8 Σεπ 2009

"Φωτό-Γραφή-Ζώντας : Ο χορός" - Kων. Παπαχριστοπούλου & Klicket


Χόρευες σε κύκλους όταν σε είδα, εκεί στη μέση του μαγαζιού διέγραφες την πορεία της σπείρας, ντυμένη με όμορφα ρούχα, γυαλιστερά υφάσματα, κοσμήματα και καλή διάθεση. Κρατούσες σφιχτά τα χέρια τους και μια τους παράσερνες, μια σε παρασέρνανε σε ένα ρυθμό που έτεινε να γίνει κυκλοθυμικός: έντονα ξεσπάσματα ρυθμού και απότομα ήρεμα τελετουργικά βήματα την ίδια στιγμή. Σχεδόν δεν άκουγα την μουσική. Ήταν σαν ο χορός σου να ήταν μουσική από μόνος του.

Τίποτα το κακό δεν έμπαινε στον κύκλο σου: ήταν όμορφος, αστραφτερός, γεμάτος από σένα και τους συγχορευτές σου με γραμμές φωτός αδιευκρίνιστης προέλευσης να πλέει τριγύρω. Κάτι απόκοσμο είχατε όλοι, κάτι μαγικό και ελκυστικό, σίγουρα ελπιδοφόρο και ανακουφιστικό. Το βλέμμα μου αιχμαλωτίστηκε και δεν μπορούσα να σταματήσω να σε κοιτάζω. Δεν ήξερα γιατί, δεν υπήρχε κάποιος λόγος. Έτσι κι αλλιώς, εγώ ήμουν αόρατη, πίσω από την καλά φορεμένη μου κουρτίνα της παρατήρησης και δεν ήθελα να βγω από το δικό μου μοτίβο. Αλλά να...

Σαν όλη αυτή η κίνηση, ο χορός, ο ρυθμός σου, ο τρόπος που τα χέρια σου υψώνονταν στο ύψος του ώμου, σε μια ένδειξη ξέφρενου και ανέγνοιαστου δοσίματος (δε ξέρω από τι ακριβώς), όλα αυτά λοιπόν, με τράβηξαν έξω από το μικρό μου παραβάν. Δε χόρταινα να συμμετέχω, να νιώθω την ενέργεια (σίγουρη δική σου) να με χαϊδεύει, δε φοβόμουν να φανώ πια, ήμουν και εγώ εκεί, μέρος σας, παρέα σας και ανάσαινα λαχανιαστά σαν να ήμουν στο χορό όλο το βράδυ.

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πόση ώρα είχε περάσει, αλλά κάποια στιγμή ο κύκλος έσπασε, άφησες τα χέρια που κρατούσες, η μαγεία απλώθηκε παντού και γύρισες και με κοίταξες. Ήρθε η στιγμή να φύγω. Σηκώθηκα, σου έγνεψα ένα ‘Ευχαριστώ’ και ευγνωμοσύνη από τη θέση μου και βγήκα στον έρημο δρόμο.

Τώρα ήξερα γιατί έπρεπε να έρθω σε αυτή τη γιορτή.