12 Ιουλ 2009

Βακχικόν Μανιφέστο : Τίποτα δεν είναι αληθινό, η Προπαγάνδα συνεχίζεται Ι


Κείμενα : Νέστορας Ι. Πουλάκος, Τάσος Ρήτος
Φωτογραφία : Στράτος Π.
www.vakxikon.gr

«Είμαστε καταδικασμένοι να διαπρέψουμε, να επιτύχουμε, να φανούμε αντάξιοι των υψηλών προσδοκιών μας, των ονείρων που κάνουμε κάθε βράδυ. Είμαστε μαγεμένοι από φαντάσματα αλλοτινών στιγμών. Οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για εμάς και τότε νικητές θα απογειωθούμε για να αγγίξουμε τα αστέρια».

*

Και σε κάποιου ύφους ποιητικές διηγήσεις για την απόλυτη τέχνη του σύμπαντος κόσμου, καταλαβαίνω πως πρέπει ν’ αρχίσω τις προετοιμασίες για έναν πόλεμο που νόμιζα πως είχε τελειώσει. Ο χρόνος αναπηδά σα σπασμένη γραφομηχανή, με τον Βόρειο Άνεμο πάνω από τα ερείπια να φαντάζει ο Μεγάλος Αδελφός μου. Στους πληγωμένους γαλαξίες το μυαλό μου τσουρουφλισμένο από αστραπιαίες εκρήξεις, επιστρέφει στις κόκκινες νύχτες του Au Revoir ανάμεσα σε πολεμικές εικόνες και σαθρές σκέψεις.Σ’ αυτά τα παιχνίδια αναφέρεται η επανάσταση της ποίησης. Κρατήστε αναμμένες στο σπίτι της φωτιές, αν και λαχταράνε οι καρδιές, ένα μακρύ, μακρύ μονοπάτι απλώνεται μπροστά μας..

[Διαβάζοντας Ουίλλιαμ Σ. Μπάροουζ]

*

Στις σελίδες ενός βιβλίου μπορείς να βρεις την πραγματική σου υπόσταση, ή μάλλον να ανακαλύψεις ότι είσαι κι εσύ μέρος του!

Ξεχώρισα τις μεγαλύτερες νύχτες απ’ το συρτάρι μου και προσπάθησα να τις ξοδέψω πάνω στις ουλές του δέρματος σου. Εσύ με έλουσες με κείνα τα αστρόχαρτα του ουρανού. Πέταξες πάνω μου κι ένα σακάτη ήλιο, ο οποίος στεκόταν κρεμασμένος σε ένα δένδρο, στη ράχη ενός γκρεμού.
Περάσαμε έτσι ώρες ατελείωτες, γεμίζοντας και ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια.
Σε μια απρόσμενη στιγμή, τρομαγμένη γύρισες και μου ψιθύρισες:

«Για εκείνους του ταξιδιώτες που χαράζουν την πορεία τους χωρίς χάρτες ή οδηγούς, κάθε απρόσμενη αλλαγή του πλάνου τους τούς γεμίζει με ένα κύμα χαράς. Αυτή η χαρά δεν είναι κάποια πόρνη που μπορεί ν’ αγοραστεί με το χρήμα, ούτε κάποια νόστιμη γειτόνισσα που μπορείς να τη ρίξεις μ’ ένα επίμονο φλερτ. Αυτή η χαρά είναι μια άγρια γαλανομάτα νεράιδα, είναι η αγαπημένη κόρη της περιπέτειας, είναι η αδελφή του κινδύνου και για χάρη της - για τη σπάνια και πάντα εφήμερη αγκαλιά της, για την προσωρινή πίεση που ασκεί στην εγκεφαλική μεμβράνη της έκστασης – είναι που πολλοί άντρες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους.»

Τα κεριά είχαν λιώσει πάνω στο μικρό τραπεζάκι, τα ποτήρια σπασμένα, ο μικρός δράκος, ο οποίος κάπνιζε συνέχεια, τώρα πια σιγοψήνεται μέσα στης στάχτες του, το φάντασμα της κάμαράς μου στη θέση του, στριμμένο να κυνηγάει αυτή την νεράιδα.
Το πρωί ξύπνησα ιδρωμένος μάζεψα τα κομμάτια μου κι έφυγα για νέες περιπέτειες, ίσα-ίσα όμως πρόλαβα και κοίταξα κάτω απ’ το κρεβάτι μου, ένα βιβλίο ήταν πεταμένο : To Άρωμα του Ονείρου.

[Διαβάζοντας Τομ Ρόμπινς]

*

υ.γ. Στους απύθμενους γαλαξίες του ονείρου ξεχνιέμαι κάποιο βακχικό πρωινό.

*

The end ?

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13 του 2μηνιαίου fanzine "Bang" (Ιούνιος - Ιούλιος 2009).