16 Φεβ 2009

Συνέντευξη του Λουί ντε Μπερνιέρ...


Με το χαμόγελο, μονίμως, χαραγμένο στα χείλη του, αν και σκεπτόμενος σοβαρά κάθε φορά την απάντηση που θα έδινε, ο Λουί ντε Μπερνιέρ φαίνεται να απολαμβάνει την ολιγοήμερη παραμονή του στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας μικρή περιοδεία που ξεκίνησε από την Αθήνα και συνεχίζεται στο Βόλο και τη Θεσσαλονίκη. Πάντως, τη βρετανική του καταγωγή την επιβεβαίωνε σε κάθε του φράση, αφού το φλεγματικό του χιούμορ υπήρχε διάχυτο παντού, ενώ δήλωσε μεγάλη ικανοποίηση για την αποδοχή του τελευταίου του μυθιστορήματος («Η κόρη του Παρτιζάνου», Εκδόσεις Ψυχογιός), μιας και «ήρθε η ώρα», όπως έλεγε, «να ξορκιστεί η επιτυχία του “Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι” που τον στοιχειώνει χρόνια τώρα».

- Βρίσκει εφαρμογή στη ζωή των ηρώων του τελευταίου σας μυθιστορήματος η γνωστή ρήση των Ασσασίνων του Ασάν ι Σαμπάχ «τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται»;
- Απόλυτη εφαρμογή δεν μπορεί να βρει, γιατί ιδιαίτερα στην περίπτωση της «Ρόζα» κανείς δεν ξέρει αν οι ιστορίες που διηγείται είναι αληθινές ή όχι. Όσον αφορά τη σχέση τους, θα μπορούσε να είναι αληθινή αλλά στην πορεία παίρνει λάθος κατεύθυνση. Για την «Ρόζα» όντως τα πάντα επιτρέπονται, για τον «Κρις» όμως όχι, αφού θέτει φραγμούς στη ζωή του.
- Από τη ζωή σε ειδυλλιακά μεσογειακά τοπία («Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», «Πουλιά χωρίς φτερά») μεταφέρεστε σε μια υπόθεση σεξουαλικής εμμονής, στην οποία εμπλέκεται το πάθος διαμέσου της Ιστορίας. Ποια ήταν η έμπνευση σας για να ασχοληθείτε μ’ ένα τέτοιου είδους θέμα;
- Η αρχική έμπνευση προέρχεται από μια παλιότερη συγκατοίκησή μου με μια γυναίκα που καταγόταν από τη Σερβία κι έμενε στην Αγγλία. Εκείνη είχε εμμονή να μου διηγείται ιστορίες, ειδικότερα εκείνες που αναφέρονταν στην εργασία της ως συνοδός πολυτελείας. Μετά από είκοσι, περίπου, χρόνια, ξεκίνησα να γράφω αυτές τις ιστορίες, δημιουργώντας τον χαρακτήρα του «Κρις», ο οποίος τρόπον τινά είναι μια καρικατούρα εκείνης της περιόδου.
- Στην «Κόρη του Παρτιζάνου» κυριαρχεί μια ιδιόμορφη ιστορία αγάπης, με έντονο το καταθλιπτικό στοιχείο. Πιστεύετε ότι το αναγνωστικό κοινό αντέχει να διαβάζει ιστορίες που τον «δυσκολεύουν» σε χαλεπούς –κοινωνικά και οικονομικά- καιρούς; - Κανείς δεν χρειάζεται να διαβάζει ιστορίες σαν αυτή. Εγώ απλώς θέλω να γράφω αυτά που σκέφτομαι. Δεν θα έκανα ποτέ ένα βιβλίο για να κάνω τους ανθρώπους πιο χαρούμενους, πιο ξέγνοιαστους. Δεν θέλω να «σώσω» κανέναν από καμία οικονομική και κοινωνική κρίση.
- Στη σχέση του «Κρις» και της «Ρόζα» τα όρια της αλήθειας και του ψέματος είναι ρευστά. Τι από τα δύο πιστεύετε ότι κυριαρχεί στις ανθρώπινες σχέσεις σήμερα;
- Νομίζω ότι συνήθως κυριαρχεί το ψέμα, γιατί κάνει τη ζωή του ανθρώπου ευκολότερη και πιο ανώδυνη. Μερικές φορές το ψέμα βολεύει, οι άνθρωποι το έχουν ανάγκη για να αποφεύγουν τις δύσκολες στιγμές.
- Εσείς πόσο συχνά λέτε ψέματα στην καθημερινότητά σας;
- (γέλια) Λέω ψέματα όσο συχνά χρειάζεται. Σε περιπτώσεις που είναι απαραίτητο, σε σχέσεις που το έχουν ανάγκη, σε καταστάσεις που δεν θέλω να φέρω τους άλλους ή τον εαυτό μου σε δύσκολη θέση.
- Αν και δεν τα χρησιμοποιείτε συχνά, πιστεύετε ότι είναι απαραίτητα τα χάπι εντ στις ιστορίες;
- Πιστεύω πως όχι. Διότι τα χάπι εντ κάνουν τον αναγνώστη να ξεχνά το βιβλίο πολύ σύντομα, ενώ ένα δυσάρεστο τέλος του δίνει τροφή για σκέψη και ενδοσκόπηση. Επιπλέον δε μ’ αρέσουν τα χάπι εντ γιατί είμαι επηρεασμένος από τον Τόμας Χάρντυ.
- Μέσα από τα βιβλία σας αναδύεται μια ποιητικότητα. Ποια η σχέση σας με την ποίηση;
- Από τότε που ξεκίνησα να γράφω, ασχολιόμουν πολύ με την ποίηση. Γράφω σχεδόν ένα ποίημα την ημέρα, τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ποίηση μου έχει δημοσιευθεί μόνο σε περιοδικά και εφημερίδες, αν κι έχω υλικό για τουλάχιστον τρία βιβλία. Γρήγορα ανακάλυψα ότι μπορούσα να εντάξω την ποίησή στα πεζά μου. Πάντως μες στο χρόνο θα προχωρήσω στην έκδοση ποιητικής συλλογής.

Νέστορας Πουλάκος
npoulakos@apogevmatini.gr

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 13-2).