4 Απρ 2009

"Ο Μονόλογος ενός Ξωτικού" - Στράτος Π.


ΚΟΚΚΙΝΗ πληγή που αιμορραγεί
από μια θύμηση παλιά...
ανίκανος ν’αγαπήσω ή ν’ αγαπηθώ
ξωτικό εξόριστο, στοιχειωμένο, μαγεύει νεράϊδες

Η συνήθεια της αποπλάνησης
η τέχνη της εξαπάτησης, με οδηγούν.
Αδιάφορος να κατακτήσω,
ψηλαφίζω τα σημάδια του χρόνου πάνω μου

“ΟΙ ΕΡΙΝΥΕΣ επιστρέφουν να επιβάλλουν την αιώνια τιμωρία!”

-«Και σα στο δρόμο σου συναντήσεις
την Πριγκηπέσσα του Παραμυθιού;»
-«Στη λήθη θα τη ρίξω να σωθεί!
Ο λευκός Ιππότης κάποτε λάτρεψε το σκότος.»

ΜΑ Η ΖΕΣΤΑΣΙΑ της, καταφύγιο για διάττοντες αστέρες
το φιλί της ανοίγει πόρτες
πόρτες μυστικές
μέσα στη νύχτα

Θυμάμαι το λίκνισμα του κορμιού της
σε κάθε προσταγή εκείνης της μουσικής
σε κάθε νότα που χάιδευε ξεδιάντροπα
τη φιλντισένια επιδερμίδα της

”ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ θηλιά είδα να πλέκεις κ να τη σέρνεις στο λαιμό μου!“

ΠΟΣΕΣ φορές πρέπει να επαναληφθεί ο ίδιος φαύλος κύκλος
μέχρι να πάψει να είναι φαύλος;
Πόσες φορές πρέπει να κοιτάξω την άβυσσο
μέχρι να με καταπιεί στα σωθικά της;

Σε μια Βαστίλλη σαπίζει το κορμί μου
ώσπου να λιώσει ετούτη η κατάρα.
Το κελί μικρό, ο πόνος ο μόνος σύντροφος
η κραυγή βουβή, χάνεται στην οχλαγωγία...