29 Δεκ 2008

Κινηματογραφικές Προτάσεις 2009..


Υπάρχουν δεκάδες λόγοι για να δεις σινεμά. Εκατοντάδες, επίσης, για να απολαύσεις μια ταινία σε συνδυασμό με παράλληλες ανέσεις όπως οι κινηματογράφοι, οι αίθουσες, το φαγητό, το ποτό ή τα ποπ κορν. Ή ακόμα καλύτερα οι σινεφίλ συζητήσεις, οι ατελείωτοι καβγάδες και το παρεΐστικο κλίμα που επικρατεί. Το 2009 προμηνύεται μια «δυνατή» σεζόν, ο προάγγελος της οποίας είναι το φετινό φθινόπωρο που αποδείχθηκε ιδιαίτερα πλούσιο. Παρακάτω σας παραθέτουμε μερικές από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που έρχεται, από όλες τις κατηγορίες, με ελπίδες και προσδοκίες ώστε η 7η τέχνη χρόνο με το χρόνο να εξελίσσεται ποιοτικά, εμπορικά και τεχνολογικά για να ελκύει όλο και περισσότερο τον άνθρωπο και να τον αποσπά από τα προβλήματά του.

Έρωτας αλά Ελληνικά : Η Νία Βαρντάλος επιστρέφει και, μάλιστα, όχι στην Αμερική για να βιώσει ιστορίες ελληνοφρένειας, αλλά στη χώρα μας ως ελληνοαμερικάνα ξεναγός, που κάνει κολλητή παρέα με έναν σοφό τουρίστα (Ρίτσαρντ Ντρέιφους) κι ερωτεύεται ένα όμορφο αγόρι από τα μέρη μας (Αλέξης Γεωργούλης). Ελληνικό φολκλόρ, μπουζούκι, ζεϊμπέκικο και σουβλάκι, σε παραγωγή Τομ Χανκς, σενάριο Μάικ Ρις («Σίμπσονς») και σκηνοθεσία Ντόναλντ Πέτρι («Μις με το ζόρι»).

The International : Ατμοσφαιρική περιπέτεια με μπόλικες δόσεις θρίλερ από τον Κλάϊβ Όουεν και τη Νάομι Γουοτς, σε σκηνοθεσία Τομ Τύκβερ («Το Άρωμα»). Η ταινία που θ’ ανοίξει το επερχόμενο Φεστιβάλ του Βερολίνου, αφηγείται την προσπάθεια ενός πράκτορα της Ιντερπόλ και μιας Αμερικανίδας εισαγγελέως ν’ αποκαλύψουν τις συμμορίες που κρύβονται πίσω από μια σειρά παράνομων πωλήσεων όπλων και τεράστιων οικονομικών σκανδάλων από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Νέα Υόρκη κι από το Βερολίνο μέχρι το Μιλάνο.

State of Play : Ο Ράσελ Κρόου, ο Μπεν Άφλεκ και η Ρέιτσελ Μακ Άνταμς πρωταγωνιστούν στην καινούρια ταινία του Κέβιν ΜακΝτόναλντ («Ο Τελευταίος Βασιλιάς της Σκωτίας»), η οποία αφηγείται την αγωνιώδη έρευνα ενός ρεπόρτερ για τον φόνο της βοηθού κι ερωμένης ενός ανερχόμενου πολιτικού, με τον οποίον είναι πολύ καλοί φίλοι. Σπιντάτο πολιτικό θρίλερ, βασισμένο σε βρετανική τηλεοπτική σειρά του 2003, με το σενάριο να το δουλεύουν οι Μάθιου Μάικλ Κάρναχαν («Λέοντες αντί αμνών»), Πίτερ Μόργκαν («Η Βασίλισσα») και Τόνι Γκιλρόϊ («Μάικλ Κλέιτον»).

The Imaginarium of Dr. Parnassus : Ο θεόμουρλος Τέρι Γκίλιαμ («12 Πίθηκοι») επιστρέφει με μια αφάνταστα.. φανταστική περιπέτεια, στην οποία ένας παράξενος θεατρίνος κλείνει συμφωνία με τον διάβολο ενώ μεταξύ τους υπάρχει ένα παιχνίδι που κρατά αιώνες με έπαθλο μια 16-χρονη κοπέλα. Η παραγωγή στιγματίστηκε από τον ξαφνικό θάνατο του Χιθ Λέτζερ, ενώ οι Τζόνι Ντεπ, Κόλιν Φάρελ, Τζουντ Λο, Κρίστοφερ Πλάμερ και Τομ Γουέιτς πρωταγωνιστούν.

Η Απίθανη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον
: Όταν ο χρόνος κυλάει αντίστροφα τότε ένα παιδί γεννιέται… γέρος και πεθαίνει.. μωρό! Η νοσταλγική ιστορία του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, σε σενάριο του Έρικ Ροθ και σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Φίντσερ («Fight Club»), ξεδιπλώνει στη μεγάλη οθόνη το μεγαλείο του σινεμά όταν συναντά τη λογοτεχνία. Ένα έπος για τη ζωή αλά «Φόρεστ Γκαμπ», τριών ωρών παρά κάτι, που μιλάει για την πλούσια ζωή του Μπέντζαμιν Μπάτον (Μπραντ Πιτ) που νικά τον πρόωρο θάνατο και ερωτεύεται το πιο όμορφο κορίτσι (Κέιτ Μπλάνσετ) παρά την ανάποδη δυσλειτουργία του.

Miracle at St. Anna : Ο Σπάικ Λι («25η Ώρα») αποφάσισε να κάνει το δικό του αντιπολεμικό δράμα για τον Β’ Παγκόσμιο μετά την περυσινή κόντρα του με τον Κλιντ Ίστγουντ («Γράμμα από την Ίβο Τζίμα»). Βασισμένος στο καυστικό μπεστ σέλερ του Τζέιμς ΜακΜπράιντ, αφηγείται την ιστορία τεσσάρων μαύρων αμερικανών στρατιωτών που εγκλωβίζονται στις εχθρικές γραμμές σ’ ένα ιταλικό χωριό προκειμένου να σώσουν ένα παιδί. Η ταινία προκάλεσε σάλο στο πρόσφατο Φεστιβάλ της Ρώμης.

Ο Παλαιστής : Με τον Χρυσό Λέοντα ανά χείρας ο Ντάρεν Αρανόφσκι («Ρέκβιεμ για ένα όνειρο») πρέπει να νιώθει περήφανος που σκηνοθέτησε το one man show του «αλλοιωμένου» Μίκι Ρουρκ. Αφηγούμενος τη ζωή ενός θρύλου του wrestling της δεκαετίας του ’80, ο Αρανόφσκι αρπάζει το υποκριτικό εκτόπισμα του Ρουρκ καθώς και το σεξ απίλ της Μαρίζα Τομέι, και μαζί με την Έβαν Ρέισελ Γουντ φτιάχνει ένα κοινωνικό δράμα επιβίωσης στον κόσμο του φτηνού θεάματος.

Revolutionary Road : Η Κέιτ Γουίνσλετ και ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο ξανά μαζί δέκα χρόνια μετά την επιτυχία του «Τιτανικού». O Σαμ Μέντες («American Beauty») μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το διάσημο μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Γέιτς του 1955 και αναπτύσσει ένα οικογενειακό δράμα που «κοιτά» τη βρώμικη πλευρά του αμερικάνικου ονείρου της μεταπολεμικής περιόδου. Συμβάσεις, έρωτες, φιλίες, όνειρα και απατηλά συναισθήματα για ένα καλύτερο μέλλον χάνονται στην κρεατομηχανή της σκληρής πραγματικότητας.

Σφραγισμένα Χείλη : Όταν η Κέιτ Μπλάνσετ συνάντησε τον Ρέιφ Φάινς, ο Στίβεν Ντάλντρι («Οι Ώρες») τον συγγραφέα Μπέρνχαρντ Σλινκ, ενώ ο Ντέιβιντ Χερ έγραφε το σενάριο, το αποτέλεσμα θα είναι συναρπαστικό : τα «Σφραγισμένα Χείλη» αφηγούνται μια ερωτική ιστορία στη μεταπολεμική Γερμανία, όπου ο Μάικλ συναντά τη Χάνα μετά από χρόνια ενώ εκείνη είναι κατηγορούμενη για εγκλήματα πολέμου. Απωθημένες μνήμες, κόμπλεξ και παροξυσμοί στο φόντο ενός έρωτα με μεγάλη διαφορά ηλικίας που άντεξε στο χρόνο.

Milk : Πρόκειται για την ερμηνεία της χρονιάς ενός ακτιβιστή ηθοποιού που έχει κότσια. Ο Σων Πεν υποδύεται τον δημοτικό σύμβουλο του Σαν Φρανσίσκο Χάρβει Μιλκ, δηλωμένο ομοφυλόφιλο και υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος δολοφονήθηκε μαζί με τον δήμαρχο Τζορτζ Μοσκόνι το 1978, λίγο μετά την εκλογή του. Υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Γκας Βαν Σαντ («Ελέφαντας») ο Πεν βάζει όλο του το πάθος σε έναν χαρακτήρα που στιγμάτισε την αμερικανική κοινωνία. Τζος Μπρολίν, Έμιλ Χιρς και Τζέιμς Φράνκο οι συμπρωταγωνιστές του.

Che : To αριστούργημα, το μεγάλο στοίχημα, το σπουδαίο πρότζεκτ. Ο Στίβεν Σόντεμπεργκ («Η Συμμορία των 11») σκηνοθετεί τη βιογραφία του πολιτικού αγωνιστή του 20ου αιώνα Τσε Γκεβάρα. Πρωταγωνιστής ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο. Διάρκειας 260 λεπτών. Προβλήθηκε στις περυσινές Κάννες και κατενθουσίασε. Τελικώς ο Σόντεμπεργκ σπα την ταινία σε δυο μέρη («The Argentine» και «Guerilla») που θα τα διανείμει στις αίθουσες μες στο 2009 για να απολαύσουν όλοι το έπος ενός θρύλου.

Βαλς με τον Μπασίρ : Η ισραηλινή πρόταση στο σινεμά. Κράμα animation και ντοκιμαντέρ, αφηγείται τη σφαγή των Παλαιστινίων προσφύγων στο Λίβανο το 1983. Ο ισραηλινός δάκτυλος, η εθνικιστές του Λιβάνου, οι θολές μνήμες, το άβατο ενός μίσους χωρίς όρια χωρίς τέλος. Ο Άρι Φόλμαν φτιάχνει μια ελεγεία πάνω στην ψυχρότητα του πολέμου, αρκούντως ατμοσφαιρική, με μουσική που ραγίζει καρδιές. Η μεγάλη έκπληξη του Φεστιβάλ των Καννών.

Νέστορας Πουλάκος
npoulakos@apogevmatini.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 27-12).

28 Δεκ 2008

"Αν-επίκαιρα Ποιήματα" - Σοφία Κολοτούρου (2007)

Κρυπτοκτονία. Μαζεύω ένα πρωί τα πράγματά μου
πείθω τους γύρω ότι έχω σκοτωθεί,
εξαφανίζομαι από κάθε συντροφιά μου
και κάθε σχέση - κοντινή ή δικτυακή.
"Αγνοείται" ή "πέθανε" γράφει η ταυτότητά μου
καθώς γυρεύω τη ζωή μου απ' την αρχή.

"Ναι, το βαρέθηκα", τους λέω "το παραμύθι
να γίνω κάποιος και να φτιάξω τάχα
-τα στερεότυπα που τρέφουνε τα πλήθη-
να φύγω θέλω, να χαθώ μονάχα
κι ότι παλιό να σβήσει μες τη λήθη.
Μια νέα ζωή να ζήσω ήθελα να 'χα".

Και μου είπανε: "μπορείς ν' αλλάζεις πάντα
να φεύγεις κι όμως να είσαι εδώ-
κάποια ταυτότητα άλλαξε ή κράτα
για μας δεν συμβολίζεις αριθμό.
Το δρόμο πάρε, αυτή η την άλλη στράτα,
η αγάπη μας σημείο σταθερό".

Χρόνια και χρόνια η αγάπη ειν' το σημείο
-Αρχή του κόσμου, τέλος του παντός.
Περιστρεφόμαστε, ένας - ένας, δύο - δύο
σ' ένα παιχνίδι των σκιών και του φωτός
ρόλους αλλάζοντας συχνά και προσωπείο-
δεν είμαστε ορισμένοι, ούτε αριθμός.

Κι όποιος μπορεί τους χίλιους ρόλους ν' αγαπήσει,
με χίλια πρόσωπα να μας αποδεχτεί,
προς τον πυρήνα μαλακά θα μας ωθήσει,
στο Τέλος μας - στην Κεντρομόλο Αρχή.

(Κρυπτοκτονία - 23/6/2000)

*Ομολογώ ότι τη Σοφία Κολοτούρου τη γνώρισα προσφάτως αν και την ήξερα για χρόνια διαδικτυακά -μιας κι έχουμε συνυπάρξει σε πάμπολλα περιοδικά, στέκια και φόρουμ του απέραντου κυβερνοχώρου. Τα "Αν-επίκαιρα ποιήματα", που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Δαρδανός (Λάλον Ύδωρ - Τυπωθήτω) από τον Απρίλιο του 2007, είναι από αυτά τα "περίεργα" βιβλία που τα παρατηρώ εξ αποστάσεως αλλά κάτι με κρατάει να μην τα πάρω για να τα διαβάσω διότι θα μου συμβεί το μοιραίο.. Όπως κι έγινε, όταν τελικά η μόνιμη -πλέον- συνεργάτιδα του περιοδικού "Βακχικόν" (www.vakxikon.gr) Σοφία Κολοτούρου αποφάσισε να μου το χαρίσει για να μου τη σπάσει.. Μπράβο Σοφία. Γουστάρω τέτοια σπασίματα!

Τα "Αν-επίκαιρα Ποιήματα" είναι ουσιαστικά ένα ποτ - πουρί ποιημάτων της Σοφίας της τελευταίας δεκαετίας.. Είδατε έκανα και ρίμα! Όπως άλλωστε γράφει η Κολοτούρου στο πείσμα των καιρών, των ηθών και των κανόνων της σύγχρονης ποιητικής. Κρατά την παντιέρα ψηλά ακόμη κι ας έχουν περάσει 70 + χρόνια από την προβληματική της παρέας του '30. Μάλιστα το ποίημα - intro της συλλογής "Γραπτό μήνυμα μιας κουφής" έχει μελοποιηθεί από τον B.D. Foxmoor των Active Member και περιλαμβάνεται στο δίσκο "Όταν οι μικρόνοοι hiphoρραγουν". Συνολικά 26 ποιήματα περιλαμβάνει η πρώτη ποιητική συλλογή της Σοφίας Κολοτούρου, χωρισμένα σε δυο ενότητες μαζί με ένα ποίημα - intro. Όλα εξαίσια. Όπως κι η ίδια. Με εξαίσια συνέχεια, άλλωστε. Είναι σίγουρο σας λέω..

Βιογραφικό Σοφίας Κολοτούρου

Η Σοφία Κολοτούρου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και ειδικεύτηκε στην Κυτταρολογία. Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις ποίησης, όπως στην ανθολογία “Συνθέσεις”, που εκδόθηκε από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και περιελάμβανε ποιητές που δραστηριοποιούνται δια Διαδικτύου, καθώς και σε άλλες ανθολογίες που προέκυψαν μετά από διαγωνισμούς ποίησης. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά: “Μανδραγόρας”, “Αντί”, “Γαλέρα”, “Πνευματική Ζωή”, “Δόντι”, "Οροπέδιο" και στις εφημερίδες “Νέα Προοπτική”, "Αυγή" καθώς και σε ηλεκτρονικά περιοδικά όπως στο "Ποιείν" και το "Βακχικόν".
Χαρακτηριστικά δείγματα της γραφής της Σοφίας Κολοτούρου μπορείτε να βρείτε και στο προσωπικό της blog, που είναι αφιερωμένο σε θέματα που αφορούν στην κώφωση:
http://www.kofosi.blogspot.com/ *Ν.Ι.Π.

27 Δεκ 2008

"Σκεψίρροια" - Ιωάννης Ν. Τσίρκας (2008)

«Σκεψίρροια», Ιωάννης Ν. Τσίρκας, ποίηση, σελ. 35, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2008

Στον τάφο της φύτεψα κάστανα.
Τώρα επιπλέει στο λίπασμα
που αποτελείται από το αίμα-διαλύτη
των πληγών που της άφησα.

Περπατώντας στο
(ηλιόλουστο)
γκρίζο των δρόμων μας
θα παραμένω
(κρυώνοντας)
βλάσφημος ακροβάτης στα τρελαμένα της μάτια.

Στις καμινάδες καπνός και στην αγάπη μας ενέσεις.
Θα τρέφεσαι με φρούτα κι εγώ με κάστανα
στις φάσεις των αμφιβολιών σου.

(το ποίημα «Απολογία»)


Η πιτσιρικαρία στις επάλξεις. Με 24 ποιήματα συστήνεται ο Γιάννης Τσίρκας, φοιτητής μαθηματικών στην Πάτρα, στην ποιητική κοινότητα των ημερών μας. Και οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης, τον άρπαξαν αμέσως για τον απογυμνωμένο λόγο του, το βλάσφημο των λέξεων του, το αυθάδες του ποιητικού του χαρακτήρα. Η συλλογή είναι μια εναλλαγή συναισθημάτων, δυο ταχυτήτων. Ο Τσίρκας είναι ερωτευμένος. Και για αυτό παθιάζεται. Τα πρώτα του ποιήματα είναι μια ονειρική ελεγεία πάνω στην αγαπημένη του, στη ζωή του μαζί της, στη ζωή με τη σκέψη της, τη ζωή του μέσα από τα μάτια της. Συναίσθημα σε υπερβατικό επίπεδο, χωρίς μελοδραματισμούς και αστείες συνεκδοχές χαρακτηριστικών χρωμάτων του πάθους. Στο β’ μέρος των ποιημάτων (σημ. δεν υπάρχει κάποιος εμφανής διαχωρισμός στο βιβλίο, αλλά είναι σίγουρα νοητός και εμφανής στον αναγνώστη), έχει επέλθει η ρήξη, η σύγκρουση αναπόφευκτη από το έντονο του θέματος, το οποίο προκύπτει ανεπαίσθητα από τις λέξεις. Εδώ, ο Τσίρκας βωμολοχεί με στυλ. Αυθαδιάζει για το πρόσωπο, την οικογένεια, το Θεό. Το σύστημα αξιών καταρρέει και παρασύρει μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο, δομημένο μέσα από τη σχέση. Παρακολουθούμε τον κύκλο των ερωτικών σχέσεων. Την απίθανη έναρξη, την ανυπέρβλητη συνέχεια, το μοιραίο τέλος. Χωρίς μπανάλ στοιχεία. Χωρίς ματαιότητες και οικτρισμούς. Με σύνεση και σπουδαιότητα στη φράση. Και αυτό εντυπωσιάζει γιατί το νεαρό της ηλικίας του Τσίρκα (μόλις 19 ετών) μπορούσε να τον οδηγήσει άνετα και με μεγάλη ευκολία σε όλα τα παραπάνω. Όμως, εκείνος παρακάμπτει τα χρόνια του, τοποθετεί οδηγό το βίωμά του και υπερπηδά τον χρόνο οδηγημένος στην εμπειρία του στίχου. Σίγουρα, μια ποίηση με μέλλον, ένας ποιητής με παρόν και συνέχεια, αν δεν χαθεί στην ανωριμότητα της δημοσίευσης αλλά και της έκδοσης.

Νέστορας Ι. Πουλάκος

26 Δεκ 2008

"Ύμνοι στη Νύχτα" - Νοβάλις (1800)

Ποίηση, μτφρ. Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, σελ. 55, Εκδόσεις Ηλέκτρα, 2008

Όποιος την πίστη του αγάπη εκφέρει,
σε τάφο οδύνη δεν θρηνεί.
Το γλυκό αγαθό της αγάπης
κανένας δεν του το στερεί.
Η νύχτα : έκσταση τον κατακλύζει
και τη νοσταλγία του καταπραΰνει
πιστά τα παιδιά τ’ Ουρανού
την επικράτεια της καρδιάς του φρουρούν.

Καταρχάς θα μιλήσουμε για την πολύ όμορφα επιμελημένη έκδοση των «Ύμνων στη Νύχτα» του Νοβάλις, από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα, σε πρόλογο – μετάφραση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου και επιμέλεια του Γιώργου Μπλάνα, δυο εξαίρετων ποιητών που εγκαινιάζουν την ποιητική/ ποιοτική σειρά «γεφύρια» και υπόσχονται καλαίσθητα βιβλία. Οι «Ύμνοι στη Νύχτα» του Παπαντωνόπουλου, είναι χωρισμένοι σε πέντε ενότητες, έναν διαφωτιστικό πρόλογο, το ποίημα στα γερμανικά (έξυπνη κίνηση) και το βιογραφικό του Νοβάλις. Φιλόσοφος με έφεση στη φυσική επιστήμη (ορυκτολογία), μα πάνω απ' όλα ποιητής εκ πεποιθήσεως, στη ζωή και την τέχνη του, ο Νοβάλις (φιλολογικό ψευδώνυμο του Φρειδερίκου φον Χάρντενμπεργκ, 1772-1801) στα λίγα χρόνια της ζωής του αλλά και της ποιητικής του πορείας εφάρμοσε το λόγο του στις επιταγές του εκστατικού ρεαλισμού, υπερβολή του όρου «μαγικός», εκτοξεύοντας το ρομαντικό κίνημα της εποχής και προσδίδοντας του, μια αξία αξεπέραστη και μια αναγνωστική διαχρονικότητα. Ο Νοβάλις, το αλατοπίπερο του ρομαντισμού, ήλθε με τα φιλοσοφικά – θρησκευτικά – ποιητικά του «ανδραγαθήματα» να μεταδώσει την ποιητική και φιλοσοφική του διάσταση ατόφια και καθαρή στους αναγνώστες του. Τον Αύγουστο του 1800 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Athenaum» η αναθεωρημένη εκδοχή των «Ύμνων στη Νύχτα» του Νοβάλις. Στα ελληνικά κυκλοφορεί μια ακόμη μετάφραση των «Ύμνων…» από τις Εκδόσεις Διάττων και τον Γ.Ν. Πολίτη (το 2001).


Νέστορας Ι. Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 12 του fanzine περιοδικού "Bang" (Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2008).

24 Δεκ 2008

Κινηματογραφικές Πρεμιέρες 25ης Δεκεμβρίου..


Australia **

Μελόδραμα;

Δραματική, αυστραλιανής και αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Μπαζ Λούρμαν, με τους Νικόλ Κίντμαν, Χιου Τζάκμαν.

Στη Βόρεια Αυστραλία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια όμορφη Αγγλίδα αριστοκράτισσα κληρονομεί ένα αχανές ράντζο, για το οποίο ερίζουν αρκετοί ντόπιοι μεγαλοκτηνοτρόφοι. Ώσπου συμμαχεί μ’ έναν σκληροτράχηλο και πεπειραμένο κτηνοτρόφο για να οδηγήσουν τα 2.000 ζωντανά της στις απέραντες εκτάσεις της πιο απομακρυσμένης γης. Ο έρωτας για τους δυο είναι αναπόφευκτος.

Τα πάντα σε αυτή την ταινία είναι μια πρόφαση. Θυμάστε κάτι φτηνές ελληνικές παραγωγές με το δάκτυλο του Ε.Ο.Τ. τη δεκαετία του ’80; Εδώ έχουμε κάτι ανάλογο απλώς αυξήστε στο δεκαπλάσιο το μπάτζετ. Μια ταινία – έπος, διάρκειας τριών ωρών, με ένα επιτελείο αποκλειστικά αυστραλιανό με αμερικανική νοοτροπία όμως. Ο χάι κλας σκηνοθέτης Μπαζ Λούρμαν, που βρισκόταν πίσω από τα λαμπερά μιούζικαλ «Moulin Rouge», «Dance Hall» και «Romeo+Juliet», ονειρεύτηκε το δικό του «Όσα παίρνει ο άνεμος» και το πραγματοποίησε. Στη θέση της Βίβιαν Λι (Σκάρλετ Ο’ Χάρα) η Νικόλ Κίντμαν. Στο ρόλο του Τζωρτζ Ρηβς (Μπρεντ Τάρλετον) ο Χιου Τζάκμαν. Δυο κορυφαίοι αυστραλοί ηθοποιοί συμπράττουν σε αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο του Λούρμαν, ώστε η Αυστραλία να έχει τον δικό της «Θίασο» (.. του Αγγελόπουλου).
Μελόδραμα υψηλής ποιοτικής στάθμης στα πρότυπα των αμερικάνικων ταινιών των ‘30s, ‘40s, ‘50s, που μιλά για την ταραγμένη ιστορία της Αυστραλίας στο Μεσοπόλεμο και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα από ένα σταυροδρόμι πολιτισμών : πλούσιοι λευκοί, μαύροι δούλοι, περιθωριοποιημένοι εμιγκρέδες, υπό εξαφάνιση ινδιάνοι κι ξένοι (άγγλοι, γάλλοι, αμερικάνοι) επισκέπτες. Τουτέστιν : βαρύ δράμα άψογης σκηνοθεσίας πολύ κουραστικό στο ανάγνωσμά του!

Τα κελεπούρια *1/2

Τρέλα, δάκρυα και ιδρώτας

Κομεντί, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Αλφρέντο Ντε Βίγια, με τους Τζων Λιγκουιζάμο, Φρέντι Ροντρίγκεζ, Ντέμπρα Μέσσινγκ, Άλφρεντ Μολίνα.

Η οικογένεια Ροντρίγκεζ συγκεντρώνεται στο πατρικό σπίτι στο Σικάγο για την περίοδο των γιορτών. Το γεγονός που σημαδεύει τη σύναξη είναι η επιστροφή του μικρού γιου από τον πόλεμο του Ίρακ. Τα πάντα όμως έχουν σπάσει μιας και κόντρες βγαίνουν στην επιφάνεια, παλιά απωθημένα και σχέδια που μερικούς ξενίζουν.

Το θετικό στην ταινία του Ντε Βίγια είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα χολυγουντιανό γιορτινό κλίμα «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν». Αν και ακριβή παραγωγή των στούντιο, ο σκηνοθέτης τοποθετεί την ιστορία σε μια αμερικανική οικογένεια καταγωγής Πουέρτο Ρίκο, εν ολίγοις περιθώριο κι όχι τυπική οικογένεια που «όλα πάνε καλά». Από την άλλη μεριά, το μεγάλο αρνητικό έγκειται στο χαοτικό σενάριο. Τα πρόσωπα, που μπερδεύονται αναφορικά με καταστάσεις καθημερινής τρέλας, δεν ξεδιπλώνουν αβίαστα το προσωπικό τους δράμα ή χαρά, ή τελοσπάντων η σκηνοθεσία του Ντε Βίγια δεν προχωρά ούτε σε γκροτέσκο επιλογές όπως το «Και τα σπουργίτια τραγουδούν», που είχαμε δει την περασμένη εβδομάδα. Παρόλο που το στήσιμο της είναι καλό, η επιλογή ενός δημιουργού να κάνει ταινίες απλών καθημερινών συμβάντων ελλοχεύει κινδύνους αν δεν έχει τις ικανότητες ενός Ματζιντί για παράδειγμα.

Ιστορίες για καληνύχτα *

Καληνύχτα και… καλή τύχη

Κωμωδία, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Άνταμ Σάνκμαν, με τους Άνταμ Σάντλερ, Κέρι Ράσελ, Γκάι Πιρς, Κόρτνεϊ Κοξ, Τερέζα Πάλμερ.

Ο Σκήτερ είναι ένας υπάλληλος ξενοδοχείου, που ονειρεύεται κάποια μέρα ν’ αποκτήσει το δικό του στη μνήμη του πατέρα του. Όλα στην καθημερινότητά του ανατρέπονται όταν συμφωνεί να κρατήσει τα δυο παιδιά της αδελφής του για μια εβδομάδα προκειμένου να τη βοηθήσει. Από τότε και κάθε βράδυ τους λέει ιστορίες για να κοιμηθούν, οι οποίες την επόμενη μέρα.. πραγματοποιούνται.

Τυπική αν όχι κλασική οικογενειακή κωμωδία με τις γνωστές χοντράδες αμερικανικής προελεύσεως και κλισέ «να φαν’ κι οι κότες». Ο Άνταμ Σάντλερ, που πλέον έχει αναδειχθεί σε must κωμικό τέτοιων ταινιών, συμπράττει με τη Disney και φτιάχνει μια ταινία για όλη την οικογένεια, κάτι το οποίο βέβαια αμφισβητείται. Το πιο σημαντικό κομμάτι αυτής της γιορτινής ταινίας είναι οι διάλογοι της -όχι όλοι- που στιγμές – στιγμές κρίνονται απολαυστικοί. Κατά τα άλλα όμως η ιστορία σε συνδυασμό με το σενάριο, η σκηνοθεσία κι η κινησιολογία των ηθοποιών, μαζί με μερικές αδιάφορες ερμηνείες όπως εκείνη του ίδιου του Σάντλερ, καταλήγουν στο συμπέρασμα : στρίβειν δια του αρραβώνος ή του κινηματογράφου εν προκειμένω.

Παρουσίαση

The Spirit


Περιπέτεια, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Φρανκ Μίλερ, με τους Σάμιουελ Τζάκσον, Σκάρλετ Γιόχανσον, Έβα Μέντες.

Ένας από του καλύτερους αστυνόμους σκοτώνεται εν ώρα εργασίας και επιστρέφει στα εγκόσμια με υπερφυσικές δυνάμεις με μοναδικό σκοπό να πολεμήσει ενάντια σε όλες τις δυνάμεις του κακού που πολιορκούν την πόλη του. Γύρω του τέσσερις γοητευτικές γυναίκες που άλλοτε τον βοηθούν και άλλοτε κάνουν δυσκολότερο το έργο του στο Σέντραλ Σίτυ.
Ο Φρανκ Μίλερ, συγγραφέας μεταξύ άλλων των «300» και του «Sin City», μεταφέρει στο σινεμά το νουάρ κόμικ του Γουίλ Άισνερ της δεκαετίας του ’40 κι επιπλέον σκηνοθετεί με τον Σάμιουελ Τζάκσον να πρωταγωνιστεί. Η κριτική της ταινίας απουσιάζει διότι δεν προβλήθηκε στους δημοσιογράφους από την εταιρεία διανομής.

Νέστορας Πουλάκος
npoulakos@apogevmatini.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 25-12).

"Τα πάντα ρή-τος : Προτάσεις Νο 6"


Θα μείνουμε έτσι,
στη στάση αυτή,
ποζάροντας στις μηχανές των φωτογράφων,
λίγο ίσως γερμένοι μπροστά,
σαν να κρατάμε στους ώμους μας
αυτούς που επιστρέψαν,
αυτούς που ταξίδεψαν μόνοι ή παρέα με τα όνειρα
νύχτες και μέρες κάτω από γκρίζους καιρούς
- γιατί όλοι οι καιροί είναι γκρίζοι
και όλα τα οδόσημα
σε φέρνουν πάντοτε πίσω.


(Σταύρος Ζαφειρίου)

Το Soundtrack της Εβδομάδας

Leonard Cohen – Dance me to the end of love
Madrugada – Electric
Dean Martin - On An Evening In Roma
Walker Brothers - Everything Under The Sun
Carla Torgerson - Two to tango

Η Συνταγή της Εβδομάδας

Τορτελίνια με σάλτσα μανιτάρια

23 Δεκ 2008

"Τα Σύμβολα στα Όνειρα" - Δημοσθένης Βουτυράς (Έκδοση του 2007)

Τα σύμβολα στα όνειρα (τριανταεννέα όνειρα, έξι διηγήματα, μία διάλεξη), Δημοσθένης Βουτυράς, σελ. 103, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2007
Ένα σπίτι, ένας πύργος χτιζόταν, ένας πύργος ψηλός, ψηλός και οι χτίστες όλοι με πράσινα και κόκκινα ρούχα, ανέβαιναν, κατέβαιναν πηδώντας απ’ τις σκαλωσιές κάτω, σα να ‘ταν από λάστιχο. Αυτός βρέθηκε στην κορυφή του πύργου, ενώ πριν τον κοίταζε από κάτω, και ζαλιζόταν, ζαλιζόταν έκανε να πέσει, και πιανόταν σφιχτά εδώ και κει. Αλλ’ όπου πιανόταν, έφευγε, έπεφτε το μέρος εκείνο, τριβόταν, κι αυτός έβλεπε με τρομάρα, πως θα ‘πεφτε…
Ξύπνησε. Είδε πως βρισκότανε στο κρεβάτι του, και όλα τα χθεσινά του ήρθανε με μιας στο νου.
Σηκώθηκε. Αλλ’ αισθανόταν ζάλη, ζάλη τρομερή, που όσο πήγαινε μεγάλωνε.

(Ο παλιός ηθοποιός, 1926)


Όνειρα, πολλά όνειρα, ψευδαισθήσεις του ύπνου, του βαρύ ύπνου, που βιώνονται ως πραγματικές, που γίνονται η ψυχή μιας χρονικής στιγμής ενός ανθρώπου. Στο χώρο και τον τόπο των ονείρων εισήλθε στο μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας του ο Δημοσθένης Βουτυράς. Σε ανθολόγηση του Διαμαντή Καράβολα και εισαγωγή του ιστορικού και μελετητή του έργου του Βουτυρά, Βάσια Τσοκόπουλου (επιμελητής των Απάντων του από τις Εκδόσεις Δελφίνι), παρουσιάζεται μια έκδοση επικεντρωμένη στη σχέση του σημαντικού λόγιου των αρχών του 20ου αιώνα με το χώρο των ονείρων, που τόσο φαίνεται να τον απασχόλησε. Σπάνια κείμενα τα περισσότερα δημοσιευμένα σε περιοδικά της εποχής, αφηγήματα περί ονείρου αλιευμένα από τα διηγήματά του καθώς και μια διάλεξή του περιλαμβάνει η παρούσα έκδοση.

Τα Σύμβολα στα Όνειρα

Διάλεξη που δόθηκε από τον Δημοσθένη Βουτυρά στην Τεκτονική Στοά το 1933, ενώ στη συνέχεια κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Δημητράκου. Από τις σπάνιες φορές που θεωρητικοποιεί το έργο του, ο Βουτυράς μιλά για τα βιωματικά όνειρα, φέρνοντας παραδείγματα τόσο προσωπικά (π.χ. για τον θάνατο του πατέρα του) όσο και γνωστών του (π.χ. το όνειρο στο νεκροταφείο του Νικόλαου Κουρμούλη). Στη συνέχεια μιλά για τη σχέση των ανθρώπων με αυτά, κατά πόσο δηλαδή γίνονται πραγματικότητα, συνδυάζονται με αυτήν ή εγκλωβίζουν τον άνθρωπο, όταν πιστεύει με επιμονή και υπομονή ότι θα γίνουν πραγματικά. Αναπόφευκτα η διάλεξη στράφηκε και στο αμιγώς θεωρητικό κομμάτι των ονείρων, μια προσέγγιση που ο Βουτυράς είχε δώσει από την μελέτη του στα 1899 (Η Ψυχαναλυτική Ερμηνεία των Ονείρων), ενώ ο ίδιος είχε ήδη αναγνωριστεί από την επιστημονική κοινότητα της εποχής. Τέλος να τονίσουμε ότι δεν εξακριβώθηκε ποτέ η σχέση του Βουτυρά με τους ελεύθερο-τέκτονες, πλην του γεγονότος ότι ο πατέρας του άνηκε σε αυτούς.

Έξι διηγήματα

Πέρα λίγο απ’ τη βάρκα είδε δυο γλάρους να μαλώνουνε στο κύμα.
Ο ήλιος χανότανε μισοβυθισμένος στα νερά. Η βάρκα πηδούσε, χόρευε με το κύμα και το πανί έπαιζε με τον άνεμο.
Έμεινε ο ψαράς ακίνητος και απ’ το νου του περνούσε η υπενθύμιση του ονείρου που είχε δει.
Μια χαρά αισθάνεται για τη ζωή και μια πλημμύρα αγάπης για την άγνωστη κόρη του ονείρου!
Στο νου του ήρθε και η άλλη του νησιού, αλλά γρήγορα την έδιωξε και ζήτησε πάλι εκείνη που είχε δει στον ύπνο του..

(από το διήγημα «Η δύναμη του ονείρου»)

Στο παραπάνω απόσπασμα παρουσιάζεται ανάγλυφα τόσο η ιδιαίτερη προσέγγιση αλλά και άποψη περί ονείρων που είχε ο ίδιος ο Βουτυράς, όσο και η δουλειά του ανθολόγου, ο οποίος ήθελε να την τονίσει. Έξι διηγήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά όπως ο Νουμάς, ο Πυρσός, ο Ακρίτας, ο Νέος Κόσμος, μιας περιόδου από το 1906 μέχρι το 1937, αποδίδουν τη ψυχαναλυτική ματιά του συγγραφέα, ο οποίος τροφοδοτεί τους αναγνώστες του με «όνειρα» μέσα από τα όνειρα, που ο ίδιος παρουσιάζει. Εσωτερική δομή, μυστικοί κώδικες των φαντασιώσεων του ύπνου οδηγούν σε αναπάντεχα βιώματα και συσχετισμό εικόνων.

Τριανταεννέα αφηγήματα ονείρων

Η έκδοση ολοκληρώνεται με την παράθεση αποσπασμάτων ή αφηγημάτων, τα οποία ανιχνεύτηκαν μέσα από τα 500 και διηγήματα που έγγραψε ο Βουτυράς καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Με αυτό τον τρόπο ο αναγνώστης ξεκαθαρίζει στο μυαλό του το βασικό, ή μάλλον σημαντικό ρόλο που είχαν τα όνειρα στη βιβλιογραφία του Βουτυρά καθώς επίσης και την καθοριστική θέση που διαδραμάτισαν στην πλοκή των ιστοριών.

Ο Δημοσθένης Βουτυράς σημαντικός λόγιος των αρχών του 20ου αιώνα και εκ των εισηγητών του μοντερνισμού στην ελληνική λογοτεχνία, φαίνεται ότι με το έργο του συνεχίζει να συγκινεί αλλά και να προκαλεί το αναγνωστικό κοινό, πενήντα χρόνια από τον θάνατό του (συμπληρώθηκαν τον Μάρτιο του 2008). Πολυσχιδής προσωπικότητα έπλαθε το ύφος των ηρώων του σε ένα αστικό τοπίο. Η ματιά του ήταν ανθρωποκεντρική και τον ενδιέφερε η ψυχολογία της συμπεριφοράς. Ήταν σαρκαστικός με λεπτεπίλεπτο χιούμορ. Μαζί με τον Χατζόπουλο και τον Θεοτόκη ήταν εκείνοι οι συγγραφείς που εισήγαγαν στα διηγήματα τους τον κοινωνικό προβληματισμό σε συνδυασμό με τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Αν και απομονώθηκε από τη γενιά του ’30 συνέχιζε να γράφει και να δημοσιεύει μέχρι το θάνατο του, όντας αναγνωρισμένος από τη λογοτεχνική κοινότητα.


Nέστορας Ι. Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 του λογοτεχνικού περιοδικού "Μανδραγόρας" (Νοέμβριος 2008).

22 Δεκ 2008

"Betrachtungen, uber sunde, leid hoffnung und der wahren weg" - Franz Kafka (1917 - 20)

Ένα πρώτο σημάδι της αρχόμενης κατανόησης είναι η επιθυμία για θάνατο. Αυτή η ζωή μοιάζει αφόρητη, άλλο ένα ανέφικτο. Δεν ντρέπεται πια κάποιος επειδή θέλει να πεθάνει ικετεύει να τον μεταφέρουν απ' το παλιό κελί, που το μισεί, σε ένα καινούριο, που πρέπει πρώτα να μάθει να το μισεί. Επίσης ωθείται από κάποια υπολείμματα πίστεως ότι στη διάρκεια της μεταγωγής, θα τύχει να περνάει ο αφέντης από τον διάδρομο, θα κοιτάξει τον φυλακισμένο και θα πει: «Αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να ξανακλειστεί μέσα. Θα έρθει μαζί μου».
*

Αν διέσχιζες με τα πόδια μια πεδιάδα, έχοντας κάθε διάθεση να προχωρήσεις μπροστά και παρ' όλα αυτά πήγαινες προς τα πίσω, τότε η κατάσταση θα ήταν απελπιστική αφού όμως σκαρφαλώνεις πάνω σε μια απότομη πλαγιά, τόσο απότομη όσο περίπου φαίνεσαι κι εσύ ο ίδιος από χαμηλά, η κίνηση σου προς τα πίσω δεν μπορεί παρά να προκαλείται από τη φύση του εδάφους, οπότε δεν χρειάζεται να απελπίζεσαι.

*Στα 1997 οι Εκδόσεις Ερατώ και ο μεταφραστής Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης επιμελούνται μια εξαίσια -δεμένη- έκδοση των "Αφορισμών" του σπουδαίου τσέχου συγγραφέα Φραντς Κάφκα. Συνολικά 108 αφορισμοί αλιευμένοι από τα προσωπικά τετράδια (... ημερολόγια) του Κάφκα του 1917 και 1918, καθώς και απόσπασματα του ημερολογίου του 1920, ο Μπαμπασάκης "φτιάχνει" έναν κατατοπιστικό πρόλογο, ο οποίος μαζί με το πλούσιο βιογραφικό του συγγραφέα συνθέτουν μια καλαίσθητη έκδοση που σκίζει.. Ο Κάφκα σαν άλλος Λα Ροσκουκώ βάζει τη δική του ηθική μπρος στο τέρας της ανθρωπότητας, το οποίο έτοιμο να τον κατασπαράξει κάθεται αποσβολωμένο από το μεγαλείο του.
Άλλες εκδόσεις για τους "Αφορισμούς" του Κάφκα είναι εκείνες των "Ροών" και του "Επίκουρου".

Η βιογραφία του Φραντς Κάφκα
(από την ελληνική βίκι-παιδεία)

O Φραντς Κάφκα (3 Ιουλίου 1883 - 3 Ιουνίου 1924) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Εβραϊκής καταγωγής, έζησε στην σημερινή Τσεχία και έγραψε όλα τα βιβλία του στη γερμανική γλώσσα. Τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του, εδραιώθηκε η θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία, έχοντας χαρακτηριστεί ως ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος και το έργο του έχει αναλυθεί εκτενώς. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του, ανήκει η νουβέλα Η Μεταμόρφωση (1915) και τα μυθιστορήματα Η Δίκη (1925), Ο Πύργος (1926) και Αμερική (1927).

Ο Κάφκα γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα, που τότε αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και πρωτεύουσα της Βοημίας. Οι πρόγονοί του, υπήρξαν Εβραίοι της υπαίθρου (Dorfjuden), από την αγροτική ενδοχώρα της Βοημίας. Ο παππούς του, Γιάκομπ Κάφκα (1814-1889), ήταν κρεοπώλης και ο πατέρας του, Χέρμαν Κάφκα (1852-1931), τέταρτο παιδί του Γιάκομπ, εξελίχθηκε σε έναν αυτοδημιούργητο, εύπορο έμπορο υφασμάτων. Το οικογενειακό όνομα Κάφκα θα πρέπει να επιλέχθηκε από τους μακρινούς προγόνους τους, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αναγκάστηκαν από τη νομοθεσία να εγκαταλείψουν τα εβραϊκά πατρώνυμά τους. Στα τσέχικα, το όνομα Κάφκα (kavka) σημαίνει την κάργια, που αποτέλεσε και το έμβλημα που χρησιμοποιούσε ο Χέρμαν Κάφκα στις επαγγελματικές του επιστολές. Ο ίδιος ο Φραντς Κάφκα, συνέταξε σε ηλικία τριάντα έξι ετών, μία επιστολή προς τον πατέρα του, όπου τον περιγράφει ως "ένα πραγματικό Κάφκα σε δυναμικότητα, υγεία, όρεξη, ένταση της φωνής, ομιλητικότητα, αυτοϊκανοποίηση, υπεροχή έναντι του κόσμου, επιμονή, ευστροφία, ανθρωπογνωσία, σε μια κάποια συγκεκριμένη γενναιοδωρία, με όλα επίσης φυσικά τα συνοδευτικά τούτων των προτερημάτων σφάλματα και αδυναμίες". Στην ίδια επιστολή, αναφέρεται επίσης στην αδιαφορία του πατέρα του και την ευθύνη του, πάνω στην εξέλιξη που είχε ο ίδιος μεγαλώνοντας.Η μητέρα του, Γιούλιε Λαίβυ (Julie Löwy), προερχόταν από αστική οικογένεια, η οποία σύμφωνα με τον στενό φίλο και πρώτο βιογράφο του Κάφκα, Μαξ Μπροντ, χαρακτηριζόταν από "ονειροπόλους, ρέποντες στην εκκεντρικότητα", στοιχεία που έρχονταν σε αντίθεση με την τραχύτητα και την αυστηρότητα του πατέρα του. Είχε επίσης τρεις αδελφές, Γκαμπριέλε, Βαλερί και Όττλα, οι οποίες δολοφονήθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, καθώς και δύο νεότερους αδελφούς, Γκέοργκ και Χάινριχ, οι οποίοι όμως πέθαναν σε ηλικία δεκαπέντε και έξι μηνών αντίστοιχα. Οι σχέσεις του Κάφκα με το οικογενειακό του περιβάλλον δεν υπήρξαν απόλυτα αρμονικές, εν μέρει λόγω και της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας του ίδιου: "Εγώ δεν μπορώ να ζω με ανθρώπους. Μισώ απεριόριστα όλους τους συγγενείς μου, όχι επειδή είναι συγγενείς μου, [..] αλλά απλώς επειδή είναι οι άνθρωποι που ζουν πλάι μου".

Πρώτη γλώσσα του Κάφκα ήταν τα γερμανικά, επίσημη γλώσσα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, τα οποία μιλούσαν και οι δύο γονείς του. Διέθετε παράλληλα ευχέρεια στην τσεχική γλώσσα, επιδεικνύοντας ένα γενικότερο ενδιαφέρον για την τσεχική κουλτούρα. Από το 1889 έως το 1893, φοίτησε στο γερμανικό δημοτικό σχολείο αρρένων (Deutsche Knabenschule), όπου υπήρξε επιμελής και υποδειγματικός μαθητής. Αργότερα, συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές, στο Γερμανικό Γυμνάσιο (Altstädter Deutsches Gymnasium), το οποίο είχε παράδοση στην εκπαίδευση μελλοντικών κρατικών λειτουργών ή δικηγόρων και όπου ο Κάφκα διακρίθηκε και πάλι για την επιμέλειά του, πραγματοποιώντας παράλληλα λιγοστές φιλίες, όπως με τον φιλόσοφο Ούγκο Μπέργκμαν και τον ιστορικό της τέχνης Όσκαρ Πόλλακ. Τα προσωπικά ενδιαφέροντά του, ήταν κυρίως λογοτεχνικά, ενώ αντιμετώπιζε σημαντικές δυσκολίες στα μαθηματικά. Μετά το τρίτο έτος του γυμνασίου, το πρόγραμμα σπουδών του, ήταν αφιερωμένο στα αρχαία ελληνικά και στα λατινικά, αλλά παράλληλα, ήρθε σε επαφή και με το έργο Γερμανών κλασικών της λογοτεχνίας, όπως του Γκαίτε.
Το Νοέμβριο του 1901, ξεκίνησε τις σπουδές του στο γερμανικό Πανεπιστήμιο Φερδινάνδος Κάρολος της Πράγας, ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Αρχικά παρακολούθησε τις διαλέξεις στο Ινστιτούτο Χημείας, μαζί με τον Ούγκο Μπέργκμαν, ωστόσο μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων, συνειδητοποίησε πως δεν είχε τις ικανότητες για να ακολουθήσει τον κλάδο της χημείας και μετεγγράφηκε στη Νομική. Παράλληλα, παρακολουθούσε τις παραδόσεις γερμανικής λογοτεχνίας ενώ προσχώρησε και στην Αίθουσα Αναγνώσεων και Ομιλιών Γερμανών Φοιτητών (Lese und Redehalle der Deutschen Studenten), μία λέσχη φοιτητών που διοργάνωνε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, αναγνώσεις και άλλες δραστηριότητες. Στο τέλος του πρώτου έτους σπουδών του, γνώρισε τον Μαξ Μπροντ, φοιτητή στο πανεπιστήμιο, ο οποίος θα έμελλε να γίνει ένας από τους στενότερους φίλους του Κάφκα μέχρι το τέλος της ζωής του. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, εγκαταλείποντας την Πράγα, σκέψη που ωστόσο δεν υλοποίησε. Στο χρονικό διάστημα 1902-1904, τοποθετείται και το πρώτο πεζογράφημα του Κάφκα, το οποίο έχει διασωθεί, η Περιγραφή ενός Αγώνα. Τον Ιούλιο του 1904 επισκέφτηκε το σανατόριο που διηύθυνε ο Δρ. Σβάινμπουργκ, στην πόλη Τσουκμάντελ (Zuckmantel). Η υγεία του Κάφκα υπήρξε από τα παιδικά του χρόνια εύθραυστη και σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του πραγματοποιούσε κατά διαστήματα θεραπείες σε σανατόρια.
Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Πράγα, διαγωνίστηκε σε τρεις τελικές προφορικές εξετάσεις, στη Νομική, με αντικείμενα το αυστριακό αστικό και ποινικό δίκαιο, το συνταγματικό, το ρωμαϊκό, το γερμανικό, το κανονικό καθώς και το διεθνές Δίκαιο. Κατάφερε να επιτύχει στις εξετάσεις, με την επίδοσή του να κρίνεται επαρκής από τους τρεις εκ των πέντε εξεταστών του, γεγονός που του επέτρεψε να αναγορευτεί διδάκτωρ της Νομικής. Τον Αύγουστο του 1906, επισκέφτηκε για δεύτερη φορά το σανατόριο και στη συνέχεια εργάστηκε ως ασκούμενος δικηγόρος στην Πράγα, για ένα χρόνο.

Την 1η Οκτωβρίου του 1907, ο Κάφκα ξεκίνησε να εργάζεται στην ιταλική ασφαλιστική εταιρεία Assicurazioni Generali. Η αλληλογραφία του, την επoχή εκείνη, μαρτυρά πως δεν ήταν ικανοποιημένος από το εργασιακό του περιβάλλον, καθώς το ωράριό του - από τις 8 π.μ έως τις 6 μ.μ - έκανε δύσκολη την αφοσίωσή του στο συγγραφικό έργο, περιορίζοντας παράλληλα την προσωπική του ζωή. Σύντομα ξεκίνησε προσπάθειες εύρεσης άλλης εργασίας και στις 15 Ιουλίου του 1908 εγκατέλειψε την εταιρεία, ενώ δύο εβδομάδες αργότερα προσελήφθη στην ημικρατική ασφαλιστική Arbeiter Unfall Versicherungs Anstalt (Ασφαλιστική Εταιρεία Εργατικών Ατυχημάτων), όπου θα παρέμενε μέχρι το 1922. Η εργασία του αφορούσε την πρόληψη βιομηχανικών ατυχημάτων και μεταξύ άλλων συνέτασσε έγγραφα σχετικά με την πολιτική της εταιρείας ή τη δημόσια εκπροσώπησή της, επιθεωρούσε εργοστάσια και αντιπροσώπευε την εταιρεία σε δικαστήρια. Αν και ο ίδιος ο Κάφκα ισχυριζόταν συχνά πως δεν ήταν καλός στη δουλειά του, οι αρκετές προαγωγές από τους εργοδότες του αποδεικνύουν πως υπήρξε μάλλον ευσυνείδητος και εργατικός υπάλληλος στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Οι λιγότερες ώρες εργασίας - από τις 8 π.μ έως τις 2 π.μ - του επέτρεπαν να ασχολείται περισσότερο με το λογοτεχνικό του έργο, ενώ στα τέλη του 1909 άρχισε να διατηρεί και προσωπικό ημερολόγιο, όπου κατέγραφε αποσπάσματα έργων του, αφορισμούς, σκέψεις του ή γεγονότα της ζωής του.
Το 1911, ο γαμπρός του, Καρλ Χέρμαν, σύζυγος της αδελφής του Έλλι, πρότεινε στον Κάφκα να γίνει συνέταιρός του, στη λειτουργία ενός εργοστασίου αμιάντου, γνωστό με την επωνυμία Prager Asbestwerke Hermann & Co.. Ο Κάφκα έδειξε αρχικά θετική στάση, έχοντας πιθανά την επιθυμία να αποδείξει στον πατέρα του πως θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις ενός τόσο σημαντικού εγχειρήματος και αφιερώνοντας πολύτιμο χρόνο σε αυτό, παράλληλα με την εργασία του στην ασφαλιστική εταιρεία. Την περίοδο αυτή, σημαντική αναψυχή στη ζωή του υπήρξε η ενασχόλησή του με το θέατρο, παρακολουθώντας παραστάσεις ενός θιάσου από το Λέμπεργκ της Γαλικίας, στα Γίντις (Jargontheater). Οι παραστάσεις αυτές, στάθηκαν επίσης η αφορμή για την ευαισθητοποίηση του Κάφκα γύρω από την εβραϊκή του καταγωγή και τον ιουδαϊσμό.

Στις 14 Αυγούστου του 1912, καλεσμένος στο σπίτι του Μαξ Μπροντ, ο Κάφκα γνώρισε την Φελίτσε Μπάουερ (Felice Bauer), η οποία εκείνη την εποχή εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στο Βερολίνο. Σύμφωνα με τον Μπροντ, η Μπάουερ αποτελούσε μία ιδανική μορφή [Idealgestalt] για εκείνον, γεγονός που αναδεικνύεται και μέσα από την ογκώδη αλληλογραφία του μαζί της. Μετά από επτά μήνες επικοινωνίας μέσω επιστολών, ο Κάφκα συνάντησε για δεύτερη φορά την Μπάουερ στο Βερολίνο, ενώ στις 16 Ιουνίου του 1913, μέσα από ένα μακροσκελές γράμμα, της έκανε πρόταση γάμου, αν και η αλληλογραφία τους φανερώνει την μεγάλη διστακτικότητά του για ένα μελλοντικό γάμο. Ο Κάφκα ανακοίνωσε τον ανεπίσημο αραβώνα του με την Φελίτσε στη μητέρα του, στις 3 Ιουλίου, την ημέρα των τριακοστών γενεθλίων του. Το επόμενο διάστημα, η σχέση τους χαρακτηρίστηκε από διακυμάνσεις και αμοιβαία δυσπιστία απέναντι στο ενδεχόμενο του γάμου τους. Στις αρχές του 1914, η δυσπιστία αυτή υπήρξε εντονότερη από την πλευρά της Μπάουερ. Τελικά, τον Απρίλιο του 1914 έγινε η επίσημη αναγγελία των αρραβώνων τους, που ορίστηκαν για την 1η Ιουνίου, στο Βερολίνο. Νωρίτερα, ο Κάφκα είχε αρχίσει να αλληλογραφεί με την φίλη της Φελίτσε, Γκρέτε Μπλοκ, στην οποία εκμυστηρευόταν αρκετές από τις σκέψεις του γύρω από τη σχέση του με την Φελίτσε και τον επικείμενο γάμο. Η αλληλογραφία αυτή, αποτέλεσε λίγο αργότερα την αιτία μίας σύγκρουσής του με την Φελίτσε και της προσωρινής διάλυσης του αρραβώνα του. Η περίοδος που ακολούθησε, υπήρξε αρκετά παραγωγική για τον Κάφκα. Το καλοκαίρι του 1914, σημείωσε σημαντική πρόοδο στη συγγραφή της Δίκης ενώ μέσα στους επόμενους μήνες ολοκλήρωσε και τα διηγήματα Σωφρονιστική Αποικία (In der Strafkolonie) και Προ του Νόμου (Vor dem Gesetz). Εκτιμάται πως οι τελευταίοι πέντε μήνες του έτους υπήρξαν η δεύτερη σημαντικότερη συγγραφική του περίοδος. Ο επόμενος χρόνος και οι αρχές του 1916, συνοδεύτηκαν από αρκετά προβλήματα στην υγεία του, με ισχυρούς πονοκεφάλους και αυπνίες, που τον οδήγησαν και στην αίτηση παρατεταμένης άδειας από την ασφαλιστική εταιρεία για λόγους υγείας. Ειδικός νευρολόγος που επισκέφτηκε, του πρότεινε να ακολουθήσει ηλεκτροθεραπεία, έχοντας κάνει διάγνωση για καρδιακή νεύρωση. Ο ίδιος ο Κάφκα μάλλον αγνόησε την ιατρική γνωμάτευση, έχοντας μία γενική αποστροφή στη συμβατική ιατρική και προτίμηση σε ολιστικές θεραπείες.
Περίπου από τις αρχές του 1916, η σχέση του με την Φελίτσε Μπάουερ είχε αρχίσει να αναθερμαίνεται, ενώ το χειμώνα ξεκίνησε να επεξεργάζεται μία σειρά από σημειωματάρια, τα οποία σήμερα είναι γνωστά ως Τα μπλε τετράδια. Μέρος των έργων που ολοκλήρωσε δημοσιεύτηκαν από τον Κουρτ Βολφ, ο οποίος εγκωμίασε το καινούριο λογοτεχνικό του έργο, στο σύνολό του. Τον Ιούλιο του 1917 επισημοποιήθηκε για δεύτερη φορά ο αρραβώνας του με την Φελίτσε, ωστόσο τη νύχτα της 9ης Αυγούστου, ο Κάφκα παρουσίασε νέες επιπλοκές στην υγεία του, που οδήγησαν τελικά στην οριστική διάλυση της σχέσης τους. Τόσο ο γιατρός Δρ. Μύλστάιν, όσο και ο καθηγητής του Λαρυγγολογικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου της Πράγας, Φρίντελ Πικ, διέγνωσαν καττάρους στις κορυφές των πνευμόνων του και συνέστησαν την παραμονή του στην εξοχή. Ο ίδιος ο Κάφκα ήταν – ορθώς – πεπεισμένος πως έπασχε από φυματίωση. Η απογοήτευση του Κάφκα για την κατάσταση της υγείας του – έκδηλη ήδη από τα νεανικά του χρόνια – αποτυπώνεται στα ημερολόγια του και την αλληλογραφία του με την Φελίτσε. Παρά τις προσπάθειές του να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα, η ασφαλιστική εταιρεία δεν του το επέτρεψε.

Την 1η Ιανουαρίου του 1920, ο Κάφκα προήχθη σε γραμματέα της ασφαλιστικής εταιρείας (επισήμως Anstaltsekretär), ωστόσο η κακή πορεία της υγείας του, τον οδήγησε στην απόφαση να πάρει μία αναρρωτική άδεια στα τέλη του επόμενου μήνα. Η άδειά του διήρκησε περίπου δύο μήνες, διάστημα κατά το οποίο επισκέφτηκε το Μεράνο της Ιταλίας, όπου γνώρισε την Μίλενα Γέσενκα. Η αλληλογραφία του μαζί της, προσφέρεται για συγκρίσεις με εκείνη που είχε αναπτύξει με την Φελίτσε, αν και είναι σημαντικά συντομότερη. Το γεγονός πως η Μίλενα ήταν παντρεμένη και η διστακτικότητά της να εγκαταλείψει το σύζυγό της για ένα νέο γάμο με τον Κάφκα, συντέλεσαν στη διάλυση της σχέσης τους, η οποία συντηρείτο κυρίως μέσα από επιστολές.
Το Δεκέμβριο του 1920, εξασφάλισε εκ νέου τρίμηνη άδεια για λόγους υγείας, την οποία αξιοποίησε επισκεπτόμενος ένα σανατόριο στη Σλοβακία. Εκεί γνωρίστηκε και με τον Γκούσταβ Γιάνους, γιο ενός συναδέλφου του στην ασφαλιστική εταιρεία, ο οποίος είχε ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία και κατέγραψε τις συζητήσεις του με τον Κάφκα, εκδίδοντας πολύ αργότερα ένα βιβλίο με αυτές τις σημειώσεις. Κατόπιν παροτρύνσεων των γιατρών του, ο Κάφκα ζήτησε παράταση της άδειάς του, την οποία και εξασφάλισε παραμένοντας στο σανατόριο, συνολικά για οκτώ μήνες. Επέστρεψε στην Πράγα στα τέλη Αυγούστου του 1921, φιλοδοξώντας να συνεχίσει το συγγραφικό του έργο, το οποίο είχε εγκαταλείψει το προηγούμενο διάστημα. Τον Οκτώβριο, εγκρίθηκε μία νέα άδεια, τρίμηνης διάρκειας, ενώ την ίδια περίοδο είναι πιθανό πως ολοκλήρωσε το διήγημα Πρώτος πόνος, που θα δημοσιευόταν στην τελευταία του συλλογή Ένας καλλιτέχνης της Πείνας (Ein Hungerkünstler). Μέρος της άδειας του, το πέρασε στο Σπίντελμύλε, στις αρχές του 1922, διάστημα στο οποίο τοποθετείται χρονικά και η έναρξη της συγγραφής του τελευταίου μυθιστορήματός του Ο Πύργος, έργο που τελικά εγκατέλειψε στα τέλη Αυγούστου του ίδιου έτους.
Ο Κάφκα παρέτεινε εκ νέου την άδεια του, ωστόσο εξαιτίας της σταθερά κακής κατάστασης της υγείας του, αποφάσισε να υποβάλει τελικά αίτηση συνταξιοδότησης και να εγκατασταθεί στο σπίτι της αδελφής του Όττλα, στο χωριό Πλανά, 11 χιλιόμετρα νότια της Πράγας. Εκεί, ολοκλήρωσε τους επόμενους τέσσερις μήνες, τα τελευταία κεφάλαια του Πύργου. Στο μεγαλύτερο διάστημα του χειμώνα του 1922 και μέχρι την Άνοιξη του επόμενου έτους, ήταν άρρωστος και κλινήρης, χωρίς να είναι σε θέση να γράψει. Το καλοκαίρι του 1923, επισκέφτηκε το παραθαλάσσιο θέρετρο της Βαλτικής, Μύριτς (Mϋritz), όπου καταγράφεται η γνωριμία του με την Ντόρα Ντιάμαντ, σύντροφός του μέχρι το τέλος της ζωής του. Από το φθινόπωρο του 1923, έζησαν μαζί στο Βερολίνο, περίοδο κατά την οποία ολοκλήρωσε το διήγημα Το Κτίσμα. Η χειροτέρευση της υγείας του, κατά την Άνοιξη του 1924, καθώς και οικονομικές δυσχέρειες, κατέστησαν αναγκαία την επιστροφή του στην Πράγα. Κατά την διάρκεια του Πάσχα, ολοκλήρωσε το διήγημα Ζοζεφίνα η τραγουδίστρια ή Ο λαός των ποντικιών, που δημοσιεύτηκε στην Prager Presse, εξασφαλίζοντας ένα χρηματικό ποσό για την νοσηλεία του σε σανατόριο. Στις 10 Απριλίου, μεταφέρθηκε στην Πανεπιστημιακή Κλινική της Βιέννης και μία εβδομάδα αργότερα, σε σανατόριο του Κήρλινγκ (πόλη κοντά στη Βιέννη), όπου πέθανε στις 3 Ιουνίου. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Πράγα, όπου ενταφιάστηκε στις 11 Ιουνίου, στο Νέο Εβραϊκό Νεκροταφείο, με παρουσία περίπου εκατό ατόμων.

Το πρώτο πεζογράφημα του Κάφκα, το οποίο διασώζεται, είναι η Περιγραφή ενός αγώνα (Beschreibung eines Kampfes) που ξεκίνησε να γράφει μετά το 1902 – και ίσως συνέχισε μέχρι το 1904 – ένα πρώιμο έργο που δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε, διακρίνεται όμως για την ακρίβεια της γραφής του. Το καλοκαίρι του 1912, κατά τη διάρκεια διακοπών μαζί με τον Μαξ Μπροντ στη Γερμανία, ο Κάφκα ήρθε σε επαφή με τον εκδότη Καρλ Βολφ (Karl Wolff), o οποίος εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να αναλάβει την έκδοση ενός βιβλίου του. Ο Βολφ υπήρξε εκείνος που τελικά εξέδωσε για πρώτη φορά, βιβλίο του Κάφκα, το 1913 και επρόκειτο για τη συλλογή Παρατήρηση (Betrachtung). Ακολούθησε η έκδοση του Θερμαστή (Der Heizer) σε μία σειρά νέων συγγραφέων με τον τίτλο Der jüngste Tag (Η Ημέρα της Κρίσεως), της Μεταμόρφωσης (1915), της Κρίσης (Das Urteil), της Σωφρονιστικής Αποικίας (1919) και τέλος της συλλογής Ένας αγροτικός γιατρός (1920). Η συλλογή διηγημάτων Ένας καλλιτέχνης της πείνας (Ein Hungerkünstler), είχε προετοιμαστεί από τον Κάφκα για δημοσίευση, αλλά τελικά εκδόθηκε λίγο μετά το θάνατό του.
Το φθινόπωρο του 1921, μετά την επιστροφή του στην Πράγα από το σανατόριο της Σλοβακίας, ο Κάφκα έγραψε την πρώτη του διαθήκη, ένα σημείωμα με αποδέκτη τον Μαξ Μπροντ, καταγράφοντας την επιθυμία του να καταστρέψει ό,τι υπήρχε "σε ημερολόγια, χειρόγραφα, επιστολές άλλων και δικές μου, σχεδιάσματα και τα λοιπά, να καούν ανελλιπώς και χωρίς να διαβαστούν, καθώς επίσης και όλα όσα έχω γράψει ή σχεδιάσει [...] ". Ο Μπροντ αγνόησε το αίτημα του, χρησιμοποιώντας ως βασικό επιχείρημα, το γεγονός πως όταν ζητούσε κάτι τέτοιο, γνώριζε κατά βάθος ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει μία τέτοια απαίτηση. Μετά το θάνατο του Κάφκα, ετοίμασε την έκδοση των μυθιστορημάτων Ο Πύργος (1925), Η Δίκη (1925) και Αμερική (1927), έργα που θεωρούνται ουσιαστικά ημιτελή. Ο Μπροντ προέβη σε ορισμένες τροποποιήσεις των χειρογράφων του Κάφκα (μεταφορά κεφαλαίων, προσθήκη σημείων στίξης κ.λπ.), χωρίς να λείψουν κριτικές με στόχο τις εκδοτικές του πρακτικές. Αν και ο Κάφκα έχαιρε κάποιας φήμης ως συγγραφέας στην εποχή του, θεωρείται πως οι πρώτες μετά θάνατον εκδόσεις των μυθιστορημάτων του, είχαν σημαντική συνεισφορά στην εδραίωση της θέσης του στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Από το 1982, κυκλοφορούν επανεκδόσεις των έργων του Κάφκα, οι αποκαλούμενες και κριτικές εκδόσεις, βασισμένες στα χειρόγραφα του, όπως αυτά συγκεντρώθηκαν από τον Malcolm Pasley και μεταφέρθηκαν στην Bodleian Library της Οξφόρδης. Ο Pasley, μαζί με μία ομάδα φιλολόγων, επανεξέτασαν τα χειρόγραφα, αναιρώντας την προγενέστερη επιμέλεια του Μαξ Μπροντ και δίνοντας έμφαση στην πρωτότυπη μορφή των κειμένων.
Τα έργα του Κάφκα αποτέλεσαν ένας είδος συμβόλου της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου, μέσω της επαναλαμβανόμενης περιγραφής ενός ασφυκτικού, γραφειοκρατικού και συχνά παράλογου περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο δρουν οι ήρωες του. Ο όρος καφκικό, που έχει καθιερωθεί ως ορολογία, συμπυκνώνει την ατμόσφαιρα που αποπνέει το σύνολο του έργου του και χρησιμοποιείται σήμερα για τον χαρακτηρισμό κάθε έργου τέχνης που εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά. Τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του, αρκετοί διακεκριμένοι λογοτέχνες προέβαλαν θετικά το έργο του, μεταξύ αυτών ο Άλντους Χάξλευ[ και ο Αλμπέρ Καμύ, ενώ ενδιαφέρον για τον Κάφκα έδειξαν και οι Γάλλοι υπαρξιστές. Μέχρι σήμερα το έργο του έχει γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης και κριτικής. *Ν.Ι.Π.

21 Δεκ 2008

Συνέντευξη του Παντελή Ροδοστόγλου...


Συνέντευξη : Νέστορας Ι. Πουλάκος
Φωτογραφίες : Γιώργος Γριβάκος


Στο γωνιακό ξύλινο καφέ-μπαρ της πλατείας Εξαρχείων ορίστηκε το ραντεβού μας με τον Παντελή Ροδοστόγλου. Μπασίστας και στιχουργός των Διάφανων Κρίνων, αυτή την περίοδο βρίσκεται σε διαρκές τρέξιμο μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, γιατί μόλις κυκλοφόρησε ο νέος –6ος τον αριθμό- δίσκος τους, με τίτλο «Κι η αγάπη πάλι θα καλεί». Εκπλαγήκατε; Πρόκειται για τον πιο αισιόδοξο τίτλο – στίχο τους, έτσι; Κι όμως κάνετε λάθος. Διότι, όπως μας λέει με θέρμη ο Παντελής «οι άνθρωποι που δημιουργούν φέρνουν ένα αισιόδοξο μήνυμα, διαφορετικά θα έμεναν σπίτια τους». Και πολύ σωστά. Επιτέλους αυτή η αντίληψη ότι τα Διάφανα Κρίνα «μάχονται» με τα πεσιμιστικά και καταθλιπτικά τους δαιμόνια οδηγώντας στη «μαυρίλα» πρέπει ν’ αλλάξει. Άλλωστε μόνο όταν συνδιαλέγεσαι μαζί τους γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος, πιο χαρούμενος. Κι αν σβήσαμε σαν ίσκιοι, λοιπόν..

-Καλησπέρα Παντελή
-Καλησπέρα Νέστορα.

-Ας ξεκινήσουμε μιλώντας για ένα υπαρξιακό ζήτημα : την παρουσία του μουσικού στη σκηνή, στη ζωή, στην καλλιτεχνική πραγματικότητα. Τη σχέση του με το κοινό. Τι προφίλ πιστεύεις ότι πρέπει να κρατά ο δημιουργός; Και στο ρωτάω αυτό διότι ο χώρος που κινείστε, ως Διάφανα Κρίνα, εκείνος της ροκ, έχει προκαλέσει ποικίλες απόψεις.
-Θα ξεκινήσω λέγοντας σου μια φράση του Πάμπλο Νερούδα, την οποία αγαπώ πολύ αλλά και θεωρώ πολύ σωστή : όταν τον είχαν ρωτήσει τη σχέση του με τους αναγνώστες του είχε πει «η σχέση μου με τους ανθρώπους που με διαβάζουν είναι σαν τη σχέση δυο μικρών παιδιών -εμού και των άλλων- που δεν γνωρίζονταν κι όμως θέλησαν να μοιραστούν τα δώρα της ζωής». Κοίτα, Νέστορα, μία καλώς εννοούμενη ματαιοδοξία είναι θεμιτή να υπάρχει στον μουσικό ή γενικότερα στον καλλιτέχνη γιατί είναι κινητήριος μοχλός δημιουργίας των πραγμάτων. Απλώς αν περάσεις κάποιο όριο γίνεσαι ψώνιο. Στο εξωτερικό συντηρούν το σταριλίκι για καθαρά επαγγελματικούς λόγους. Στην Ελλάδα αυτά δεν υπάρχουν.

-Επομένως που νομίζεις ότι βρίσκεται η χρυσή τομή της συμπεριφοράς;
-Να υπάρχει ένας ναρκισσισμός αλλά πρέπει να τελειώνει κάπου. Η διαχείριση του πράγματος είναι σημαντική. Πρέπει να επικεντρώνεσαι στη δημιουργία σου. Όλα τα άλλα είναι δορυφόροι. Δεν παίζεις μουσική για να ικανοποιήσεις αυτά αλλά για τη δημιουργική σου ανάγκη. Έτσι, λοιπόν, εσύ αφοσιώνεσαι στη μουσική σου και δημιουργείς μια όμορφη σχέση με αυτούς που σε ακούν. Είναι λάθος να αντιμετωπίζεις αυτούς που σε ακούν με λάθος τρόπο. Ξέρεις, βλέπω τον εαυτό μου στα παιδιά αυτά. Έτσι ψαχνόμουν κι εγώ στα νιάτα μου και πήγαινα σε συναυλίες.

-Για να κλείσουμε αυτό το θέμα, σε τέτοιου είδους παγίδες θεωρείς ότι έπεσαν ποτέ τα Διάφανα Κρίνα στα 15 και χρόνια που βρίσκονται on stage ;
-Φυσικά όπως καταλαβαίνεις όλα αυτά είναι ανθρώπινα και φυσιολογικά κι έχουν συμβεί. Μέχρι ενός σημείου, βέβαια, γιατί προσπαθούμε πολύ να είμαστε επικεντρωμένοι στη μουσική μας. Ο άνθρωπος θέλει την ευκολία του και εμείς δεν μπορούμε να παρεκκλίνουμε από τον κανόνα. Είμαστε άνθρωποι επιρρεπείς στην τεμπελιά και στην ευκολία κι έχουμε κάνει τις «αλητείες» μας. Όμως πάντα τραβάμε ο ένας τον άλλον και συντονιζόμαστε σε αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλά. Άλλωστε μέσα από αυτά τα γεγονότα οικοδομείς τον εαυτό σου και γίνεσαι καλύτερος.

«Κι η αγάπη πάλι θα καλεί», ο νέος δίσκος

-Τον τελευταίο χρόνο έχουμε ακούσει σε συναυλίες σας τουλάχιστον 4-5 καινούρια τραγούδια. Είναι αισιόδοξα και δυναμικά. Μεγαλύτερη έκπληξη έχει προκαλέσει ο τίτλος του δίσκου «Κι η αγάπη πάλι θα καλεί». Γιατί αυτή η αλλαγή σε σύγκριση με άλλους δίσκους;
-Kι η αγάπη πάλι θα καλεί.. είναι μια φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Ξεκινάς από την απώλεια (..δίσκος του 1996) για να φτάσεις στην αγάπη. Έννοιες ταυτόσημες. Άλλωστε όλα οδηγούν σ’ ένα πράγμα : στην αγάπη. Πάντως ο τίτλος δεν είναι προϊόν σκέψης, έτσι ήρθαν τα πράγματα, μας βγήκε πώς να το πω. Από κει και πέρα όμως με αυτή σου την ερώτηση εγείρεται μια κουβέντα, που μας απασχολεί πολύ ως Διάφανα Κρίνα : δεν υπάρχουν απαισιόδοξοι τίτλοι ούτε απαισιόδοξοι στίχοι. Οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται δημιουργικά είναι αισιόδοξοι, από τη φύση τους. Είναι άνθρωποι που δεν φοβούνται να ξεγυμνωθούν, που πιστεύουν σε κάτι, έχουν ένα όραμα. Προσπαθούν να κάνουν το κοινό τους να επικοινωνήσει. Είναι ζωντανοί άνθρωποι, οι οποίοι στην πορεία της προσπάθειάς τους για επικοινωνία θα ανιχνεύσουν και πλευρές του εαυτού τους που δεν έχουν μόνο φως αλλά και σκοτάδι. Άρα είναι φυσικό να θες να επικοινωνήσεις με αυτούς τους κόσμους και να διαπραγματευτείς μαζί τους για να λυτρωθείς. Και αυτό είναι αισιόδοξο. Και δημιουργικό. Πολλές φορές κάνουμε κουβέντες με διάφορους ανθρώπους, που μας αποκαλούν «σκοτεινούς». Λάθος. Είμαστε αισιόδοξοι, για όλα τα παραπάνω. Αλλά και για κάτι σημαντικότερο : κινητοποιούμε κόσμους και κάνουμε γιορτές, κι αν αυτό δεν λέγεται αισιοδοξία τότε πως λέγεται;

-Άρα, λοιπόν, χαρακτηρίζεις το στίχο σας ευχάριστο;
-Στον στίχο σου θα πεις πράγματα, που βγαίνουν μέσα από μια πορεία αυτοπραγμάτωσης. Το να μην κοιτάς τα σκοτάδια σου σημαίνει ότι δεν θα ολοκληρωθείς ποτέ. Οι άνθρωποι που αντιδρούν στους στίχους μας είναι εκείνοι που φοβούνται να καταδυθούν σε τέτοια βάθη, στα όποια βάθη. Τέλοσπαντων πάρα τις όποιες δεδομένες παρεξηγήσεις πρέπει να πούμε αυτό που πρέπει να πούμε. Και για να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας όσον αφορά τον τίτλο του δίσκου. Είναι η κατάληξη από όλα αυτά τα χρόνια, αφού κάνουμε όλη αυτή την κατάδυση σε σκοτεινούς τόπους εσωτερικούς και εξωτερικούς.

-Πως θα χαρακτήριζες θεματολογικά το στίχο σας στον τελευταίο δίσκο;
-Είναι στίχοι καλέσματα. Κάνουμε μια προσπάθεια να παρακινήσουμε ακόμα περισσότερο τους εαυτούς μας και τους ανθρώπους να προσπαθούν, να ελπίζουν έστω και απεγνωσμένα. Οι στίχοι είναι πιο έντονοι αν και λίγο πιο τεχνητοί αυτή τη φορά. Πλέον «πετάμε» στίχους που μπορεί να είναι λίγο συνθηματολογικοί. Φοβόμασταν παλιότερα να κάνουμε κάτι τέτοιο. Όμως, πλέον, έχουμε μια βαθύτερη ανάγκη να τονίσουμε αυτά που έχουμε να πούμε στους ανθρώπους. Θέματα όπως φίλία, δημιουργία, αγάπη στις δύσκολες εποχές που ζούμε, είναι αυτά που μας απασχολούν. Ο ίδιος ο τίτλος είναι η αγάπη, γιατί η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που θα πρέπει να θυμόμαστε κατά το σύντομο πέρασμά μας από αυτή τη ζωή είτε θετικά είτε αρνητικά, κι αυτό συμβαίνει εξαιτίας της παντοδυναμίας της ή της έλλειψής της.

-Θες να μιλήσουμε για τον ήχο της νέα σας δουλειάς; Τον βρίσκω πιο δυνατό, μια επιστροφή σε εκείνον του πρώτου δίσκου θα έλεγα.
-Ο ήχος στο νέο δίσκο είναι πιο έντονος και μερικά κομμάτια έχουν πολύ δύναμη. Είναι γρήγορα και ηλεκτρικά. Όμως πάντα μοιράζουμε τα κομμάτια στους δίσκους σε μελωδικά και σε μη. Αυτό υπάρχει και τώρα. Δεν μπαίνουμε σε διαδικασία επιλογής ήχου. Ο καθένας φιλτράρει τις επιρροές του, τα ακούσματά του, μέσα από μια δημιουργική διαδικασία όλο αυτόν τον καιρό. Επίσης μέσα από τις ανάγκες της στιγμής, τις συναισθηματικές διαθέσεις, τις ψυχολογικές. Δηλαδή δεν υπάρχει ηθελημένη συνέχεια. Βέβαια υπάρχει εξέλιξη από δίσκο σε δίσκο. Και φυσικά γίνονται αλλαγές, πειραματιζόμαστε, ψαχνόμαστε για να γίνουμε καλύτεροι μουσικοί και να έχουμε καλά αποτελέσματα.

-Το ποίημα αυτού του δίσκου ποιο είναι, αυτή τη φορά;
-Στον τελευταίο μας άλμπουμ καταλήξαμε στον Καρυωτάκη. «Κι αν έσβησες σαν ίσκιος..». Είναι μια επιλογή του Θάνου (.. Ανεστόπουλου). Ένα όνειρό του Κι είμαστε όλοι μαζί εδώ, για να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικά. Όπως επίσης πραγματοποιήσαμε ένα ακόμη όνειρο του Θάνου. Το τραγούδι «Τελευταίος σταθμός», είναι μια μελαγχολική μπαλάντα που παίζεται με βιολοντσέλα, βιολιά, τσέλα κτλ.

-Έχεις αγαπημένους στίχους, κάποιο τραγούδι που σου έχει αφήσει κάτι;
-Δεν έχω να τονίσω κάτι το ιδιαίτερο. Άλλωστε δεν είναι ωραίο ούτε να μιλάς επισταμένως ούτε να διαχωρίζεις τη δουλειά σου. Ας ακούσουν τα τραγούδια οι άνθρωποι και να μας πουν τι τους αρέσει.

-Μετά τη φυγή σας από την Wipe Out και το κλείσιμο της δικής σας εταιρείας (This is my voice) κάθε φορά «στοιχηματίζουμε» όλοι που θα βγάλετε την επόμενη δουλειά σας, Αυτή τη φορά;
-Μας έγινε μια πρόταση από έναν καλό φίλο που έχει την εταιρεία Roll Out Vision Services. Και δεχτήκαμε διότι οι συνθήκες μας ικανοποιούσαν. Πρόκειται για μια ανεξάρτητη εταιρεία, που αν δεν κάνω λάθος βγάζει με εμάς τον πρώτο της μουσικό δίσκο. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι για πρώτη φορά, σε αυτό τον δίσκο, δουλέψαμε με παραγωγό. Κάτι που στην Ελλάδα δεν συνηθίζεται, έξω όμως είναι τόσο φυσικό. Ο Μάκης ο Μουράτογλου είναι ένας άνθρωπος του χώρου, μουσικός και ο ίδιος, που μας βοήθησε πάρα πολύ. Μελετάγαμε τα τραγούδια ένα χρόνο τώρα, εξελιχθήκαμε σαν μουσικοί μέσα από την τριβή μαζί του, συζητήσαμε πολύ και για τον στίχο και για τον ήχο. Ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του και είναι ιδιαίτερα δημιουργικός.

-Και τελειώνοντας τον κεφάλαιο νέος δίσκος. Πόσα τραγούδια μας έχετε τώρα;
-Συνολικά 12 τραγούδια (περιλαμβάνεται ένα ορχηστρικό). Δεν έγινε κάποια τελική επιλογή, τα είχαμε σκεφτεί ήδη από τις πρόβες.

Διάφανα Κρίνα, Παντελής Ροδοστόγλου = ποίηση

-Ήλθε η ώρα της ποίησης, Παντελή. Το αιώνιο φλερτ του στίχου του συγκροτήματος με κείνη. Ας πάμε τρία χρόνια πίσω στο βιβλίο σας από την Ίνδικτο. Ήταν μια έκπληξη αυτό το βιβλίο-cd. Τι σας άφησε όλο αυτό;
-Πρώτα απ’ όλα θεωρούμε ότι πρόκειται για έναν ακόμα δίσκο των Κρίνων. Μας έγινε η πρόταση από τις Εκδόσεις Ίνδικτος για να κάνουμε ένα βιβλίο. Το σκεφτήκαμε. Μας άρεσε η ιδέα. Άλλωστε θέλουμε να αφήνουμε πράγματα πίσω μας. Το είδαμε το εγχείρημα σαν μια δουλειά που θα είναι συγκεντρωτικά οι στίχοι μας καθώς και μερικά ανέκδοτα κείμενα και ποιήματα μας. Στο πλαίσιο αυτών των σκέψεων ήλθε το cd. Προέκυψε στην πορεία. Θέλαμε πολλά χρόνια να γράψουμε μουσική ορχηστρική, το σκεφτήκαμε, επίσης, μπήκαμε στο στούντιο, αφεθήκαμε ελεύθεροι, μακριά από τα δεσμά του στίχου, με τα συναισθήματα μας έντονα και μας βγήκε.. Αυτό.

-Πρόσφατα, σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό στο διαδίκτυο (το περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 3) διάβασα ανέκδοτα ποιήματά σου, τα οποία ήταν εντελώς διαφορετικά από τους στίχους σου. Ήταν μια μεγάλη έκπληξη, όχι μόνο για μένα, αλλά και με άλλους που συνομίλησα είπαμε το ίδιο πράγμα : σου πάει πολύ ο ελεύθερος στίχος, μακριά από τη ρίμα. Βγάζει έναν διαφορετικό Παντελή. Σκέφτεσαι να βγάλεις στο μέλλον κάποιο βιβλίο; (σημ. στο περιοδικό Βακχικόν, στο τεύχος 2, δημοσιεύονται ανέκδοτα ποιήματα των Θάνου Ανεστόπουλου και Τάσου Μαχά)
-Για τα ποιήματα στα οποία αναφέρεσαι έχω να πω το εξής : μου έχει δημιουργηθεί μια ανάγκη να ξεπεράσω τη ρίμα και αυτό είναι προσωπικό. Καλύπτω ένα κομμάτι των αναζητήσεών μου μέσω των στιχουργημάτων από τους δίσκους στα Διάφανα Κρίνα, όμως τα τελευταία δυο χρόνια βγήκαν πτυχές του εαυτού μου που πήραν άλλες εκφράσεις μέσα από το γράψιμο. Πιο ελεύθερες…

-…συγνώμη που σε διακόπτω αλλά αυτοί οι στίχοι χωρίς ρίμα, χωρίς στροφές, χωρίς τετράστιχα, πιο ελεύθεροι, μοιάζουν με μικρές ιστορίες γεμάτες ρυθμό, αρκούντως περιγραφικές σαν να τις γράφει ένα άλλο πρόσωπο. Έχεις σκεφτεί να τις κάνει τραγούδια;
- (γελάει) Μου το είπαν κι άλλοι αυτό. Το να γίνουν δηλαδή τραγούδια. Μάλιστα ένα ποίημα το προσπαθούμε με τα παιδιά (.. τα Κρίνα) να το μελοποιήσουμε για μελλοντικό δίσκο. Όπως και να ‘χει, ναι, υπάρχει ένας ρυθμός γιατί πάντα τον έχω όταν γράφω. Τα άλλα ποιήματα όμως, όχι οι στίχοι για τα Κρίνα, μιλούν για πράγματα που είχαν ανάγκη να βγουν. Ήταν σαν να έλυνα πράγματα με τον εαυτό μου, με τους γύρω μου, με τον πατέρα μου. Δεν είναι ερωτικά αδιέξοδα κάποιου χαρακτήρα. Μου βγήκαν έτσι. Ήταν σαν να τα έκανε κάποιος άλλος κι εγώ εκπλήσσομαι μερικές φορές όταν τα διαβάζω. Υπήρχε μεγάλη ανάγκη, δεν ξέρω τι άλλο να πω. Βγήκαν αβίαστα. Όσον αφορά, τώρα, το βιβλίο που με ρώτησες προηγουμένως, έχω να πω ότι τα ποιήματα έχουν μια αξία και ίσως εν καιρώ να εκδοθούν. Για μένα είναι σημαντικά και ίσως έχουν ενδιαφέρον αλλά προς το παρόν δεν σκέφτομαι κάτι παραπάνω.

Το μέλλον και τα Διάφανα Κρίνα


-Και για το μέλλον τα Διάφανα Κρίνα που θα μας τραγουδήσουν;

-Θα γίνουν συναυλίες στις 29/11 στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, όπου θα παρουσιαστεί ο δίσκος θέλοντας να κάνουμε κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Να πειραματιστούμε ακόμα και με τους χώρους. Στη συνέχεια στις 6/12 θα παίξουμε στο «Μύλο» στη Θεσσαλονίκη. Στις 7/12 στο «Music House» στα Γιάννενα. Μετά πάμε στα μέσα Γενάρη (16-17/1) στο Κύτταρο στην Αθήνα. Τέλος στα μέσα Απρίλη προγραμματίζουμε μια 15ήμερη περιοδεία σε Ελλάδα και Κύπρο.

- Παντελή, τα Διάφανα Κρίνα κινούνται μεν στα δικά τους μονοπάτια, όμως μετά κι από αυτό το βήμα τι δύναμη έχουν για να συνεχίσουν στο επόμενο; Εννοώ δεν έχουν κουραστεί από την ελληνική ροκ σκηνή, από τις εταιρείες, τα μαγαζιά, το κοινό, ίσως, το οποίο μπορεί να μην ανανεώνεται γιατί είναι άλλα τα ακούσματα σήμερα;
-Άκου Νέστορα. Δεν είμαστε επαγγελματίες μουσικοί. Αγαπάμε τη μουσική. Φτιάξαμε αυτό το συγκρότημα από μια εσωτερική ανάγκη να πούμε πράγματα. Για μας η μουσική είναι συνθήκη ζωής κι όταν πιθανόν έρθει ο καιρός να χωρίσουμε –γιατί δυστυχώς ότι γεννιέται πεθαίνει- θα μας μείνει μια θλίψη. Αν ποτέ τελειώσει αυτό θα σκορπιστούμε στα δικά μας μονοπάτια. Εμείς σκεφτόμαστε και συζητάμε μεταξύ μας όσο περισσότερο μπορούμε χωρίς να επηρεαζόμαστε από εξωτερικούς παράγοντες. Χαράζουμε το δικό μας δρόμο. Διατηρούμε το προσωπικό μας προφίλ χωρίς να μας απασχολεί απαραίτητα η μόδα. Είμαστε πολύ καλά μεταξύ μας και γουστάρουμε και δεν μας πειράζουν οι έξω. Έχουμε δυνάμεις ανεξάντλητες δυνάμεις, που πηγάζουν από τη σχέση που έχουμε μεταξύ μας. Τώρα, αν το κοινό ανανεώνεται; Το ρωτάς; Φυσικά υπάρχουν οι χρόνια φίλοι μας αλλά το κοινό των Κρίνων αποτελείται αυτή την εποχή από παιδιά που πρέπει αν ήταν πολύ μικρά όταν εμείς ξεκινούσαμε. Ψάχτηκαν, άκουσαν, έμαθαν, ήρθαν. Όσον αφορά τα διαπλεκόμενα της σκηνής, άστο καλύτερα. Έχουμε δει τόσα που θα μπορούσαμε να γράψουμε βιβλίο.

-Επομένως, τα λέμε σκηνή;
-Φυσικά, Νέστορα, πάντα εκεί!

-Καλή συνέχεια, τότε, κι ευχαριστώ.
-Το ίδιο εύχομαι και σε σένα.

«Κάνω παρέα με λεπρούς που θέλουν χάδια μ' άγια ρεμάλια και μυαλά σακατεμένα»


Τα Διάφανα Κρίνα είναι οι : Θάνος Ανεστόπουλος (φωνή, κιθάρα), Παντελής Ροδοστόγλου (μπάσο), Νίκος Μπάρδης (κιθάρα, τρομπέτα), Κυριάκος Τσουκαλάς (κιθάρα, πλήκτρα), Τάσος Μαχάς (τύμπανα, κρουστά).

Κυκλοφόρησαν στα μέσα Νοέμβρη τον τελευταίο τους δίσκο «Κι η αγάπη πάλι θα καλεί» από την Roll Out Vision Services.

Πληροφορίες για το συγκρότημα μπορείτε ν’ αναζητήσετε στο επίσημο site :
www.diafanakrina.info

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 12 του fanzine περιοδικού "Bang" (Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2008).

20 Δεκ 2008

Κανάλι Ένα Πειραιάς - 90,4 fm = Γ.Ι. Μπαμπασάκης + Ν.Ι. Πουλάκος... again...


Μετά τη θυελλώδη σύγκρουση που συγκλόνισε το σύμπαν,
υπέρμαχοι αμφότεροι του Συνδρόμου της Στοκχόλμης,
οι Νέστωρ Πουλάκος και Ίκαρος Μπαμπασάκης,
ΣΕ ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ.

Συνομιλούν και παίζουν σπιντάτες μουσικές
σήμερα, 20 Δεκεμβρίου,
στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM,
στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών»,
11 το βράδυ έως αργάμιση και κάτι,
με αφορμή το 4ο τεύχος του περιοδικού «Βακχικόν»
και την έκδοση του βιβλίου «Μικρές Αθηναϊκές Ιστορίες».

Mαζί παρέα ο σκηνοθέτης Στέργιος Νιζήρης
και ο συγγραφέας και μεταφραστής Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

ΖΗΤΩ Ο ΕΙΡΗΝΟΦΙΛΟΣ ΖΟΦΟΣ!

Oι "Μικρές Αθηναϊκές Ιστορίες" ΕΞΑΝΤΛΗΘΗΚΑΝ..


Κατεβάστε την έκδοση σε .pdf :

19 Δεκ 2008

"Σωτήρης Κακίσης, Εγκώμιον της Ουσίας" - Δημήτρης Χαλαζωνίτης




Λέγομαι Δημήτρης Χαλαζωνίτης. Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας. Είμαι ο αναγνώστης. Που διαβάζει. Όσο πιο πολύ μπορεί. Γιατί πιστεύει ότι η λογοτεχνία είναι μια από τις σημαντικότερες, αν όχι η μόνη, μορφή ηθικής ασφάλειας που διαθέτει μια κοινωνία. Ότι είναι το μόνιμο αντίδοτο στη λογική του αλληλοσπαραγμού, το καλύτερο επιχείρημα εναντίον κάθε είδους μαζικής ισοπεδωτικής λύσης -αν μη τι άλλο, γιατί η ανθρώπινη ποικιλία αποτελεί το κατ’ εξοχήν υλικό της και το λόγο της ύπαρξης της. Και τελικά απαραίτητος όρος του ζωτικότερου αιτήματος: της Ελευθερίας. Και έχω την τύχη να είμαι φίλος του Ποιητή. Με την νόμιμη προκατάληψη, όχι γιατί γνωρίζω όλες τις λέξεις του, αλλά γιατί γνωρίζω τον ίδιο πίσω από αυτές. Έτσι ό,τι πω σήμερα δεν έχει καμία σχέση με τις επουράνιους λεωφόρους της πασικατέχουσας λογοτεχνικής κριτικής, αλλά με τα επίγεια μονοπάτια μιας γνωριμίας. Γιατί αυτό το σπουδαίο μου χάρισε ο Σωτήρης και όπως γράφει ο ίδιος: « όσο διαρκεί η μικρή κατανόηση εγώ θα σκύβω το κεφάλι μου, θα καίγομαι ο κακομοίρης».

1978. Είμαι δεκαεννιά χρονών και ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσω οδοντιατρική. Τα πρώτα ουσιαστικά βήματα στην ελευθερία και τη γνώση. Τα χρόνια εκείνα, έτσι όπως είναι τα πράγματα, οι περισσότεροι δρόμοι οδηγούν στα αμφιθέατρα στα μπαρ και στα βιβλιοπωλεία. Τα δύο πρώτα τα έχω εύκολα. Στα τρίτα κοντοστέκομαι. Έξω από τις πόρτες του Ραγιά, του Κοτζιά και του Μπαρμπουνάκη. Ορθάνοιχτες χάσκουν σαν το στόμα του δαιμονικού προσώπου μιας άλλης γνώσης, που δεν ξέρω αν μου χαμογελά ή μου δείχνει τα δόντια της. Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό. Μπαίνω και …χάνομαι. Αισθάνομαι σαν «το γυφτάκι στην Πανεπιστημίου», όπως τραγουδά και ο φίλος μας ο Τζιμάκος. Από που ν’ αρχίσω; Από την ποίηση μου φωνάζει ένα κείμενο του Ιωσήφ Μπρόντσκι, που μόλις έχω διαβάσει. Όχι μόνο γιατί «είναι ο ποιο περιεκτικός και συμπυκνωμένος τρόπος να μεταδώσουμε την ανθρώπινη εμπειρία, αλλά και γιατί παρέχει το υψηλότερο δυνατό υπόδειγμα για όλες τις γλωσσικές λειτουργίες -ιδίως τις γραπτές». Ωραία, αλλά να είναι και στα μέτρα μου. Κάτι που να ξεκινάει μαζί μου. Και βλέπω τα «Τραμάκια». Μικρά και προσιτά. Τι έχει εκδοθεί το 1978; Διαλέγω «Τα Σύρματα» κάποιου Σωτήρη Κακίση. Τον διαλέγω από το όνομα. Δεν ξέρω αν είναι το αληθινό του ή ψευδώνυμο, που λογοπαίζοντας θέλει να τσιγκλήσει. Πάω σπίτι και αρχίζω το διάβασμα. Και με ταλαιπωρεί. Με ταλαιπωρεί αφάνταστα. Από τότε μέχρι σήμερα. Γιατί ό,τι διαβάζω μέσα σε αυτό το βιβλίο, αλλά και σε όσα ακολουθήσουν και αξίζει την προσοχή μου, είναι ό,τι το χωρίζει από τις ανάγκες του μέσου αναγνώστη και την μονοτονία της επίσημης κριτικής. Είναι μοντέρνο όχι γιατί περιφρονεί τον παραδομένο λόγο, αλλά γιατί, χωρίς να είναι επιεικές μαζί μου και μη επιθυμώντας την δική μου επιείκεια, μου ζητάει κάτι ακόμα πιο εγωιστικό: μου ζητάει να είμαι έξυπνος.

Είναι σνομπ; Είναι εγωκεντρικός, ακατανόητος; Η ποίηση στα Σύρματα αλλά και στο επόμενο, στη «Συσκευή του Νεκρού Ανθρώπου», έμοιαζε να είναι ένα υπερβολικό παράδειγμα πρόζας, που μόνο κατά τύχη μπορούσε να φανερώσει τα απομεινάρια κάποιων μελωδικών ψιθύρων. Στην πραγματικότητα όμως αυτή είναι η τέχνη του, που η γοητεία της μοιάζει να γεννιέται στο σκοτάδι και η αξία της να ακολουθεί μια ροή από λέξεις που έπαψαν να είναι φανταχτερές για χάρη μιας γεροντικής σοφίας ή μιας παιδικής αφέλειας. Ενός οργίλου, άχρονου παιδιού που εκμεταλλεύεται το ότι δύο αιώνες στόμφου, έπαρσης και περιττής πολυτέλειας, μας έκαναν να αντιπαθούμε την ποίηση σαν να ήταν καμιά επιδημία, για να μας εμπιστευθεί μια νέα μορφή κειμένου, φτωχή ίσως σε σκοπιμότητες, αλλά πλούσια σε χάρη και αυθάδεια. Εγκαταλείψτε για λίγο την αλήθεια των λέξεων και ασχοληθείτε με την ομορφιά των ιδεών, μοιάζει να μας επαναλαμβάνει. Στο βασίλειο της ευαισθησίας υπάρχει ακόμα χώρος για τους ευφυείς.

Και αρχίζω να τον παρακολουθώ, πίσω από την «Σάηλεντ Γούμαν», πίσω από «Γούνες Γυναικείες» και «Αρώματα», σε «Μέρη που Χάσανε τη Μαγεία τους», εκεί όπου «Οι Ξανθιές το Γλεντάνε», στις «Λαϊκές Αγορές» προσπαθώντας να μαζέψω το χρυσάφι που πετάει στον αέρα. Είναι Μεταπολίτευση. Θα έπρεπε να διαβάζω Μπρεχτ και την «Καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Και το κάνω. Αλλά με πιάνω να παραμονεύω και την επόμενη και ελλοχεύουσα έκδοση του Κακίση. Και όταν νεαρός και ορμητικός αγκιτάτορας ανεβαίνω στο αμφιθέατρο να δημηγορήσω, εκεί δίπλα μου ο στίχος του Σωτήρη μου κλείνει το μάτι ψιθυρίζοντας:

να μιλάς χωρίς να διαλέγεις τις λέξεις σου. υπάρχει φόβος κάτι τις να μην το πεις ποτέ και να μην βάλεις αυτό τον ήχο πλάι σ’ εκείνο το σύμφωνο, όπως σε πρόλαβε ο προηγούμενος πεθαμένος κι ησύχασε. επίσης άμα τον βρίσκεις να τον τραγουδάς κιόλας και να προσέχεις τη φωνή σου που βγαίνει και θέλει ένα τόσο δα πηδηματάκι για ν’ απλωθεί. πρέπει να στα θυμίζω γιατί θα πεθάνεις.

Τα ποιήματά του είναι εξομολογήσεις που δεν τις υπαγορεύει το σώμα αλλά το μυαλό. Γιατί αυτός ο απλοϊκός περίγυρος των γεγονότων και των αντικειμένων, αυτός ο κόσμος που η ψυχή καταφεύγει στη σκιά του, μόνο τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να τον πιάσουν στο δόκανο τους. Και αυτός ο κόσμος είναι για τον Κακίση ένας χώρος άπειρης μελαγχολίας όπως ο Παράδεισος ή η παιδική ηλικία. Επιλέγει την ειρωνεία και φίλους με χιούμορ σαν τον Woody Allen, τον Buster Keaton, τον James Thurber, μα και τον πλανόδιο γυρολόγο ανατροπέα Πανούση (που θα τους γνωρίσω αργότερα στις μεταφράσεις του και στη ζωή του), το αλάτι της ζωής δηλαδή. Στους στίχους του ακούς το εναρκτήριο εκείνο φτερούγισμα που φυτρώνει σε ένα χαμόγελο, ενίοτε σχεδόν γέλιο. Γιατί ο Κακίσης είναι διατεθειμένος να φορτωθεί, να σε απαλλάξει δηλαδή, από όλα τα κακά του κόσμου. Γνωρίζει καλά όλα τα σακατέματα και τις ασχήμιες που οι άνθρωποι ξέρουν να προκαλούν στους εαυτούς τους και τους γύρω τους. Μα είναι παιδί και θα αναζητά πάντα τον φίλο του, εκείνο το άλλο παιδί που ζούσε στη χώρα των θαυμάτων, που ήξερε ακόμα να γελάει, να παίζει με σαύρες, να κάνει ζαβολιές.

Και έτσι κατάφερε και το άλλο: να με πάρει από το χέρι, να με πάει να με γνωρίσει σε άλλους φίλους του. Να παίξω και μαζί τους: τον πυροτεχνουργό τον Γιώργο τον Μαρκόπουλο, τον τα πάντα ποιούντα Νίκο Χουλιαρά, τον Χρήστο Βακαλόπουλο της συγκίνησης , τον ευπατρίδη και φαρμακερό Γιάννη Βαρβέρη. Ο οποίος, πολλά χρόνια αργότερα μου εξήγησε το γιατί με είχε παρασύρει ο Κακίσης : «-Γιατί παιδί μου, τα ποιήματα του, στιλπνά και κάθιδρα, βολπονείως λάγνα και αειπάρθενα, τρυφερά και αδυσώπητα συνιστούν έναν ολόκληρο σύγχρονο κόσμο που αγαπάει την παράδοση, ελέγχοντας την και που μελλοντολογεί μέσα στ’ όνειρο. Εδώ δεν υπάρχουν σύρματα, περιορισμοί φατριασμοί. Η είσοδος είναι ελευθέρα, μόνο που η έξοδος είναι αφεύκτως ποιητική»…
Με αυτά και μ’ αυτά όμως τα χρόνια πέρασαν. 1988. Είμαι πάλι στην Αθήνα. Μια μέρα μου τηλεφωνεί η φίλη μου η Σοφία η Κιντή: «-Θα κάνουμε με ένα φίλο αθλητική εκπομπή στο κανάλι 15. Θα έλθεις να βάζεις την μουσική;» «-Ποιος είναι ο φίλος σου;» τη ρώτησα. «Ο Σωτήρης ο Κακίσης», μου απάντησε. Έκπληκτος , με συνέλαβα να της φωνάζω: «Μα τι λες; Αυτός είναι ποιητής, ένας δανδής των λέξεων. Τι δουλειά έχει με τους κλωτσιάρηδες και τους τρεχαλαντζήδες του επάρατου αθλητισμού;» «Έλα και θα δεις» μου είπε η Σοφία. Και πήγα πάλι. Και τον γνώρισα. Ψηλό, όμορφο και αγαπητικό. Καμία δηλαδή σχέση με τον ποιητή της εταζέρας και της αποστειρωμένης ουτοπίας. Και τον άκουσα να ρωτάει τον Μίμη Παπαϊωάννου και άλλους σπουδαίους του αθλητισμού, όχι την εμπνευσμένη ερώτηση: « -Πώς αισθάνθηκες όταν έβαλες το γκολ;», αλλά εκείνες τις άλλες ερωτήσεις , για την μέσα ζωή και τις αγάπες τις. Και τον άκουσα να ρωτάει τον Μίμη Χρυσομάλλη, τον Αργύρη Μπακιρτζή και άλλους σπουδαίους της τέχνης και των γραμμάτων, όχι για τα δυσθεώρητα ύψη της καλλιτεχνίας, αλλά για την έξω ζωή και τις βρισιές της. Και κάτω από τους ήχους του Γαβαλά, της Κάλλας και του Van Morrisson γίναμε φίλοι. Και πήγαμε σπίτι του και είδα όλα όσα μάζευε και τον συμμάζευαν τόσα χρόνια. Και είδα όλα τα ορατά και αόρατα περίπλοκα λαξεύματα που σκάλισαν τον ποιητή του σήμερα. Ήταν εκεί ο αναγνώστης με την κλασική ποιητική παιδεία και ο παθιασμένος με τις αθλητικές ειδήσεις παλιός αθληταράς, που ξέρει καλά την ανάγκη του παιχνιδιού. Ήταν εκεί ο κοσμικός δημοσιογράφος να ερευνά τα ενδόμυχα διακεκριμένων προσωπικοτήτων στις αναρίθμητες συνεντεύξεις που έχει πάρει για εφημερίδες και περιοδικά. Ήταν εκεί ο εκλεπτυσμένος μελομανής, ο γνώστης των καλών ταινιών και ο ερωτευμένος με τον Fellini και τον Renoir, ο φάλτσος τραγουδιστής που γράφει στιχάκια για τραγούδια κοριτσιών μα και ο ταχυδακτυλουργός των κειμένων. Ο σεναριογράφος του «Μ’ Αγαπάς;» και του «Μιά Μέρα τη Νύχτα» του Γιώργου Πανουσόπουλου, ο ρεπόρτερ με τις παντόφλες που καταγράφει τις πιο αιματηρές και ακραίες συναισθηματικές διαπλοκές. Και ήταν εκεί ο μεταφραστής-συνομιλητής του Αλκαίου, της Σαπφώς, του Ηρώνδα, του Woody Allen, του Louis Carol, του Marcel Proust, του Carlo Collodi, του Edward Gorey και άλλων που έχουν σαν κοινό παρανομαστή την φαντασία του. Αν τον κατηγορήσει κανείς ότι ο Αλκαίος του είναι περισσότερο Κακίσης παρά Αλκαίος θα έχει απόλυτο δίκιο. Γιατί ο Κακίσης επιθυμεί να κινείται σε αυτό το είδος της μετάφρασης-εξομοίωσης, τη μετάφρασης- ολοκλήρωσης σχέσης, της μετάφρασης- συγχώνευσης με τον εαυτό του. Όταν μεταφράζει κάνει ποιητική επανεγγραφή με βάση την γλώσσα που επέλεξε και της παραμένει πιστός σε όλη τη διάρκεια του συγγραφικού του ταξιδιού. Για να το πω απλά, είναι όλοι εκεί, μέσα στο δωμάτιο και συζητάνε και στην μέση είναι ο επίσημος διερμηνέας τους ο Σωτήρης Κακίσης να τους μιλά κατά πρόσωπο χωρίς ιερό δέος, χωρίς θρησκευτικό σεβασμό αλλά με την αγάπη εκείνη που τους ξαναδίνει σάρκα και οστά, που ξαναεμφανίζει τις αρτηρίες πάλλουσες από αίμα, τα στίγματα στο δέρμα και τις συγκινήσεις ανθρώπων που κάποτε είχαν υπάρξει και υπάρχουν πάλι με την δική του φωνή και γλώσσα.
Γιατί ο Σωτήρης έχει μαζί τους την ίδια ανεκπλήρωτη επιθυμία, την ίδια ανεκδήλωτη ανάγκη να ξανασυνδεθούν τα νήματα της παράδοσης με τα καθημερινά μας μπερδέματα, με το χαμένο γέλιο, με την μουσική που υπάρχει στη φωνή της αιώνιας αγαπημένης του Κάλλας. Και να το καταφέρουμε όλοι μαζί σαν οι εκδικητές του Καλού! Και αργά το βράδυ θα κάτσει πάλι να γράψει τις «Ιστορίες Όλων». Θα ανοίξει το εικονοστάσι αυτών των αγίων του, θα μπει απρόσκλητος στις ζωές τους και κάποιες φορές θα πάρει και τις θέσεις τους, θα τους υποδυθεί σαν άλλος θεατρίνος, αμφισβητώντας την αυθυπαρξία της μορφής τους. Και σε αυτό θα οφείλεται η γοητεία των στιχων του:

είμαι ελέφαντας. τρώω χόρτα σ’ έναν κόσμο μέσα σφαγής. ας είμαι ο δυνατώτερος, ο πιο γερός. είμαι βασιλιάς της ζούγκλας πραγματικός, γιατί ο εγωισμός μου ο μέγας πιο πέρα πάει από του λιονταριού την εγωπάθεια, απ’ της λεοπάρδαλης τη χάρτινη σαν χάρτινη τίγρη καρδιά. όλα τα ζώα μαζί, αληθινά και ψεύτικα, κανονικά και φανταστικά, δεν κάνουν τον ήρεμο δράκο που είμαι, τη γλυκειά Λερναία Υδρα που σας φυλάει και δεν σας τρώει.

Δεν ξέρω αν μπορείτε να αγαπήσετε αυτή την ποίηση, όσο αγαπάει ο Κακίσης τους ανθρώπους του. Ξέρω όμως ότι αξίζει να την απολαύσετε. Και αυτή θα συνεχίσει να διακηρύττει χαμηλόφωνα τις αρετές της ευφράδειας, ή θα πραγματοποιεί στο ημίφως επιδείξεις δεξιοτεχνίας. Καταλαβαίνω ακόμα ότι ίσως με δυσπιστία, κάποιοι θα πλησιάζατε αυτή την προτίμηση προς τα τεχνάσματά του απλουστευμένου ύφους με τα άνθη μιας καλομελετημένης αυθάδειας. Ξέρω πως το συναίσθημα και το ταπεραμέντο είναι ένα είδος ταμπού για τους ποιητές και τους αναγνώστες τους που πιστεύουν απόλυτα ότι το πάθος πρέπει να οπλίζει το χέρι κάθε καλλιτέχνη όταν υπογράφει το έργο του με μια ειλικρίνεια, που όμως της λείπει εντελώς η έμπνευση. Άρα η πονηριά και η εξυπνάδα δεν είναι παρά μια χυδαιότητα που πρέπει να την καταλογίζουμε στους επιδειξιομανείς και τους καταφερτζήδες. Όμως τα Κακίσια πράγματα διαψεύδουν αυτή τη θεωρία γιατί εδώ μια λεπτή και παράξενα πολύπλοκη τέχνη φτιαγμένη από τις ιδέες και τις αποχρώσεις τους, αποδεικνύεται το ίδιο πλούσια σε συγκίνηση με ένα μελοδραματικό χείμαρρο λέξεων. Και το σημαντικότερο: λιγότερο ψεύτικη. Δεν μένει λοιπόν παρά να σας προσκαλέσω στο να ακούσετε την μουσική της. Αυτή την μουσική που ακούω χρόνια τώρα και με φέρνει σήμερα εδώ, μπροστά σας, έντρομο και ευτυχή να σας μιλάω για τον Σωτήρη Κακίση. Τον Φίλο μου.
Θα μπορούσα να πω άλλα τόσα. Γιατί έτσι είναι εντός μου. «Σαν της γης τα’ άγια χώματα, η ακίνητη, απόλυτη αισιοδοξία». Γιατί έτσι είναι κι αυτός. Όπως ακριβώς το λέει ο στίχος του:
τέλος. αντέχει η καρδιά μου; αντέχει- δεν αντέχει, είμαι υποχρεωμένος με αυτή την καρδιά να συνεχίσω, με την ίδια. γιατί η ζωή είναι μικρή, κι ο θάνατος μεγάλος. λέω λοιπόν να μην κάνω πίσω, να μη προσγειωθώ, να μη σταματήσω. με την καρδιά που ξεκίνησα να βρεθώ όπου βρεθώ, με την καρδιά που έχω να σας κερδίσω, αν σας κερδίσω. αυτή μόνο η καρδιά ξέρει τα μυστικά μου, μόνο αυτή σας ξέρει κι εσάς, σας θυμάται. δεν κοιμάται: δεν κοιμάμαι ποτέ με αυτή την καρδιά, μια ζωή άγρυπνο με κρατάει, με πάει. κι αλλιώς δεν γίνεται. αλλιώς γίνεται μόνο μετά το θάνατο, μόνο μετά τη ζωή.

ΔΗΜήΤΡΗΣ ΧΑΛΑΖΩΝίΤΗΣ

Υ.Γ. : Στην προσπάθεια ανασύνθεσης της «Ιστορίας του Σωτήρη Κακίση»
με συντρόφευσαν οι :
Γιάννης Βαρβέρης, Γιώργος Μαρκόπουλος,
Ευγένιος Αρανίτσης, Δημήτρης Χουλιαράκης,
Κατερίνα Καρπινάτο, και η Ραλλού Κυριακοπούλου.


* ΤΟ ΚΕίΜΕΝΟ ΑΥΤό ΤΟΥ ΔΗΜήΤΡΗ ΧΑΛΑΖΩΝίΤΗ ΔΙΑΒάΣΤΗΚΕ
ΣΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔάΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝίΚΗΣ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥή 21 ΝΟΕΜΒΡίΟΥ,
ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙάΝΤΑ ΧΡόΝΙΑ ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟίΗΣΗ.
ΠΟΙήΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ ΑΠάΓΓΕΙΛΕ Ο ΤΖίΜΗΣ ΠΑΝΟύΣΗΣ ΚΑΙ Ο ίΔΙΟΣ Ο ΠΟΙΗΤήΣ.
ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦίΕΣ ΤΡάΒΗΞΑΝ Ο ΔΗΜήΤΡΗΣ ΠΑΠΑΘέΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΟΔΩΡήΣ ΣΚΡΙΒάΝΟΣ.

18 Δεκ 2008

Κινηματογραφικές Πρεμιέρες 18ης Δεκεμβρίου..


Bank Bang ***

Μια ληστεία την ημέρα την αγάπη κάνει πέρα!

Κωμωδία, ελληνικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, με τους Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, Δημήτρη Ήμελλο, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Γεράσιμο Σκιαδαρέση, Μιχάλη Ιατρόπουλο, Κώστα Βουτσά.

Δυο αδέλφια, ο Μιχάλης κι ο Νώντας, δουλεύουν σε γραφείο κηδειών ως βιτρίνα και κάνουν ληστείες σε τράπεζες για να πιάσουν την καλή. Για.. κακή τους τύχη, ο Μιχάλης ερωτεύεται μια μυστική αστυνομικό σε μια τράπεζα και η κατάσταση ξεφεύγει εκτός ελέγχου.

Ξέρουμε εδώ και χρόνια ότι ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος είναι ένας εξαίρετος κωμικός είτε παίζει κινηματογράφο είτε τηλεόραση είτε θέατρο. Η τελευταία του παρουσία στο σινεμά με το προπέρσινο «Πέντε λεπτά ακόμα» ήταν ένα σημαντικό βήμα εξέλιξης του, όμως το «Bank Bang», του οποίου υπογράφει και το σενάριο τον κατατάσσει πλέον στην λίστα των πολύ καλών κινηματογραφικών συντελεστών της χώρας μας. Αν και το σενάριο του κρίνεται με σκαμπανεβάσματα, χωρίς να το βοηθάει καθόλου η σκηνοθεσία του «πρωτάρη» Παπαδημητρόπουλου, οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι τόσο καλά δουλεμένοι και άρτια δομημένοι, που δεν σου μένει άλλο από το να γελάς στιγμές – στιγμές μέχρι δακρύων. Τόσο οι πρωταγωνιστές (Χαραλαμπόπουλος – Ήμελλος), ο απολαυστικός Βουτσάς, όσο κι οι διεφθαρμένοι gay αστυνομικοί (Ιατρόπουλος – Σκιαδαρέσης) με τον Δημήτρη «Μπαζούκα» Μαυρόπουλο, χαρίζουν μεγάλης διάρκειας γέλιου στους θεατές. Κατά περιπτώσεις η ταινία χάνει το ρυθμό της κάνοντας κοιλιές μελό, που δεν τη βοηθούν (.. η σκηνοθεσία που λέγαμε), όμως αυτό το αμερικάνικο στυλ χτισίματος μιας κωμωδίας, το οποίο έχει υιοθετήσει τη βοηθά να προσελκύσει ένα ευρύ κοινό και, μάλιστα, με ανταπόδοση πέρα των προσδοκιών. Τα εισιτήρια βέβαια είναι σίγουρα. Το «Bank Bang» είναι η δεύτερη κωμική έκπληξη της σεζόν μετά τον «Ηλία του 16ου» και είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον. Παρατήρηση (συνέχεια από τον «Ηλία..») : την Βίσση στο σάουντρακ τι την ήθελαν;

Και τα σπουργίτια τραγουδούν **1/2

Καθημερινές καταστάσεις ιρανικής τρέλας

Δραματική, ιρανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ματζίντ Ματζιντί, με τον Μοχάμεντ Αμίρ Νατζί.

Τα πάντα στη ζωή του Καρίμ ανατρέπονται όταν χάνει τη δουλειά του ως εκτροφέας στρουθοκαμήλων, ενώ η μεγάλη κόρη του χάνει το ακριβό ακουστικό της, με αποτέλεσμα να μείνει κουφή. Στην απόγνωσή του πηγαίνει καθημερινά στην Τεχεράνη που δουλεύει παράνομα ως ταξιτζής. Η ισορροπία της οικογενειακής του γαλήνης, όμως, έχει χαθεί.

Το πιο δύσκολο και συνάμα συναρπαστικό στον κινηματογράφο είναι να καταφέρεις να κάνεις μια καλή ταινία βασισμένος σε απλά και καθημερινά γεγονότα της ζωής. Στο Ιράν το σινεμά είναι υψηλό κοινωνικό αγαθό και ιδιαίτερα αγαπητό. Ο Ματζιντί θεωρείται κι όχι άδικα ο άξιος διάδοχος του Αμπάς Κιαροστάμι, έχοντας κάνει ταινίες όπως η «Βροχή» και το «Χρώμα του Παραδείσου», που έχουν πολυβραβευθεί στο εξωτερικό. Με το «Και τα σπουργίτια τραγουδούν» δεν εξελίσσεται ως καλλιτέχνης, όμως απλοποιεί την κάμερά του, διώχνει τον παρελθόντα λυρισμό του και συμπεριφέρεται σαν άλλος ευρωπαίος μεταπολεμικός νέο-ρεαλιστής σκηνοθέτης, που χτίζει την ταινία και στηρίζει τον one man show πρωταγωνιστή του. Ο Νατζί κρίνεται απολαυστικός, βραβεύτηκε μάλιστα με την Αργυρή Αρκούδα ερμηνείας στο περυσινό Βερολίνο. Η ταινία του Ματζιντί είναι μια πολύ καλή πρόταση «γλυκού» σινεμά, που στην πατρίδα του θεωρείται mainstream και στον δυτικό πολιτισμό σινεφίλ.

Απόδραση από τη χαμένη πόλη *1/2

Ο χαμένος ας κλείσει την πόρτα

Περιπέτεια φαντασίας, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Τζιλ Κέναν, με τους Μπιλ Μάρει, Τιμ Ρόμπινς.

Στην Πόλη του Κάρβουνου οι άνθρωποι ζουν ευτυχισμένοι. Ώσπου οι γεννήτριες και τα φώτα της πόλης αρχίζουν σιγά – σιγά να σβήνουν. Τότε δυο θαρραλέοι έφηβοι ανακαλύπτουν ένα κουτί, στο οποίο κρύβεται το πεπρωμένο της πόλης : οι κάτοικοί της πρέπει να φύγουν γρήγορα.

Μην περιμένετε να δείτε ούτε τις «Περιπέτειες του Βαρόνου Μυνχάουζεν» του Τέρυ Γκίλιαμ, ούτε την «Πόλη των χαμένων παιδιών» του Ζαν Πιερ Ζενέ. Ο Κέναν με παραγωγό τον Τομ Χανκς και πρωταγωνιστές τους «αγνώριστους» Μπιλ Μάρει και Τιμ Ρόμπινς χτίζει μια φανταστική περιπέτεια για παιδιά, που κινείται όμως σε πολύ φλατ επίπεδα χωρίς να φτάνει σε καμία κορύφωση, χωρίς καμιά έξαρση τελικώς. Το βιβλίο της Ζαν Ντιπρό χάνεται στη μεγάλη οθόνη, με το μόνο που απομένει να είναι ένα μπλοκμπάστερ παραμύθι που διασκεδάζει τους θεατές αλλά με.. όριο. Μην τα θέλετε κι όλα δικά σας.

Ταινίες Χριστουγέννων

Μαδαγασκάρη 2 : Απόδραση στην Αφρική **


Κινούμενα σχέδια, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Έρικ Νταρνέλ & Τομ ΜακΓκραθ, με τις φωνές των Μπεν Στίλερ, Κρις Ροκ και Σάσα Μπάρον Κοέν.

Πετυχημένο σίκουελ του γνωστού κινουμένου σχεδίου που «έσκισε» το 2005 τόσο στα εισιτήρια όσο και στις προτιμήσεις των μικρών μας φίλων. Η γνωστή παλιό-παρέα των Άλεξ το λιοντάρι, Μάρτι η ζέβρα, Μέλμαν η καμηλοπάρδαλη, Γκλόρια η ιπποποταμίνα, μαζί με τον Βασιλιά Τζουλιάν, τον Μορίς και τους φίλους τους τους πιγκουΐνους, προσπαθεί να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη αλλά το αεροπλάνο τους.. προσγειώνεται στη μέση της Αφρικής. Εκεί οι περιπέτειες ξεκινούν.

Μια νύχτα Χριστουγέννων *

Κομεντί, γαλλικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Αρνό Ντεπλεσέν, με τους Κατρίν Ντενέβ, Κιάρα Μαστρογιάνι, Μελβίλ Πουπό.

Μελαγχολική κωμωδία που ταλαντεύεται μεταξύ δράματος και πικρόχολου γέλιου, από τον 48-χρονο Ντεπλεσέν, του οποίου η παρουσία στο γαλλικό σινεμά του 21ου αιώνα έχει δείξει θετικά βήματα, αργά, σταθερά και σίγουρα. Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, η Ζινιόν μαθαίνει ότι έχει λευχαιμία και πρέπει να βρει έναν πιθανό δότη μυελού ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς της, που ήρθαν για να περάσουν μαζί τις γιορτές. Το πρόβλημα είναι πως ο μόνος συμβατός δότης είναι ο Ανρί, το μεσαίο από τα τρία παιδιά της και το "μαύρο πρόβατο" της οικογένειας.

Μια ιστορία για τον Άη Βασίλη *

Δραματική, φινλανδικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Γιούα Βουολιγόκι, με τους Χάνου-Πέκα Μπιόρκμαν, Κάρι Βάαντνεν.

Γλυκιά και νοσταλγική ιστορία Χριστουγέννων, που έρχεται από τη χώρα καταγωγής του αγαπημένου Άη Βασίλη των μικρών παιδιών και ανατρέχει πίσω στην παιδική του ηλικία. Πως έγινε η αρχή του αγίου των δώρων, πως αποφάσισε να φέρει το «καλό» στις δύσκολες κοινωνικές συνθήκες που μεγάλωσε, σε ένα απομακρυσμένο χωριό στη Λαπωνία. Η αποκλειστική προβολή της ταινίας θα γίνει στη χώρα μας στον κινηματογράφο «Σινέ Φιλίπ», στην Πλατεία Αμερικής, από τον οργανισμό «Νεανικό Πλάνο».

*Επίσης προβάλλεται το ντοκιμαντέρ «Πρώτη μου φορά» της Μαρίας Λεωνίδα, που αναφέρεται στο πως βιώνει μια γυναίκα για πρώτη φορά την εμπειρία της κυοφορίας. Ενώ ξεκινά το κινηματογραφικό φεστιβάλ «50 χρόνια Κουβανική επανάσταση», που θα προβάλλει 52 ταινίες – ντοκουμέντα και θα διαρκέσει μέχρι το τέλος του χρόνου.

Νέστορας Πουλάκος
npoulakos@apogevmatini.gr

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 18-12).

17 Δεκ 2008

"Τα πάντα ρή-τος : Προτάσεις Νο 5"


Όταν είμαι κακός είμαι κακός,
αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.

(Νίκος Νικολαϊδης)


Το Soundtrack της εβδομάδας

Screamin’ Jay Hawkins – Portrait of man
Portishead – Magic Doors
Tom Waits – Invitation to the blues
Devastations – Take you home
Madrugada – Blood Shot Adult Commitment

Η Συνταγή της εβδομάδας

Κεφτεδάκια αλά “Τάσος” (ας αυτοσχεδιάσουμε)

Κεφτεδάκια στο τηγάνι με μανιτάρια, κρεμμύδι, κόκκινη πιπεριά και κάρυ. Συνοδεύεται με πουρέ.

16 Δεκ 2008

"Tέρι Γκίλιαμ, ο Αστείρευτος Παραμυθάς" - Ν.Ι. Πουλάκος


Θα το ομολογήσω ευθύς εξαρχής : όταν ήμουν πιτσιρικάς και μάθαινα σινεμά είχα διαβάσει σε κείμενο γνωστού κριτικού ότι ο Τέρι Γκίλιαμ είναι «ο σκηνοθέτης της μιάμισης ταινίας». Απορούσα τι εννοούσε; Κι αποφάσισα να μελετήσω τι εστί Γκίλιαμ. Πιστέψτε με, αν και το ξέρετε είμαι σίγουρος. Πρόκειται, απλώς, κάτι παραπάνω κι από σκηνοθέτης. Μια προσωπικότητα εμβληματική, η οποία έχει απλώσει το φως της στο παγκόσμιο σινεμά κι όχι μόνο, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Και έχουμε ακόμα..

Όταν συζητούσαμε με τον Γιάννη τον Καλαϊτζή αυτό το αφιέρωμα, του ανέφερα την αποτυχημένη απόπειρα του Γκίλιαμ για το πρότζεκτ του Δον Κιχώτη («Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη» ο τίτλος της ταινίας), το οποίο ναυάγησε τελικώς το 2001 στην Ισπανία, ενώ γυριζόταν με πρωταγωνιστή τον Τζόνι Ντεπ στοιχίζοντας στον Γκίλιαμ επτά χρόνια μακριά από τη μεγάλη οθόνη. Τότε ο Γιάννης με κοίταξε λοξά και μου είπε αυτολεξεί «ο άνθρωπος απλά είναι ιδιοφυΐα δεν τα παρατάει έτσι απλά βαρέθηκε- κουράστηκε- ήθελε να κάνει ένα διάλειμμα και θα γυρίσει την ταινία στο μέλλον». Ίσως και να έχει δίκιο και να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας.

Κάπως γίνεται η αρχή..

Ο Γκίλιαμ γεννήθηκε στη Μινεάπολις το 1940. Δεν θα πούμε τι έκανε μικρός, τι όνειρα είχε και όλα τα σχετικά. Δεν θα έχει νόημα. Σπουδαίος κομίστας στα νιάτα του, σχεδιαστής ολκής. Είχε το anime μέσα του. Περιοδικά, εφημερίδες, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές όλα τα έκανε τη δεκαετία του ’60, συνδυάζοντας αυτή την κλίση του με το αστείρευτο χιούμορ του. Αμερικανός αν και πολιτογραφημένος Βρετανός από χρόνια είναι παντρεμένος, από την εποχή της δόξας των Μόντυ Πάιθον με την Μάγκι Ουέστον, με την οποία έχει αποκτήσει τρία παιδιά.

Οι αρχές της δεκαετίας του '60 τον βρίσκουν στο Λος Άντζελες να σπουδάζει animation και να πρωτοδουλεύει στο πετυχημένο χιουμοριστικό περιοδικό «Fang». Στη συνέχεια μεταβαίνει στην Αγγλία όπου δουλεύει σε τηλεοπτικές σειρές κυρίως ως animator αλλά και ως σεναριογράφος σε τρεις από αυτές(«Do not Adjust Your Set» - 1967, «Marty» - 1968, «Broaden Your Mind» - 1968). Παράλληλα στα 1968 γυρίζει και τη πρώτη μικρού μήκους -anim- ταινία του «Storytime». Κι όλα αυτά μέχρι τα 1969 όπου ξεσπά το φαινόμενο Μόντυ Πάιθον.

Μαζί με τους Τέρυ Τζόουνς, Γκράχαμ Τσάπμαν, Έρικ Ίντλ, Τζων Κλης και Μάικλ Πάλιν δονούν με γέλιο την Αγγλία και κατ' επέκταση πολλές τηλεοράσεις της Ευρώπης και της Αμερικής από το 1969 ως το 1974. Και στη συνέχεια ως το 1983 με κινηματογραφικές παραγωγές. Ο Γκίλιαμ, ο μοναδικός μη-Βρετανός της ομάδας, αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι της παρέας με τις σκηνοθετικές και σεναριακές του υποδείξεις, τα σκίτσα του, τις ερμηνείες του και ότι άλλο σας κατεβαίνει στο μυαλό.

Στα 1974 γυρίζει την δεύτερη και τελευταία μικρού μήκους -anim- ταινία του, «The Miracle of Flight». Από το 1977 κάνει ντεμπούτο στην σκηνοθεσία με το παραμύθι «Jabberwocky», ενώ από τότε έχει σκηνοθετήσει άλλες 8 ταινίες, με το «Brazil» και το «Twelve Monkeys» να μένουν για πάντα στο πάνθεον της κινηματογραφικής ιστορίας. Από κει και πέρα ο Γκίλιαμ δούλεψε κατά καιρούς τόσο στην αγγλική όσο και στην αμερικανική τηλεόραση, ασχολήθηκε με την διαφήμιση βγάζοντας αρκετά χρήματα, άφησε πρότζεκτς ανολοκλήρωτα όπως το φιάσκο με το «The Man Who Killed Don Quixote», ενώ οι φήμες γύρω από ταινίες που του προσέφεραν δουλειά κι εκείνος απέρριψε δίνουν και παίρνουν : «Who Framed Roger Rabbit», «Enemy Mine», «Forrest Gump», «Braveheart» κ.ά. Από την άλλη έχει προταθεί για Όσκαρ σεναρίου το 1985 για το «Brazil» ενώ έχει βραβευτεί 13 φορές, ένα στη Βενετία(για το «The Fisher King») και ένα στο Βερολίνο(«Twelve Monkeys»).

..και μετά φτιάχνονται οι ταινίες..

Jabberwocky (1977), είναι η πρώτη προσωπική δουλειά του Τέρυ Γκίλιαμ, αν και για αρκετό καιρό θεωρείτο ως μια συνέχεια των ταινιών Μόντυ Πάιθον. Όχι άδικα! Ένα παραμύθι-σάτιρα, που μας τοποθετεί στην Αγγλία του Μεσαίωνα, με πύργους, βασιλιάδες, πριγκιποπούλες που θέλουν να παντρευτούν, ιππότες που μάχονται για το χέρι της και… ένα τέρας, που απειλεί το βασίλειο και θα το καταπολεμήσει –τυχαία βέβαια- ένας χαζός βαρελάς! Πρωταγωνιστής ο Μάικλ Πάλιν, από το καστ έκανε μια βόλτα και ο Τέρυ Τζόουνς ενώ το σενάριο που δουλεύτηκε μαζί με τον Αμερικανό συγγραφέα Τσαρλς Άλβερσον βασίστηκε σε ποίημα του Λιούις Κάρολ.

Οι Ληστές και τα Τρελά Κουλουβάχατα της Ιστορίας (1981), όπου ο Τέρι Γκίλιαμ επιστρέφει στο σινεμά, δυο χρόνια πριν την οριστική διάλυση των Μόντυ Πάιθον και με νωπές τις δάφνες από τη μεγάλη επιτυχία του «Life Of Brian». Πρόκειται για ένα παραμύθι με αρκετές δόσεις περιπέτειας, φαντασίας και άφθονο γέλιο. Η ρετσινιά των Πάιθον ακόμη δεν έχει φύγει, άλλωστε το σενάριο δουλεύτηκε μαζί με τον Μάικλ Πάλιν, ο οποίος και πρωταγωνιστεί μαζί με τον Τζων Κλης. Στο καστ, επίσης, ο Σων Κόνερυ, η Σίλευ Ντυβάλ, ο Ίαν Χόλμ και η Κατρίν Χέλμοντ.

Μπραζίλ (1985), μια απόδειξη γιατί ο Γκίλιαμ είναι μεγάλος σκηνοθέτης, ένας ευφυής δημιουργός. 142 λεπτά μαγείας, όπου ο Όργουελ αν ζούσε θα έπρεπε να αισθανόταν κάπως ενοχλημένος που μια ταινία έχει την ίδια δυναμική με το “1984”. O Γκίλιαμ εξάντλησε ότι είχε και δεν είχε κινηματογραφικό σε αυτή τη ταινία. Πριν και μετά απλά επιβίωνε το ταλέντο του. Συνεργαζόμενος στο σενάριο με τον Τσαρλς ΜακΚέον και κυρίως με τον σπουδαίο κινηματογραφικό και θεατρικό σκηνοθέτη και συγγραφέα Τομ Στόπαρντ(«Rosencrantz And Guildenstern Are Dead», «The Human Factor» του Πρέμινγκερ, «Despair» του Φασμπίντερ, «The Romantic Englishwoman» του Λόουζι, «Empire Of The Sun» του Σπίλμπεργκ, «Shakespeare In Love» του Μάντεν, «Vatel» του Τζόφε), έχοντας στο καστ του πολύ καλούς ηθοποιούς όπως οι Τζόναθαν Πράις, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ίαν Χολμ, Μπομπ Χόσκινς, Κατρίν Χέλμοντ, Ίαν Ρίτσαρντσον, Πήτερ Βων και με τη μουσική Μάικλ Κάμεν συνέθεσε αυτό το κινηματογραφικό μωσαϊκό που λατρεύεται διαχρονικά.

Οι Περιπέτειες του Βαρόνου Μυνχάουζεν(1988), που σήμαίνει ότι όταν οι φανταστικές ιστορίες έχουν κέφια γίνονται κάτι ταινίες.Πάντως ο Γκίλιαμ εξώθησε στα άκρα την Columbia τόσο για το υπερβολικό κόστος της ταινίας και την εμπορική της αποτυχία όσο και για τα τραγελαφικά που συνέβησαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στη Ρώμη. Στην οθόνη βλέπουμε τις περιπέτειες του γερμανού βαρόνου -του 16ου αιώνα- Μυνχάουζεν, με πρωταγωνιστές τους Έρικ Ιντλ, Τζων Νέβιλ, Όλιβερ Ριντ, Βαλεντίνα Κορτέζε, Τζόναθαν Πράις, Ούμα Θέρμαν, Ρόμπιν Γουίλιαμς και τον τραγουδιστή Στινγκ. Η ταινία προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ, παρέλαβε επίσης άλλα έξι βραβεία, τρία βρετανικά BAFTA και άλλα τρία του συνδικάτου ιταλών δημοσιογράφων.

..που δείχνουν το ταλέντο του Γκίλιαμ!

Ο Βασιλιάς της Μοναξιάς (1991), που βασίζεται στο εξαιρετικό σενάριο του Ρίτσαρντ ΛαΓκράβενες, ενός “τυπά” που θα γράψει τις γνωστές επιτυχίες «A Little Princess» του Αλφόνσο Κουαρόν, «The Bridges of Madison County» του Κληντ Ίστγουντ και «The Horse Whisperer» του Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Μια ταινία που άρεσε στο κοινό και έκοψε πολλά εισιτήρια, κέρδισε ένα Όσκαρ (β’ γυναικείου στην Μερσέντες Ρούελ) έχοντας άλλες 4 υποψηφιότητες, δύο Χρυσές Σφαίρες και τον Αργυρό Λέοντα στην Βενετία. Το κασ λαμπρότατο όπως πάντα καστ με τους Τζεφ Μπρίτζες, Ρόμπιν Ουίλλιαμς και Αμάντα Πλάμερ.

Δώδεκα Πίθηκοι (1995), όπου μπορεί κάποιοι να θεωρούν ότι η συγκεκριμένη ταινία δεν ήταν μια πρωτότυπη ιδέα του Γκίλιαμ, μιας και βασίστηκε (ή μάλλον προέκτασή της;) στην εκπληκτική, σχεδόν καθηλωτική, ταινία μικρού μήκους «La Jetee» (1962) του Γάλλου Κρις Μαρκέρ, παρολαυτά θα έρθω εδώ να απαντήσω πως ακόμα και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να ξέρεις να κάνεις remake ή τελοσπάντων όπως λέγεται αυτό το εγχείρημα του τρελού Τέρυ. Φουτουριστικό θρίλερ με μια αλλοπρόσαλλη σεναριακή πλοκή που σε παγώνει και άλλη μια σκηνοθετική μαεστρία που σε απογειώνει αφήνοντας σου μια γεύση –τι είδα μόλις τώρα καλέ; Ο Γκίλιαμ κατάφερε και απέσπασε δύο εξαιρετικές ερμηνείες από τον Μπραντ Πιτ και τον Μπρους Ουίλις. Πολύ καλοί β’ ρόλοι όπως και η μουσική του Πωλ Μπακμάστερ, με πολύ καλή φωτογραφία και σκηνογραφία που ταιριάζει σε ταινία του Γκίλιαμ, σε σενάριο του Ντέιβιντ Πίπολς («The Day After Trinity» του Τζων Έλσε, «Blade Runner» του Ρίντλευ Σκοτ, «Unforgiven» του Κληντ Ίστγουντ και «Hero» του Στέφεν Φρήαρς).

Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας (1998), που “διαβάζει” το βιβλίο του «gonzo» δημοσιογράφου και συγγραφέα Χάντερ Τόμπσον. Με το σενάριο να δουλεύτηκε από τον ίδιο τον Γκίλιαμ με την συμβολή των φίλων του Άλεξ Κοξ, Τόνυ Γκρισόνι και Τοντ Ντέιβις, με τον Τζώνυ Ντεπ (θα υποδυθεί και πάλι ήρωα του Τόμπσον στην ταινία «The Rum Diary» που θα βγει το 2009) και τον Μπενίσιο Ντελ Τόρο, να χάνονται μέσα σε έναν κυκεώνα ναρκωτικών, αλκοόλ και περίεργων ψυχοπαθητικών συμπεριφορών. Η ταινία δίχασε κοινό και κριτικούς, άρεσε σε κάποιους, εκνευρίστηκαν κάποιοι άλλοι. Πλην των δυο πρωταγωνιστών παρέλασαν από την Κάμερον Ντίαζ και την Κριστίνα Ρίτσι, στον Τόμπυ Μαγκουάιρ και την Έλεν Μπάρκιν.

Αδελφοί Γκριμ (2005), από τσακωμούς με την εταιρεία παραγωγής, σ' ένα προσωπικό του πρότζεκτ να δουλεύεται («Tideland») παράλληλα κι εφτά χρόνια απουσίας από τα πλατώ, παταγώδης αποτυχία στη δημιουργία της ταινίας «The Man Who Killed Don Quixote» το 2001 –ένα όνειρο χρόνων-, ο Τέρυ Γκίλιαμ ως γνήσιος δημιουργός παραμυθιών καλείται να φτιάξει το απόλυτο ταινιάκι του είδους στα 2005 και.. μια αμερικανο-αγγλο-τσεχική παραγωγή 113 λεπτών κάπως ακριβούτσικη, με πλούσιο καστ (Ματ Ντέιμον, Χιθ Λέτζερ, Μόνικα Μπελούτσι) με δευτερεύοντες ρόλους αξιολογότατους, σε μουσική του Μαριανέλι, άψογη σκηνογραφία-κοστούμια, με ένα σενάριο βασισμένο σε έναν θρύλο της Γαλλο-γερμανικής περιοχής της Ευρώπης του 17ου αιώνα δουλεμένο από τον –όχι και τόσο σπουδαίο- αμερικανό σεναριογράφο Έρεν Κρούγκερ, ο Γκίλιαμ δεν έδωσε το αποτέλεσμα που όλοι περίμεναν.

Tideland (2005), που ετοιμάστηκε εν μέσω των γυρισμάτων των “Αδελφών Γκριμ”, ο Γκίλιαμ μεταφέρει στο σινεμά μια παραλλαγή της ιστορίας της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του αμερικανού συγγραφέα Μιτς Κάλιν, όπου στο σενάριο συνεργάστηκε ο Τόνυ Γκρισόνι(«In This World»). Αδύναμο καστ παρά την παρουσία του Τζεφ Μπρίτζες, σκηνικά τετριμμένα για τα δεδομένα του Γκίλιαμ οδήγησαν στην εμπορική αποτυχία και σε χαρακτηρισμούς τύπου «διεστραμμένη» έως «σιχαμερά αδιάφορη».

Και τώρα τι κάνουμε;

Μη φανταστείτε ποτέ ότι ο Γκίλιαμ θα σιωπήσει. Στα 68 του, πλεόν, είναι στο post-production του φανταστικού παραμυθιού “The Imaginarium of Doctor Parnassus”, το οποίο αναμένεται να βγει στις αίθουσες μέχρι τα τέλη του 2009. Βέβαια, μη φανταστείτε ότι δεν θα υπήρχαν προβλήματα; Ο πρωταγωνιστής πέθανε.. Όπως το ακούτε. Ο αδικοχαμένος Χιθ “Τζόκερ” Λέτζερ, που απεβίωσε από υπερβολική δόση χαπιών την περασμένη άνοιξη, πρωταγωνιστούσε στην καινούρια ταινία του Γκίλιαμ, με τις σκηνές που έχει γυρίσει -όπως δηλώνει ο τρομερός Τέρι- να παραμένουν στην ταινία. Επίσης, το καστ του Γκίλιαμ διαθέτει από Τζώνυ Ντεπ και Τζουντ Λο μέχρι Κρίστοφερ Πλάμερ, Κόλιν Φάρελ και.. Τομ Γουέιτς. Αναμένουμε, πως το αναμένουμε..

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 του μηνιαίου περιοδικού "Γαλέρα" (Δεκέμβριος 2008).