23 Νοε 2009

"Ιστορίες της Σοφίτας"


-->
Στο μαυροπίνακα ένα σύνθημα ξεθωριασμένο,
στοίβες από βιβλία στο πάτωμα,
χειρόγραφες σημειώσεις διασκορπισμένες.
Αράχνες έχουν πλέξει τους ιστούς τους πάνω από την σκόνη.
Ο ποιητής πέθανε, οι λευκές σελίδες ρούφηξαν την ύπαρξή του.
Καμία επιθυμία δεν έγινε όνειρο
μόνο το ποτέ, ποτέ ξανά...
Το χάδι του πόνου σκληρό,
τίποτα δεν ακουμπά πια ετούτη τη σάπια σάρκα.
Με την τελευταία του πνοή έδωσε ζωή στην ξύλινη κούκλα.
Τρείς Μαύρες Γάτες έφαγαν την ψυχή του.
Τρείς Μοίρες απόλαυσαν το θέαμα.
Είναι ιστορίες που γράφονται στο σκοτάδι,
εκεί που φόβοι και εφιάλτες στήνουν χορό,
πιάνουν φωτιά και χάνονται σαν ξημερώσει...
Η φύση υποκλίνεται στην ξαφνική βροχή,
νιώθω τις ψιχάλες, χοντρές, να σκάνε στο χώμα.
Σε μια κάμαρα
ντύνεται αργά μια γυναίκα.
Φορά το φόρεμα της αδιαφορίας,
στο λαιμό το φουλάρι της οργής.
Πάνω απ’ τα σκούρα κοντά μαλλιά της
οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν.
Στα κρυφά διαβάζει ποιήματα του,
λεπτές λωρίδες από φως αχνοτρέμουν στο κορμί της.
Μικρές κατάρες ψιθυρίζει, για τις στιγμές του πόθου
και όρκους να μην ξανασμίξει μ’ εκείνον πια...
Αλλά σςςςςς...κανείς να μην ακουσει!
Για τέλος κράτησα της Νύχτας το Παραμύθι,
γραμμένο για σένα πριγκίπισσα τρελή.
Αυτό που είμαι επιτέλους αποδέχτηκα....
Όσα σ’αγαπώ κι αν πώ μην τα πιστεύεις.
Μόνο τρέξε... και μίσησε... και ξέχνα...
Βλέπεις το είδος το δικό μου δεν ζεί με αγάπη
μα τρέφεται με σάρκα και ηδονή.

stratos p