δημιούργημα μου. Κατάφερα και εγώ μια φορά να πληγώσω κάτι άλλο από τον εαυτό μου. Θα το κρατήσω αυτό το δείγμα δύναμης – θα το κολλήσω στο ψυγείο μου να το βλέπω κάθε πρωί και να αισθάνομαι ο νικητής της μάχης. Θα βγαίνω τότε στο δρόμο και όλοι θα φαντάζουν λευκά χαρτιά με κόκκινα περιθώρια που εγώ μπορώ να τους σκίσω τη καρδιά και για αυτό θα πρέπει να με φοβούνται. Να μάθουν όλοι ότι και εγώ μπορώ να πληγώσω και εγώ μπορώ να σκίσω αυτούς απέναντί μου που με νομίζουν σταθερό μπλε μελάνι. Είμαι εγώ που θα κρατάω το στυλό και δε θα το χρησιμοποιήσω να σκαλίσω ερωτικά ραβασάκια επάνω σε όλους αυτούς, δε το αξίζουν. Με το μελάνι θα αφήσω γραμμές άναρθρες κραυγές και με την στρογγυλή μύτη θα δείξω όλη τη δύναμη που διαθέτω. Γιατί όλοι είμαστε χαρτιά. Και όλοι σκιζόμαστε. Αλλά τώρα εγώ κρατώ το στυλό.

Κείμενο : Κωνσταντίνα Παπαχριστοπούλου
Φωτογραφία : Klicket

13 Νοε 2008

Κινηματογραφικές Πρεμιέρες 13ης Νοεμβρίου..


Il Divo ***1/2

Τζούλιο Αντρεότι σημαίνει Ομερτά

Πολιτική βιογραφία, ιταλικής και γαλλικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Πάολο Σορεντίνο, με τους Τόνι Σερβίλο, Άννα Μποναγιούτο.

Τα έργα και οι ημέρες του Τζούλιο Αντρεότι, επτά φορές πρωθυπουργού της χώρας, ισόβιου γερουσιαστή, αποκαλούμενου κι ως «μέγα Τζούλιο», που αποκαθηλώθηκε από τη συνείδηση των ιταλών πολιτών όταν δικάστηκε, καταδικάστηκε, αθωώθηκε και.. ξανά από την αρχή τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των καταγγελιών για τις στενές σχέσεις του με τη ναπολιτάνικη μαφία.

Τελικά οι γείτονες μας ήταν να μη το πάρουνε απόφαση. Έχουν βαλθεί να μας μάθουν σινεμά και μάλιστα πολιτικό. Μήπως ήρθε η ώρα της επιστροφής της μεγάλης ιταλικής σχολής του κινηματογράφου; Το πρώτο χτύπημα ήρθε με το «Γόμμορα» του Ματέο Γκαρόνε. Τώρα το «Il Divo» του Σορεντίνο. Ενός σύγχρονου σκηνοθέτη με καθαρή κινηματογραφική ματιά και εμπεριστατωμένη άποψη επί του αντικειμένου. Τολμά και καταπιάνεται με τη βιογραφία ενός ζωντανού θρύλου της πολιτικής ζωής της Ιταλίας και το κάνει θαυμάσια. Σπιντάτα, με στυλ και ατμόσφαιρα, δίνοντας την απαραίτητη δόση ιταλικής κουλτούρας. Με απλό τρόπο υποδεικνύει πως πρέπει να γίνεται μια βιογραφία για τον λαό, κάνοντας το «Νίξον» του Στόουν να φαίνεται παιδικό. Εξαιρετική, επίσης, η ερμηνεία του Τόνι Σερβίλο, ο οποίος δεν υποδύεται τον Αντρεότι.. είναι ο Αντρεότι. Απλά συγκλονιστικός. Όπως και η ταινία. Άξιζε το βραβείο της κριτικής επιτροπής των Καννών. Αξίζει να τη δείτε.

Το Κύμα ***

Ο φασίστας που κρύβεις μέσα σου

Δραματική, γερμανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ντένις Γκάνσελ, με τους Γιούργκεν Βόγκελ, Φρέντερικ Λάου.

Ένας νεαρός καθηγητής όταν βλέπει ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας της Ιστορίας δεν αποδίδουν, αποφασίζει να εφαρμόσει ένα ιδιότυπο πείραμα που προβλέπει τη συγκρότηση μιας ελίτ με μυστικούς κώδικες, αυστηρή πειθαρχία και υψηλούς στόχους. Το «Κύμα», όπως ονομάστηκε, στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία, όταν όμως ξέφυγε από τον έλεγχο του καθηγητή πήρε διαστάσεις τρομακτικές : φασισμός.

Ένα είναι σίγουρο : όλοι κρύβουμε έναν φασίστα μέσα μας. Και τον βγάζουμε όπου βρίσκουμε χώρο : είτε στον μπακάλη της γειτονιάς, είτε στις προσωπικές σχέσεις μας. Στη δουλειά μας, σίγουρα. Επίσης, σαν δουλειά το είδαν ο Χίτλερ με τον Μουσολίνι και το παράκαναν. Έκαψαν τον κόσμο όλο. Επομένως αυτή η συνδιαλλαγή με την ανθρώπινη φύση είναι απαραίτητη. Και το αληθινό πείραμα που έγινε στο Λύκειο του Κιούμπερλει στο Πάλο Άλτο το 1967 από τον καθηγητή Ρον Τζόουνς απέδειξε όλα τα παραπάνω περίτρανα. Η συλλογικότητα, η πειθαρχία βγάζουν τη δύναμη για την επίτευξη του στόχου. Και ο άνθρωπος έχει ανάγκη έναν άνθρωπο να τον ποδηγετεί. Από κει και πέρα ο ταλαντούχος σκηνοθέτης Γκάνσελ πήρε το βιβλίο του Τοντ Στράσερ, που έγινε επιτυχία στη Γερμανία και διδάσκεται υποχρεωτικά στα σχολεία και έκανε μια ταινία, που θριάμβευσε στα φεστιβάλ και ενθουσίασε το κοινό. Αρκετά νεανική, έως πολύ, ίσως στα χέρια ενός σκηνοθέτη σαν τον Γκας Βαν Σαντ, που είναι πιο κοντά στην εφηβική κουλτούρα, να ήταν διαφορετική.

Νύχτες στη Ροδάνθη **

Φώτα, κάμερα.. Ρίτσαρντ Γκιρ

Αισθηματική, αμερικανικής και αυστραλέζικης παραγωγής, σε σκηνοθεσία Τζωρτζ Γουλφ, με τους Ρίτσαρντ Γκιρ, Ντάιαν Λέιν.

Σε ένα απόμερο πανδοχείο, στην επαρχιακή πόλη Ροδάνθη, στη Βόρεια Καρολίνα, συναντιούνται και ερωτεύονται η Έιντριαν και ο Δρ. Πολ Φλάνερ, αμφότεροι απογοητευμένοι και προβληματισμένοι τόσο από την επαγγελματική όσο και την προσωπική τους ζωή. Η γνωριμία τους θα τους αναζωογονήσει και θα δουν τη ζωή με άλλο μάτι.

Ρομάντζο, μελό και Ρίτσαρντ Γκιρ οδηγούν σε ένα και μόνο αποτέλεσμα : εισιτήρια, κλάμα, έρωτας. Θέλουμε κάτι άλλο; Αν μάλιστα προσθέσουμε την εξαιρετική φωτογραφία της ταινίας (το μεγαλύτερο ατού της) τότε μιλάμε για ζευγάρια χέρι-χέρι και τις θαυμάστριες του «American gigolo των ‘80s» ουρά έξω από τα Village. Το γοητευτικό δίδυμο Γκιρ-Λέιν συναντιούνται για τρίτη φορά, αλλά κάθε φορά και χειρότερα. Από τη μιουζικερί σχέση του «Κότον Κλαμπ» (του Κόπολα), στις διαλυμένες επαφές της «Άπιστης» (το 2002) και στον μοιραίο έρωτα στη Ροδάνθη. Έτοιμοι; Πλάνο 1. Σκηνή 1. Ο Δρ Φλάνερ φιλά παθιασμένα την Έιντριαν με φόντο τον ωκεανό..

Άλλες ταινίες

Ο Ζακ και η Μίρι γυρίζουν πορνό


Κωμωδία, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Κέβιν Σμιθ, με τους Σεθ Ρόγκεν, Ελίζαμπεθ Μπανκς.

Δυο παιδικοί φίλοι σε οικονομική απόγνωση, ο Ζακ και η Μίρι, αποφασίζουν να γυρίσουν ταινίες πορνό για να πιάσουν την.. καλή, καταλήγουν όμως ερωτευμένοι μεταξύ τους.

Από τον ευφυή σκηνοθέτη των «Υπαλλήλων»¨και του «Δόγματος», δυο ταινιών που ενθουσίασαν το νεανικό κοινό, έρχεται μια μέτρια παραγωγή που –υποτίθεται- ότι θέλει να περάσει κοινωνικό μήνυμα, καταλήγει όμως ν’ αναμασά τετριμμένα εφηβικά κινηματογραφικά τερτίπια.

Ταξίδι στο φεγγάρι (3D)

Κινούμενα σχέδια, βελγικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Μπεν Στάσεν.

Μαζί με τον Νιλ Άρμστρονγκ και τους δυο συναδέλφους του, προσγειώθηκαν στη Σελήνη το 1969 και δυο.. μύγες θαρραλέες, που άλλαξαν τη ροή της ιστορίας για πάντα.

Από τον «μάγο» των 3D κινουμένων σχεδίων Μπεν Στάσεν, μια ευχάριστη κωμωδία για παιδιά, με αρκετή δόση, όμως, αντικομουνιστικής προπαγάνδας χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος.

Νέστορας Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 13-11)

10 Νοε 2008

"Ντεκουπάζ στα Εξάρχεια" - Ν.Ι. Πουλάκος


Δεκάδες ταινίες που έχουν γράψει κινηµατογραφική ιστορία είναι έντονα χρωµατισµένες µε τα εξαρχειώτικα πλάνα τους.

Πόσο δύσκολο και ταυτόχρονα πόσο διαβολεµένα ερεθιστικό είναι να καταπιάνεσαι µε το σινεµά που «παίζεται» στο κέντρο τής Αθήνας. Τα Εξάρχεια. Μια περιοχή, µια παρέα, µια ολόκληρη πόλη µέσα στην πόλη. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να µην έχουν γυριστεί αµέτρητες ταινίες µέσα σε αυτή τη µικρή πόλη τα τελευταία πενήντα χρόνια και όχι µόνο. Βέβαια, το να θες να καταγράψεις όλες τις ταινίες που έχουν γυριστεί, έστω και µε µια σκηνή στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων (εννοώ, επίσης, τη Νεάπολη και τους δρόµους µέχρι τον Λυκαβηττό, το Κολωνάκι, την Αλεξάνδρας) θα ήταν µια σκέψη ή ένα σχέδιο ιδιαίτερα φιλόδοξο, το οποίο θέλει γνωριµίες και πληροφορίες πενηνταετίας. Έτσι, εδώ στη ΓΑΛΕΡΑ φτιάξαµε ένα πλάνο και χωρίσαµε µερικές ταινίες σε κατηγορίες που θεωρούµε ότι είναι αντιπροσωπευτικές τής φιλµικής κουλτούρας και της κινηµατογραφικής άποψης των σκηνοθετών, των σεναριογράφων και, τέλος, των παραγωγών που επιδίωξαν γυρίσµατα στα Εξάρχεια. Ανώφελο θα ήταν, επίσης, να ψάχναµε ανάµεσα στις χιλιάδες βιντεοταινίες τής δεκαετίας του ’80 και τις πάρα πολλές παραγωγές τού παλιού ελληνικού κινηµατογράφου των πρώτων δεκαετιών µετά τον πόλεµο, πλην ορισµένων εξαιρετικά γνωστών ταινιών. Ας θυµηθούµε, λοιπόν, µερικές ταινίες που έχουν στιγµατιστεί µε τα εξαρχειώτικα πλάνα τους και έχουν αφήσει το στίγµα τους, µια για πάντα, στην κινηµατογραφική ιστορίας αυτής της χώρας. Πάµε..

Κακογιάννης και Εξάρχεια

Θυµάστε τον Δηµήτρη Χορν να κυνηγά τη δύστροπη µαζί του Έλλη Λαµπέτη στα σκαλάκια της Νεάπολης, για να της προσφέρει λουλούδια, γλυκά για να της εκδηλώσει τόσο τον θαυµασµό του όσο και την εκτίµησή του ότι, πρέπει, επιτέλους να τα βρούνε και να µην τσακώνονται για ένα λαχείο; Μήπως θυµάστε µια από τις πιο διάσηµες σκηνές τού ελληνικού σινεµά, τότε που εκτυλίχθηκε το δράµα τής Μελίνας Μερκούρη, όταν σφαγιάστηκε από τον Γιώργο Φούντα επειδή του φέρθηκε απρεπώς για τα δεδοµένα τής εποχής; Ε, λοιπόν, ναι, τα Εξάρχεια ήταν η περιοχή όπου γυρίστηκαν οι παραπάνω σκηνές! Στο «Κυριακάτικο Ξύπνηµα» ο µποέµ µουσικός Χορν περιδιάβαινε στα ηλιόλουστα Εξάρχεια, εκεί που η αγαπηµένη του Λαµπέτη (...και στη ζωή επίσης) κυνηγούσε το όνειρο του λαχείου, µισώντας τον Χορν που της το «έκλεψε». Κατά βάθος, όµως, ο έρωτας ήταν κάπου στην ατµόσφαιρα και λίγο µετά στις καρδιές τους. Όλα αυτά είδαν στο Φεστιβάλ τού Εδιµβούργου και έδωσαν βραβείο στην ταινία, για να µη θυµηθούµε ότι παίχτηκε και στο, ηλιόλουστο επίσης, Φεστιβάλ των Καννών. Στο ίδιο φεστιβάλ ένα χρόνο αργότερα προβλήθηκε και η διάσηµη, χρόνια τώρα, «Στέλλα» (µαζί µε τη Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης, που κέρδισε). Τότε, που η αείµνηστη Μερκούρη ήταν η γυναίκα-πειρασµός τής εποχής, και η γυναίκα-αντράκι τής ταινίας. Κι όσο κι αν χτυπιόταν ο µάγκας και ποδοσφαιριστής Φούντας, δεν κατάφερε ποτέ να την τιθασεύσει, γι’ αυτό και τη µαχαίρωσε θανάσιµα στην περιοχή τής σηµερινής Καλλιδροµίου, κάπου στο τελείωµά της. Αυτά έκανε ο σπουδαίος Κακογιάννης, τότε πριν αναχωρήσει για Ύδρα, Ιταλία, Ευρώπη, Αµερική. Αφήνοντας στα Εξάρχεια µια γεύση από τις ταινίες του.

Εξάρχεια και Θωµόπουλος

Στα τέλη της δεκαετίας τού ’70 βγαίνει στις αίθουσες –αφού πρώτα έχει περάσει από το Φεστιβάλ Κινηµατογράφου Θεσσαλονίκης– ο «Ασυµβίβαστος». Μια περίπου βιογραφική ταινία τού πρώτου έλληνα ροκ σταρ Παύλου Σιδηρόπουλου, όπου πρωταγωνιστούσε ο ίδιος και πλάι του ήταν οι «ωραίες» Μπέτυ Λιβανού και Βέρα Κρούσκα. Τότε που ο Παύλος τριγυρνούσε στα Εξάρχεια και έπαιζε µουσική, παρατώντας τις σπουδές του στην Ιατρική. Κι εκεί, παρέα µε τον Αποστόλη τον Φλου, κάνανε τις τρέλες τους και κυνηγούσαν το µουσικό όνειρο. Πίσω απ’ όλα αυτά ήταν ο βρετανοθρεµµένος Ανδρέας Θωµόπουλος, συνθέτης και συγγραφέας επίσης, ο οποίος γύρισε στην Ελλάδα για να πάρει µέρος στο ρεύµα τού Νέου Ελληνικού Κινηµατογράφου, έχοντας κάνει ήδη το ντεµπούτο του µε το καλτ «Αλδεβαράν». Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Θωµόπουλος είναι ο έλληνας Φελίνι, Εγκογιάν ή Άλεν. Όχι βέβαια στον τρόπο κινηµατογράφησης αλλά στην ιδέα. Το 2003 αποφασίζει να αποτίσει έναν φόρο τιµής στον παλιό του φίλο Παύλο Σιδηρόπουλο. Βρίσκει, λοιπόν, τον Άντονυ Μπερκ, έναν νεαρό ηθοποιό φτυστό ο Παύλος, βάζει και τον Γιάννη Βούρο να υποδυθεί τον ίδιο του τον εαυτό, και κάνει το «Να µ’ αγαπάς», βασισµένο στο οµώνυµο τραγούδι τού Σιδηρόπουλου, που έχει αφήσει εποχή. Η ταινία εξιστορεί τη γνωριµία τού Θωµόπουλου µε τον Παύλο και την όλη πορεία τού τότε σχεδίου τού Θωµόπουλου να κάνει την ταινία «Ασυµβίβαστος». Μια ταινία µέσα στην ταινία, λοιπόν. Ένα νοσταλγικό µπλουζ-φόρος τιµής σε µια γνωριµία που άφησε εποχή ακόµη και στο σινεµά. Φυσικά, όπως καταλαβαίνετε, πολλές από τις σκηνές τής τελευταίας –µέχρι σήµερα– ταινίας τού Θωµόπουλου γυρίστηκαν στα Εξάρχεια.

Νικολαΐδης & Ζερβός στα Εξάρχεια

Ένας άλλος ροκ σταρ, ο Γιάννης Αγγελάκας, πίνει τα ποτά του σε ένα περιθωριακό µπαρ, και µιλά µε την Τζένη Κιτσέλλη. Έξω από το µπαρ τού την πέφτουν οι µπάτσοι κι εκείνος τρέχει. Κατεβαίνει σκαλοπάτια, χώνεται σε µισοσκότεινα στενά, τελικά τον πιάνουν. Ο αείµνηστος Νίκος Νικολαΐδης συνήθιζε να γυρίζει τις περισσότερες ταινίες του στο σπίτι του στην Κηφισιά. Πότε πότε, βέβαια, έκανε και γυρίσµατα σε άλλες περιοχές (ή ολόκληρες ταινίες όπως η «Πρωϊνή Περίπολος»). Το 2003 γυρίζει το «Ο Χαµένος τα Παίρνει όλα» µε τον Γιάννη «Τρύπες» Αγγελάκα, και τοποθετεί την εναρκτήρια σκηνή στα Εξάρχεια. Μάλιστα, πρόκειται για µια αντιεξουσιαστική σκηνή, που χαρακτηρίζει την εποχή. Από την άλλη πλευρά, έχουµε να κάνουµε µε τον Νίκο Ζερβό. Αυτόν τον ιδιόρρυθµο έλληνα σκηνοθέτη, που έχει γυρίσει ταινίες αλήστου µνήµης, του επονοµαζόµενου καλτ κινηµατογράφου. Ποιος δεν θυµάται το «Ντελίριο» µε τον Άλκη Παναγιωτίδη, που ο καλλιτέχνης περιπλανάται στους δρόµους τής Αθήνας, και κυρίως των Εξαρχείων; Αυτό, βέβαια, που δεν θα ξεχάσει ποτέ κανένας σινεφίλ είναι ο «Δράκουλας των Εξαρχείων». Κωνσταντίνος Τζούµας, Τζίµης Πανούσης, Δηµήτρης Πουλικάκος, Τζώνυ Βαβούρας. Όλες οι µεγάλες µορφές της ελληνικής 7ης τέχνης (αλλά και της µουσικής) της Ελλάδας τού ’80. Μια ιστορία απίθανη, στα Εξάρχεια του 1983, µια ροκ-εν-ρολιά που δεν είχε προηγούµενο. Δεν θα ξεχάσουµε ποτέ την προβολή της ταινίας στο περυσινό 20ό Πανόραµα Ευρωπαϊκού Κινηµατογράφου της Ελευθεροτυπίας, στην αίθουσα του «Τριανόν» στην Πατησίων, µε παρόντες τον Ζερβό και τον Βαβούρα, και ένα νεανικό κοινό να αποθεώνει την ταινία. Τελικώς, διαχρονικές ταινίες δεν είναι µόνο αυτές του Αγγελόπουλου• µπορούν και underground φιλµικά κατασκευάσµατα να προκαλούν για πάντα αίσθηση.

Τα Βουλγαρόπαιδα των Εξαρχείων

«Ροζ». Λίγο ρετρό και λίγο νέα εποχή. Λίγο χάι τεκ και πολύ ποπ. Πάρα πολύ βίντατζ και λίγο φέξε µου και γλίστρησα. «Valse sentimentale»... και σπαστά τα λόγια τα περίεργα. Τα παιδιά τού Παντελή Βούλγαρη ζουν στα Εξάρχεια και µιλάνε, καλλιτεχνούν και ονειρεύονται γι’ αυτά και σε αυτά. Ο Αλέξανδρος και η Κωνσταντίνα έφυγαν από το πατρικό τους και γυρίζουν πέριξ τού αιωνόβιου γραφείου του πατέρα τους. Το 2006 ο Αλέξανδρος Βούλγαρης, που δηλώνει και µουσικός, γύρισε το «Ροζ». Μια ενδοσκόπηση ενός νέου, του Βούλγαρη, µε µία πιτσιρίκα ουκρανή, τη Ροµάνα Λόµπατς. Ένα παιχνδιάρικο φιλµάκι, ατίθασο, σπιντάτο και νοσταλγικό. Γυρισµένο και στα Εξάρχεια. Ένα χρόνο µετά ο Βούλγαρης junior τραγουδούσε –λίγο περίεργα βέβαια– «Τρύπες» σε µια ταράτσα κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, ξηµερώµατα, µε τη Λουκία Μιχαλοπούλου. Όπου Μιχαλοπούλου βάλτε την πρωταγωνίστρια της πολυβραβευµένης πρώτης ταινίας τής Κωνσταντίνας Βούλγαρη, κι αυτή της γνωστής οικογενείας Βούλγαρη-Καρυστιάνη, την οποία πού τη χάνεις πού τη βρίσκεις στα Εξάρχεια πίνει τα ποτά και τον καφέ της. Εκεί, µάλιστα, γύρισε το «Valse Sentimentale», όπου δυο ψυχολογικά νταουνιασµένοι νέοι, η Μιχαλοπούλου και ο Σαµαράς, ανακαλύπτουν τον έρωτα και, µπορεί, τον κόσµο σε λίγο. Μια αυτοβιογραφική ταινία της Κωνσταντίνας Βούλγαρη. Λίγο µικρή δεν είναι για να βγάζει την ψυχή της στον αέρα;

Ο Ορέστης Μακρής στον «Μπάρµπα-Γιάννη»

Ποιος δεν έχει φάει στον ιστορικό «Μπάρµπα-Γιάννη» στα Εξάρχεια; Από το 1915 που πουλούσε κάρβουνο και κρασί και η κυρά-Σοφία έβγαζε κάνα δυο µεζέδες. Όταν εκεί έτρωγαν ο ποιητής Κώστας Βάρναλης και ο ηθοποιός Ορέστης Μακρής. Στέκι, επίσης, του Γιώργου Γεννηµατά. Ποιος θα το πίστευε, όµως, αν πούµε ότι στο θρυλικό «Μπάρµπα-Γιάννη» έχει γυριστεί η ταινία του παλιού ελληνικού κινηµατογράφου «Ο µεθύστακας», µε πρωταγωνιστή το αστέρι τής εποχής Ορέστη Μακρή; Μάλλον ο Χαλκιδαίος ηθοποιός (που απεβίωσε το 1970) πρέπει να ένιωθε σαν στο σπίτι του. Το 1950 γυρίστηκε η συγκεκριµένη ταινία, και ο Μακρής έπαιξε τον ρόλο που τον στιγµάτισε για µια ζωή. Ακόµη και σήµερα ο λαός, όταν θέλει να χαρακτηρίσει κάποιον µεθύστακα ή µπεκρή, τον λέει «Ορέστη Μακρή». Ε, λοιπόν, αυτή η ταινία γυρίστηκε στη θρυλική ταβέρνα τής Εµµανουήλ Μπενάκη, στα Εξάρχεια. Και ο ρόλος τού µπεκρή, που ενσάρκωσε ο Ορέστης Μακρής το β’ µισό τού 20ού αιώνα έχει µείνει χαραγµένος στο µυαλό όλων µας.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 38 του μηνιαίου περιοδικού "Γαλέρα" (Νοέμβριος 2008).

9 Νοε 2008

"Reflexions ou Sentences et Maximes Morales" - La Rochfoucauld (1664)

19
Όλοι μας σθένος ικανό διαθέτουμε τα βάσανα των άλλων για ν’ αντέχουμε.
31
Αν δεν είχαμε ελαττώματα, δεν θα μας προξενούσε ηδονή τόσο πολύ να εντοπίζουμε ελαττώματα στους άλλους.
89
Όλοι για τη μνήμη τους παραπονιούνται· κανένας για την κρίση του.
103
Είναι τόσο εύκολο να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας δίχως να το καταλάβουμε όσο είναι δύσκολο να εξαπατήσουμε τους άλλους χωρίς να το αντιληφθούν.
135
Μερικές φορές είναι κανείς τόσο πιο διαφορετικός από τον εαυτό του όσο και από τους άλλους.
192
Όταν κάποιο βίτσιο μας εγκαταλείπει, κολακευόμαστε να πιστεύουμε πως εμείς το εγκαταλείψαμε.
218
Η υποκρισία είναι ο φόρος τιμής που αποτίει η κακία προς την αρετή.
228
Η Έπαρση αρνείται να οφείλει· η Φιλαυτία να πληρώνει.
372
Οι περισσότεροι νέοι νομίζουν πως είναι αεράτοι, ενώ δεν είναι παρά αναιδέστατοι και άξεστοι.
423
Λίγοι ξέρουν να γερνούν.


*Πίσω στα 1993, τότε που οι Εκδόσεις Ερατώ (ως Εκδόσεις Άρκτος, μετά τη σύμπραξη με τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης) και ο μεταφραστής Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης φτιάχνουν μια σειρά τριών βιβλίων με κλασικά έργα. Έχουμε "διαβάσει" το βιβλίο "Η Ζωή του Καστρούτσο Καστρακάνι από τη Λούκα" του Νικολό Μακιαβέλι σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου (http://vakxikon.blogspot.com/2008/09/la-vita-di-castruccio-castracani-da.html), ενώ απομένει το "Εγχειρίδιο Πολέμου" του Ναπολέοντα. Το τελευταίο βιβλίο της σειράς είναι τα γνωστά "Αξιώματα ή Αφορισμοί και Αξιώματα Ηθικής" του 17ου αιώνα από τον Δούκα Λα Ροσφουκώ Φρανσουά ΣΤ'. Συνολικά 641 αξιώματα τον αριθμό, συμπεριλαμβανομένων των μεταθανάτιων και παραλειπόμενων αξιωμάτων του συγγραφέα, η έκδοση κυκλοφόρησε το 1664 στη Χάγη της Ολλανδίας. Η έκδοση, η οποία ανατυπώθηκε από την Ερατώ του Μανουσάκη το 2002, περιλαμβάνει επίσης μια προσωπογραφία -όχι και τόσο θετική- του Λα Ροσφουκώ από τον Καρδινάλιο του Ριτζ, καθώς κι ένα επίμετρο από τον μεταφραστή και υπεύθυνο της σειράς Γιώργο - Ίκαρο Μπαμπασάκη.

Βιογραφία Λα Ροσφουκώ
(από την αγγλική βίκι-παιδεία)

François VI, duc de La Rochefoucauld, le Prince de Marcillac (September 15, 1613March 17, 1680), was a noted French author of maxims and memoirs, as well as an example of the accomplished 17th-century nobleman. He was born in Paris in the Rue des Petits Champs, at a time when the royal court oscillated between aiding the nobility and threatening it. Until 1650, he bore the title of Prince de Marcillac.
La Rochefoucauld was somewhat neglected in the matter of education, at least of the formal kind. He joined the army in 1629, and almost immediately established himself as a public figure. He had been married a year before to Andrée de Vivonne. For some years Marcillac continued to take part in the annual campaigns, where he displayed the utmost bravery, though he never obtained credit for much military skill. Then he met Madame de Chevreuse, the first of three celebrated women who influenced his life.
Through Madame de Chevreuse he became attached to the Queen,
Anne of Austria, and in one of her quarrels with Richelieu and her husband a wild scheme seems to have been conceived, according to which Marcillac was to carry her off to Brussels on a pillion. These cabals against Richelieu at one time got Marcillac sentenced to eight days in the Bastille, and occasionally "exiled," that is, ordered to retire to his father's estates. After Richelieu's death in 1642, much ambition among French nobles was stoked to fill the power vacuum. Marcillac became one of the so-called importants, and took an active role in pairing the queen and Condé in league together against Gaston, Duke of Orleans. But the growing reputation of Mazarin impeded his ambition, and his 1645 liaison with the beautiful duchess of Longueville made him irrevocably a Frondeur. He was a conspicuous figure in the siege of Paris, fought desperately in the desultory engagements which were constantly taking place, and was severely wounded at the siege of Mardyke.
In the second Fronde, Marcillac followed the fortunes of Condé, and the death of his father in 1650 gave rise to a characteristic incident. The nobility of the province attended the funeral, and the new Duke de La Rochefoucauld seized the opportunity to persuade them to follow him in an attempt on the royalist garrison of
Saumur, which, however, was not successful. We have no space to follow La Rochefoucauld through the tortuous cabals and negotiations of the later Fronde; it is sufficient to say that he was always brave and generally unlucky. In the battle of the Faubourg Saint Antoine in 1652, he was shot through the head, and it was thought that he would lose the sight of both eyes. It took him nearly a year to recover. For some years he retired to his country seat of Verteuil, with no result of twenty years' fighting and intriguing except impaired health, a seriously embarrassed fortune, and some cause for bearing a grudge against almost every party and man of importance in the state. He was fortunate enough (thanks chiefly to the fidelity of Gourville, who had been in his service, and who, passing into the service of Mazarin and of Condé, had acquired both wealth and influence) to be able to repair in some measure the breaches in his fortune. He did not, however, return to court life much before Mazarin's death, when Louis XIV was on the eve of assuming absolute power, and the turbulent aristocratic anarchy of the Fronde was a thing utterly of the past. He also wrote his memoirs during this time, as did almost all of his prominent contemporaries.
Somewhat earlier, La Rochefoucauld had taken his place in the salon of Madame de Sablé, a member of the old Rambouillet côterie, and the founder of a kind of successor to it, whose special literary employment was the fabrication of "Sentences" and "Maximes." In 1662, more trouble than reputation, and not a little of both, was given to him by a surreptitious publication of his memoirs, or what purported to be his memoirs, by the Elseviers. Many of his old friends were deeply wounded, and he hastened to deny the authenticity of the publication, a denial which was not generally accepted. Three years later (1665) he anonymously published the Maximes, which at once established him high among the men of letters of the time. About the same date began the friendship with Madame de la Fayette, which lasted till the end of his life. The glimpses which we have of him henceforward are chiefly derived from the letters of Madame de Sévigné, and, though they show him suffering agonies from gout, are on the whole pleasant. He had a circle of devoted friends; he was recognized as a moralist and man of letters of the first rank; and his son, the Prince de Marcillac, to whom some time before his death he resigned his titles and honours, enjoyed a considerable position at court. Above all, La Rochefoucauld was generally recognized by his contemporaries from the king downward as a type of the older noblesse as it was before the sun of the great monarch dimmed its brilliant qualities. This position he has retained until the present day. He died at Paris on the 17th of March 1680, of the disease which had so long tormented him.
La Rochefoucauld's character, if considered without the prejudice which a dislike to his ethical views has sometimes occasioned, is thoroughly respectable and even amiable. Like almost all his contemporaries, he saw in politics little more than a chessboard where the people at large were but pawns. The weight of testimony, however, inclines to the conclusion that he was unusually scrupulous in his conduct, and that his comparative ill-success in the struggle arose more from this scrupulousness than from anything else. He has been charged with irresolution, and there is some ground for admitting the charge so far as to pronounce him one of those the keenness of whose intellect, together with their apprehension of both sides of a question, interferes with their capacity as men of action. But there is no ground whatever for the view which represents the Maximes as the mere outcome of the spite of a disappointed intriguer, disappointed through his own want of skill rather than of fortune. The gently cynical view of life contained therein apparently did not impede his enjoyment of company, or his romantic engagements.
His importance as a social and historical figure is, however, far inferior to his importance in literature. His work in this respect consists of three parts--letters, Memoirs and the Maximes. His letters exceed one hundred in number, and are biographically valuable, besides displaying not a few of his literary characteristics. The Memoirs, when they are read in their proper form, yield in literary merit, in interest, and in value to no memoirs of the time, not even to those of Retz, between whom and La Rochefoucauld there was a strange mixture of enmity and esteem which resulted in a couple of most characteristic "portraits." But their history is unique in its strangeness. It has been said that a pirated edition appeared in Holland, and this, despite the author's protest, continued to be reprinted for some thirty years. It has been now proved to be a mere cento of the work of half a dozen different men, scarcely a third of which is La Rochefoucauld's, and which could only have been possible at a time when it was the habit of persons who frequented literary society to copy pell-mell in commonplace books the manuscript compositions of their friends and others. Some years after La Rochefoucauld's death a new recension appeared, somewhat less incorrect than the former, but still largely adulterated, and this held its ground for more than a century. Only in 1817 did anything like a genuine edition (even then by no means perfect) appear.
The Maximes, however, had no such fate. The author re-edited them frequently during his life, with alterations and additions; a few were added after his death, and it is usual now to print the whole of them, at whatever time they appeared, together. Thus taken, they amount to about seven hundred in number, in hardly any case exceeding half a page in length, and more frequently confined to two or three lines. The view of conduct which they illustrate is usually and not quite incorrectly summed up in the words "everything is reducible to the motive of self-interest." But though not absolutely incorrect, the phrase is misleading. The Maximes are in no respect mere deductions from or applications of any such general theory. They are on the contrary independent judgments on different relations of life, different affections of the human mind, and so forth, from which, taken together, the general view may be deduced or rather composed. Sentimental moralists have protested loudly against this view, yet it is easier to declaim against it in general than to find a flaw in the several parts of which it is made up.
With a few exceptions La Rochefoucauld's maxims represent the matured result of the reflection of a man deeply versed in the business and pleasures of the world, and possessed of an extraordinarily fine and acute intellect, on the conduct and motives which have guided himself and his fellows. There is as little trace in them of personal spite as of forfanleric de lice. But the astonishing excellence of the literary medium in which they are conveyed is even more remarkable than the general soundness of their ethical import. In uniting the four qualities of brevity, clarity, fulness of meaning and point, La Rochefoucauld has no rival. His Maximes are never mere epigrams; they are never platitudes; they are never dark sayings. He has packed them so full of meaning that it would be impossible to pack them closer, yet there is no undue compression; he has sharpened their point to the utmost, yet there is no loss of substance. The comparison which occurs most frequently, and which is perhaps on the whole the most just, is that of a bronze medallion, and it applies to the matter no less than to the form. Nothing is left unfinished, yet none of the workmanship is finical. The sentiment, far from being merely hard, as the sentimentalists pretend, has a vein of melancholy poetry running through it which calls to mind the traditions of La Rochefoucauld's devotion to the romances of chivalry. The maxims are never shallow; each is the text for a whole sermon of application and corollary which any one of thought and experience can write. Add to all this that the language in which they are written is French, still at almost its greatest strength, and chastened but as yet not emasculated by the reforming influence of the 18th century, and it is not necessary to say more. To the literary critic no less than to the man of the world La Rochefoucauld ranks among the scanty number of pocket-books to be read and re-read with ever new admiration, instruction and delight. La Rochefoucauld's theories about human nature are based on such topics as self-interest and self-love, passions and emotions, vanity, relationships, love, conversation, insincerity, and trickery. His writings are very concise, straightforward, and candid.
The editions of La Rochefoucauld's Maximes (as the full title runs, Reflexions ou sentences et maximes morales) published in his lifetime bear the dates 1665 (editio princeps), 1666, 1671, 1675, 1678. An important edition which appeared after his death in 1693 may rank almost with these. As long as the Memoirs remained in the state above described, no edition of them need be mentioned, and none of the complete works was possible.
Previous editions were superseded by that of
Jean Désiré Louis Gilbert and Jules Gourdault (1868-1883), in the series Grands Ecrivains de la France, 3 vols. There are still some puzzles as to the text; but this edition supplies all available material in regard to them.
The handsomest separate edition of the Maximes is the so-called Edition des bibliophiles (1870). See the English version The Moral Maxims and Reflections of the Duke De La Rochefoucauld by
George H. Powell (1903).
Nearly all the great French critics of the 19th century have dealt more or less with La Rochefoucauld: the chief recent monograph on him is that of
Jean Bourdeau in the Grands Ecrivains français (1893).
For a recent assessment of La Rochefoucauld's thought and his place in modern culture see John Farrell, Paranoia and Modernity: Cervantes to Rousseau (Cornell UP, 2006), chapter nine. *Ν.I.Π.

8 Νοε 2008

Στην εκπομπή "Το Κόκκινο Πιπέρι" ο Στέλιος Ελληνιάδης και ο Νέστορας Πουλάκος μιλάνε για τα Εξάρχεια..


Το μεσημέρι του Σαββάτου, 8 Νοεμβρίου 2008, και ώρα 12.00 με 14.00
ο Στέλλιος Ελληνιάδης
προσκαλεί
τον Νέστορα Πουλάκο

και μιλούν για τα Εξάρχεια
με αφορμή το τεύχος-αφιέρωμα
του περιοδικού "ΓΑΛΕΡΑ" (τεύχος 38, Νοέμβριος '08)

στην εκπομπή "Το Κόκκινο Πιπέρι"
στον ρ/σ "Στο Κόκκινο - 105.5 fm".

6 Νοε 2008

Κινηματογραφικές Πρεμιέρες 6ης Νοεμβρίου..


Quantum of Solace (****)

Περιπέτεια δράσης, αγγλικής και αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Μαρκ Φόρστερ, με τους Ντάνιελ Κρεγκ, Όλγα Κιριλένκο, Μάθιου Άμαλριτς, Τζούντι Ντεντς, Τζιανκάρλο Τζιανίνι, Τζέφρι Ράιτ.

Η υπόθεση : Μετά την προδοσία της αγαπημένης του Βέσπερ, ο Τζέιμς Μποντ είναι αποφασισμένος να αποκαλύψει τον “εγκέφαλο” πίσω από τη μυστική οργάνωση του Μίστερ Γουάιτ. Με τη βοήθεια της ανωτέρου του “Μ” αλλά και της πανέμορφης Καμίλ, που επιζητά τη δική της εκδίκηση, κατευθύνεται στην Αϊτή και καταλήγει στον Ντομινίκ Γκριν, αδίστακτο επιχειρηματία και κορυφαίο μέλος μιας μυστηριώδους πολυεθνικής οργάνωσης. Όταν ο Μποντ παρεκτρέπεται εξαιτίας της προσωπικής του βεντέτας χάνει την υποστήριξη της Βρετανικής κυβέρνησης ενώ τον κυνηγά και η CIA. Ο Μποντ, όμως, είναι αποφασισμένος..

Λίγα λόγια : Ας ξεκινήσουμε από τα απλά : τι είναι ροκ; Μα, φυσικά, ο νέος Τζέιμς Μποντ. Ποιος είναι ο ροκ σταρ της νέας χιλιετίας; Ο Ντάνιελ Κρεγκ και δε σηκώνω κουβέντα. Κι ας μη μιλήσουμε για τα κλασικά. Δηλαδή ότι ο Βρετανός πράκτορας τσαλακώνεται, ματώνει, μεθάει, λυγίζει, ευαισθητοποιείται κοινωνικά και εγκαταλείπει το γνωστό του μπλαζέ ύφος με την υπεροπτική ατάκα “My name is Bond.. James Bond”. Γιατί αυτά είναι αυτονόητες αλλαγές όταν η σειρά μπαίνει στην πέμπτη δεκαετία της ζωής της και στην 22η ταινία της. Άρα, λοιπόν, ας επικεντρωθούμε στην ουσία. Μιλάμε για την ερμηνεία του πρωταγωνιστή, τη σκηνοθεσία με άποψη και τις σεναριακές υπερβάσεις. Πλέον ο σταρ των ταινιών Μποντ είναι ένα ολόκληρο πακέτο. Πρώτα ο Ντάνιελ Κρεγκ, που αποδεικνύεται ο πιο μάτσο πράκτορας δράσης, κάνοντας τους Κόνερυ και Μουρ να φαίνονται φλώροι και τον Ματ Ντέιμον της σειράς “Bourne” να φαίνεται παιδάκι. Ύστερα ο σκηνοθέτης Μαρκ Φόρστερ, η πιο “ποιοτική” επιλογή της σειράς Μποντ μέχρι σήμερα. Μετά τις επιτυχίες “Ο Χορός των Τεράτων”, “Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ”, “Πιο παράξενο κι από Παράξενο”, έφτασε στο βασίλειο του Βρετανού πράκτορα για να βάλει τη δική του πινελιά και τα κατάφερε. Ειδικά στη σκηνή της όπερας στην Αυστρία αποδεικνύει γιατί είναι τόσο καλός σκηνοθέτης. Τέλος, ο σεναριογράφος Πωλ Χάγκις με τα δυο Όσκαρ στην πλάτη του (“Million Dollar Baby”, “Crash”) και τη μεγάλη εμπειρία του σε σεναριακά συμπλέγματα και διαλογικούς ακροβατισμούς. Για να μην πολυλογούμε. Πρόκειται για την καλύτερη ταινία Μποντ ever. Σημαντικό ότι πλέον ακολουθείται μια συνέχεια και δε βλέπουμε αυτοτελείς ταινίες. Επίσης το μοντάζ κόβει την ανάσα, με τη σκηνή καταδίωξης στα κεραμίδια της Βενετίας να βγάζει τόσο αδρεναλίνη που τρομάζεις. Η ροκιά που ακούγεται στο τραγούδι των τίτλων και η περιπλάνηση σε έξι χώρες ανά τον κόσμο συμπληρώνει το μωσαϊκό της πιο ακριβής παραγωγής Μποντ μέχρι σήμερα που με μαθηματική ακρίβεια θα έχει παραπάνω εισπρακτικές εισπράξεις από το “Casino Royale”.

Boy A (***)

Αστυνομικό δράμα, αγγλικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Τζον Κρόουλι, με τους Άντριου Γκάρφιλντ, Πίτερ Μάλαν, Κέιτι Λάιονς.

Η υπόθεση : Ο Τζακ είναι ένας νεαρός άνδρας που έχει περάσει σχεδόν όλη του τη ζωή στη φυλακή εξαιτίας ενός φόνου που είχε διαπράξει στην παιδική του ηλικία. Με τη βοήθεια του μέντορά του Τέρι, αλλάζει πόλη, αλλάζει όνομα και προσπαθεί να επανενταχθεί στην κοινωνία προκείμενου να γευθεί όλες εκείνες τις απολαύσεις της ζωής που έχασε τόσα χρόνια. Όμως το τραγικό παρελθόν του θα τον κυνηγήσει μέχρι τέλους.

Λίγα λόγια : Πραγματικά από το πουθενά προσγειώθηκε στη χώρα μας αυτό το εξαιρετικό δράμα, που σπάει καρδιές, ξεσκίζει συνειδήσεις και απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους για γερά νεύρα. Και να φανταστείτε ότι αρχικώς θα προβαλλόταν μόνο στην αγγλική τηλεόραση (για λογαριασμό του Channel 4) αλλά γρήγορα κατάλαβαν ότι πρόκειται για κάτι ιδιαίτερο. Πίσω από την κάμερα ο πολύ ταλαντούχος και ανερχόμενος Ιρλανδός σκηνοθέτης Τζον Κρόουλι, ο οποίος διανύει μια πετυχημένη καριέρα στην τηλεόραση και το θέατρο, ενώ έκανε ένα σημαντικό κινηματογραφικό ντεμπούτο το 2003 με το “Intermission”(με τον Κόλιν Φάρελ). Πρωταγωνιστές ο 25-χρονος Γκάρφιλντ που έγινε γνωστός από το περυσινό “Λέοντες αντί αμνών” του Ρέντφορντ καθώς και ο Μάλαν, ηθοποιός που έχει παίξει σε μεγάλες βρετανικές παραγωγές από το “Braveheart” μέχρι το “Trainspotting”. Το ομώνυμο βιβλίο του Τζόναθαν Τρίγκελ, όπου βασίστηκε το σενάριο, είναι επιτυχία στη Βρετανία και μιλά για το κλειστοφοβικό σχεδόν καταθλιπτικό και μελαγχολικό δράμα ενός “κοινωνικά ανένταχτου”. Η ταινία τιμήθηκε με βραβείο BAFTA για την ερμηνεία του Γκάρφιλντ, ενώ απέσπασε ειδική μνεία στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Paris 36 (*1/2)

Δραματική εποχής, γαλλικής/ γερμανικής/ τσεχικής παραγωγής, του Κριστόφ Μπαρατιέ, με τους Ζεράρ Ζουνιό, Κλοβίς Κορνιγιάκ, Πιέρ Ρισάρ, Φρανσούαζ Μορέλ.

Η υπόθεση : Στο Παρίσι του 1936 ένα μουσικό θέατρο οδηγείται στη χρεωκοπία και κλείνει, όμως οι ηθοποιοί και εργαζόμενοί του αποφασίζουν να το αναλάβουν οι ίδιοι και να το σώσουν. Όλα αυτά διαδραματίζονται την περίοδο που το φασιστικό Λαϊκό Μέτωπο ανεβαίνει ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει μεγάλη αποδοχή.

Λίγα λόγια : Νισάφι πια! Και το χειρότερο είναι (δεν ξέρω πως να το πω..) αλλά στη Γαλλία με κάτι τέτοια ξετρελαίνονται και κόβουν εισιτήρια. Βέβαια δεν είναι παράλογο γιατί μιλάμε για “στυγνό” γαλλικό ακαδημαϊσμό που κατατρέχει την κινηματογραφία της χώρας δεκαετίες τώρα. Στο προκείμενο. Μια πανάκριβη παραγωγή (40 εκ. δολ.) από τον Μπαρατιέ, που συγκίνησε στη χώρα του, όπως και τα “Παιδιά της Χορωδίας” το 2004. Οι ίδιοι πρωταγωνιστές με τότε, αγέραστοι, ακούραστοι, παρά το γεγονός ότι τραγουδούν, χορεύουν και κλαίνε ακατάπαυστα. Η γαλλική... Μελωδία της Ευτυχίας που τα έχει όλα προβλέψιμα. Σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνείες. Ελπίζουμε πάντως να μην κλείσει κανένας κινηματογράφος ενόσω την προβάλει, όπως ο ιστορικός “Άστορ” στη Σταδίου που έβαλε λουκέτο ενώ έπαιζε τα “Παιδιά της Χορωδίας”, με την ταμπέλα της να στοιχειώνει την κεντρική οδό της Αθήνας τέσσερα χρόνια τώρα!

Άλλες ταινίες :

Το καλοκαίρι που έφυγαν οι γονείς μου (*)

Δραματική, βραζιλιάνικης παραγωγής, σε σκηνοθεσία Κάο Χάμπουργκερ, με τους Μισέλ Χοέλσας, Χερμάνο Χάϊουτ.

Η υπόθεση : Στη Βραζιλία του 1970 που το στρατιωτικό καθεστώς ελέγχει τα πάντα και η εθνική ποδοσφαίρου του Πελέ κατακτά το παγκόσμιο κύπελλο, ο 12-χρονος Μάουρο περνά το καλοκαίρι μόνος του και προσπαθεί να επιβιώσει μεταξύ αγνώστων διότι οι γονείς του πιάστηκαν από τη χούντα.

Λίγα λόγια : Μια διαφορετική βραζιλιάνικη παραγωγή ενός πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, μακριά από τις συνήθεις θεματικές των φαβέλων και των μικρο-εγκληματιών, που όμως χάνεται κάπου μεταξύ πολιτικού μηνύματος, παιδικής αφέλειας και μπόλικης συγκίνησης.

Επίσης : Προβάλλονται το αμερικανικό δράμα εποχής “Flash of Genius” και το βραβευμένο ντοκιμαντέρ “Καντίρ : ένας Αφγανός Οδυσσέας” της Αννέτας Παπαθανασίου.

Νέστορας Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 6-11) και στη διαδικτυακή εφημερίδα Cosmo (http://www.cosmo.gr/).

2 Νοε 2008

"Ελληνική Κινηματογραφία 2009" - Ν.Ι. Πουλάκος

Η χαρακτηριστική παραγωγικότητα των Ελλήνων σκηνοθετών θα συνεχιστεί τη σεζόν 2008 – 2009. Αξιόλογες εγχώριες ταινίες είναι στο post production ή γυρίζονται, από εθνική κινηματογραφική ταυτότητα δεν στερούμαστε, και οι παραγωγές made in Greece είναι στο προσκήνιο. Την εβδομάδα που διανύουμε έγιναν οι πρώτες ελληνικές πρεμιέρες, οι οποίες, μάλιστα, είναι δυο ταχυτήτων : από το ιδιότυπο road movie «Αθήνα Κωνσταντινούπολη» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος έχει ήδη προαναγγείλει τη νέα του ταινία (τα «Οπωροφόρα της Αθήνας» στο ομώνυμο βιβλίο του Δημητρίου) που θα προβληθεί στα τέλη του 2009. Στο νέο «τηλεοπτικό» σατιρικό show του σκηνοθετικού διδύμου Παπαθανασίου – Ρέππα, «Αυστηρώς Κατάλληλο», το οποίο στηρίζεται στην εμφάνιση αστέρων της τηλεόρασης στη μεγάλη οθόνη. Από κει και πέρα η φετινή χρονιά σηματοδοτείται με την επάνοδο σπουδαίων Ελλήνων σκηνοθετών όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Κώστας Γαβράς και ο Παντελής Βούλγαρης, την επιστροφή νεανικών φωνών του παρελθόντος όπως ο Άγγελος Φραντζής («Το Κόκκινο σπίτι μέσα στο δάσος»), ο Πάνος Κούτρας («Στρέλλα») και ο αιρετικός Κώστας Ζάπας («Μικρές ελευθερίες»), ενώ δεν λείπουν οι παραγωγές πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών.

Η Σκόνη του Χρόνου (Θόδωρος Αγγελόπουλος)

Η υπόθεση : Ένας 50χρονος σκηνοθέτης γυρίζει ταινία με θέμα την πορεία των γονιών του κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Καθώς ο σκηνοθέτης μελετά τις συνθήκες της εποχής, και τη «σιδηρά κουρτίνα» που χώρισε τους γονείς του για πολλά χρόνια, βρίσκει τον εαυτό του, να είναι το πρόσωπο κλειδί στην ίδια του την ταινία.
Λίγα λόγια : Δεύτερη ταινία της τελευταίας τριλογίας του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη, μετά από το 2003 και «Το λιβάδι που δακρύζει». Η ταινία εκτυλίσσεται στην πρώην Σοβιετική Ένωση, στα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας, στην Ιταλία και τη Νέα Υόρκη μεταξύ 1953 και 1974, από τις παραμονές του θανάτου του Στάλιν μέχρι την παραίτηση Νίξον στην Αμερική και την πτώση της Ελληνικής χούντας. Ο Γουίλιαμ Νταφόε, η Ιρέν Ζακόμπ, ο Μισέλ Πικολί, ο Χάρβευ Καιτέλ και ο Μπρούνο Γκανζ είναι το πολυεθνικό και πολυάστερο καστ του Αγγελόπουλου, ο οποίος επιστρέφει στην αγαπημένη του θεματική, τη σοσιαλιστική περίοδο της Ευρώπης. Ο Αγγελόπουλος που έχει –ήδη- αναβάλλει την προβολή της ταινίας στα πρόσφατα φεστιβάλ Καννών και Βενετίας, επίσης, έχει δημιουργήσει θέμα αναφορικά με την ένταξη της στα κρατικά βραβεία ποιότητας, έχει ορίσει την επίσημη προβολή της στις 22 του Νοέμβρη, στα πλαίσια του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Παράδεισος στη Δύση (Κώστας Γαβράς)

Η υπόθεση : Η σύγχρονη ιστορία ενός μετανάστη που επιδιώκει να διασχίσει τη Mεσόγειο προκειμένου να φτάσει από την Ελλάδα στο Παρίσι.
Λίγα λόγια : Ο βραβευμένος με Όσκαρ, Κώστας Γαβράς, (για την ταινία «Ο Αγνοούμενος») είναι ένας έλληνας της διασποράς, μιας και ζει από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στο Παρίσι. Ύστερα από μια πλούσια καριέρα και μια καταξίωση στο πολιτικό σινεμά, επιστρέφει στην Ελλάδα και δημιουργεί μια διεθνή συμπαραγωγή με τη Γαλλία και την Ιταλία. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην Κρήτη και συμμετέχουν καταξιωμένοι έλληνες ηθοποιοί, όπως ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Η ταινία αναμένεται να βγει στις αίθουσες στις αρχές του 2009, με την Odeon να είναι η ελληνική συμμετοχή στην ταινία.

Ψυχή Βαθιά (Παντελής Βούλγαρης)

Η υπόθεση : Στους τελευταίους μήνες του εμφυλίου πολέμου, στα βουνά Γράμμο και Βίτσι, δυο αδέλφια επιστρατεύονται παρά τη θέλησή τους, ο ένας στον Εθνικό Στρατό κι ο άλλος στον Δημοκρατικό. Παράλληλα πολεμούν μαζί τους φίλοι, γνωστοί και συγγενείς τους, όλοι τους σε έναν αδελφοκτόνο πόλεμο χωρίς προηγούμενο.
Λίγα λόγια : Ο Παντελής Βούλγαρης έχει σκηνοθετήσει ταινίες σαν το «Χάπυ Εντ» και τα «Πέτρινα Χρόνια», στηλιτεύοντας τα κακώς πολιτικά κείμενα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ύστερα από την υπερπαραγωγή των «Νυφών» (το 2004, με τη βοήθεια του Μάρτιν Σκορσέζε), επανακάμπτει με την «Ψυχή Βαθιά», πηγαίνοντάς μας πίσω στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου. Η ταινία βρίσκεται στα γυρίσματα, σε παραγωγή της Village. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκεται ο Βαγγέλης Μουρίκης («Ο Βασιλιάς»).

Bank Bang (Αργύρης Παπαδημητράτος)

Η υπόθεση : Δυο αδέλφια, που εργάζονται σε γραφείο κηδειών, προσπαθούν να πιάσουν την «καλή» πραγματοποιώντας ληστείες σε τράπεζες. Όμως, έχουν να αντιμετωπίσουν τον σκληρό διοικητή της αστυνομίας αλλά και τον έρωτα του ενός εξ αυτών με μια τραπεζική υπάλληλο.
Λίγα λόγια : Κωμωδία καταστάσεων, παραγωγής Village, του πρωτοεμφανιζόμενου Παπαδημητράτου σε σενάριο του κωμικού Βασίλη Χαραλαμπόπουλου («5 λεπτά ακόμα»). Ο τελευταίος πρωταγωνιστεί, μαζί με τον Κώστα Βουτσά, με την ταινία να βγαίνει στις αίθουσες τις 18 Δεκεμβρίου.

Όλα θα πάνε καλά (Γιάννης Ξανθόπουλος)

Η υπόθεση : Μια παρέα τριών κακοποιών προκειμένου να βγάλουν χρήματα αποφασίζουν να απαγάγουν έναν διεφθαρμένο μεγαλοδικηγόρο, κάνουν λάθος όμως και απαγάγουν τη θεία του τελευταίου, η οποία φέρνει τα πάνω κάτω.
Λίγα λόγια : Ο Γιάννης Ξανθόπουλος, που έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του με την πετυχημένη κωμωδία «5 λεπτά ακόμα», συνεργάζεται με τον παραγωγό Π. Παπαχατζή και με αρωγό την Audio Visual, δημιουργεί μια ανάλαφρη κωμωδία που υπόσχεται πολλά εισιτήρια. Στο καστ γνωστοί έλληνες ηθοποιοί, όπως ο Ορφέας Αυγουστίδης, η Φαίη Ξυλά, ο Δημήτρης Πιατάς και ο Άκης Σακελλαρίου. Η ταινία αναμένεται να βγει στις αίθουσες στα μέσα Γενάρη του 2009.

Άλλες παραγωγές :

Το «Μικρό έγκλημα» του Χρίστου Γεωργίου, με τον Άρη Σερβετάλη, ξεχωρίζει σαν μια νουάρ κωμωδία με άφθονο γέλιο. Ο «Αρσιβαρίστας και ο Άγγελος», που διαδραματίζεται στη Νίσυρο, είναι η νέα ταινία της Ελένης Αλεξανδράκη («Η νοσταλγός»). Ο Γιώργος Χωραφάς και ο Γιώργος Βογιατζής συμμετέχουν στην ταινία «Without Borders» του ελληνοαμερικανού Νικ Γκαϊτατζής. Ο Παναγιώτης Καρκανεβάτος («Χώμα και νερό») επιστρέφει με την ταινία «Αθανασία», όπου πρωταγωνιστούν ο Γ. Καραμίχος και η Μ. Καλογήρου. Με την ταινία «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ» κάνει το ντεμπούτο του στην Ελλάδα ο γερμανοθρεμμένος Φίλιππος Τσίτος («Sweet home»). Ενώ ο Πέτρος Μαρινάκης, στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, εκπλήσσει με την ταινία «Μαύρο Λιβάδι», που πραγματεύεται τον έρωτα ενός γενίτσαρου με μια μοναχή, η οποία ανακαλύπτεται ότι είναι αγοράκι. Τέλος, δυο σπαρταριστές κωμωδίες θα κάνουν πρεμιέρα αυτή τη σεζόν : το «Πεθαίνω για σένα» με την Ελένη Ράντου, πρωταγωνίστρια και σεναριογράφο, που είναι βασισμένο στο θεατρικό της έργο «Μαμά μην τρέχεις». Και το πρώτο ελληνικό ριμέικ, ο «Ηλίας του 16ου», από την ομώνυμη ελληνική ταινία της Φίνος Φιλμς με τον Κ. Χατζηχρήστο, σε σκηνοθεσία του Νίκου Ζαπατίνα («Ένας κι ένας») και πρωταγωνιστές τον Πέτρο Φιλιππίδη και την Θέμις Μπαζάκα.

Νέστορας Πουλάκος


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη σαββατιάτικη "Απογευματινή" (φύλλο 1-11).