28 Δεκ 2009

Φώτα ομίχλης, κάμερα, πάμε... [Ανασκόπηση 2009]

Του Νέστορα Πουλάκου
npoulakos@apogevmatini.gr


Όσο κι αν φωνάζαμε όλο το χρόνο, και ειδικότερα το τελευταίο εξάμηνο του 2009, για το “ομιχλώδες” κινηματογραφικό τοπίο που επικρατεί στη χώρα μας και το πως θα βγούμε από αυτό, εντέλει διαπιστώνουμε φτάνοντας στο τέλος του έτους ότι -ευτυχώς!- το ελληνικό σινεμά ξύπνησε, βγήκε από το λήθαργο και διεκδικεί τη σημαντικότητά του στον αστικό και μη χάρτη της Ελλάδας.


Καταρχάς ζήτησε το αυτονόητο : την αλλαγή του ισχύοντος κινηματογραφικού νόμου, που βαστά από το 1986 και την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη. Με τις πολλές συν αυτώ διατάξεις, οι οποίες πρέπει άμεσα να συζητηθούν και πάλι, ν' ανασυνταχθούν, όπως και να προστεθούν επιπλέον λεπτομέρειες. Βέβαια γνωρίζετε ότι ο υπουργός Πολιτισμού αποκάλυψε στην “Α” ότι στα μέσα του Γενάρη η νέα πρόταση νόμου θα είναι έτοιμη προς συζήτηση. Οψόμεθα...


Αδιαμφισβήτητα, το γεγονός της χρονιάς ήταν η πλειοψηφική αποχή των Ελλήνων σκηνοθετών από την επετειακή 50η διοργάνωση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Παρόλο που το ίδιο το φεστιβάλ παρουσίασε για ακόμη μια χρονιά ένα εξαιρετικό πρόγραμμα, με υψηλούς προσκεκλημένους και πλούσια παράλληλα δρώμενα, το ελληνικό τμήμα έπασχε, αφού οι μόλις 8 ταινίες που προβλήθηκαν δεν αντικατόπτριζαν την πραγματικότητα της εγχώριας παραγωγής, ενώ μετά από αρκετά χρόνια δεν δόθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας.


Οι απέχοντες σκηνοθέτες, μαζί με κινηματογραφιστές από όλα τα τμήματα του χώρου, συνασπίστηκαν στους “Κινηματογραφιστές στην ομίχλη”, την κίνηση για την ανατροπή και την παράλληλη αναδιοργάνωση του σινεμά στην Ελλάδα. Με συνεντεύξεις τύπου, επιστολές και κινήσεις, ήλθαν σε ρήξη με τον προηγούμενο υπουργό Πολιτισμού (και νυν πρόεδρο της Ν.Δ.) Αντώνη Σαμαρά, με το ΦΚΘ και την καλλιτεχνική διευθύντρια του Δέσποινα Μουζάκη, και κυρίως με την Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών και τους υπόλοιπους κινηματογραφιστές, μια κόντρα οξεία και διαρκής που έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη διάσπαση του χώρου. Η αντιπαράθεση τους, που πηγάζει από το μοίρασμα της πίτας, τις εν γένει κινηματογραφικές “θέσεις” και την ανάγκη για νέο νόμο από διαφορετικές οπτικές σκοπιές, δημιούργησε δυο αντίπαλα στρατόπεδα σε μεγάλη ένταση. Και φυσικά θα έχουμε συνέχεια, παρόλο που οι τόνοι τον τελευταίο καιρό έχουν πέσει.


Κλείνοντας το θέμα, οφείλουμε να παραδεχτούμε δυο κινήσεις, που με τον τσαμπουκά των “Ομιχλιστών”, γέμισαν τον κινηματογραφικό χρόνο. Τόσο η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στο σινεμά Έλλη στις αρχές του Νοέμβρη με τις απέχουσες ταινίες, όσο και η ίδρυση της Ακαδημίας Ελληνικού Κινηματογράφου, με προφανή κύριο σκοπό καταρχήν τα βραβεία (για τους υπόλοιπους στόχους, βλέπουμε!), κίνησαν το ενδιαφέρον, ενθουσίασαν αλλά και προβλημάτισαν, ενώ οι επιφυλάξεις παραμένουν για τα της Ακαδημίας έως ότου φανούν ξεκάθαρα οι προθέσεις της.


Και για να μη μένουμε μόνο στις κόντρες και τα “παρατράγουδα”, σαφώς το 2009 είναι η χρονιά ενός ρεύματος του ελληνικού σινεμά, που φέρνει κάτι διαφορετικό στην εγχώρια φιλμογραφία και ακούστηκε πολύ έξω. Ο “Κυνόδοντας” του Γιώργου Λάνθιμου, με βραβείο στις Κάννες, η “Ακαδημία Πλάτωνος” του Φίλιππου Τσίτου, με βραβεία στο Λοκάρνο, η “Στρέλλα” του Πάνου Χ. Κούτρα, που ενθουσίασε στο Βερολίνο, δεν έφτιαξαν ένα “νέο ελληνικό σινεμά”, όπως κακώς βιάστηκαν να πουν και να γράψουν αρκετοί (διότι δεν πρόκειται ούτε για μια ενιαία κίνηση ούτε υπάρχει μια κοινή συνισταμένη) αλλά, σίγουρα, μπορούμε να μιλάμε για σκηνοθέτες που έχουν όρεξη να ξεφύγουν από τα εγχώρια στεγανά και να κάνουν το βήμα εμπρός. Σε αυτές τις ταινίες προσθέστε τη “Χρυσόσκονη” της Μαργαρίτας Μαντά, την “Καντίνα” του Σταύρου Καπλανίδη, όπως και το “Μαύρο Λιβάδι” του νεότερου Βαρδή Μαρινάκη, που συζητιούνται ήδη για την ποιότητα τους. Και βέβαια σε μια χρονιά στην οποία οι μεγάλοι μας σκηνοθέτες, Θόδωρος Αγγελόπουλος (“Η Σκόνη του χρόνου”), Κώστας Γαβράς (“Παράδεισος στη δύση”) και Παντελής Βούλγαρης (“Ψυχή βαθιά”), έβγαλαν τις νέες τους παραγωγές, ενώ το εμπορικό σινεμά εξακολουθεί να σκίζει στα εισιτήρια (π.χ. “Πεθαίνω για σένα”, “Σούλα Έλα Ξανά”, “Η Κληρονόμος”).


Τέλος και, μάλιστα, ευχάριστο. Επιτέλους, ο ελληνικός κινηματογράφος απέκτησε πλήρως ανακαινισμένους και σύγχρονους δυο θεσμούς, που σε κάθε χώρα του δυτικού κόσμου αποτελούν πόλοι έλξης των σινεφίλ. Πρώτα το Μουσείο Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Μάιο και στη συνέχεια η Ταινιοθήκη της Ελλάδας τον Οκτώβριο πραγματοποίησαν τα εγκαίνια των νέων εγκαταστάσεών τους, προκειμένου να συμβάλουν στην αλλαγή του τοπίου.


Γιατί μια αλλαγή στο ελληνικό σινεμά επιβάλλεται. Και επειδή δεν είμαστε ουτοπιστές και δεν μιλάμε για “επαναστάσεις”, ας συμπορευτούμε προς μια ριζική ανανέωση εκ βάθους.


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 24-12).