21 Μαρ 2009

"Χρυσές" κωμωδίες που βγάζουν γέλιο και χρήμα..


Στον ελληνικό κινηματογράφο, από τα μέσα του περασμένου αιώνα, κατέφευγε η διαλυμένη χώρα, της κατοχής και του εμφυλίου, που είχε ανάγκη από “ελαφριές” πρόζες στη μεγάλη οθόνη. Οι ταινίες του Φίνου, ο Χατζηχρήστος, ο Ηλιόπουλος, ο Αυλωνίτης, αργότερα ο Κωνσταντάρας, η Βουγιουκλάκη του τεχνικολόρ, η Καρέζη κι η Βλαχοπούλου, όλοι τους ήταν οι απόλυτοι σταρ μιας εποχής που διψούσε για γέλιο και καταστάσεις γκροτέσκο. Στη μεταπολίτευση, μπορεί ο Ν.Ε.Κ. (Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος) να κυριάρχησε, όμως εισιτήρια εξακολουθούσαν να κόβουν οι ταινίες του Ευστρατιάδη, η Φόνσου κι ο Γεωργίτσης, ο Ψάλτης κι ο Μουστάκας κ.ά. Τα τέλη του αιώνα, έφεραν νέα ήθη κι έθιμα. Το μεγάλο “μπαμ” του “Safe Sex” του σκηνοθετικού διδύμου Παπαθανασίου-Ρέππα, έφερε τις, τηλεοπτικού τύπου, κινηματογραφικές παραγωγές στο προσκήνιο, ενώ τώρα τα δεδομένα μπορεί να μην έχουν αλλάξει, αλλά έχουμε, σίγουρα, γίνει περισσότερο Χόλιγουντ. Μεγάλες εταιρείες παραγωγής/ διανομής αναλαμβάνουν κάθε χρόνο εμπορικές κωμωδίες, με προβεβλημένους -από την τηλεόραση- πρωταγωνιστές, ένα πετυχημένο σάουντρακ, ενώ το υπόλοιπο επιτελείο “υπακούει” στις ανάγκες της μεγάλης παραγωγής, χωρίς να έχει ιδιαίτερη άποψη. Σας θυμίζει το concept κάτι; Καλιφόρνια, φυσικά. Στόχος, τι άλλο; Τα πολλά εισιτήρια. Και τον καταφέρνουν. Απόλυτα!
Την περασμένη Πέμπτη βγήκε στις αίθουσες η τελευταία ελληνική εμπορική κωμωδία της χρονιάς, κατά πως φαίνεται. Το Σ.Ε.Ξ. (ΣούλαΈλαΞανά) στηρίζεται στο πετυχημένο δίδυμο Μυριανθόπουλου-Μακρυπούλια, που έκανε την περυσινή επιτυχία “Μόλις χώρισα”. Τριαντάρα κοπέλα, δασκάλα στο επάγγελμα, ψάχνει άντρα στις Σπέτσες. Τύπου “Sex and the city”, προβλέπεται να σκίσει στα εισιτήρια μιας κι αντλεί τη θεματολογία του από τη νεολαιίστικη προβληματική των καιρών.
Νωρίτερα στο χρόνο, έξι συνολικά παραγωγές προβλήθηκαν καταφέρνοντας το στόχο : την προσέλευση του κοινού στους πολύ-κινηματογράφους, την ανάγκη του για ανάλαφρη κωμωδία, και μάλιστα εγχώρια.
Αρχές φθινοπώρου και το δίδυμο Παπαθανασίου-Ρέππα επιστρέφει στην ελληνική κωμωδία, ύστερα από απουσία σχεδόν επτά χρόνων. Το “Αυστηρώς Κατάλληλο”, που σατιρίζει τη διαδικασία παραγωγής μιας ποιοτικής ταινίας και μιας.. τσόντας, έκοψε 184.000 εισιτήρια, χωρίς να πανηγυρίζει αλλά έχοντας μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Ένα μήνα αργότερα, στον απόηχο του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και των “ποιοτικών” ταινιών του Ε.Κ.Κ., που στην πλειονότητά τους πήγαν “άπατες” στα εισιτήρια, έκανε την εμφάνισή του το πρώτο ελληνικό ριμέικ, ο “Ηλίας του 16ου”. Πενήντα χρόνια από το πρωτότυπο έργο του Σακελάριου, με σκηνοθέτη τον έμπειρο Νίκο Ζαπατίνα και πρωταγωνιστή τον Πέτρο Φιλιππίδη, έκανε μια θριαμβευτική πρεμιέρα, όπως ανάλογη ήταν κι η πορεία του στις αίθουσες, με 274.520 εισιτήρια πανελλαδικά. Εκεί, όμως, που αναθαρρήσαμε όλοι ήταν με τη φρέσκια και παιχνιδιάρικη “μαύρη” κωμωδία “Bank Bang”. Το εγχείρημα των Παπαδημητρόπουλου-Χαραλαμπόπουλου πήρε τα εύσημα τόσο της κριτικής όσο και του κοινού, μιας και έκοψε 385.000 εισιτήρια, κάνοντας περήφανους τους ανθρώπους της Village, οι οποίοι καυχιόνται ότι είναι η δεύτερη εμπορικότερη ταινία τους, πίσω από τον Τζέιμς Μποντ!
Με την έλευση του νέου χρόνου, ήλθαν και δυο καινούριες κωμωδίες. Το “Όλα θα πάνε καλά” ήταν το στοίχημα του Γιάννη Ξανθόπουλου, αφού έπρεπε ν' αποδείξει ότι η επιτυχία του “5 λεπτά ακόμα” δεν ήταν τυχαία. Η ταινία όμως... δεν πήγε καλά γενικά! Οι κριτικές ήταν αρνητικές, τα εισιτήρια μόλις 97.200. Αντίθετα, η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της θεατρικής (όσο και τηλεοπτικής) Ελένης Ράντου, το “Πεθαίνω για σένα”, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραπαναγιώτη, ήταν κυρίαρχη στο εγχώριο box office για τουλάχιστον ένα μήνα, κόβοντας 191.400 εισιτήρια. Τέλος, η προηγούμενη εμπορική κωμωδία από το “Σ.Ε..Ξ”, δεν ήταν άλλη από το “Γκίνες”. Πρώτη πρωταγωνιστική εμφάνιση του Γιώργου Πυρπασόπουλου, μια προσπάθεια του Αλέξη Καρδαρά να μπλέξει το γέλιο με το περιπετειώδες στοιχείο, του απέφερε 55.000 εισιτήρια μέχρι στιγμής.
Αυτή η καινούρια τάση στην ελληνική κωμωδία σίγουρα έχει αποδέκτες. Καταρχάς μιλάμε για ιδιωτικές παραγωγές, που δεν κατασπαταλούν χρήματα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (από τις φετινές παραγωγές μόνο το “Γκίνες” τον είχε συμπαραγωγό), δεν εξαρτώνται από το κράτος και δεν έχουν ανάγκη τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας. Ο στόχος τους είναι εμφανής και τίμιος : ψυχαγωγία κι εισιτήρια. Το πρώτο είναι κοινωνικό φαινόμενο του Έλληνα, διαχρονικά. Θέλει να ξεφύγει από τις σκοτούρες της καθημερινότητας χωρίς πολλά μελοδραματικά αλλά με έμφαση στην ελαφράδα της ιστορίας. Επομένως, είναι άδικο να συζητάμε (μιας και γίνεται ντόρος) για υποτίμηση της νοημοσύνης του θεατή, γιατί είναι σαν να λέμε ότι ο -σχεδόν- ένα εκατομμύριο κόσμος που παρακολούθησε τις παραπάνω ταινίες, δεν σκέφτεται. Ε, δε νομίζω...

Νέστορας Πουλάκος
npoulakos@apogevmatini.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 21-3).