17 Αυγ 2010

Έρωτας στο θερινό σινεμά

Του Νέστορα Πουλάκου
npoulakos@apogevmatini.gr

Ήσουν το καλοκαίρι που τελείωνε,
η ακρογιαλιά
με τα υπαίθρια σινεμα
και τα εξοχικά κεντράκια.

Γιάννης Καρατζόγλου, Πηγαίος Κώδικας, Εκδ. Ίκαρος

Το σινεμά είναι έρωτας κάτω από τον ήλιο. Όταν τα φώτα σβήνουν, η μηχανή παίρνει μπρος και το πρώτο φως απλώνεται στην αίθουσα. Στη θερινή αίθουσα, μάλιστα, που τα κορμιά πεθαίνουν από τη ζέστη, αν και έρχονται πιο κοντά, τρόπον τινά μια αντίδραση στην υπερθερμία της ατμόσφαιρας. Μια γλυκιά «έξαψη» σε κυριεύει, όταν απλώνεται μπροστά σου ένας κόσμος ατόφια ερωτικός, όπως ακριβώς είναι η σπάνια «πράσινη αχτίδα» λίγο πριν ο ήλιος σβήσει, η μέρα χαθεί και δώσει τη σειρά της στην ξέφρενη καλοκαιρινή νύχτα. Ένα «τσάι» δροσερό, χωρίς γεύση όμως αφού τα χείλη έχουν πλέον τον πρώτο λόγο, είναι αυτό που χρειάζεσαι. Το σύμπαν ολόκληρο βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου, γεμάτο έρωτα και φαντασία.

Έξαψη, του 1981

Στην παραλία της Φλόριντα, ένα καλοκαιρινό βράδυ, όλα είναι αφάνταστα ζεστά και ο καθένας δροσίζεται με όποιον τρόπο βρίσκει. Ο αρρενωπός δικηγόρος Νεντ είναι σκληρός, γυναικάς και πάντα διαθέσιμος για γλέντι. Η εντυπωσιακή Μάτι, σύζυγος μεγαλοεπιχειρηματία της περιοχής, στέκεται στη γέφυρα και απλώς αφήνει τα αντρικά βλέμματα να την «αγγίζουν» και έπειτα να αποχωρούν ανικανοποίητα. Ο στόχος έχει ήδη βρεθεί, άλλωστε. Στη συγκεκριμένη ταινία η τζαζ διάθεση του Τζον Μπάρι εξάπτει τη φαντασία τοιουτοτρόπως. Οι Γουίλιαμ Χαρτ και Κάθλην Τέρνερ μπερδεύουν το πάθος με την εμμονή για χρήμα και εξουσία. Το αρχετυπικό ερωτικό δράμα του Λόρενς Κάσνταν είναι μια ευθεία αναφορά στην «Κολασμένη αγάπη» του Μπίλι Γουάιλντερ, εκείνο το εξαιρετικό φιλμ νουάρ με την Μπάρμπαρα Στάνγουϊκ που βασίζεται σε βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Ταυτοχρόνως, αυτή η σπαρακτική σχέση του Νεντ και της Μάτι ήξερε να σκοτώνει καθετί το συντηρητικά συμβατικό.

Πράσινη αχτίδα, του 1986

Το καλοκαίρι στην πόλη είναι μελαγχολικό, είναι μοναχικό, γεμίζει με σκέψεις το μυαλό, με εικόνες ανεκπλήρωτες την ψυχή, με όνειρα τη φαντασία. Στο Παρίσι μες στο κατακαλόκαιρο έχει απομείνει η Ντελφίν (Μαρί Ριβιέρ), μια νεαρή, όμορφη, πανέξυπνη και συνάμα μορφωμένη γυναίκα που δεν καταδέχεται συμβατικές διακοπές, πρόχειρες λύσεις, δεν τα βρίσκει ούτε με τους φίλους ούτε με το σύντροφό της. Περιπλανιέται σε άλλες πόλεις και θέρετρα, γνωρίζει ανθρώπους, τσαντίζεται, κλαίει, γελά, στο τέλος όμως ένας ξένος και η πράσινη αχτίδα που διαφαίνεται στον ορίζοντα αλλάζουν τα δεδομένα. Ο μεγάλος «χαμένος» του 2010, ο Ερίκ Ρομέρ, κέρδισε τρία βραβεία στη Μόστρα της Βενετίας με αυτή την ταινία, που στα αγγλικά μεταφράστηκε ως «Summer», μεταξύ των οποίων το Χρυσό Λιοντάρι, διότι πολύ απλά κατάφερε να αποτυπώσει την αστική περιπλάνηση στη μελαγχολία.

Τσάι στη Σαχάρα, του 1990

Για την ακρίβεια, η ιστορία της Κιτ και του Πορτ Μόρεσμπι είναι ένα αποχαυνωτικό ναρκωτικό στη μεγαλομανή πραγματικότητα που τους περιέβαλε. Μεγαλοαστοί, καλλιτέχνες, ψάχνουν νέες εμπειρίες, αναζητούν την εξυψωτική διέγερση που θα τους συμπαρασύρει στο πυθμένα της φαντασίας. Η έρημος και οι Άραβες νομάδες θα είναι ο «τάφος» τους. Η βραβευμένη με Χρυσή Σφαίρα εξαιρετική, λυρική μουσική του Ραϊούτσι Σακαμότο σου πεθαίνει το μυαλό. Κυριολεκτικά. Η Ντέμπρα Γουΐνγκερ και ο Τζον Μάλκοβιτς αναζητούν τις καλύτερες ερμηνείες στις καριέρες τους. Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι μετά από αυτή την ταινία έκλεισε το σκηνοθετικό του κύκλο, ολοκλήρωσε ως δημιουργός. Είχε φτιάξει τα πλέον αθάνατα ερωτικά διαμάντια στην ιστορία του κινηματογράφου (το έτερο είναι το «Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι»). Το «Τσάι στη Σαχάρα» είναι ένα μαγευτικό ταξίδι προς το τέλμα.