10 Ιουλ 2009

Θρύλοι τυλιγμένοι στον καπνό..


Από τότε που θυµάµαι τον εαυτό µου ως φανατικό σινεφίλ «καταπίνοντας», µε τρόπο αδηφάγο, εκατοντάδες ώρες φιλµ µες στη φτωχική µου καλύβα µε θέα την Ακρόπολη, στην άκρη αυτής της πόλης, είχα πάντα τοποθετηµένα στο τραπεζάκι δίπλα µου ένα ποτήρι ουίσκι µε πάγο και ένα πακέτο τσιγάρα. Εσωτερικό / Καθιστικό σπιτιού / Νύχτα: Στο τοποθετηµένο λευκό πανί στον απέναντι τοίχο παίζει µια σηµαντική επανέκδοση του φετινού καλοκαιριού. Η Μάρτιν Κάρολ υποδύεται την ξεπεσµένη καµπαρετζού Λόλα Μοντές, στην οµώνυµη ταινία τού Μαξ Οφίλς του 1955. Κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και ρουφάει µανιωδώς ένα άφιλτρο τσιγάρο. Δίπλα της, ο Πίτερ Ουστίνοφ, ο εργοδότης της και µοναδικός άντρας που της έχει αποµείνει, της λέει «Γιατί δεν το κόβεις το αναθεµατισµένο;». Κι εκείνη του απαντά «Τι άλλο µου απέµεινε, αγάπη µου; Πες µου!». Εσωτερικό / Καθιστικό σπιτιού / Νύχτα: Σε µια ακόµη προβολή στη ζεστή καλύβα, µε µια ατµόσφαιρα που την έχει αποτυπώσει ο Λόρενς Κάσνταν στην «Έξαψη» του τόσο γλαφυρά, παρέα µε κούτες τσιγάρα, µπαίνει στο player το νέο στιλιζαρισµένο αριστούργηµα του Κορεάτη Κιµ Τζι Γουν «Ο καλός, ο κακός κι ο περίεργος». Σ’ αυτό το ιδιόµορφο wild east western, παρακολουθώ σε µια σκηνή τον καλό (Γου Σανγκ Γιανγκ) να είναι στα χαρακώµατα µε τον περίεργο (Κανγκ Χο Σονγκ) περιµένοντας την επίθεση του κακού (Μπιουνγκ Χαν Λι). Ο καλός βγάζει ένα τσιγάρο και το ανάβει µε τον ασηµένιο του zippo. Του κάνει τράκα ο περίεργος, «δώσε ένα τσιγάρο, αδερφέ». Ο περίεργος, µε µια µάσκα αυτοδύτη παραµάσχαλα, προσπαθεί ν’ ανάψει το τσιγάρο του. Όταν τα καταφέρνει, ξεκινά τους πυροβολισµούς ο κακός. Και το τσιγάρο µένει αµανάτι.

«Το σινεµά βλάπτει σοβαρά εσάς και τους γύρω σας»


«Εάν έπρεπε να διαλέξω ανάµεσα σε µια τελευταία γυναίκα και ένα τελευταίο τσιγάρο, θα διάλεγα το τσιγάρο: το πετάς πιο εύκολα». Τάδε έφη Σερζ Γκενσµπούργκ, ο αιρετικός και αληταράς Γάλλος µουσικός, ηθοποιός και σκηνοθέτης, βασικός υπαίτιος του ανατρεπτικού «Εγώ δεν σ’ αγαπώ», µια ταινία ερµαφρόδιτη και οµοφυλοφιλική, βίαιη και καυστική, όπου ο Νταλεσάντρο και η Μπίρκιν υπήρχαν µεταξύ αλκοόλ, άγριου σεξ και τσιγάρων.


Με την εφαρµογή του αντικαπνιστικού νόµου στη χώρα µας αυτόν το µήνα, εν µέσω θέρους και τρελής κάψας για τρέλες, η πρωτοβουλία τής ΓΑΛΕΡΑΣ για το «τσιγάρο-αφιέρωµα» ήταν µια κίνηση επί της ουσίας. Συζητώντας µε τον Γιάννη τον Καλαϊτζή για το θέµα «κινηµατογράφος και τσιγάρα», ένα ζήτηµα τόσο ανεξάντλητο ώστε το συγκεκριµένο κείµενο είναι σίγουρα ελλειπτικό, αν και θα προσπαθήσει να γίνει αντιπροσωπευτικό και καθόλου ελλειµµατικό, µου θύµισε µια φοβερή σκηνή από την καλτ ταινία τού µετρ των b-movies Τζων Κάρπεντερ, πίσω στα 1976. Στην «Επίθεση στο σταθµό 13» ο εισβολέας στο αστυνοµικό τµήµα, που έχει γίνει γης µαδιάµ, Ώστην Στόκερ προσπαθεί ν’ ανάψει όλη την ώρα ένα τσιγάρο. Αλλά αποτυγχάνει. Γκαντεµιά! Και συνάµα απόγνωση. Τώρα είναι η ώρα του. Είναι η στιγµή που ο «Ίθαν» θέλει το αγχολυτικό του. Βέβαια ο Κάρπεντερ «ξαναχτύπησε» το 2005 µε το επεισόδιο «Cigarette Burns» της σειράς «Masters of horror». Τίτλος αλληγορικός, αλλά µια ταινία γεµάτη καπνό!
Η σχέση τού κινηµατογράφου µε το τσιγάρο είναι µια σχέση έρωτα, πάθους και µίσους. Από τις πρώτες δεκαετίες του ξετυλίγµατος του σελιλόιντ, εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα, οι βωβές ταινίες µπορεί να µην είχαν λόγια αλλά είχαν µπόλικο κάπνισµα. Στα στούντιο της Μιούτσουαλ και της Μπάιογκραφ γυρίζονταν παραγωγές όπως η «Νεαρή Γιαπωνέζα καπνίζει τσιγάρο» του 1902 ή ο «Πατέρας του τον έπιασε να καπνίζει» το 1900, επίσης τα γκανγκ σκετσάκια και τα µπουρλέσκ στοιχεία τού Τσάρλι Τσάπλιν, του Μπάστερ Κίτον ή του Γκρούτσο Μαρξ, που εµπεριείχαν πούρα, µισοτελειωµένα τσιγάρα ή αποτσίγαρα, όλα τους σηµαντικά µέρη µιας ατελείωτης πλάκας.

Και τώρα, µια και µιλήσαµε για αποτσίγαρα, τι θυµήθηκα λέτε; Τους µποέµ ήρωες του Ρένου Χαραλαµπίδη, τους οποίους φίλµαρε στην αυγουστιάτικη Αθήνα του 2000, να φιλοσοφούν περί έρωτος, φιλίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, συχνάζοντας σε παγκάκια αλλά και σε µπαρ, µαζεύοντας γόπες τσιγάρων από τον δρόµο, από τα τασάκια κ.ά. προκειµένου να επιδοθούν σε ατελείωτες ουµανιστικές, υπαρξιακές αναζητήσεις.

«Το σινεµά προκαλεί γήρανση του δέρµατος»

Το παραπάνω µότο, βέβαια, δεν φαίνεται να το ενστερνίστηκε ποτέ αυτός ο τροµερός σκηνοθέτης τής τζαζ λατρείας και του νουάρ φαινοµένου, ο στοχαστής Τζιµ Τζάρµους. Από το 1986 είχε ξεκινήσει να παράγει ταινίες µικρού µήκους υπό τον τίτλο «Καφές και τσιγάρα». Πρώτα µε τον Μπενίνι και τον Στίβεν Ράιτ γύρω από ένα τραπέζι όλο εσπρέσο και γεµάτα τασάκια. Έπειτα, το 1989, µε τον Στιβ Μπουσέµι σερβιτόρο και τα αδέλφια Λι να έχουν µεταβεί στο Μέµφις για ν’ ανακαλύψουν τον κόσµο. Το 1993 ο Ίγκυ Ποπ και ο Τοµ Γουέιτς, πίνουν καφέδες και καπνίζουν τσιγάρα σε κλασικό αµερικάνικο µπαρ τής επαρχίας τής Καλιφόρνιας. Για να φτάσουµε στο 2003, όταν ο Τζάρµους αποφάσισε να συλλέξει τις προηγούµενες τρεις ταινίες, να γυρίσει άλλες οκτώ µε πρωταγωνιστές, µεταξύ άλλων, τον Μπιλ Μάρει και την Κέιτ Μπλάνσετ, τον Άλφρεντ Μολίνα και τον Στιβ Κούγκαν, συνθέτοντας τη δική του ελεγεία για τα καθηµερινά ανθρώπινα πάθη.


Να πάµε στις χρυσές δεκαετίες των ’40, ’50 και ’60; Τότε που ο κινηµατογράφος και οι καπνοβιοµηχανίες αλληλοωφελούνταν από την αµοιβαία διαφήµιση; Περιπέτειες, φιλµ νουάρ, αστυνοµικά, αισθηµατικές, εποχής. Όλες οι ταινίες διανθισµένες µε µπόλικο καπνό. Όρσον Ουέλς, Χάµφρεϊ Μπόγκαρτ, Ντικ Πάουελ, Γκρέγκορι Πεκ, Τζέιµς Ντιν, Τζέιµς Στιούαρτ, Ρόµπερτ Μίτσαµ, Άλαν Λαντ, Ντον Σίγκελ, Στιβ Μακ Κουίν κ.ά, ήταν µόνο µερικοί από τους µάτσο χαρακτήρες που κάπνιζαν αρειµανίως. Ποιος ξεχωρίζει, άραγε; Φυσικά, ο Χάµφρεϊ Μπόγκαρτ, ο τυχοδιώκτης µε το τσιγάρο στο στόµα πάνω από τα λαθραία ουίσκι στη «Βασίλισσα της Αφρικής». Ή ο «Ρικ» µε την Ίνγκριντ Μπέργκµαν στην «Καζαµπλάνκα», κι ο «Φίλιπ Μάρλοου» µε την Λορίν Μπακόλ στον «Μεγάλο ύπνο» των Ράιµον Τσάντλερ/Χάουαρντ Χωκς. Ο Μπόγκαρτ µε τον ανδρισµό του, τον λόγο του που ήταν συµβόλαιο και το µοιραίο του στυλ, ήταν εκείνος ο σινεµάνθρωπος που έκανε το ουίσκι, το τσιγάρο, τη ρεπούµπλικα και την καµπαρντίνα must στοιχεία κάθε γνήσιου αρσενικού. Και τα κατάφερε. Ενδεικτικές ταινίες του το «To have and have not» και το «Γεράκι της Μάλτας», απέδειξαν το παραπάνω τετράπτυχο. Βέβαια δεν θα ξεχάσουµε ποτέ την καλύτερη φωνή τής τζαζ, τον µεγάλο ηθοποιό Φρανκ Σινάτρα, φανατικό καπνιστή και χαρακτηριστική φιγούρα τής εποχής τής «ανδρικής» οθόνης.
Από την εικόνα τού «µοιραίου τσιγάρου» δεν θα µπορούσαν να λείψουν οι γυναίκες. Η Όντρευ Χέµπορν στο «Πρόγευµα στο Τίφανυς», η Φέι Ντάναγουεϊ στην «Υπόθεση Τόµας Κράουν», η Ρίτα Χέιγουορθ στην «Τζίλντα», η Λορίν Μπακόλ, η Ίνγκριντ Μπέργκµαν, η Άβα Γκάρντερ κ.ά. Γυναίκες-αράχνες, femmes fatales για όλα τα γούστα, µε το σεξ και τον κίνδυνο µότο στην αληθινή και κινηµατογραφική ζωή τους.

Στην Ελλάδα, όµως; Το σινεµά το εγχώριο, το ντόπιο, δεν έχει αποβάλει το τσιγάρο από την «πράξη» του, όπως έχει γίνει στον αµερικάνικο κινηµατογράφο πλέον µε την εκστρατεία τού αντικαπνιστικού λόµπι να είναι ισχυρή (βέβαια ακόµη υπάρχουν κάποια «καπνισµένα» στοιχεία στις ταινίες). Απόδειξη η πολυβραβευµένη ταινία (στο 49ο Φεστιβάλ Κινηµατογράφου Θεσσαλονίκης) «Without» του Αλέξανδρου Αβρανά, όπου ο πρωταγωνιστής της δεν σταµάτησε να καπνίζει. Με τίποτα, όµως! Στην ιστορία τού ελληνικού σινεµά, ειδικότερα της περιόδου 1950-1970, είχαµε χαρακτηριστικές ερµηνευτικές φιγούρες µε τσιγάρο: τον Δηµήτρη Παπαµιχαήλ στα «Κόκκινα Φανάρια», τον Γιώργο Φούντα στη «Στέλλα» (ο Φούντας µπορεί να χαρακτηριστεί και «Μπόγκαρτ της Ελλάδας» λόγω τσιγάρου), τον Γιάννη Αργύρη στον «Δράκο» και τον Νίκο Κούρκουλο στο «Ορατότης Μηδέν». Κι εκεί µαζί τους η Τζένη Καρέζη, η Μάρω Κοντού, η Μελίνα Μερκούρη, όλες τους µ’ ένα τσιγάρο στο στόµα.


«Το σινεµά µπορεί να σκοτώσει»


Τις τελευταίες δυο δεκαετίες η σχέση κινηµατογράφου και τσιγάρου έχει κάπως αµβλυνθεί, δύσκολα όµως θα εξαλειφθεί όσο και να προσπαθούν εκεί στην Αµερική. Ξέρετε, η προσπάθειά τους θυµίζει την περίπτωση Σαντάµ Χουσεΐν και Ταλιµπάν: εκείνοι ήταν που τους εξέθρεψαν, εκείνοι που τους πολέµησαν. Το Χόλιγουντ έκανε το τσιγάρο απαραίτητο και «πρέπει» σε µια ταινία, εκείνο είναι που προσπαθεί να το «αποκόψει». Αµ δε, όµως… Θέλετε να θυµηθούµε «προσπάθειες»; Όπως το «The Insider» του Μάικλ Μαν, όπου οι Αλ Πατσίνο και Ράσελ Κρόου κονταροχτυπιούνται για τις απάτες των καπνοβιοµηχανιών. Ή το «Thank you for smoking» του Τζέισον Ράιτµαν, µια ειρωνική ιστορία ενός στελέχους δηµοσίων σχέσεων που χρησιµοποιεί κάθε µέσο για να χτυπήσει το αντικαπνιστικό λόµπι και να προωθήσει το κάπνισµα. Επίσης, το 2002 προβλήθηκε η ισπανική ταινία «Το δωµάτιο καπνίσµατος», όπου οι δυο σκηνοθέτες της σατιρίζουν τις αµερικανικές πολυεθνικές που έχουν εισβάλει στην Ισπανία και προσπαθούν να επιβάλουν στους υπαλλήλους τους παρόµοιες µε την Αµερική απαγορεύσεις. Τέλος, υπάρχουν δυο παραγωγές ευρωπαϊκές: η σουηδική ταινία «Ο άνθρωπος που έκοψε το τσιγάρο», όπου ο ήρωας αποφασίζει να κόψει το τσιγάρο γιατί ο πατέρας του του άφησε κληρονοµιά 17 εκατ. δολάρια µε τον όρο να κόψει το κάπνισµα µέσα σε δυο βδοµάδες, ενώ ο γάλλος σκηνοθέτης Αλέν Ρενέ µε το «Smoking / No Smoking» φιλµάρει τους πρωταγωνιστές του από την οπτική γωνία στην οποία δεν κάπνιζαν και από εκείνη όπου κάπνιζαν, δείχνοντας διαφορετικές εξελίξεις κάθε φορά.


Αντί επιλόγου


Ως φανατικός σινεφίλ εξακολουθώ να παρακολουθώ δεκάδες ταινίες µηνιαίως χωρίς καµία φειδώ. Παρά τις όποιες απαγορεύσεις, η συντροφιά µου θα παραµένει η ίδια: είτε καφές και τσιγάρο το πρωί στο Ιντεάλ, είτε τσιγάρο και ουίσκι το βράδυ στη φτωχική µου καλύβα. Γιατί, ό,τι και να γίνει, όπως και να έρθουν τα πράγµατα, η γενιά µου έµαθε σινεµά αποτυπώνοντας στο µυαλό της µερικές χαρακτηριστικές σκηνές: τον Ζαν Πολ Μπελµοντό µε το τσιγάρο ως προέκταση του στόµατός του να τρέχει στους παρισινούς δρόµους µε τη Ζαν Σέµπεργκ στο «Με κοµµένη την ανάσα» του Γκοντάρ. Τον Κλιντ Ίστγουντ να µασάει τον καπνό του και να καπνίζει τα πουράκια του στο «Για µια χούφτα δολάρια» του Σέρτζιο Λεόνε. Και, τέλος, τον Πολ Χένραϊτ ν’ ανάβει σε κάθε συνάντησή του µε την Μπέτι Ντέϊβις, στο «Ξέσπασµα µιας ψυχής» του Ίρβινγκ Ράπερ, δυο τσιγάρα προσφέροντας το ένα στην αγαπηµένη του. Ίσως η πιο άδολη ερωτική πράξη στην ιστορία τού ανθρώπινου γένους.


Νέστορας Πουλάκος
nespoulakos2000@yahoo.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 46 του μηνιαίου περιοδικού "Γαλέρα" (Ιούλιος 2009).