11 Δεκ 2009

Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα. . . (Μέρος Β)

Στον Γιώργο Κουκαλιώτη

Αυτές τις μέρες και τις εβδομάδες που δε βρίσκονται σε κανένα ημερολόγιο, αυτές τις ώρες και τα λεπτά που δε γνωρίζει το ρολόι, όταν όλα αυτά τα σάπια πλοία του παρελθόντος από παλιά φτασμένα στης ζωής τον πάτο, φυλάγοντας τα βυθισμένα όνειρα μαζεύουν τις θλίψεις τους για να παραγεμίσουν την θλίψη αυτή με θύμηση.

Ο Τρόμος μας κυκλώνει και τους δυο ψυχή μου. Άλλο τίποτα δε θα ‘ρθει. Δεν μπορώ να περιγράψω τις φρίκες και το χειρότερο, δεν μπορώ να το σκάσω. Το παν είναι ένας τοίχος. Με κόβουν μαχαίρια που δεν βλέπω, με τσιμπούν μέλισσες με κεντρί. Ματώνω απλά μες στη σιωπή, τα βάσανά μου με το θαυμασμό μουδιάζουν.

Που τα φυλάς όλα αυτά ψυχή μου; Πόσο θα αντέξεις ακόμα; Δόντια τρελά έχει το είδος του ανθρώπου και κομματιάζει την αγάπη μου. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα ψυχή μου, απ’ το να περιμένω τα’ αρπαχτικό τους τραύμα.

Με την ευχή η σάρκα μου ν’ αντέξει και του μυαλού μου ο αγωνιώδης έκπληκτος καθησυχασμός και η αγάπη μου να επιζήσει απ’ τα κτηνώδη αυτά αινίγματα, τούτο σε εκλιπαρώ Ψυχή μου. . . Εσύ αν μπορούσες.

(Αυτές τις μέρες και τις εβδομάδες, Μπόμπ Κάουφμαν)

Βαθύ, σκοτεινό, ονειροπόλο, τρελό, αληθινό, μυστήριο, θεατρικό το βλέμμα σου!
Φίλε μου απ’ το Αρκάνσας του Βορρά, απ’ το φαράγγι του σύννεφου που ο καπνός το έχει βρωμίσει!