20 Απρ 2010

Συνέντευξη του Ζόαν Σφαρ..

Στον Νέστορα Πουλάκο

Στα 39 του, ο Ζόαν Σφαρ κατάφερε να εξελίξει την πλέον πετυχημένη καριέρα του ως δημιουργός κόμικς (με περισσότερα από 150 άλμπουμ και δεκάδες διακρίσεις) με το να μπει πίσω από την κινηματογραφική κάμερα και να σκηνοθετήσει τη ζωή του εφηβικού του ινδάλματος, του ανθρώπου που τον επηρέασε όσο κανείς άλλος παρόλο που δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει, τον Λουσιέν (Σερζ) Γκενσμπούρ.

«Το “Gainsbourg” είναι μια μουσική κωμωδία παρά ένα κλασικό biopic μιας καλλιτεχνικής ιδιοφυίας όπως υπήρξε ο Σερζ στη Γαλλία και σε όλο τον κόσμο το β’ μισό του 20ου αιώνα», μου εξηγεί ο Ζόαν Σφαρ κατά τη συνάντηση μας το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης στο Αττικόν, λίγες ώρες πριν την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας του στη χώρα μας (με την ταυτόχρονη έναρξη του 11ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου). «Χρόνια τώρα ήθελα να κάνω μια ταινία με μπόλικα τραγούδια, ωραίες γυναίκες και με έντονο το σεξουαλικό στοιχείο, επομένως τι καλύτερο από το να περιγράψω τη ζωή του Σερζ Γκενσμπούρ», συνεχίζει ο σκηνοθέτης που ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετος και περήφανος, θα πω, για την ταινία που είχε κάνει (άλλωστε, περισσότεροι από 1,5 εκ. θεατές έχουν δει το «Gainsbourg» στη Γαλλία).

Πειράζοντας με συνεχώς για το αν μου άρεσε περισσότερο η ταινία ή η Μπριζίτ Μπαρντό (την υποδύεται η Λετίσια Κάστα), επέμεινα δις ρωτώντας τον για ποιο λόγο εξωράισε κάπως τη σχέση του Γκενσμπούρ με τις γυναίκες, ειδικώς το τέλος που είχε μαζί τους. «Ο Σερζ είχε μια σχέση παιδική με τις γυναίκες. Παρά τη δεδομένη άσχημη συμπεριφορά του προς αυτές, δεν άλλαξε ποτέ το γεγονός ότι τις λάτρευε, τις αγαπούσε με τον τρόπο του. Γι’ αυτό κιόλας οι ίδιες ποτέ δεν τον ξέχασαν. Ήταν μοναδικός», μου απάντησε ο Σφαρ, ο οποίος τόνισε τη φράση «στην ταινία μου όλα είναι αλήθεια και όλα είναι ψέματα», επεξηγώντας συνολικά την ουσία του σεναρίου του.

Πάντως ο Ζόαν Σφαρ μόνο με την προσωπικότητα του Γκενσμπούρ θα αποφάσιζε να ξεκινήσει την ασχολία του με το σινεμά (όπως κι έγινε). «Δεν βρίσκω κανένα ενδιαφέρον με το να ασχοληθώ με μουσικούς όπως ο Μπρελ ή ο Πρεβέ γιατί ήταν τόσο ταυτισμένοι με την κλασική γαλλική κουλτούρα. Ενώ ο Γκενσμπούρ συνδύασε αυτή την κουλτούρα με κάτι το επιθετικά μοντέρνο που τον κάνει ενδιαφέροντα και ελκυστικό συνάμα». Βέβαια, όπως μου εξηγεί, δεν ήθελε να τον ηρωοποιήσει απόλυτα (ο υπότιτλος της ταινίας είναι ειρωνικός : «Ηρωική ζωή»), αλλά ήθελε και να τον «βρωμίσει» κάπως. «Για το γαλλικό λαό ο Σερζ ήταν μια αυθεντία αυτοκαταστροφική, εκεί που τον θαύμαζαν εκεί τους προκαλούσε στο ακέραιο. Επομένως δεν θα του ταίριαζε η απόλυτη εικόνα του ήρωα».

Με το «Gainsbourg» να είναι μια ταινία που ολοκληρώθηκε έπειτα «από ενδελεχή έρευνα», μα «γεμάτη συμβολισμούς δοσμένη στο κοινό», ο Ζόαν Σφαρ δεν ξέχασε την τέχνη του, το κόμικς, γι’ αυτό άλλωστε και ενυπάρχει στην ιστορία ως η «άλλη», η βρώμικη, η αλήτικη, η δεύτερη προσωπικότητα του Γκενσμπούρ. Ένα έξυπνο, ευφάνταστο τρικ, θα συμπληρώσω.

Παρολαυτά, για την ταινία δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε η Τζέιν Μπίρκιν την Κυριακή το πρωί κατά τη συνομιλία μας στο Λυκαβηττό, διαφωνεί απόλυτα με την ταινία του Σφαρ, θεωρεί ότι οι σκηνές που έχει με εκείνην (αλλά και κάποιες άλλες χωρίς να μου διευκρινίσει περαιτέρω), οι χαρακτήρες όπως έχουν χτιστεί, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Αυτά, βέβαια, πάντα υπήρχαν και θα εξακολουθούν να υπάρχουν σε κινηματογραφικές βιογραφίες. (προσωπική γνώμη: η ταινία είναι αρκετά καλή).

Το «Gainsbourg» έπειτα από την πρεμιέρα του στο 11ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες την Πέμπτη 22 Απριλίου από την εταιρεία διανομής Filmopolis.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο καλλιτεχνικό portal www.stereoworld.gr (22-4).