17 Μαρ 2011

Ταινίες 17ης Μαρτίου 2011..

Toυ Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες έξι ταινίες, ενώ το 13ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης συνεχίζεται και το 12ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου αναμένεται. Ταινία της εβδομάδας είναι το "Wasted youth", ελληνικής παραγωγής, ένα εύστοχο, επίκαιρο, διεισδυτικό σχόλιο για μια κοινωνία σε κρίση, που πιάνει το νήμα από τα Δεκεμβριανά 2008. Οι Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και Jan Vogel στη σκηνοθεσία. Στον "Ιρλανδέζικο δρόμο" ο Κεν Λόουτς καταγγέλλει τον πόλεμο του Ίρακ μέσα από μια βαθιά φιλία ζωής. Δεν πρόκειται για την καλύτερη ταινία του Βρετανού δημιουργού, στα σίγουρα όμως θα δεις μια μεστή και στέρεη κοινωνικοπολιτική καταγγελία. Το "Babies" είναι ένα μαγευτικό ντοκιμαντέρ της Focus και του Canal+, στο οποίο τοπία και άνθρωποι (εν προκειμένω το πιο τρυφερό φιλέτο τους, τα μωρά) αποδεικνύουν ότι είναι τα ομορφότερα δημιουργήματα του θεού. Παρολαυτά, και αν έβγαινε κατευθείαν στο dvd ή την τηλεόραση κανείς δε θα στεναχωριόταν. Ένα άλλο "Λυκόφως" στην εξωγήινη εκδοχή του είναι το "Είμαι το νούμερο τέσσερα", όπου αγόρι από άλλο πλανήτη ερωτεύεται κορίτσι από αυτό τον πλανήτη, όμως οι κακοί, οι εχθροί του, τον θέλουν νεκρό. Την εμπορική κωμωδία "Μια φορά και ένα… μωρό", σκηνοθεσίας Νίκου Ζαπατίνα, με τους Πέτρο Φιλιππίδη και Σάκη Μπουλά, την άφησα για να τη δεις και να κρίνεις μόνος σου. Μην έχεις και παράπονο, σου δίνω χώρο να αυτοσχεδιάσεις. Κάτι παρόμοιο θα κάνεις και με τον "Δικηγόρο σκοτεινών υποθέσεων", όπου ο Μάθιου ΜαΚόναχι είναι τόσο αδίστακτος με το χρήμα και την εξουσία, ώστε εντέλει γίνεται ηθικός και σκεπτόμενος άνθρωπος. Ουάου.

Wasted youth (8/10)

Η άκρη του νήματος βρίσκεται στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο και τη δολοφονία του, τον Δεκέμβριο του 2008. Κακά τα ψέματα και ας μην κρυβόμαστε. Από αυτό το γεγονός, το τόσο τραγικό και συνάμα επίκαιρο, το θέμα που ακόμη βράζει, εμπνεύστηκαν οι δυο δημιουργοί, ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, που ξέρεις από την εμπορική επιτυχία του "Bank Bang" και ο Jan Vogel, κινηματογραφιστής από τη Γερμανία που κάνει το σκηνοθετικό ντεμπούτο του. Στην ταινία, παρακολουθείς σε παράλληλους χρόνους τη ζωή ενός πιτσιρικά, που ασχολείται φανατικά με το skateboard και ενός μεσήλικα αστυνομικού. Είναι κατακαλόκαιρο στην Αθήνα, η ζέστη έχει αγγίξει κόκκινο και οι ρυθμοί στην πόλη είναι περίεργοι. Νωχελικοί, σα να σέρνεται μια κατάσταση, να μυρίζει η ατμόσφαιρα. Σαν βραδυφλεγής βόμβα έτοιμη να σκάσει. Ο μεν αστυνομικός είναι άνθρωπος εν βρασμώ. Με τη δουλειά του δεν είναι ευχαριστημένος, και συνεχώς βάρδιες τον βάζουν και τα λεφτά δεν είναι πολλά, με την οικογένεια του δεν μπορεί να επικοινωνήσει, με τη γυναίκα του δεν του βγαίνει να κάνει έρωτα, με την κόρη του να τα πει σωστά, μια δουλειά που θέλει να ξεκινήσει, κωλώνει. Ο δε πιτσιρικάς, που ζει το καλοκαίρι του, όλη τη μέρα περιφέρεται. Γυρίζει την Αθήνα, κάνει skateboard, παίζει με τους φίλους του, αλητεύει, κάνει πλάκες, χαβαλέ. Με τον πατέρα του δεν τα πάει καλά και η μητέρα του είναι άρρωστη στο νοσοκομείο. Με το κορίτσι του δεν προχωράνε εκεί που αυτός θέλει, όμως τι τον νοιάζει, είναι νέος με ορμή, με όρεξη, χορεύει σε πάρτι, πίνει και γουστάρει την ανεμελιά του. Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, λοιπόν, έχουν πιάσει την καθημερινότητα των δυο ηρώων τους, οι Παπαδημητρόπουλος-Vogel. Με τρόπο ντοκιμαντερίστικο, αναπαράγοντας γνωστά κλισέ. Δηλαδή, οι ήρωες τους δεν είναι εξωπραγματικοί, μα αληθινοί, ρεαλιστικοί. Τους έχεις δει κι εσύ, δεν έχουν βγει από κάποιο ανέκδοτο, από μια άλλη διάσταση. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας σα να λέμε. Γι’ αυτό, άλλωστε και οι δημιουργοί τους γεμίζουν κλισέ, για να στους δείξουν απλούς, όντως συμμέτοχους στο δράμα που αναμένεις, μια και είσαι υποψιασμένος για το τι θα δεις (;). Στα "Χαμένα νιάτα" δεν υπάρχει επανάσταση των ιδεών, ούτε ταξική συνείδηση. Η επανάσταση είναι πιο κοινωνική, βγαλμένη από την καθημερινότητα και βαθιά, έντονα ψυχολογική. Αρκεί το τσακ για να γίνει η έκρηξη, να σκάσει η βόμβα. Και όταν, εντέλει, το χέρι οπλίζεται από την αποθέωση της ανθρώπινης παραδοξότητας, της αποχαύνωσης, της μαλακίας, κι όχι του κλισέ, της στρέιτ εκδοχής, τότε όντως μιλάμε για μια «χαμένη» πόλη, παραφράζοντας την ομώνυμη ταινία του Άντι Γκαρσία. Σε ρόλους έκπληξη οι σκηνοθέτες Γιάννης Οικονομίδης και Σύλλας Τζουμέρκας. Ειδικώς ο τελευταίος είναι αληθινή αποκάλυψη.

Ιρλανδέζικος δρόμος (6/10)

Ο στρατευμένος σκηνοθέτης, ο Κεν Λόουτς, καταπιάνεται και αυτός με τον πόλεμο του Ιράκ, όχι όμως απροσχημάτιστα, αλλά μέσω μιας βαθιάς φιλίας ζωής. Μ’ αυτό τον τρόπο, προφανώς και ο Λόουτς θέλει να καταδείξει τον ανθρώπινο πόνο, τον κοινό, τον διπλανό, που μια κυβέρνηση (εν προκειμένω, η εγγλέζικη) δεν μπορεί να καταλάβει όταν αποφασίζει να μπει στη μάχη. Βέβαια, στον "Ιρλανδέζικο δρόμο" καταγγέλλεται η ιδιωτικοποίηση του πολέμου, όπου μεγάλες εταιρείες «security» (κι όχι πάντα εθνικοί στρατοί) αναλαμβάνουν κατά παραγγελία να φυλάξουν και να καθαρίσουν περιοχές στο Ιράκ, προσλαμβάνοντας νέους χωρίς στον ήλιο μοίρα. Κοίταξε, στην ιστορία του ο Λόουτς λέει την ουσία με τρόπο αριστοτεχνικό και σε μπάζει με τη μια στη λογική «καταγγέλλω πρακτικές απάνθρωπες, χωρίς έλεος, χωρίς τέλος». Στην υπόθεση, ο ένας εκ των δυο φίλων σκοτώνεται στο Ιράκ και ο έτερος ψάχνει να βρει την άκρη του νήματος. Δε νομίζει ότι ο κολλητός του πήγε -τόσο ξαφνικά- από ρουκέτα Ιρακινού. Έτσι κι αλλιώς μια -κλασικού τύπου- ταινία Λόουτς, θα δεις. Χωρις φιοριτούρες, χωρίς περικοκλάδες. Τα πράγματα λέγονται και δείχνονται με το όνομά τους. Από κει και πέρα όμως, σα να έχασε κάπως τη «μπάλα» ο Βρετανός σκηνοθέτης. Και εδώ, στα σίγουρα φταίει ο μόνιμος συνεργάτης του στο σενάριο, ο Πωλ Λάβερτυ. Μια και η ιστορία ανοίγεται σε ένα σκασμό μπάντες. Και οικογενειακό δράμα και ερωτικό σκίρτημα με τη γυναίκα του άλλου και αναμνήσεις με ποτό στο χέρι (υπαρξιακό δράμα) και βία (εκδίκηση στην εκδίκηση) και ύμνος στη φιλία και καταγγελία πολέμου και συνομωσιολογία... Σα να χωλαίνει η ταινία του Λόουτς, να μπαντάρει δηλαδή, παρολαυτά να είσαι σίγουρος ότι και καλή είναι και την κοινωνική της υπόσταση την έχει στέρεη και γερή.

Είμαι το νούμερο τέσσερα (4/10)

Ένα άλλο "Λυκόφως" στην εξωγήινη του εκδοχή, κι όχι στη βαμπιρική, είναι αυτή η παραγωγή του Μάικλ Μπέι. Μπορεί, δηλαδή, το κοινό της σειράς ταινιών που βαμπίρ αγάπησε κορίτσι νορμάλ και τούμπαλιν, να γουστάρει και την ταινία του Καρούζο, που εξωγήινος αγάπησε (επίσης) κορίτσι νορμάλ και τούμπαλιν. Ουρανοκατέβατος ήρθε στη Γη από άλλο πλανήτη, ο κούκλος, σωματαράς, μα σοβαρός και νουνεχής έφηβος, που κάνει τα πάντα για να μην αγαπήσει κορίτσι και να μην έχει φίλο, μια και η αποστολή του είναι να πολεμήσει (ή να αποφύγει) τα «δαιμόνια» που τον θέλουν νεκρό. Για να μη στα πολυλέω, μια από τα ίδια είναι η ιστορία αυτή. Μέχρι τα μισά, έχεις την εντύπωση ότι την έχεις ξαναδεί μια εκατοστή φορές σε χολιγουντιανές παραγωγές, από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα. Στη συνέχεια, το δράμα/περιπέτεια εξελίσσεται, η δυναμική είναι περισσότερη χάρη στην έξαρση των αντιδράσεων και το μελό των ερωτικών συναισθημάτων πιο διάχυτο. Είναι ταινία για μια βραδιά στα multiplex (κι όχι στο Νότινγκ Χιλ).

Babies (5/10)

Ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση, το dvd ή κάποιο θεματικό κινηματογραφικό φεστιβάλ. Στα σίγουρα, όμως, όχι για το σινεμά, γι’ αυτό και ξεπετιέται, διεκπεραιώνεται έτσι στα πεταχτά, στα γρήγορα από την εταιρεία της στην Ελλάδα. Η ταινία του Μπαλμέ ακολουθεί από την κοιλιά της μάνας τους μέχρι τα πρώτα τους βήματα, τέσσερα μωρά από τη Ναμίμπια, τη Μογγολία, την Ιαπωνία και τις Η.Π.Α. Με την ετικέτα της Focus και του Canal+, ο Γάλλος σκηνοθέτης γυρίζει ένα καλαίσθητο ντοκιμαντέρ (η φωτογραφία του είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετική). Άλλοτε καδράρει στα μωρά, προκαλώντας το συναίσθημα σου, χτυπώντας τις πιο ευαίσθητες χορδές σου. Και άλλοτε γενικεύει το πλάνο του, ειδικώς όταν τα τοπία επιβάλλονται, για να σε μπάσει στην ομορφιά της κραταιάς γης. Άνθρωποι και τοπία, τα πιο ωραία δημιουργήματα του θεού. Εν ολίγοις, δεν ξέρω αν σε ενδιαφέρει να πας να δεις μια τέτοια ταινία τεκμηρίωσης στις αίθουσες. Προσωπικά την απόλαυσα, δεν βρίσκω όμως καμιά λογική στην κινηματογραφική προβολή της.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (17-3-11).