15 Οκτ 2009

Ζητείται ανθρωπιά στο σύγχρονο αστικό τοπίο..


του Νέστορα Πουλάκου
npoulakos@apogevmatini.gr


Ακαδημία Πλάτωνος


Κομεντί, ελληνικής/ γερμανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Φίλιππου Τσίτου, με τους Αντώνη Καφετζόπουλο, Αναστάς Κοζντίν, Τιτίκα Τσιριγκούλη.


Ο Σταύρος είναι ένας ψιλικατζής. Η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει – η μητέρα του έχει πάθει ήδη ένα εγκεφαλικό. Η αγαπημένη ασχολία του Σταύρου και των τριών φίλων του, που επίσης έχουν μαγαζιά στη γειτονιά, είναι η καθημερινή τους ενασχόληση με τους Κινέζους και τους Αλβανούς της περιοχής.

Η σύγχρονη κοινωνική ματιά αποτυπωμένη στο κινηματογραφικό πανί. Μια τάση της κουλτούρας του νέο-Έλληνα σε αυτή τη μεταβαλλόμενη, οικονομικά και μεταναστευτικά, περιοχή όπου ζει μεταφέρεται τόσο άξια και μεστά στην οθόνη, που σε κάνει να απορείς αν το σκηνικό που περιγράφεται το έχεις ζήσει ή δει κάπου κοντά σου. Στην πολύ-πολιτισμική κοινωνία μας, τα αντιδραστικά φαινόμενα προάσπισης της φυλής και περιχαράκωσης θεσμών και θέσεων πάντα θα υπάρχουν. Στην ιστορία των Τσίτου & Καρδαρά καταδεικνύεται η ανία της καθημερινής ματαιότητας και η δήλωση ύπαρξης μέσω της ξενοφοβίας. Δεν μιλάμε για ρατσισμό. Αλλά για προάσπιση του χώρου. Ειδικώς όταν αυτός αλώνεται από κάτι “ξένο” διαταράσσοντας ηρεμίες και ισορροπίες χρόνων. Ο εξαιρετικός Καφετζόπουλος (βραβευμένος στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο) παθαίνει αμόκ, όταν η άρρωστη μητέρα του δηλώνει πλέον Αλβανίδα παρουσιάζοντάς του τον χαμένο αδελφό του : τον Αλβανό μπογιατζή της γειτονιάς που ως τότε τον κορόιδευε. Εκεί ξεκινά η υπαρξιακή αναζήτηση του ήρωα. Η αμφισβήτηση της ταυτότητας του και της θέσης του στο σύγχρονο αστικό τοπίο. Η αποχαύνωση και η “σαπίλα” της κοινωνικής στάσης του μεταλλάσσουν την ίδια του την ύπαρξη.
Οι ρυθμοί της ταινίας μπορεί να κουράσουν, ακολουθούν όμως την παρέα των Ελλήνων παρατηρητών της ζωής, που έχουν αλλοιωθεί συνειδησιακά από την τηλεοπτική κουλτούρα. Η αποδόμηση της σχέσης της ανεκτικότητας με την ανθρωπιά είναι το κύριο ζητούμενο της εποχής όπως και της ιστορίας. Τέλος, το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Φίλιππος Τσίτος δεν αποτελεί το “νέο αίμα του ελληνικού σινεμά”, όπως διατείνονται πολλοί συνάδελφοι. Καταρχάς δεν υφίσταται τέτοιος όρος, αφήστε που ο “νέος” Τσίτος μ' ένα σημαντικό ντεμπούτο στο ενεργητικό του (το “My Sweet Home” του 2001) και μια πλούσια τηλεοπτική καριέρα στη Γερμανία, δεν είναι καθόλου τυχαίος και... καινούριος, φυσικά!

Έτσι πήραμε το Γούντστοκ


Κωμωδία, αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ανγκ Λι, με τους Ντιμίτρι Μάρτιν, Νταν Φόγκλερ, 'Εμιλ Χιρς.


Το καλοκαίρι του 1969, ο Έλιοτ Τίμπερ ζει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη και εργάζεται στο μοτέλ των γονιών του, το οποίο είναι ένα ερείπιο στα όρια της κατάσχεσης. Προσπαθώντας να προσελκύσει κόσμο στο μοτέλ, κινεί άθελά του τις διαδικασίες για τη δημιουργία του "Woodstock"...


Στην προκειμένη περίπτωση, η “συνάντηση” ενός πολύ σημαντικού μουσικού/κοινωνικού γεγονότος του περασμένου αιώνα μ' έναν σύγχρονο δημοφιλή σκηνοθέτη δεν σημείωσε και τόσο μεγάλη επιτυχία. Το “Έτσι πήραμε το Γούντστοκ” έχει βασικό έλλειμμα ταυτότητας. Ο σκηνοθέτης από την Ταϊβάν, με ταινίες στο ενεργητικό του όπως το “Μυστικό του Brokeback Mountain” και το “Προσοχή! Πόθος”, πέτυχε την ατμόσφαιρα των επαναστατικών '60s και της μαζικής κουλτούρας της εποχής. Ατύχησε όμως στο να δώσει σάρκα και οστά σ' ένα τόσο σπουδαίο γεγονός όπως εκείνη η 3ήμερη μουσική συναυλία αγάπης και ειρήνης του “Γούντστοκ”. Η περιρρέουσα κατάσταση δίδεται με γλαφυρότητα, η παντελής έλλειψη μουσικής όμως και η απουσία του παλμού των χίπις είναι μειονεκτήματα σοβαρά. Στο τέλος, βέβαια, απομένει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Πέραν τούτου όμως...


Άλλες ταινίες


Το “Χάλια μέρα για ψάρεμα” σε σκηνοθεσία Αλβάρο Μπρέχνερ, παραγωγής Ισπανίας και Ουρουγουάης, αποτελεί μια σύγχρονη σινεφίλ πρόταση με έντονο κοινωνικό σχόλιο. Δύο εκκεντρικοί Ευρωπαίοι, ο Γιάκομπ, ξεπερασμένος παγκόσμιος πρωταθλητής της πάλης, κι ο πανούργος ιμπρεσάριος που αυτοσυστήνεται ως Πρίγκιπας Ορσίνι, διασχίζουν τη Νότια Αμερική οργανώνοντας σικέ αγώνες σε μια προσπάθεια επιβίωσης και αναβίωσης του πάλαι ποτέ λαμπρού παρελθόντος τους. Μια ιδιαίτερη ταινία πάνω στα ζητήματα της τιμής και της επιβίωσης, με καθαρά υπαρξιακό περιεχόμενο. Ένα μικρό διαμάντι. Το “Μινούς” σε σκηνοθεσία Βίνσεντ Μπαλ, ολλανδικής παραγωγής, προβάλλεται για πρώτη φορά στη χώρα μας οχτώ χρόνια από την πρεμιέρα του. Αυτή είναι μια όμορφη νέα κοπέλα που κάποτε ήταν γάτα. Αυτός είναι ένας γοητευτικός δημοσιογράφος, απελπισμένος για μια αποκλειστική είδηση ώστε να κρατήσει τη δουλειά του. Τεράστια εμπορική επιτυχία στην Ολλανδία, με βραβεία και συμμετοχές σε τουλάχιστον 70 φεστιβάλ. Ρομαντική κωμωδία κυρίως για παιδιά. Η “Πανδημία” σε σκηνοθεσία Άλεξ & Ντέιβιντ Πάστορ, αμερικανικής παραγωγής, είναι ένα συμπαθητικό ανεξάρτητο θρίλερ για τη “δημοφιλή” γρίπη των χοίρων. Τέσσερις νέοι προσπαθούν για την σωτηρία τους και αποφασίζουν να καταφύγουν σε μια ουτοπική παραλία στον Κόλπο του Μεξικού, περιμένοντας να επιβιώσουν της πανδημίας. Επίσης, το σίκουελ του παιδικού “Tinker Bell” θα προβληθεί σε ψηφιακή προβολή, ενώ προορίζεται άμεσα για την αγορά του dvd. Δεν πραγματοποιήθηκε δημοσιογραφική προβολή. Επανεκδόσεις : Βέβαια ο χορός των... καλοκαιρινών επανεκδόσεων καλά κρατεί. Σε ψηφιακή προβολή και νέες κόπιες θα παρουσιαστεί το τελευταίο αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν “Φάννυ και Αλέξανδρος”, με τα 4 Όσκαρ τη μια Χρυσή Σφαίρα και ακόμη 17 βραβεία. Ενώ ξαναθυμόμαστε το -επίσης- έσχατο διαμάντι του Ακίρα Κουροσάβα “Ran”, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Η ταινία είχε αποσπάσει ένα Όσκαρ και ακόμη 25 βραβεία.


Ακαδημία Πλάτωνος ***

Έτσι πήραμε το Γούντστοκ **

Χάλια μέρα για ψάρεμα **

Μινούς (2001 – Α' προβολή) **

Πανδημία *

Tinker Bell 2 -

Ran (1985) ****

Φάννυ και Αλέξανδρος (1982) ****


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 15-10).