19 Ιαν 2010

Συνέντευξη του Σάμιουελ Μαόζ..

H διάθεση αυτοκριτικής είναι πλέον εμφανής σε μεγάλη μερίδα του λαού του Ισραήλ. Ή καλύτερα η διάθεση αυτό-μαστιγώματος, δανειζόμενος τη φράση από συνάδελφο καθώς αποχωρούσαμε από το περυσινό και επίσης αριστουργηματικό “Βαλς με τον Μπασίρ”. Με πρωτοστάτες τους καλλιτέχνες της, οι οποίοι ως φαίνεται τολμούν παρά τη συντηρητική πραγματικότητα της κοινωνίας του Ισραήλ, η πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας προσπαθεί να κάνει γνωστό σε όλο τον κόσμο τον αποτροπιασμό της για τις πολεμικές πολιτικές των κυβερνήσεών της. Και φυσικά εφαλτήριο των απανταχού Ισραηλιτών παραμένει η εισβολή και καταστροφή του Λιβάνου το 1982, μια κίνηση που επαναλήφθηκε προ λίγων ετών καταδεικνύοντας ξεκάθαρα ότι το πάθημα δεν έγινε μάθημα.

Έγινε, όμως, σύνθημα εκκίνησης της αφύπνισης μεγάλης μερίδας του καλλιτεχνικού κόσμου. Πρώτα με το “Βαλς με το Μπασίρ” και τώρα με το “Lebanon” (“Λίβανος”) παρατηρείται η τάση προς μια διαμαρτυρία συνειδητή και συνάμα έντονη. Προς πάσα κατεύθυνση, με τον όποιο αποδέκτη, και με αντικειμενικό σκοπό την αναζήτηση συμπαραστατών, συνοδοιπόρων σε αυτή την αντιπολεμική κίνηση αγανάκτησης.

Και για να μη μακρηγορούμε -όλα τα παραπάνω- ν' αποκαλύψω ότι τα γέννησε μια ταινία. Το “Lebanon”, ένα χαρακτηριστικό ντοκιουντράμα, το οποίο ενδοσκοπεί στα αιματηρά γεγονότα της εισβολής του 1982, είναι η προσωπική ιστορία και η υποκειμενική κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου, που έζησε τον πόλεμο από πρώτο χέρι, πάλεψε επί χρόνια με τις χίμαιρες του, και κατάφερε εντέλει να σκηνοθετήσει μια συγκλονιστική ταινία. Ο Σαμιουέλ Μαόζ είναι εκείνος ο Ισραηλινός σκηνοθέτης, που τόλμησε να τα βάλει με τα πάθη (και τα λάθη) του λαού του.

Ιούνιος 1982 : Ο πρώτος πόλεμος στο Λίβανο. Ένα τανκ και μια διμοιρία στρατιωτών είναι προς αναζήτηση μιας εχθρικής πόλης που έχει ήδη βομβαρδιστεί από τις Ισραηλιτικές Δυνάμεις. Αυτή η απλή αποστολή, όμως, θα εξελιχθεί σε εφιάλτη και θα καταλήξει σε παγίδα θανάτου. Τα τέσσερα μέλη του τανκ βρίσκονται σε μια βίαιη κατάσταση και δεν μπορούν να αντιδράσουν. Σε αυτό το χάος του πολέμου, κινητήριες δυνάμεις τους είναι ο φόβος και το ένστικτο της επιβίωσης. Τα τέσσερα παιδιά που είναι ηλικίας μόλις 20 ετών, χάνουν την αθωότητά τους με τον πιο σκληρό τρόπο και καταστρέφονται ψυχολογικά…

Ο Σάμιουελ Μαόζ παρουσίασε την ταινία του στην πρόσφατη -66η- Μόστρα της Βενετίας αφήνοντας εμβρόντητους κοινό και κριτική επιτροπή. Απέσπασε το Χρυσό Λιοντάρι κι ακόμη δυο βραβεία, βρίσκοντας παγκόσμια διανομή ώστε να μεταφέρει το αντιπολεμικό μήνυμά του ανάγλυφο παντού. Έκανε πρεμιέρα στα φεστιβάλ του Τορόντο, της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου, του Πουζάν. Μάλιστα, τον προηγούμενο μήνα ήταν καλεσμένος στο 50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το βραβείο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Εκεί, μίλησε στη “Γαλέρα” για την περιπέτεια του “Lebanon”, επίσης για τη δική του συγκλονιστική εμπειρία, αλλά και για την αντιμετώπιση του Ισραηλίτικου κοινού απέναντί του.

Η ταινία βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες στις 21 Ιανουαρίου 2010 από τη Hollywood Entertainment.

Βλέποντας την ταινία, ένα κομμάτι της ζωής σας δηλαδή, πραγματικό, πως νιώσατε; Μήπως λειτουργεί ψυχαναλυτικά για εσάς;


Ναι, ήμουν στο Λίβανο. Είμαι ένα από τα παιδιά στο τανκ. Και ήταν μια εμπειρία δύσκολη, ήμασταν 24 ώρες το 24ωρο μέσα στο όχημα, χωρίς ανάσα. Αυτά τα ξέρετε ήδη. Τα ξέρω και εγώ, τα σκέφτομαι συνέχεια, όλα αυτά τα σχεδόν 30 χρόνια. Δεν μου ήταν εύκολο να κάνω την ταινία ούτε να την δω, όπως καταλαβαίνεται. Αν και σκηνοθέτης επαγγελματίας δεν είχα καταφέρει ποτέ να τελειώσω το σενάριο αυτής της ταινίας στο παρελθόν. Το προσπάθησα πολλές φορές, όλες όμως ήταν αποτυχημένες. Ύστερα από 2-3 σελίδες το παρατούσα. Γιατί μου έβγαζε μια μυρωδιά σαν “καμμένη σάρκα”. Και με απωθούσε. Τότε καταλάβαινα ότι δεν ήταν η σωστή στιγμή για να κάνω την ταινία. Δεν ήμουν έτοιμος. Έπρεπε πρώτα να “κάτσει” μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό περιστατικό. Εντέλει, έφτασε κάποια στιγμή η ώρα να ηρεμήσω και να βάλω τα πράγματα κάτω. Όσον αφορά την ψυχανάλυση που λέτε... Ναι, μπορώ να πω ότι λειτούργησε σαν αυτό-ψυχανάλυση, όχι όμως και τώρα αφού δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Και βέβαια να ξεκαθαρίσω το εξής : Δεν ήμουν άρρωστος και τώρα είμαι υγιής! Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που έγιναν τότε, ήταν συγκλονιστικά, απλώς οφείλω να προχωρήσω.


Ποιος ήταν ο σκοπός σας, δηλαδή;


Να δουν την ιστορία αυτή, την τόσο μπερδεμένη, οι συμπατριώτες μου, οι κυβερνήσεις, όλος ο κόσμος. Δεν ήθελα να δουν εμένα ως ψυχοσύνθεση τότε αλλά την κατάσταση. Άλλωστε υπάρχουν άλλοι τρεις φαντάροι, διαφορετικές προσωπικότητες, πλήρως αναλυμένες, που αντικατοπτρίζουν το κλίμα των νεαρών παιδιών τη δεδομένη στιγμή. Τα περισσότερα γεγονότα στην ταινία έγιναν στην πραγματικότητα και πρέπει να τα μάθει ο κόσμος. Για να καταλάβει τι αποτρόπαιο έγινε τότε.


Άρα το “Lebanon” είχε και στοιχεία fiction μέσα. Γιατί δεν κάνατε ένα ντοκιμαντέρ;


Πλην των γεγονότων με ενδιέφερε το συναίσθημα. Αυτό παίζει τον κύριο ρόλο, μπορώ να πω. Δεν ήθελα απλώς να βάλω μερικές “φωτογραφίες του κόσμου” σε σειρά. Αλλά να περιβάλλω την ιστορία και με στοιχεία δραματοποίησης, τα οποία θα της δώσουν το έναυσμα για να πει το μήνυμά της. Σημασία έχουν οι άνθρωποι, εν προκειμένω, όχι τα γεγονότα. Πως ήταν τα παιδιά που είχαν “πεταχτεί” εκεί.


Ποιες ήταν οι αντιδράσεις του κοινού στο Ισραήλ για την ταινία σας;


Ήταν προφανές από την αρχή ότι θα υπάρξει μεγάλη μερίδα του κοινού που θα αντιδράσει κακότροπα. Είναι το συναίσθημα το πολιτικό, να μην προβάλλεται το άσχημο πρόσωπο της χώρας που υπάρχει έντονο στο Ισραήλ. Να είναι καθαρή η εικόνα του, να μη συζητιούνται τέτοια γεγονότα. Γενικώς επικρατεί ένα καθεστώς σιωπής. Υπάρχει μια επικοινωνία... σιωπής! Ο κόσμος, επίσης, δεν θέλει να βλέπει τους στρατιώτες του να πεθαίνουν, τα παιδιά του δηλαδή. Τον πονάει αυτό. Τις μανάδες, τους γονείς, τους συγγενείς, τις οικογένειες. Πονάει, ξέρετε, η αλήθεια όταν τη λες ή τη γράφεις ή τη δείχνεις, όπως γίνεται τώρα με το “Lebanon”. Από την άλλη μεριά, υπάρχει και η συντηρητική πλευρά του Ισραήλ που βάζει την πατρίδα πάνω απ' όλα.

Νέστορας Πουλάκος
nespoulakos2000@yahoo.gr


*H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 51 του μηνιαίου περιοδικού "Γαλέρα" (Ιανουάριος 2010).