12 Οκτ 2009

"Απολιθωμένες Λέξεις"

(photo: stratos p)

Το μισοπεθαμένο μηχάνημα ζωντάνεψε

τα χνώτα του βρωμάνε σκουριά και μέταλλο.
Ένας ίσκιος , μαύρος μανδύας, τυλίγει τον αέρα.
Υπάρχουν φιλιά που ανοίγουν την πόρτα του θανάτου
ερειπωμένα χωριά, το πένθος αναπαύεται στα χαλάσματα.
Κορμιά γυναικών που απλώς αναζητούσαν ενα χάδι τρυφερό,
τα δάκρυά τους σταγόνες στη βροχή.
Όλα τ’ άστρα έπεσαν, κάλπικες οι ευχές, η φωνή ακούγεται σιωπή
το ουρλιαχτό γοερό, η κοπέλα που απομακρύνεται έχει τον ήλιο στην πλάτη
σημαδεμένη από την αρχή της δημιουργίας.
Ο παλιάτσος βουλιάζει στο θρόνο του
μέσα σε ένα λιβάδι γεμάτο από ρόδα.
Η στιγμή της απόλυτης ηρεμίας
όλα στέκουν σαν παγωμένο τείχος
μπονάτσα πριν από την θαλασσοταραχή.
‘Ενα κορμί βρήκαν λέει , μες στη λάσπη, μοιάζει αντρικό,
άψυχο αλλά όχι νεκρό,
κείτεται στις όχθες του ποταμού.
Οι μάγοι της φυλής μίλησαν για θαύμα
άλλοι για κατάρα.
Πορεύομαι κενός, ένα πέτρινο άγαλμα, περνώ μέσα απ’ τα χαλάσματα.
Ψάχνω στη ματαιότητα των λέξεων
εξαγνισμό; ένα χάδι τρυφερό;
Για σένα γράφω
γλυκέ περηπατητή των ονείρων
καταπατητή της λογικής
κι ας ξέρω πως με κάθε λέξη που πέφτει
απλώς βρωμίζει το χαρτί, γεμίζει λεκέδες.