21 Φεβ 2009

"Στο Μύλο" - Ν.Ι. Πουλάκος


Το άγριο είναι, κάπου, στον άνεμο, αγαπημένη μου»..
Κι εσύ, κάποτε, σκεφτικός με ένα ιρλανδέζικο στο χέρι, παραμιλάς για σένα και για κείνη. Τα βράδια ατελείωτα, δικά σας, στης αβύσσου του μυαλού σας τα στενά.
Μα, άκου.. «Φέρε μου, άλλο ένα σε παρακαλώ.. ok, λοιπόν».
Θα ταξιδέψετε στον άνεμο παρέα με τα ουίσκια τα ιρλανδέζικα και θα κάνετε sand art στην άμμο τις καρδιές σας. Θα την αγαπήσεις; Θα σε αγαπήσει, λες; «Who knows, my dearest..».
Και μετά απ' όλα αυτά, Αιγάλεω - Περιστέρι, μια ευθεία τεμνομένη κι οξεία, θα κλαίει κάποιο βράδυ για κείνο το καλοκαίρι.. όμως εσύ, Ζωοδόχου Πηγής και Ναυαρίνου γωνία, θα την περιμένεις να γυρίσει!

*

Κοίτα να δεις τώρα τι γίνεται..
την αγαπούσες και τη λάτρευες τόσο που φοβόσουν όταν θα σε έβλεπε να βάζεις λίγο, έστω λίγο Jameson στο στόμα.
Τόσο σιχαινόταν το ουίσκι και την αγάπη σου γι' αυτό.
Πίστευε ότι εκείνη ήταν αρκετή να είναι το ουίσκι και η μούσα σου, η κάβλα και η ραστώνη σου, η ψυχή και το σώμα σου, η καρδιά και ο κόσμος σου. Φαιδρότητες.
«Tι προτιμώ;», λες.

«Tο γυναικείο λάγνο βλέμμα της υπεροψίας της σημαντικότητας της ή ένα ιρλανδέζικο με πάγο στην ξύλινη μπάρα του Μύλου, μεσημέρι ντάλα ήλιος, να παίζει τζαζ και να μιλάς με την Ίριδα για αστειότητες της ζωής;»
The second choice, I think..

*

Η ζωή σου έπαιζε κάτι περίεργα παιχνίδια φορές φορές, ρε παιδί μου..
Στην έκλειψη του Αυγούστου κι ενώ είσαι με την τσάντα στον ώμο και ετοιμάζεσαι να ταξιδέψεις στο νησί – απάγκιο του μεγάλου Αλεξανδρινού (.. σαν βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη), κάτι –μα θες- η νηφαλιότητα σου, που δε σε διακρίνει, κάτι μερικές αμέτρητες λίγες ατελείωτες ώρες στο καφέ την Ναυαρίνου, κάτι το μεθυστικό άρωμα μιας νεαρής λεπτής μελαχρινής που καθόταν απέναντι σου, κάτι η μικροαστική μιζέρια που διακατέχει όλη την ύπαρξή της, τα τίναξαν όλα στον αέρα.
Τώρα πως σου φαίνεται, όταν κάθεσαι με ένα Dewar's μπόμπα στο χέρι, που είχες ψωνίσει σ' ένα βλαχοπανηγύρι στη Μονεμβάσια έναν καιρό, κι ατενίζεις τη ζεστή Αθήνα από την καλύβα σου, με τον Μύλο κλειστό, το Jameson τελειωμένο, τους φίλους μακριά κι εκείνη χαμένη σε κάτι κατσικοχώρια..;

Μελαγχολία, θλίψη, ανασφάλεια;
Πιωμένος είσαι πάλι, ρε; Σκατά, ρε, πούστη μου!

*

Είσαι στη Ναυαρίνου και πίνεις το πρωινό ιρλανδέζικο ρόφημα για να ξυπνήσεις. Φοράει μαύρα ρούχα, ούτε μέηκ-απ κι άλλες τέτοιες μπούρδες.
Τσίτα διάθεση και κόκκινα νύχια.
Αυτή φρέντο εσπρέσσο σκέτο και σε κοιτά αμέσως.
Κουνάει το κεφάλι της και σε πλησιάζει.
-"Με λένε Τζέρεμυ και μ' αρέσει η μουσική του Πράισνερ" της λες.
-"Δε δίνω δεκάρα κι ούτε καταλαβαίνω τι μου τσαμπουνάς!" σου αποκρίνεται. "Εγώ είμαι η Ζυλιέτ και γουστάρω να πηδιέμαι" συνεχίζει.
Κάνετε έρωτα τρεις ώρες με κατεβασμένες τις γρίλιες κι οι ήχοι των ταξί στη Χαριλάου Τρικούπη να... γρυλίζουν συνεχώς.
Όλη η Αθήνα γαμιέται μέρα μεσημέρι με σαρανταδύο βαθμούς κελσίου και κανείς τριγύρω δεν παίρνει χαμπάρι τίποτα.
Τί οργασμός είναι αυτός!

*

Σκέφτεσαι ότι πάντα σου άρεσε να της πιάνεις τον κώλο.
Να περπατάτε στο δρόμο, να μιλάτε ερωτικά, να παίζεται σα μικρά παιδιά κι εσύ να της πιάνεις πάντα τον κώλο.
Κι εκείνη ν' αντιστέκεται.
Της στέλνεις αμέσως μήνυμα:
«Πες μου, ποιός σου πιάνει τώρα τον κώλο; Ναι, πες μου τώρα!»
Ο βλάκας τον πρώτο καιρό χαίρεται και μετά φωνάζει για τη μαλακία του.
Να μη την έκανε, να μη φωνάζει.
Να μη την έκανες, να μην ουρλιάζεις, λοιπόν, μαλάκα!

*Επιλογή ποιημάτων της ενότητας "Στο Μύλο", δημοσιευμένα στα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά "Ποιείν" και "Περί-γραφής".

Νέστορας Ι. Πουλάκος
Αύγουστος 2008
Στη Λένα Τσιλιβή