9 Νοε 2010

Συνέντευξη του Γιάννη Οικονομίδη [ή H ελπίδα δεν είναι αγοραία]..

Στον Νέστορα Πουλάκο

Αυτή κι αν ήταν συνέντευξη. Δηλαδή, θέλω να πω, ότι διακρίνετε στις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη -και έως τώρα είναι το «Σπιρτόκουτο» και η «Ψυχή στο στόμα» από τις μεγάλου μήκους-, είναι και ο ίδιος.

Σκληρός αλλά αληθινός, επιθετικός μα ειλικρινής, χειμαρρώδης αλλά και δύσκολος, σφίγγα όταν δεν του αρέσει η ερώτηση, όταν τη βρίσκει «αφελή, πεζή, τετριμμένη, μια από τα ίδια», ειδικώς αν σε νιώθει κοντά του, αν έχετε και μπορείτε να πείτε κάτι το διαφορετικό, κάτι παραπάνω, καταπώς θεωρεί. Για παράδειγμα, σε μένα προσωπικά επιτέθηκε, καθώς πίναμε τον καφέ μας και συζητούσαμε για την καινούρια του ταινία και τον κινηματογράφο που κάνει εν γένει, κοντραριστήκαμε, διαφωνήσαμε, παραλίγο και να μπινελικωθούμε για να είμαι ειλικρινής.

Εντάξει, ηρεμήσαμε αργότερα, έκανα ένα τσιγάρο, εκείνος ήπιε έναν ακόμη εσπρέσο, βλέπαμε τον κόσμο να περπατάει τη Χαριλάου Τρικούπη και σχολιάζαμε. Γύρισε η κουβέντα. «Δεν θέλω ερωτήσεις ρεπορταζιακές», μου λέει, «ποιο είναι το κοινό μου, αν οι χαρακτήρες είναι αληθινοί, γιατί βωμολοχούν, και άλλα τέτοια», συνεχίζει, «όλα αυτά τα χρόνια, από το “Σπιρτόκουτο” και μετά, με ρωτάνε οι συνάδελφοί σου τα ίδια και τα ίδια, ας μιλήσουμε για κινηματογράφο, για σινεμά αληθινό».

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για τον «Μαχαιροβγάλτη», τη νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, την τρίτη μεγάλου μήκους του, που βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 4 Νοεμβρίου, άνοιξε το 23ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου (του Νίνου Φένεκ Μικελίδη) στις 20 Οκτωβρίου, και ευελπιστεί να συμμετάσχει σε αρκετά διεθνή φεστιβάλ μετά από την πρεμιέρα του στο Πουσάν της Νότιας Κορέας.

Η ιστορία μιλάει για τον Νίκο, ο οποίος διάγει μια ρεμπέλικη ζωή στην Πτολεμαΐδα, και μετά το θάνατο του πατέρα του αποδέχεται την πρόσκληση του θείου του να κατέβει και να μείνει στο σπίτι του τελευταίου, που βρίσκεται σε προάστιο της Αθήνας. Εκεί, αναλαμβάνει να γίνει φύλακας των… σκυλιών-φυλάκων του θείου, μια δουλειά που αν και νιώθει ότι τον μειώνει, τη δέχεται. Η συνέχεια είναι ένα εναλλασσόμενο παιχνίδι εξουσίας μεταξύ των δυο ανδρών, με μια γυναίκα, τη σύζυγο του θείου, να παίζει ρόλο καταλυτικό και στη μεταξύ τους σχέση και στην εξέλιξη της ιστορίας.

Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Στάθης Σταμουλακάτος, Βαγγέλης Μουρίκης και η Μαρία Καλλιμάνη.

-Γιάννη, θεωρώ ότι ο κινηματογράφος σου έχει λόγο πολιτικό, έχει άποψη για το τι συμβαίνει εκεί έξω…

-Ναι άλλα, μην αρχίσουμε να μιλάμε τώρα για την κρίση, τη γνώμη μου για το τι συμβαίνει, τι θα συμβεί στο μέλλον και τα συναφή. Έχω βαρεθεί να ακούω να λένε όλοι τη γνώμη τους, έχω κουραστεί από αυτό το πολιτικό κουτσομπολιό, όλοι λένε τα ίδια και τα ίδια. Έχει γίνει κλισέ, κατάλαβες;

-Ναι, εντάξει, αλλά δεν θεωρείς ότι με τον «Μαχαιροβγάλτη» κάνεις πολιτικό σχόλιο; Κάτι τέτοιο διέκρινα.

-Όντως συμβαίνει αυτό αλλά στα όρια του ποιητικού. Για να καταλάβεις, προσπαθώ να δείξω ότι η ταινία, στην ουσία της, αφορά την Ελλάδα, ο κρυμμένος ήρωας δηλαδή της ταινίας είναι ο τόπος, η χώρα, δεν είναι ο Νίκος, ο «Μαχαιροβγάλτης». Για παράδειγμα, στη «Γλυκιά ζωή» του Φελίνι ή στον «Κλέφτη ποδηλάτων» του Ντε Σίκα, ο ήρωας είναι η Ρώμη, η Ιταλία, οι εικόνες, οι άνθρωποι της, η ομορφιά της, η βρωμιά και τα σκατά της, η κουλτούρα της, η ηθική της κ.ά. Είναι ένα κλείσιμο του ματιού στο θεατή, ο οποίος δεν βλέπει απλώς ένα κλασικό ψυχόδραμα, αλλά την ίδια του τη χώρα. Είναι ο πραγματικός ήρωας της ταινίας, και κατά μια έννοια, όλο αυτό που σου περιγράφω είναι μια πολιτική ματιά.

-Επομένως, η Ελλάδα διακρίνεται από μια καταχνιά, σκοτεινιά, μια μαυρίλα, έναν πεσιμισμό. Αυτά ανάγνωσα στον ήρωα και την ιστορία σου.

-Ακριβώς. Διότι αυτός είναι ο δικός μου καλλιτεχνικός ψυχισμός στα ζητήματα. Η προσωπική μου ματιά. Σαν καλλιτέχνης, οι κεραίες μου προσπαθούν να πιάσουν την πραγματική διάσταση των φαινόμενων και των υποφαινόμενων. Ζούμε μέσα στα σκατά, σε μια κόλαση, αυτό αντιλαμβάνομαι. Υπάρχει διέξοδος από αυτή την κατάσταση που περιγράφεις; Η μόνη διέξοδος είναι η αισθητική. Το ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν ωραία πράγματα, κάποιοι μπορούν ν’ αγαπηθούν, να κάνουν μια οικογένεια, να κάνουν μια ταινία εν προκειμένω. Αλλά μέσα σε μια ομορφιά, όλα αυτά. Είναι πράξεις ομορφιάς, κατάφασης, ελπίδας, διότι λες «ναι» στον κόσμο, σηκώνεσαι από τον καναπέ σου και κάνεις κάτι, δεν κάθεσαι εκεί να πεθάνεις. Όπου υπάρχει δημιουργία, για να συνοψίσω. Επομένως, μέσα σε μια ιστορία πεσιμιστική, όπως λες, μπορείς ν’ αναγνώσεις μια ποίηση, μια χαρά, μια ανάταση.

-Άρα, δεν είναι αναγκαίο ένα happy end; Ένα τέλος με ελπίδα, δηλαδή;

-Κοίτα, η ελπίδα δεν είναι κάτι αγοραίο. Ούτε κάτι το ηθικοπλαστικό. Να κάνω μια ταινία με happy end για ποιο λόγο; Αυτά είναι μπούρδες. Αφού όλοι θα πεθάνουμε κάποτε, είτε το βλέπεις μεταφορικά είτε όπως είναι η ζωή μας, η ζωή των ανθρώπων. Όλα είναι πεπερασμένα, κι όλα θα καταλήξουν στο χώμα. Άρα, ένα φινάλε μαύρο. Παρολαυτά, αυτό τι σημαίνει; Ότι η ζωή δεν μπορεί να έχει ελπίδα; Όχι βέβαια, μόνο όμως αν βάλεις στη διάρκειά της αισθητική.

Και επειδή αυτή τη φορά,
η τεχνολογία παίζει ρόλο διαδραστικό,
ανατρέξτε στο blog της ταινίας
http://maxairovgaltis.wordpress.com/
και στείλτε την απορία σας στο maxairovgaltis@gmail.com.
Προσέξτε… Μόνο ερωτήσεις για σινεμά.

-Θα σου πουν ότι το ερωτικό τρίγωνο του «Μαχαιροβγάλτη» φέρνει στην ιστορία του μυθιστορήματος του Τζέιμς Κέιν, «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές». Το είχες υπόψη σου;

-Μου το έχουν πει ήδη αλλά δεν το καταλαβαίνω. Γιατί έτσι κι αλλιώς είναι μια αρχετυπική ιστορία αυτή. Να, τις προάλλες διάβαζα στην εφημερίδα ένα παρόμοιο περιστατικό που συνέβη στη χώρα μας. Απορώ με τους ανθρώπους, πρόκειται για ένα καθαρά αρχετυπικό ερωτικό τρίγωνο, δεν το ανακάλυψε ο Κέιν αλλά υπήρχε από πάντα.

-Συμπλήρωσες μια άτυπη τριλογία με τον «Μαχαιροβγάλτη»;

-Τριλογία δεν θα την έλεγα, διότι είναι και οι τρεις ταινίες διαφορετικές. Αλλά έτσι όπως το θέτεις, ναι, υπάρχει μια κεντρική έννοια : είναι ο σύγχρονος Έλληνας. Ο μικροαστός του σήμερα.

-Θεωρείς ότι εξάντλησες αυτό το θέμα;

-Δε νομίζω ότι εξαντλείται το θέμα του σύγχρονου Έλληνα. Έχει πολύ ψωμί, πολλές παραμέτρους, είναι ατελείωτο, διότι μην ξεχνάς ότι η μεσαία τάξη μιας κοινωνίας είναι και η πλειοψηφία. Έχει διάρκεια. Πάντα βέβαια υπό το πρίσμα το ανθρωποκεντρικό. Δηλαδή, δεν αντιμετωπίζω τους ήρωες μου ψυχρά και αποστασιοποιημένα, όσο κουμάσια, αχρείοι ή τρισάθλιοι είναι, αλλά με αγάπη. Πάντως και για να σε προλάβω, δεν μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι θα συνεχίσω το θέμα αυτό και στο μέλλον. Θα δούμε...

Σημ. : Αναπόφευκτα, προς το τέλος της συνέντευξης αναφερθήκαμε και στο σημερινό κινηματογραφικό τοπίο που διαμορφώνεται στη χώρα μας. Ο Γιάννης Οικονομίδης δεν συμμετέχει στις διεργασίες των Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη ούτε είναι μέλος της νεοσύστατης Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό όλη αυτή την κατάσταση και δηλώνει συμπαθών στις παραπάνω κινήσεις, περιμένοντας να δει τη μετέπειτα πορεία τόσο αυτών όσο και του Υπουργείου Πολιτισμού αναφορικά με το νέο νόμο, ώστε να κρίνει. Γενικώς, όμως, θεωρεί ότι «η υπερβολική ενασχόληση με όλα αυτά είναι ξόδεμα ενέργειας και χάσιμο καλλιτεχνικού χρόνου».

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 του μηνιαίου free press "Move it" (Νοέμβριος 2010).