14 Ιουν 2010

Συνέντευξη του Παναγιώτη Ράππα..

Στον Νέστορα Πουλάκο
nespoulakos2000@yahoo.gr

Θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν από τις πολύ ευχάριστες εικόνες των περασμένων Χριστουγέννων όταν στη «γερασμένη» ελληνική τηλεόραση (από πλευράς ποιότητας) των αναμασημένων, κλασικών εορταστικών προγραμμάτων, έκανε την εμφάνισή του το τρισδιάστατο κινούμενο σχέδιο «Ένα δέντρο, μια φορά». Παραμονή πρωτοχρονιάς το βράδυ, το παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά μεταφέρθηκε στη μικρή (και κατ’ επέκταση στη μεγάλη) οθόνη, σε ένα ψηφιακό φιλμ 26 λεπτών, μια πανδαισία μουσικών, χρωμάτων, μια μαγική εικόνα αν προτιμάτε, που με έκανε να «κολλήσω» στο κανάλι της ΝΕΤ.
Ένα ρακένδυτο μικρό αγόρι, που ζητιανεύει στα φανάρια για να ζήσει, κάνει φίλο του ένα παραμελημένο δέντρο σε απόμερο δρόμο μιας μεγαλούπολης. Μια μέρα, παραμονές Χριστουγέννων, το δέντρο έχοντας δει τα όμορφα χριστουγεννιάτικα δέντρα στα παράθυρα των γύρω σπιτιών ζητά απ’ το μικρό του φίλο να το στολίσει και εκείνο έτσι. Όμως ο μικρός δεν έχει στολίδια ή χρήματα για να τ’ αγοράσει, δεν έχει απολύτως τίποτα. Θέλει όμως πολύ να κάνει το καχεκτικό δέντρο να δείχνει όμορφο στο βρώμικο και απόμερο πεζοδρόμιο. Όλα θα συμβούν εκείνη τη νύχτα που μοιάζει διαφορετική μιας και εκπληρώνονται τα όνειρα, πρόκειται για μια νύχτα μαγική. Ο πολύπειρος animator Παναγιώτης Ράππας, με μακρά θητεία στο Χόλιγουντ (Disney, Paramount, Columbia, Fox, MGM, Warner Bros.) και στο πλευρό του Στίβεν Σπίλμπεργκ, κόπιασε πραγματικά για να φτιάξει μια ταινία κινουμένων σχεδίων που –κακά τα ψέματα- μόνο ελληνική δε μοιάζει. Έπειτα από τρία χρόνια, συνεργάζεται ξανά με τον Ευγένιο Τριβιζά (είχε προηγηθεί το 2006 το «Ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι») για την παραγωγή αυτού του χριστουγεννιάτικου παραμυθιού σε 3D, που μπορεί μεν να κόστισε 600 χιλιάδες ευρώ (με συμμετοχή της ΕΡΤ) αλλά άξιζε τον κόπο, αφού το κενό των εγχώριων κινουμένων σχεδίων είναι τόσο μεγάλο ώστε τέτοιες δημιουργίες να είναι εξαιρέσεις φωτεινές. Το «Ένα δέντρο, μια φορά» μετά την τηλεοπτική του εμφάνιση ξεκίνησε το μακρύ δρόμο των διεθνών φεστιβάλ. Ήδη, έχει αποσπάσει δυο διακρίσεις : το βραβείο καλύτερης ταινίας στο 5ο Animfest της Αθήνας, ενώ ψηφίστηκε σαν η δεύτερη καλύτερη παραγωγή για παιδιά και νέους (όχι μόνο κινουμένων σχεδίων) σε ολόκληρη την Ευρώπη για το 2009, από την EBU (European Broadcasting Union). «Η συνέχεια περιλαμβάνει πολλά ακόμη φεστιβάλ» μου είπε ο κ. Ράππας, ο οποίος μίλησε στο «ΜΟV.» εξ αφορμής της συμμετοχής της ταινίας του στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ρόδου Ecofilms ’10 (22 με 27 Ιουνίου), όπου θα διαγωνιστεί για το βραβείο καλύτερης ταινίας μικρού μήκους. Πριν απ’ όλα όμως ν’ αναφέρω ότι ο Παναγιώτης Ράππας είχε στο πλευρό του καλλιτέχνες σημαντικούς, προκειμένου να καταφέρει αυτό το αποτέλεσμα : το σενάριο επιμελήθηκε ο ίδιος ο Ευγένιος Τριβιζάς, τη μελωδική μουσική ο Δημήτρης Παπαδημητρίου με τις ερμηνείες στα τραγούδια η Φωτεινή Δάρρα και ο Μπάμπης Τσέρτος, ενώ τις φωνές τους έδωσαν ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Δανάη Σκιάδη, η Μαρία Ναυπλιώτου, ο Θοδωρής Αθερίδης, ο Παύλος Κοντογιαννίδης, ο Δημήτρης Πιατάς, ο Παύλος Χαΐκάλης κ.ά. Τον πρωταγωνιστή, το μικρό αγόρι δηλαδή, σχεδίασε ο Γερμανός Ούλι Μέγερ (σχεδιαστής της ταινίας «Ποιος φοβάται τον Ρότζερ Ράμπιτ;» σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ζεμέκις).

Πως κρίνετε τη σχέση των Ελλήνων με το περιβάλλον; Υπάρχει ενεργή, έντονη οικολογική συνείδηση στη χώρα μας;


Με χαρά διαπιστώνω ότι οι νεότεροι έχουν ευαισθητοποιηθεί. Είναι ένα πρόβλημα που τους απασχολεί πια πραγματικά και προσπαθούν. Αλλά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε. Και όχι μόνο οι Έλληνες...

Εν τέλει η πόλη μας, η Αθήνα, πάσχει σε μεγάλο βαθμό από την παιδική εκμετάλλευση, από τους ανήλικους που είναι στο δρόμο και επαιτούν για να ζήσουν; Υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης του φαινομένου, λέτε;

Η Αθήνα παρουσιάζει και αυτή, την παθογένεια όλων των μεγαλουπόλεων. Με χειρότερο σύμπτωμα της την αδιαφορία. Μια κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της όμως, οφείλει να προστατεύει με τον ίδιο ζήλο τα παιδιά της όπως και το περιβάλλον στο οποίο τα μεγαλώνει. Δεν πρέπει να υπάρχει το γνωστό «φταίνε οι άλλοι». Φταίμε όλοι και οφείλουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας να συνεισφέρουμε ώστε να σταματήσει αυτό το φαινόμενο. Αν το κράτος αδιαφορεί, οφείλουμε να του υπενθυμίζουμε συνεχώς και με ένταση ότι δεν μπορεί να κάνει τα στραβά μάτια.

Γιατί προτιμήσατε για τη συγκεκριμένη ιστορία του Ευγένιου Τριβιζά το κινούμενο σχέδιο; Θεωρείτε ότι σε ταινία live action θα υπήρχε διαφορετικό αποτέλεσμα;


Ο Ευγένιος Τριβιζάς απευθύνεται με το έργο του στα παιδιά κυρίως, αν και όχι μόνο. Τα κινούμενα σχέδια επίσης. Είναι μια πολύ φυσιολογική συνύπαρξη. Το τελικό αποτέλεσμα μιας ταινίας κρίνεται από πάρα πολλούς παράγοντες. Η τεχνική είναι μόνο ένας από αυτούς. Το ζητούμενο πάντα είναι το ίδιο: αν θα αγγίξει ή όχι το κοινό.

Είστε υπέρ της τεχνολογίας 3D που έχει κατακλύσει το σινεμά (κυρίως το αμερικανικό). Συμβάλλει στην ουσία της ιστορίας, όπως στο "Ένα δέντρο, μια φορά", ή είναι ένα εργαλείο παραπάνω διασκέδασης;


Το σινεμά είναι τόσο παιδί της τέχνης όσο και της τεχνολογίας. Η εξέλιξή της τελευταίας το καθορίζει εξίσου με την πρώτη. Δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει αυτό το δεδομένο. Η εξέλιξη του ψηφιακού σινεμά έχει κάνει ευκολότερη την δημιουργία ταινιών κινουμένων σχεδίων. Δίνεται έτσι η ευκαιρία σε όλο και περισσότερους δημιουργούς να βγουν μπροστά και να πουν την δική τους ιστορία. Αυτό που εγώ προσπαθώ, όσο μπορώ, είναι να αφηγηθώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μια ιστορία που αξίζει το χρόνο που της αφιερώνεται για να «ειπωθεί» αλλά και να «ακουστεί».

Τι θα προτείνατε προκειμένου να τονωθεί η παιδική ταινία, το κινούμενο σχέδιο στην ελληνική φιλμογραφία; Πάσχουμε ιδιαίτερα σε αυτό το κομμάτι του σινεμά.

Ελπίζω όλοι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση κινηματογράφος να καταφέρουν να συντονιστούν στο μέλλον, έτσι που να μπορούμε να μιλάμε για ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Αυτή τη στιγμή κάτι τέτοιο δεν υφίσταται. Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι μια πολύ περιορισμένη βιοτεχνία, αδύναμη και χωρίς πόρους που την κινούν μερικοί «ρομαντικοί» -όχι πάντα άμοιροι ευθυνών- με κίνδυνο να ξυπνήσουν κάποιο πρωί υπερχρεωμένοι. Η έννοια του σκηνοθέτη κινδυνεύει να γίνει συνώνυμη του «ψώνιου» στη χώρα μας. Πάσχει ολόκληρο το σινεμά μας λοιπόν και όχι μόνο το κινούμενο. Δυστυχώς το ελληνικό κράτος αδιαφορεί επιδεικτικά εδώ και δεκαετίες για κάτι από το οποίο έχει, στο παρελθόν, πολλαπλά ευεργετηθεί. Χρωστάμε –άκουσα- σαν κράτος, εκτός των άλλων, 120 εκατομμύρια ευρώ για τα γλυκανάλατα και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας διαφημιστικά σποτάκια του ΕΟΤ (αντιστοιχούν στον προϋπολογισμό 40 ετών του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου), όταν μια μόνο ταινία του Κακογιάννη, για δεκαετίες ολόκληρες, έκανε εκατομμύρια ανθρώπους από όλο τον κόσμο να ταξιδεύουν για να γνωρίσουν τους Έλληνες και την «τρέλα τους» από κοντά…

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4 του διμηνιαίου περιοδικού κόμικ "
MOV." (Ιούνιος - Ιούλιος 2010).