21 Δεκ 2009

Συνέντευξη του Φατίχ Ακίν..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο
npoulakos@apogevmatini.gr

Είναι ο σκηνοθέτης εκείνος, που θα ήθελαν πολλές εθνικές κινηματογραφίες της Ευρώπης να είναι δικός τους. Και κυρίως η δική μας, για να μη γελιόμαστε. Σίγουρα θα χωρούσε και με το παραπάνω στην ενότητα “Generation Next”, που είχε επιμεληθεί πέρυσι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Διότι, ο Φατίχ Ακίν, τουρκικής καταγωγής γεννημένος και μεγαλωμένος στο Αμβούργο, είναι μόλις 36 ετών και η επιτυχία δεν του έχει χτυπήσει απλώς την πόρτα αλλά έχει μπει μέσα και έχει στρογγυλοκαθήσει για τα καλά. Ο σκηνοθέτης του “Μαζί ποτέ”, του “Ήχου της πόλης” και της “Άκρης του ουρανού”, με σημαντικά βραβεία στα φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου, του Λοκάρνο και της Βαυαρίας, αποφάσισε φέτος να κάνει το κωμικό διάλειμμα του (ανάμεσα στην τριλογία για την αγάπη, τον θάνατο και το διάβολο, που πραγματοποιεί όλα αυτά τα χρόνια) με το “Soul Kitchen” (Κουζίνα με ψυχή, στα ελληνικά). Και τα κατάφερε μια χαρά, αφού η ταινία καλάρεσε σε κοινό και κριτικούς, με την προβολή της στην πρόσφατη 66η Μόστρα της Βενετίας να της αποφέρει το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής του φεστιβάλ, και ακόμη μερικές διακρίσεις.
Ο Ζήνος είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου στο Αμβούργο και όλα του πάνε στραβά : υποφέρει από δισκοπάθεια και δεν μπορεί να κουνηθεί, οι παλιοί του πελάτες τον εγκαταλείπουν, ενώ η κοπέλα του, Ναντίν, τον παρατάει και πάει στη Σαγκάη όπου βρήκε δουλειά. Στην απελπισία του, αλλάζει το ύφος του εστιατορίου, φέρνοντας νέο κόσμο και δεν διστάζει να πάει στην Κίνα να βρει τη Ναντίν. Μόνο που για να φύγει, θα πρέπει να αφήσει τη δουλειά στα χέρια του αδελφού του, μια επιλογή όχι και τόσο σοφή.
Το “Soul Kitchen” του Φατίχ Ακίν έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στη χώρα μας την Πέμπτη, που μας πέρασε, ενώ ήταν η ταινία έναρξης του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Νοέμβριο. Εκεί, στην πόλη της βορείου Ελλάδας, συναντήσαμε τον Τουρκογερμανό σκηνοθέτη, όπου μίλησε στην “Α” για την περιπέτεια της ταινίας του, το πάντρεμα των ήχων που επιχείρησε, την έθνικ κουλτούρα που προώθησε (με κεντρικό στοιχείο την ελληνική “ψυχή”) καθώς και την εν γένει εικόνα που έχει για τον κόσμο του κινηματογράφου στις μέρες μας.

- Μας ήρθε ξαφνική αυτή η μεταστροφή σας στην κωμωδία από το δράμα και το ευθύ κοινωνικό σχόλιο, που κάνατε τόσο καιρό. Πως και καταλήξατε στο “βαλκανικό όργιο” του “Soul Kitchen”;
- (γέλια) Μου αρέσει ο χαρακτηρισμός που δίνετε, αν και δεν είναι ακριβώς “βαλκανικό”, έχει μπόλικο “Αμβούργο” μέσα. Βέβαια το ελληνικό στοιχείο, όπως και το τουρκικό δε λείπουν. Δίνουν αυτό το κάτι παραπάνω. (γέλια). Κοιτάξτε, ήθελα να κάνω κάτι γρήγορο, που συνάμα να έχει πλάκα. Ξέρετε, κάτι σπινταριστό, Να ξεφύγω λίγο από τα βαθιά νοήματα, τις ενδοσκοπήσεις και τους στοχασμούς. Ήθελα φρέσκο αέρα γιατί η πίεση της επιτυχίας του “Μαζί ποτέ” με είχε εξουθενώσει...

- ... δηλαδή το σενάριο του “Soul Kitchen” πάει, χρονικά, τόσο πίσω; Στο 2003;
- Ακριβώς! Όταν ολοκλήρωσα το “Μαζί ποτέ” έγραψα το σενάριο του “Soul Kitchen” βασιζόμενος σε κάποια πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στο φίλο μου, τον Αδάμ (εννοεί τον Αδάμ Μπουσδούκο, πρωταγωνιστή/ σεναριογράφο της ταινίας, που είχε εστιατόριο κάποτε στο Αμβούργο). Όμως, η επιτυχία του “Μαζί ποτέ” με “έκοψε” στη μέση, στη συνέχεια μπλέχτηκα με το πρότζεκτ του ντοκιμαντέρ “Ο ήχος της πόλης”, μετά συνέχισα με το δράμα... Έχασα τη μπάλα, καταλαβαίνετε. Ήθελα ένα διάλειμμα. Σε αυτό συνέβαλε και ο θάνατος του παραγωγού μου και τότε λέω : “Κάνε ότι θες. Ήρθε η ώρα”.

- Είναι ρίσκο αυτή η κίνηση για σας; Πάντως το κοινό σας αντιμετώπισε πολύ θετικά.
- Ναι, όντως. Ειδικά στη Βενετία έμεινα έκπληκτος από την αντιμετώπιση του κοινού και όχι μόνο. Όπως και για το βραβείο, επίσης. Όσο για το ρίσκο... Ναι, μπορώ να πω ότι είναι. Αλλά το ήθελα πολύ. Δε μου αρέσει να κάνω συνέχεια την ίδια ταινία, ξέρετε. Θέλω να αλλάζω παραστάσεις και να κάνω διαφορετικά πράγματα. Πάρτε παραδείγματα μεγάλων σκηνοθετών με πολλές και διαφορετικές ταινίες. Κλιντ Ίστγουντ, Κώστας Γάβρας, Άνγκ Λι... Τους θαυμάζω γι' αυτό που κάνουν.

- Οι ταινίες σας, όπως και το “Soul Kitchen”, βρίθουν από ατμοσφαιρικές μουσικές. Είστε και dj. Συν ότι έχετε επιχειρήσει, εδώ, ένα έθνικ πάντρεμα πολιτισμών και εικόνων. Τι είναι αυτό που εντέλει θέλετε να κάνετε;
- Αυτό που βλέπετε. Να φέρω, μέσα από την τέχνη μου, κοντά λαούς, όπως τον τουρκικό με τον ελληνικό. Να αναμειγνύω μουσικές, όπως τα μπλουζ με τα ρεμπέτικα και το soul με το ροκ. Λατρεύω να το κάνω αυτό. Γιατί όλα καταλήγουν σε έναν κοινό παρανομαστή. Την επιθυμία, το γέλιο, τη χαρά, μέσα από το ποτό, τη μουσική, τη διασκέδαση και το... σινεμά!

*H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη "Σαββατιάτικη Απογευματινή" (φύλλο 19-12).