19 Σεπ 2009

Κλασικές ταινίες υψηλών προδιαγραφών στο σινεμά..


του Νέστορα Πουλάκου
npoulakos@apogevmatini.gr

Τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος μεγαλουργούσε στο παγκόσμιο στερέωμα. Με υψηλών προδιαγραφών παραγωγές περνούσε το δικό του μηνύμα, που κατά βάση είχε επίκεντρο τον ίδιο τον άνθρωπο. Έτσι, πραγματοποιήθηκαν ταινίες για θεατές εξειδικευμένους, πεπαιδευμένους εν ολίγοις, χωρίς όμως ν' αποκλείεται το ευρύ κοινό. Και αυτό γιατί οι αριστοτέχνες σκηνοθέτες τους κατάφερναν να συνταιριάζουν το μελόδραμα με το αρτιστίκ, μετατρέποντας μια λαϊκή ιστορία σ' ένα φιλοσοφικό δοκίμιο και τούμπαλιν. Από την Πέμπτη που μας πέρασε επαναπροβάλονται στις αθηναϊκές αίθουσες δυο κλασικές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, οι οποίες είχαν τοποθετήσει στο επίκεντρο της συλλογιστικής τους την τέχνη : το βιβλίο και το σινεμά, είναι τα μέσα εκείνα που ανέκαθεν είχαν τη δύναμη να αποτραβούν τον άνθρωπο από την πεζή καθημερινότητά του όπως και τα ποικίλα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Δυο μορφές τέχνης, πλέον προσβάσιμες και με πλούσιο λαϊκό έρισμα, που εξακολουθούν και λειτουργούν σαν “όπιο” μες στη νεφελώδη πραγματικότητα.

Η Κυρία χωρίς τις Καμέλιες (1953)

Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο μεγάλος μετρ του ιταλικού κινηματογράφου, που μας άφησε μια για πάντα πριν από δυο καλοκαίρια, διασκευάζει μια γνωστή ιστορία της λογοτεχνίας με σκοπό την αποδόμηση του κινηματογραφικού ονείρου : πίσω από τα λαμπερά φώτα της μεγάλης οθόνης ο κόσμος δεν είναι αγγελικός πλασμένος. Τουναντίον. Γι' αυτό ας αρκεστούμε στην επιφανειακή μαγεία του.
Ο κινηματογραφικός παραγωγός Δρ Τζιάνι Φρένκι ερωτεύεται τη Μιλανέζα πωλήτρια Κλάρα Μάνι, την παντρεύεται και της υπόσχεται μια λαμπρή καριέρα στο σινεμά. Μαγεμένος από την ομορφιά της καταλήγει να γίνει ένας κτητικός και καταπιεστικός σύζυγος. Η Κλάρα, αν και έχει άλλα όνειρα για την καριέρα της στη μεγάλη οθόνη, αναγκάζεται να ακολουθήσει τις επιλογές του Τζιάνι με αποτέλεσμα να νιώθει φυλακισμένη. Η ύπαρξη ενός άλλου άντρα, το δέλεαρ μιας σημαντικής κινηματογραφικής πορείας θα την οδηγήσουν σε μονοπάτια, εξίσου, διαφορετικά.
Ο “προφήτης της αποστασιοποίησης”, όπως είχε αποκαλεστεί ο Αντονιόνι, του οποίου η σκηνοθετική μαεστρία έκανε σχολή σε ολόκληρη την Ευρώπη (μεταξύ των οποίων ο “δικός” μας Θόδωρος Αγγελόπουλος), παραφράζει το κλασικό έργο “Η Κυρία με τις Καμέλιες” που είχε μεταφερθεί στο σινεμά το 1936 από τον Τζορτζ Κούκορ. Στη θέση της μοιραίας Γκρέτα Γκάρμπο είναι η γοητευτική Λούτσια Μπόρσε, η οποία συνεργάζεται ξανά με τον Αντονιόνι μετά το σκηνοθετικό ντεμπούτο του τελευταίου με το “Χρονικό μιας Αγάπης” (1950). Εδώ, ο Αντονιόνι συνθέτει ένα μελόδραμα, στο οποίο αναμιγνύει κι άλλα κινηματογραφικά είδη. Παίζει με την υπαρξιακή αγωνία και τη μελαγχολία της ανθρώπινης ύπαρξης, συμπεριλαμβάνοντας στο μοντάζ κομμάτια από το Φεστιβάλ της Βενετίας του 1953.

Στους 451 βαθμούς Φαρενάϊτ (1966)

Βρισκόμαστε στη δεκαετία της επανάστασης, της αναμόχλευσης των ιδεών, της δράσης των κινημάτων. Η γαλλική Νουβέλ Βανγκ βρίσκεται στο απόγειο της. Κατά πολλούς προλειάνει το έδαφος για τον καυτό Μάη του '68. Η Ταινιοθήκη του Παρισιού αποτελεί το πέρασμα κάθε νέου καλλιτέχνη, κάθε φρέσκιας και πρωτοποριακής ιδέας. Όμως, ο ανήσυχος στυλοβάτης της, ο “πολύς” Φρανσουά Τρυφώ πετάγεται μέχρι τη Βρετανία, εκεί που το παιχνιδιάρικο Free Cinema έχει επιβληθεί.
Σε μια ολοκληρωτική κοινωνία στο μέλλον, απαγορεύεται ο γραπτός λόγος. Οι πολίτες της υποφέρουν από την επιβολή λογοκρισίας και η μόνη τους επαφή με την ενημέρωση είναι μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης, απ΄ όπου μεταδίδονται συνεχώς ελεγχόμενες ειδήσεις. Οι μονάδες της Πυροσβεστικής, έχουν αναλάβει να καίνε τα βιβλία που κρύβονται παράνομα σε κρυψώνες αφού κάποιοι αντιστέκονται στο κάψιμο και στο χαμό της γνώσης.
Ο τίτλος “Φαρενάιτ 451” αναφέρεται στους βαθμούς καύσης του χαρτιού και αντιστοιχεί στους 233 βαθμούς Κελσίου. Περισσότερα από 120 κλασσικά βιβλία περνούν μέσα από τη μεγάλη οθόνη.
Ο Τρυφώ διασκευάζει το ομώνυμο μπεστ σέλλερ του Ρέι Μπράντμπερι, με όλη την αφρόκρεμα της βρετανικής σκηνής : ο Όσκαρ Βέρνερ και η Τζούλι Κρίστι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Μπέρναρντ Χέρμαν στη μουσική επένδυση, ο Νίκολας Ρεγκ στη φωτογραφία. Για μια ταινία ιδεολογική, που ανάγει το βιβλίο σε “μήτρα του πολιτισμού μας”.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Σαββατιάτικη Απογευματινή" (φύλλο 19-9).