22 Οκτ 2010

Συνέντευξη του Σεμίχ Καπλάνογλου..

Στους Γιάννη Δηράκη (dirakis@sevenart.gr)
& Νέστορα Πουλάκο (poulakos@sevenart.gr)

Η φετινή Χρυσή Άρκτος της Μπερλινάλε, απλώς και μόνο, αποδεικνύει την άνοδο του Τουρκικού Κινηματογράφου στις μέρες μας. Και η βράβευση του Σεμίχ Καπλάνογλου για το "Μέλι", την τελευταία ταινία της «Τριλογίας του Γιουσούφ» ("Αυγό"-2007, "Γάλα"-2008), δείχνει τη στροφή της σινεφίλ ματιάς σε έναν κινηματογράφο «ζεν», αν μου επιτρέπετε την έκφραση, σε έναν ποιητικό ρεαλισμό που και κατανοητός είναι και πολλούς συμβολισμούς έχει και εννοιολογικά υποστρώματα και φιλοσοφικά επιστρώματα διαθέτει. Η ζεστασιά του "Μελιού", όπως αναφέρω και σε σχετικό άρθρο μου στην «Απογευματινή», κάλυψε την παγωνιά της 60ης Μπερλινάλε και έφερε χαμόγελα στους γείτονές μας. Περισσότερα χαρούμενα γέλια, όμως, έφεραν οι δύο βραβεύσεις της ταινίας (Χρυσή Άρκτος, Ειδικό Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής) στον Σεμίχ Καπλάνογλου, ο οποίος με την πέμπτη μεγάλου μήκους του κατέκτησε ένα από τα πιο σημαντικά κινηματογραφικά φεστιβάλ παγκοσμίως. Αυτές τις ημέρες, ο 47χρονος Τούρκος σκηνοθέτης βρίσκεται στην Αθήνα για την ελληνική πρεμιέρα του "Μελιού" στην τελετή έναρξης του 23ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, όπου και μίλησε στο SevenArt. Ταυτόχρονα, η ταινία ξεκινά απόψε και τις προβολές της για το κοινό, αποκλειστικά στον κινηματογράφο Άστυ.

Νέστορας Πουλάκος

Διαπιστώνω μια νοσταλγική διάθεση στην ταινία σας. Πιστεύετε ότι η απάντηση στα προβλήματα του σήμερα είναι η επιστροφή στο παρελθόν;

Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει, αλλά ίσως αν υπάρχει η αίσθηση ότι η ζωή δεν μπορεί να συνεχιστεί όπως τώρα, τότε, αν η ταινία δίνει αυτή την εντύπωση, είναι κάτι σημαντικό. Στην περιοχή που κάναμε τα γυρίσματα, βρίσκονται άνθρωποι που ζουν όπως στην ταινία. Δεν έχουν κινητά, γιατί δεν υπάρχουν κεραίες. Υπάρχει όμως ζωή και χωρίς κινητά. Πιστεύω σε μια τέτοια δυνατότητα, σε μια τέτοια ζωή που υπήρχε στο πολύ κοντινό παρελθόν. Αλλά σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να γυρνάμε πίσω, δεν είναι αυτό δυνατό.

Βλέπουμε ότι στο "Μέλι" χτίζετε μια σχέση μεταξύ πατέρα και γιου. Πιστεύετε περισσότερο σε αυτή τη σχέση απ’ ότι σε εκείνη μητέρας-γιου;

Σ’ αυτή την ιστορία, βασίστηκα στη σχέση πατέρα και γιου. Στο “Γάλα” και στο “Αυγό”, η μητέρα είναι πιο έντονη ως προσωπικότητα, αφού ο πατέρας δεν υπήρχε. Αλλά, αν δει κάποιος το “Μέλι” νιώθει περισσότερο την απουσία του πατέρα στις άλλες ταινίες. Καταλαβαίνουμε καλύτερα πώς έχει επηρεαστεί το παιδί από τον θάνατο του πατέρα του. Γι’ αυτό ακριβώς προσπάθησα να δώσω περισσότερες λεπτομέρειες στη σχέση του πατέρα με το γιο στο “Μέλι”. Και προσπάθησα να κάνω και κάτι άλλο: Επειδή κουβαλάει ένα μικρό ίχνος κι απ’ τη δική μου ζωή, η γυναίκα αντιπροσωπεύει τη ζωή λίγο πιο συγκροτημένα και συγκρατημένα. Φτιάχνει το σπίτι, οργανώνει… Είναι περισσότερο σε μια υλική πραγματικότητα. Υπάρχει συναίσθημα αλλά είναι και πραγματίστρια, γιατί ξέρει ότι η ζωή πρέπει να συνεχιστεί. Ο άντρας είναι πιο ανοιχτός στις περιπέτειες. Δεν μιλάω βέβαια για τον άντρα της σύγχρονης εποχής αλλά για εκείνον που ζει μέσα στη φύση. Ο άντρας μέσα στη φύση ασχολείται με πιο πνευματικά πράγματα. Ειδικά αν το δείτε αυτό μέσα απ’ το βλέμμα ενός μικρού παιδιού, η μητέρα ασχολείται με μικροπράγματα μέσα στο σπίτι, ενώ ο πατέρας φεύγει προς τη φύση και κάνει άλλες ασχολίες. Πάει για κυνήγι, χάνεται μέσα στο δάσος…

Άρα ένας γιος μπορεί να διαμορφώσει την προσωπικότητά του περισσότερο με βάση τον πατέρα του;

Στη σύγχρονη ζωή, οι μητέρες εμπλέκονται πολύ περισσότερο κι έχουν καλύτερη σχέση με τα παιδιά. Ο ρόλος του μικρού αγοριού είναι να γίνει πατέρας. Πρέπει να είναι δυνατό, να έχει αρχές, ώστε να γίνει και το ίδιο ένα μοντέλο για το δικό του παιδί. Το να μοιραστεί ένας πατέρας αυτά που γνωρίζει με το παιδί του είναι πολύ σημαντικό. Αλλά τώρα τι ξέρουν οι πατεράδες για τη ζωή; Ξέρουν για τα τραπεζικά συστήματα… Δεν μπορείς να πεις στο παιδί ιστορίες για τις τράπεζες. Το να πιάσεις ψάρια, να βγεις και να περπατήσεις στη φύση, να κοιμηθείς το βράδυ μέσα στο δάσος… Αυτά δεν τα μαθαίνουμε πια. Οπότε, η μαμά βγαίνει πιο μπροστά σήμερα. Μπορεί κάποιοι να θυμώσουν μαζί μου αλλά ο άντρας χάνει τα στοιχεία που ανήκουν στο φύλλο του. Και για μένα, ο άνδρας που δεν έχει όλα τα στοιχεία του, που δεν είναι κυνηγός -δεν μιλάω βέβαια για τον Τούρκο Οθωμανό άντρα, μην παρεξηγηθώ-, αλλά ζει σε μια κοινωνία που έχει χάσει αυτά τα στοιχεία, βγαίνει χαμένη και η γυναίκα. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι το παιδί δεν είναι ούτε με τον πατέρα, ούτε με τη μητέρα. Είναι στον παιδικό σταθμό. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα.

Η ιδέα της τριλογίας ήταν απ’ την αρχή στο μυαλό σας ή προέκυψε μετά την πρώτη ταινία; Και σε ποιο βαθμό ταυτίζεστε με τον Γιουσούφ;

Η τριλογία ήταν ήδη έτοιμη πριν ξεκινήσει το “Αυγό”. Υπάρχουν σημεία επαφής μεταξύ των τριών ταινιών και αυτό προϋπέθετε να είναι όλα έτοιμα πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Και στις τρεις ταινίες υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία. Όταν δημιουργούσα τον χαρακτήρα, έβαλα και κομμάτια απ’ τον εαυτό μου. Αλλά αν μιλήσουμε με ποσοστά, δεν θα έλεγα ότι είναι πάνω από 20%. Αυτός ο άνθρωπος, με λίγα λόγια, δεν είμαι εγώ.

Είναι το “Μέλι” βγαλμένο απ’ τη θρησκεία;

Σε όλες τις ταινίες μου υπάρχει μια σχέση με τη θρησκεία. Κάποιοι σκηνοθέτες έχουν ως βάση τη λογοτεχνία, άλλοι τη φιλοσοφία, εγώ έχω μια οπτική που κοιτάζει προς την πίστη γενικότερα. Προς όλες τις θρησκείες. Φυσικά και έχω παραπάνω σχέση με το Μουσουλμανισμό, γιατί μεγάλωσα σε μουσουλμανική οικογένεια. Αλλά επειδή ζω στην Τουρκία, κοιτάω και προς την Ορθοδοξία. Παίρνω πράγματα και από τους Εβραίους, τον Βουδισμό… Πάντα μια ταινία μου έχει να κάνει και με όλες αυτές τις διαφορετικές θρησκείες. Η μισή πίστη ή η απιστία που διακατέχει τον σύγχρονο άνθρωπο, πιστεύω ότι δημιουργεί προβλήματα. Γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να πιστεύει. Ακόμα κι όσοι δηλώνουν άπιστοι, σε κάτι πιστεύουν. Στο χρήμα, στο σεξ, στα αυτοκίνητα… Υπάρχουν πολλές θρησκείες αυτή τη στιγμή που δεν έχουν προφήτες. Αυτό πιστεύω ότι είναι προβληματικό. Στις ταινίες μου προσπαθώ να δημιουργήσω μια κατάσταση που να ρίχνει φως και σ’ αυτό το κομμάτι των ανθρώπων. Στην πίστη. Προσπαθώ να βάλω ιστορίες που να έχουν σχέση με τα Ιερά βιβλία, να έχουν βγει απ’ αυτά.

Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ταινίας είναι ο μικρός πρωταγωνιστής. Το βλέμμα του, οι κινήσεις του, η ερμηνεία του… Γενικά είναι καταπληκτικός. Πώς τον ανακαλύψατε και πώς δουλέψατε μαζί του; Αν μπορείτε, θα θέλαμε να μας εμπιστευτείτε και κάποια ιδιαίτερη στιγμή απ’ τα γυρίσματα…

Δεν ήταν καθόλου εύκολο να βρω αυτό το παιδί. Όπως είπες, πραγματικά έψαχνα αυτό το συγκεκριμένο βλέμμα. Μίλησα με πάρα πολλά παιδιά. Σχεδόν προς το τέλος, ενώ πλησίαζαν τα γυρίσματα, βρήκα το συγκεκριμένο αγόρι, το οποίο έχει εντελώς αντίθετο χαρακτήρα απ’ αυτόν που υποδυόταν. Ο Bora Altas είναι πολύ κοινωνικός, πολύ κινητικός, ομιλητικός, με χιούμορ και γεμάτος ενέργεια. Στην ταινία δεν μιλάει πολύ, τραυλίζει… Γι’ αυτό τον αντιμετώπισα σαν ηθοποιό. Υπήρχαν δύο δάσκαλοι. Ο ένας ήταν ο κακός κι ο άλλος ο καλός. Υπήρχα και εγώ που ήμουν πότε καλός και πότε κακός. Μιλήσαμε πάρα πολύ, του έδειξα σεβασμό, γίναμε φίλοι, του εξήγησα κάποια παραδείγματα… Του είπα ότι είμαστε μια ποδοσφαιρική ομάδα και εσύ είσαι αυτός που βάζει το γκολ. Εσύ θα τα βάζεις τα γκολ. Και όποτε τελειώναμε μια καλή σκηνή, φωνάζαμε όλοι γκολ και χειροκροτούσαμε! Όταν πήγαμε στο Βερολίνο για το Φεστιβάλ, είχε ενθουσιαστεί γιατί πρώτη φορά πήγαινε σε μια τέτοια πόλη και έλεγε «πάμε να πάρουμε το παγκόσμιο κύπελλο»!...

Και τελικά το πήρε...!

Το πήρε!

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (21-10-10).