3 Μαρ 2011

Ταινίες 3ης Μαρτίου 2011..

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες επτά ταινίες, χωρίς να υπάρχει εκείνη που θα σε κάνει να σκίσεις τα ρούχα σου. Παρολαυτά, κάποιες από αυτές είναι επιλογές καλές. Ταινία της εβδομάδας είναι "Ο Τρόπος του Μπάρνεϊ", με τον Πωλ Τζιαμάτι σε ερμηνεία καριέρας. Ένας άντρας με τα όλα του, με τα καλά και τα κακά του, που θα ταυτιστείς, θα σου αρέσει, θα συγκινηθείς. Μια ταινία με ψυχή. Το ρωσικό δράμα "Πως τελείωσε αυτό το καλοκαίρι", που κέρδισε Χρυσή Αρκούδα ρόλων για τους δυο πρωταγωνιστές του στην περυσινή Μπερλινάλε, θα σε μαγέψει με τα αρκτικά πλάνα του, μα θα σε κάνει να απορήσεις ή και θα σε κουράσει με το αργό τέμπο του. Ένας σύγχρονος, αθηναϊκός, μεταναστευτικός, πολυθρησκευτικός "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" είναι ο "Κανένας" του Χρήστου Νικολέρη, που είναι γρήγορος σαν βίντεο κλιπ, όμως το ‘χει βέβαια και το συναίσθημα του. Το δίδυμο Ματ Ντέιμον-Έμιλι Μπλαντ την έχει τη χαριτωμενιά του, όμως η ταινία "Οι Ρυθμιστές" παίρνει άριστα στη σεναριακή της ιδέα, το παραξήλωσε όμως με το ρομάντζο του ο Νόλφι. Το δεύτερο σίκουελ της γνωστής κρύας σειράς ταινιών, "Μην πυροβολείτε τη γιαγιά: Πατέρας και γιος εν δράσει", είναι εξίσου κρύο και μπανάλ με τα υπόλοιπα δύο. Έτσι και γελάσεις, θα με κάνεις να απορήσω. Πρώτη προβολή στις αίθουσες και για τη μεξικανική ταινία "Το κάστρο της αγνότητας", παραγωγής 1973, σκηνοθεσίας Αρτούρο Ριπστάιν, που βγαίνει μπας και ξεστραβωθείς και καταλάβεις ότι ελάχιστη σχέση έχει με τον "Κυνόδοντα" του Γιώργου Λάνθιμου. Και μάντεψε: Γλύτωσες την κριτική μου για το "Drive Angry", το οποίο τρομάρα του προβάλλεται και σε 3D. Νίκολας Κέιτζ (αχ, Θεέ μου), προσπαθεί να σώσει εγγονή από διαβολική ομάδα, και οδηγεί γρήγορο αμάξι, παρέα με πρόστυχο κορίτσι. Ελπίζω να καταλαβαίνεις την τρομάρα που πήρα και δεν το είδα.

Ο τρόπος του Μπάρνεϊ (7/10)

Είναι η ανθολογία ενός αρσενικού. Με τα όλα του. Στο λέω, ταυτίστηκα. Νέο ίνδαλμα μου ο Μπάρνεϊ Πανόφσκι. Άντρας. Ένα μακρόπνοο ποίημα η ζωή του, το διαβάζεις απνευστί, τη βλέπεις με δέος. Ο Μπάρνεϊ είναι ένας άντρας πληθωρικός, υψηλών τόνων, με εκτόπισμα, που κάνει την παρουσία του αισθητή. Γυναίκες, ποτά, πούρα, ξενύχτια, μεγάλες μπίζνες, παρέες, χόκεϊ, ταξίδια, ακρότητες, μα και αγάπες και έρωτες και τρυφερότητες και οικογένεια με παιδιά. Κάνει τα πάντα στο κόκκινο. Με υπερβολή. Μέχρι το τέλος. Ρουφάει και το μεδούλι. Το απολαμβάνει το καθετί. Το ξεζουμίζει. Το ξεκοκαλίζει. Είναι άντρας, που αγαπιέται πολύ. Και μισιέται, επίσης. Τα γράφει όλα εκεί που ξέρεις και συνεχίζει να κάνει το δικό του. Ένας τραχύς άνθρωπος, ένας μάγκας, ένας άντρακλας εν ολίγοις. Με τα καλά και τα κακά του. Δεν του λείπει όμως η ευαισθησία και το χάδι και η αγκαλιά. Έτσι και αγαπά, όλα τριγύρω του έχουν τελειώσει. Δεν έχει δάφνες η ταινία του Ρίτσαρντ Λιούις, ακριβώς γιατί ο σκηνοθέτης δεν μπορούσε να κάνει την υπέρβαση και σκηνοθετικά πέρα από την πολύ καλή μεταφορά του βιβλίου του σπουδαίου Μοντερκάι Ρίτσλερ. Όλη η ταινία τεχνικά είναι άρτια, όμως και οι χρόνοι της και η ροή της μπορεί και να σε κουράσουν. Παρολαυτά, αυτή η ανθολογία του αρσενικού στηρίζεται στον Πωλ Τζιαμάτι. Τι ερμηνεία! Ταυτίστηκε, όπως κι εγώ, το ίδιο θα κάνεις και εσύ -είμαι σίγουρος-, με τον ήρωα. Μια σημαντική ερμηνεία, δύσκολη και ας γίνεται μελό στο τέλος -εγώ, στο ομολογώ, συγκινήθηκα-. Πήρε και τη Χρυσή Σφαίρα ρόλου. Εντέλει, μια ταινία με ψυχή, έχει μπόλικη από δαύτη θα το δεις, και θα τη γουστάρεις στα σίγουρα πολύ.

Το κάστρο της αγνότητας (1973) (6/10)

Μια συγκλονιστική ιστορία θα δεις. Βγαλμένη από τη ζωή την αληθινή. Την πραγματική. Πατέρας, τον λες και τέρας, κρατάει τα τρία παιδιά και τη γυναίκα του στο σπίτι. Αποστρέφεται τον κόσμο, τους ανθρώπους. Πατέρας-αφέντης. Εκμεταλλευτής. Μα και αμφίσημος στις αντιδράσεις του. Ένας άνθρωπος τρελός. Οδηγείται, άλλωστε, προς τα εκεί. Καταλήγει. Τελειώνει με αυτή την ιστορία. Το ανθρώπινο γίνεται τερατώδες. Παράλογο και πολύπλοκο. Μια αποστροφή τη νιώθεις. Και μια απορία. Και ένα μίσος. Και μια αηδία. Είναι δυνατό να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι; Τέτοιες καταστάσεις; Κι όμως, η ταινία του Ριπστάιν, πίσω στα 1973, είναι εμπνευσμένη από αληθινή ιστορία στο Μεξικό της δεκαετίας του ’50. Είναι για να απορείς. Η ταινία του Ριπστάιν, αν και σινεμά άλλης εποχής, είναι υποβλητική, νοσηρή, γεμάτη συμβολισμούς (τα ονόματα των παιδιών, ας πούμε). Είναι ένα μωσαϊκό τρέλας. Με το σκηνικό μεγαλειώδες αν και σάπιο. Και τις ερμηνείες της οικογένειας τόσο τραγικές. Σαν αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Μια σημαντική ταινία του -τότε- νέου μεξικανικού σινεμά, πολυβραβευμένη, διακεκριμένη. Και συγκινητική. Ως επίλογο: Είναι, άλλωστε, και η ταινία που -λέγεται, ολόκληρη φασαρία έγινε- ότι αντέγραψε ο Λάνθιμος και ο σεναριογράφος του, για να κάνουν τον "Κυνόδοντα". Η ιστορία είναι αρχέτυπο. Έχει συμβεί, δηλαδή. Έχει γίνει στην κοινωνία. Και στην ελληνική (θυμήσου ιστορίες εγκλεισμού). Δεν λέω ευθέως ότι οι δημιουργοί του "Κυνόδοντα" δεν είχαν υπόψη τους την ταινία του Ριπστάιν. Δεν ξέρω. Όμως σίγουρα, αν εξαιρέσεις την κεντρική ιδέα, που είναι ίδια, η υπόλοιπη ταινία δεν έχει καμιά σχέση με τον "Κυνόδοντα". Μα καμία σχέση. Και οι σκηνές σαν το παιχνίδι τυφλόμυγας και την ερωτική περίπτυξη μεταξύ αδελφών, που είναι παρόμοιες, δε μου λένε απολύτως τίποτα. Για το τέλος σου λέω ότι βρίσκω εντελώς άστοχη, άκομψη τη διανομή της ταινίας αυτής, λίγες μέρες μετά τον οσκαρικό απόηχο του "Κυνόδοντα". Αυτά τα ελληνικά διχαστικά, να μην υπήρχαν...

Οι ρυθμιστές (5/10)

Θα στο πω απλά: Με την ταινία του Νόλφι, καταρχάς, γούσταρα πολύ λόγω της ιδέας, και του σεναριακού τρυκ, και της σκηνοθετικής του σπιρτάδας. Έβλεπα κάτι γρήγορο και όμορφο και τρελό, που το βρήκα ενδιαφέρον. Παρολαυτά, τι το θέλε το ρομάντζο το πολύ; Και το κλισέ το μπόλικο; Και τις αντιδράσεις τις προβλέψιμες; Και τις κουβέντες τις τετριμμένες; Και τις σκηνές τις βαρετές, ειδικά εκείνες του τέλους; Τότε, είναι που λέω ότι το Χόλιγουντ είναι για φάπες, φορές φορές. Βασισμένη σε βιβλίο του Φίλιπ Ντικ η ταινία, είναι και ατμοσφαιρική και καλά χτισμένη. Δεν σε εντυπωσιάζει σκηνοθετικά. Ακόμη και οι ηθοποιοί δεν κάνουν την υπέρβαση, παρολαυτά ο Ματ Ντέιμον και η Έμιλι Μπλαντ είναι κουκλιά, κολλάνε, και το μείγμα τους είναι ερωτικό, αγαπησιάρικο, τρυφερό. Σου λέω να το δεις, είναι η καλύτερη πρόταση των multiplex αυτή την εβδομάδα.

Πως τελείωσε αυτό το καλοκαίρι (5/10)

Ευθύς εξαρχής, να σου πω, ότι δεν κατανόησα καθόλου μα καθόλου αυτή την ανόητη και ανώριμη και εξωπραγματική αντίδραση του πιτσιρικά, new age μετεωρολόγου. Τα νεύρα μου τα έσπασε για τα καλά. Αν, βέβαια, ήθελε να πετύχει αυτό ο Ποπογκρέμπσκι, μπράβο του, πολλά συν του δίνω και συγχαρητήρια. Αμφιβάλλω, όμως. Μια πανδαισία πλάνων και χρωμάτων είναι η ταινία η ρωσική. Όμορφες, άψογες λήψεις του αρκτικού κύκλου, πάνω ψηλά στη Σιβηρία, κοντά στον πόλο. Όλο το τοπίο μια μαγεία. Χάνεσαι μέσα σε αυτό. Καθρεφτίζεται και στα μάτια σου, θα το δεις. Δύσκολες, τραχιές, σκληρές, σμιλευμένες με κόπο, δουλεμένες πολύ και οι δυο αντρικές ερμηνείες. Ξέρεις, ο μεγάλος και μικρός μετεωρολόγος, που προσπαθούν να ζήσουν κάπως μες σε αυτή την απομόνωση. Πήραν, άλλωστε, και τα βραβεία ρόλου στην περυσινή Μπερλινάλε. Το μείον της ταινίας, όμως, είναι η ιστορία της. Ουσιαστικά τι βλέπεις; Το τίποτα. Γιατί αν είναι μια ιστορία επιβίωσης απέτυχε. Έχω δει πολύ πιο ουσιαστικές. Ή ανδρικής φιλίας, την έδειξε ο Ρώσος κάπως παράξενα, σχεδόν δεν σε έπεισε. Άρα; Ασαφές το νόημα της. Και αν συνυπολογίσεις και τη μεγάλη διάρκεια της, και το αργό τέμπο της, εξοπλίσου με υπομονή, κάνε και δυο κωλοτούμπες για να αντέξεις το κρύο, και μπες στην αίθουσα.

Κανένας (5/10)

Για να ξέρεις και τι θα δεις, ένα σύγχρονο «Ρωμαίο και Ιουλιέτα», ναι, με δυο μετανάστες δεύτερης γενιάς, από Ρωσία και Αλβανία, στην Αθήνα του τώρα, να ερωτεύονται παράφορα κόντρα στις προκαταλήψεις, τις συγκρούσεις και τις αποστροφές των δικών τους. Ο "Κανένας" είναι μια βιντεοκλιπίστικης υφής ερωτική ιστορία, νεανική, με γρήγορο μοντάζ, σπινταριστή μουσική και δυο φρέσκα πρόσωπα που θα σου κινήσουν το ενδιαφέρον. Η ιστορία δεν είναι κάτι το καινούριο. Τετριμμένη και παλιακή τη λες, απλώς, έτσι και τη συγκεκριμενοποιήσεις στο περιβάλλον που διαδραματίζεται, μπορεί και να πιάσεις τον παλμό της. Εντέλει, και για να μη στα πολυλέω, οι -τηλεοπτικών καταβολών- συντελεστές του κάνουν φιλότιμες προσπάθειες για ένα αποτέλεσμα που θα σε ικανοποιήσει. Ο μεν Αλμπάνης ως το αγόρι που ερωτεύεται για πρώτη φορά, η δε Λιώση ως το κορίτσι με το μονίμως ένα βλέμμα και ο Νικολέρης ως σκηνοθέτης που πρέπει ν’ αφήσει στην άκρη την αλά ποπ tv θητεία του.

Μην πυροβολείτε τη γιαγιά : Πατέρας και γιος εν δράσει (2/10)

Εδώ κολλάει αυτό που αποκαλώ αμερικανιά. Σε πολλές άλλες ταινίες είναι απλώς πταίσμα ο όρος. Φαντάσου μόνο, τι μπορεί να δεις σε αυτό το δεύτερο σίκουελ μιας, έτσι κι αλλιώς, κρύας και μπανάλ σειράς ταινιών. Δεν έχω να σου πω και πολλά πράγματα. Μια ακόμη παρατεταμένη κρυάδα, με αστεία που απορώ και πως γελάει ο σινεφίλ. Χοντροκομμένα, ανιαρά, αδιάφορα, άγευστα, ανούσια, άτσαλα. Μεταμφιέσεις και κόντρα μεταμφιέσεις, σε σχολείο τρελαμένων κοριτσιών, για την εξιχνίαση του μεγάλου εγκλήματος. Και που στα γράφω αυτά βαρέθηκα, και που με διαβάζεις, επίσης. Πάω παρακάτω.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (3-3-11).